Αναλύσεις
Γιατί η ένταξη της Τουρκίας στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης μετά τη Συμφωνία της Μέκκας είναι μια κακή συμφωνία για την Ινδία
Μια μελλοντική κρίση δεν θα περιλάμβανε πλέον μόνο δύο αντιπάλους που μοιράζονται έναν οργανισμό. Ο ένας θα είχε επίσης έναν εταίρο σε συνθήκη εντός του θεσμικού του μηχανισμού. Άρθρο του Σάι Γκαλ.
Η σύνοδος του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο Μπισκέκ της Κιργιζίας και συμμετείχαν τρεις μεγάλες δυνάμεις: η Κίνα, η Ρωσία και η Ινδία, μεταξύ άλλων.
Η Ινδία βρίσκεται εντός του SCO δίπλα στους δύο κύριους στρατιωτικούς αντιπάλους της, την Κίνα και το Πακιστάν, διατηρώντας παράλληλα βαθιούς δεσμούς ασφαλείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία και το Ισραήλ. Η Ινδία είναι επίσης μέρος του Quad μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιαπωνία και την Αυστραλία.
Η εξωτερική πολιτική της Ινδίας διαλύει την εύκολη αντίρρηση στην τουρκική συμμαχία μεταξύ ανταγωνιστικών συστημάτων. Ένα κράτος μπορεί να βρίσκεται σε πολλά στρατηγικά δωμάτια. Τα θεσμικά όρια διαπερνώνται όταν μια εξωτερική δέσμευση συλλογικής άμυνας συνδέεται με έναν ανταγωνισμό που είναι ήδη εσωτερικός στον οργανισμό.
Κάθε νέο μέλος κάνει τον SCO να φαίνεται μεγαλύτερος. Η ομάδα αποκτά βάρος πιο γρήγορα από ό,τι αποκτά ικανότητα δράσης. Η είσοδος της Ινδίας και του Πακιστάν διεύρυνε τον σύλλογο και περιόρισε όσα μπορεί ποτέ να συμφωνήσει να κάνει.
Το ΝΑΤΟ ξεκίνησε με μια κοινή εξωτερική απειλή και θεσμοθετημένη συλλογική άμυνα εναντίον της. Ο Οργανισμός Συνεργασίας των Ηνωμένων Εθνών (SCO) εξελίχθηκε διαφορετικά.
Η Ινδία και η Κίνα αποκλίνουν ως προς τα σύνορά τους και την ασιατική τάξη.
Η Ινδία και το Πακιστάν διίστανται όσον αφορά την τρομοκρατία, την κρατική ευθύνη και το Κασμίρ.
Η Ρωσία, το Ιράν και τα κράτη της Κεντρικής Ασίας παρουσιάζουν διαφορετικούς χάρτες απειλών.
Ο οργανισμός συντονίζει τα κράτη που αρνούνται να αναθέσουν τον ορισμό των εχθρών τους· η απόκλιση είναι η προϋπόθεση της συνύπαρξής τους.
Η Ινδία εντάχθηκε επειδή η απουσία της θα έδινε στην Κίνα και το Πακιστάν μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους στη διαμόρφωση της Ευρασίας. Η ένταξη δίνει στο Νέο Δελχί παρουσία χωρίς στρατηγική υποταγή.
Η στρατηγική αυτονομία διατηρεί την κυρίαρχη επιλογή μεταξύ πολλαπλών επιλογών· το αρμπιτράζ των συμμαχιών συσσωρεύει υποχρεώσεις και εξωτερικεύει το κόστος σύγκρουσης.
Μετά το Μπισκέκ, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έθεσε την πλήρη ένταξη στον Οργανισμό Συνεργασίας του Οργανισμού (SCO) στην ατζέντα της Άγκυρας, επιμένοντας ότι αυτό δεν χρειάζεται να αλλάξει τους δεσμούς της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ ή τη Δύση. Η ευθυγράμμιση σε διάφορα συστήματα παραμένει θεμιτή έως ότου μια εξωτερική υποχρέωση εισέλθει σε έναν ανταγωνισμό που είναι ήδη εσωτερικός στον οργανισμό.
Η Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας μεταξύ Τουρκίας, Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας δημιούργησε ένα πλαίσιο συλλογικής άμυνας παράλληλα με τις υποχρεώσεις της Άγκυρας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Μια ένοπλη επίθεση εναντίον ενός θα θεωρείται πλέον ως επίθεση εναντίον όλων.
Στις 31 Αυγούστου, τα μέρη εδραίωσαν το σύμφωνο μέσω μιας μόνιμης γραμματείας, βαθύτερου στρατιωτικού συντονισμού, συνεργασίας στην αμυντική βιομηχανία και κοινής ανάπτυξης και παραγωγής που αποσκοπεί στην ενίσχυση της συλλογικής αποτροπής και άμυνας.
Συνεπώς, το Πακιστάν προστατεύεται από μια τουρκική αμυντική δέσμευση.
Η ασάφεια της Μέκκας είναι πολιτικά λειτουργική. Αφήνει την ενεργοποίηση, την απόδοση και την ιεραρχία των ανταγωνιστικών υποχρεώσεων ανεπίλυτες, παρέχοντας στο Πακιστάν πολιτικό καταφύγιο, διατηρώντας παράλληλα την τουρκική και σαουδαραβική διακριτική ευχέρεια σε μια κρίση.
Το αν η Άγκυρα ή το Ριάντ θα πολεμήσουν την Ινδία είναι δευτερεύον. Μια εγγύηση αλλάζει την πολιτική συμπεριφορά πριν αλλάξει ένα πεδίο μάχης.
Η πλήρης ένταξη της Τουρκίας θα τοποθετούσε τον αμυντικό εταίρο του Πακιστάν στον μηχανισμό συναίνεσης μέσω του οποίου η Ινδία αντιμετωπίζει την τρομοκρατία, το Αφγανιστάν, τη συνδεσιμότητα, την περιφερειακή ασφάλεια και το ίδιο το Πακιστάν. Η Τουρκία θα αποκτούσε ισότιμη θέση σε ολόκληρο τον οργανισμό και θα ασκούσε επιρροή στη συναίνεση.
Ο Οργανισμός Συνεργασίας των Ηνωμένων Εθνών (SCO) ήδη περιέχει την αντιπαλότητα μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν. Η ένταξη της Τουρκίας θα προσέθετε μια εξωτερική εγγύηση που θα ευνοούσε τη μία πλευρά. Μια μελλοντική κρίση δεν θα περιλάμβανε πλέον μόνο δύο αντιπάλους που μοιράζονται έναν οργανισμό. Ο ένας θα είχε επίσης έναν εταίρο σε συνθήκη εντός του θεσμικού του μηχανισμού.
Οι κανόνες προσχώρησης στον Οργανισμό Συνεργασίας των Ηνωμένων Εθνών (SCO) απαιτούν ήδη συμβατότητα μεταξύ των υποχρεώσεων εξωτερικής ασφάλειας ενός αιτούντος και του νομικού πλαισίου του οργανισμού. Η ένταξη απαιτεί επίσης τη συγκατάθεση των υφιστάμενων μελών. Η ένταξη στο ΝΑΤΟ και η Μέκκα επιβάλλουν, επομένως, βάρος συμβατότητας στην Άγκυρα.
Το πρότυπο ισχύει εξίσου για την Ινδία. Οι εξωτερικές ευθυγραμμίσεις, συμπεριλαμβανομένων των αμυντικών σχέσεων, επιτρέπονται· η εισαγόμενη μόχλευση δεν επιτρέπεται.
Για την Τουρκία, αυτό απαιτεί τρεις διαβεβαιώσεις. Η δέσμευση της Άγκυρας προς το Πακιστάν δεν μπορεί να δώσει στο Ισλαμαμπάντ παράγωγη επιρροή στις τουρκικές θέσεις εντός του SCO. Η πρόσβαση που αποκτάται μέσω της ιδιότητας του μέλους δεν μπορεί να εξυπηρετήσει μια εξωτερική αμυντική υποχρέωση έναντι άλλου μέλους. Μια κρίση μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν δεν μπορεί να μετατρέψει την τουρκική επιρροή συναίνεσης σε έμμεση επέκταση της Μέκκας.
Η Άγκυρα ελέγχει τις δεσμεύσεις της· το Νέο Δελχί ελέγχει τη συγκατάθεσή του.
Μια εγγύηση τρίτου μέρους δεν δίνει στο Πακιστάν ούτε στρατηγικό καταφύγιο ούτε θεσμική επιρροή μέσω της Τουρκίας.
Η φόρμουλα του Ερντογάν, η ένταξη στον Οργανισμό Συνεργασίας των Ηνωμένων Εθνών (SCO) χωρίς αποχώρηση από το ΝΑΤΟ ή τη Δύση, ορίζει τα οφέλη που επιθυμεί η Άγκυρα από διάφορα συστήματα. Δεν κατατάσσει τις υποχρεώσεις τους. Η Μέκκα αφήνει την ίδια ιεραρχία άλυτη από μια άλλη κατεύθυνση.
Η παραχώρηση της έδρας πριν από την καθορισμό της ιεραρχίας θα επιδοτούσε την ασάφεια.
Η μη συναίνεση δαπανά πολιτικό κεφάλαιο, και η Κίνα και το Πακιστάν μπορούν να ανταποδώσουν σε άλλα θέματα του SCO. Το Νέο Δελχί θα πρέπει να δαπανήσει αυτό το κεφάλαιο σε έναν κανόνα και όχι σε μια εξαίρεση που στοχεύει στην Τουρκία: καμία εξωτερική υποχρέωση συλλογικής άμυνας που να αφορά τον αντίπαλο ενός άλλου μέλους δεν μπορεί να γίνει μοχλός πίεσης εντός του SCO.
Ο Οργανισμός Συνεργασίας των Ηνωμένων Εθνών (SCO) δεν απαιτεί από τα μέλη του να σχηματίσουν ένα μπλοκ ή να μοιραστούν έναν εχθρό. Αυτή η αρχή δεν μπορεί να επιτρέψει στις εξωτερικές συμμαχικές υποχρεώσεις να γίνουν εσωτερικός μοχλός πίεσης.
Το Ριάντ υπέγραψε την ίδια δέσμευση της Μέκκας με το Πακιστάν. Ως εκ τούτου, η Μέκκα λαμβάνει δύο ινδικές αποφάσεις τιμολόγησης: εξάρτηση από τη Σαουδική Αραβία, συναίνεση με την Τουρκία. Ο ρόλος του Ριάντ στην ενέργεια, τις επενδύσεις και τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης συνεπάγεται πλέον ένα πακιστανικό ασφάλιστρο ασφαλείας. Η προσφορά της Άγκυρας για τον SCO συνεπάγεται το ίδιο ασφάλιστρο στην πρόσβαση των ιδρυμάτων.
Με τη Σαουδική Αραβία, η Ινδία δεν θα πρέπει να εξαρτάται από έναν αγωγό, έναν προμηθευτή ή μία επιταγή. Αν το Ριάντ καλύπτει πλέον και το Πακιστάν, το Νέο Δελχί χρειάζεται άλλες διαδρομές, άλλα χρήματα και άλλους εταίρους, ώστε αυτό το κενό να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Με την Τουρκία, το κυρίαρχο πλεονέκτημα είναι η θεσμική συναίνεση.
Ένας συνεργάτης που εισάγει κίνδυνο δεν χάνει αυτόματα τη σχέση. Οι όροι πρόσβασης αλλάζουν με τον κίνδυνο.
Ο Οργανισμός Συνεργασίας του Σόσα (SCO) έχει επεκταθεί επειδή μπορεί να περιορίσει τη στρατηγική απόκλιση χωρίς να την επιλύσει. Η Ινδία και η Κίνα μπορούν να αντιπαρατεθούν κατά μήκος των συνόρων τους και να παραμείνουν μέλη. Η Ινδία και το Πακιστάν μπορούν να παραμείνουν στρατιωτικοί αντίπαλοι ενώ μοιράζονται θεσμούς. Η συνύπαρξή τους εξαρτάται από ένα όριο: καμία από τις δύο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει μια εξωτερική συμμαχία για να αποκτήσει επιρροή επί της άλλης από το εσωτερικό.
Η Τουρκία μπορεί να κυνηγήσει το ΝΑΤΟ, τη συμφωνία της Μέκκας και τον SCO ταυτόχρονα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ομάδα πρέπει να αποδέχεται τα «βάρη» που η Τουρκία μάζεψε από τις άλλες. Ο SCO λειτουργεί επειδή τα μέλη δεν χρειάζεται να έχουν έναν κοινό εχθρό.
Αυτό σταματά να λειτουργεί αν ένα μέλος χρησιμοποιήσει μια εξωτερική αμυντική συμφωνία για να βασιστεί σε ένα άλλο μέλος μέσα από το δωμάτιο.
Η ινδική συναίνεση είναι ένα κυρίαρχο περιουσιακό στοιχείο. Το τίμημά της είναι η σαφήνεια.
GEOPOLITICO
Η Αθήνα οφείλει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές στις δηλώσεις Φιντάν – Ζητήθηκε τουρκική άδεια για το καλώδιο;
Σοβαρά ερωτήματα για το διπλωματικό παρασκήνιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου και τον πραγματικό ρόλο της Τουρκίας στις διαδικασίες αδειοδότησης θέτει ο υποστράτηγος ε.α. και στρατηγικός αναλυτής Θεόδωρος Ατματζίδης. Με αφορμή τη δήλωση του Χακάν Φιντάν ότι «επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX», εξετάζει τις γαλλοτουρκικές επαφές για τις έρευνες του Abeille Marengo και προειδοποιεί για τον κίνδυνο η διπλωματική ενημέρωση να παρουσιαστεί ως αποδοχή τουρκικού δικαιώματος συναίνεσης. Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις της Αθήνας ότι η αδειοδότηση έγινε αποκλειστικά από τις ελληνικές αρχές, ο αρθρογράφος ζητεί σαφείς απαντήσεις για το περιεχόμενο των επαφών με την Άγκυρα, επισημαίνοντας ότι το πραγματικό διακύβευμα είναι η αποτροπή ενός επικίνδυνου προηγουμένου άτυπης συναπόφασης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Φιντάν: «Επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX» – Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και η τουρκική παγίδα: Ποιος τελικά έδωσε την άδεια σε ποιον;
Του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστράτηγος ε.α. Senior Manager | Security & Defence Consultant | Strategic Analyst
Η δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν ότι «επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX» για τις εργασίες του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου προκαλεί εύλογα ερωτήματα, τα οποία η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια. Τι ακριβώς επιλύθηκε και με ποιους όρους; Υπήρξε απλώς διπλωματική ενημέρωση της Τουρκίας ή κάποια μορφή συνεννόησης που επέτρεψε στην Άγκυρα να εμφανιστεί ως παράγοντας που έδωσε τη συγκατάθεσή του για την πραγματοποίηση των εργασιών;
Το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ μια διαφωνία για την έκδοση ναυτικών οδηγιών. Αγγίζει την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, τη στρατηγική σχέση Ελλάδας–Κύπρου και την προσπάθεια της Τουρκίας να αποκτήσει ρόλο ρυθμιστή των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το χρονικό της αντιπαράθεσης
Στις 6 Νοεμβρίου 2026, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διαδικασιών αδειοδότησης για τις εργασίες έρευνας και πόντισης του καλωδίου στο πλαίσιο του Great Sea Interconnector (GSI). Η σχετική αίτηση είχε υποβληθεί από τη γαλλική εταιρεία NEXANS, για λογαριασμό της εταιρείας GSI, ενώ η άδεια εκδόθηκε από τον υπουργό Εξωτερικών, κατόπιν θετικής γνωμοδότησης της αρμόδιας διυπουργικής επιτροπής. Ακολούθησε η έκδοση της ελληνικής NAVTEX 1411/26 από τον σταθμό Ηρακλείου της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, για τις σχετικές δραστηριότητες. [1][2]
Αντίστοιχα, η Κυπριακή Δημοκρατία εξέδωσε τη δική της NAVTEX 345/26, μέσω του σταθμού Λάρνακας, για τις έρευνες στο τμήμα που αφορά την κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), με ισχύ από τις 19 Νοεμβρίου 2026 έως τις 19 Μαρτίου 2027. [1]
Η τουρκική αντίδραση ήταν άμεση. Με την αντι-NAVTEX 1105/26 και σχετική ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, η Άγκυρα χαρακτήρισε τις εργασίες παράνομες, υποστηρίζοντας ότι τμήμα της περιοχής βρίσκεται εντός της υφαλοκρηπίδας που διεκδικεί και ότι απαιτείται προηγούμενη τουρκική συναίνεση. Επανέφερε, μάλιστα, τα όρια που έχει γνωστοποιήσει στα Ηνωμένα Έθνη από τον Μάρτιο του 2020, στη βάση των τουρκικών διεκδικήσεων που συνδέονται με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. [3]
Η τουρκική στάση αποκαλύπτει ότι η Άγκυρα δεν περιορίζεται στην αμφισβήτηση συγκεκριμένων θαλάσσιων περιοχών. Επιδιώκει να καταστήσει αποδεκτή την αντίληψη ότι σημαντικές δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να περνούν μέσα από τη δική της έγκριση ή συναίνεση.
Το γαλλικό παρασκήνιο και το ζήτημα της άδειας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πληροφορίες που δημοσίευσε η «Καθημερινή» σχετικά με τις επαφές της Γαλλίας με την Τουρκία για τις ερευνητικές δραστηριότητες του γαλλικού πλοίου Abeille Marengo.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της 6ης Νοεμβρίου, η γαλλική πλευρά βρισκόταν σε επικοινωνία με την Άγκυρα, η οποία επιθυμούσε η σχετική συνεννόηση να αποτυπωθεί γραπτώς μέσω διπλωματικών διαύλων. Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η τοποθέτηση διπλωματικής πηγής κοντά στην τουρκική προεδρία, σύμφωνα με την οποία η τουρκική πλευρά θα εξέλαμβανε τη γαλλική προσέγγιση ως αίτημα χορήγησης άδειας από την Τουρκία. [4]
Αυτή η διατύπωση δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
Είναι άλλο πράγμα μια διπλωματική ενημέρωση, με σκοπό την αποφυγή επεισοδίων και την ασφάλεια ενός ερευνητικού πλοίου, και εντελώς διαφορετικό η αναγνώριση ότι η Τουρκία διαθέτει αρμοδιότητα να εγκρίνει ή να απορρίπτει εργασίες σε περιοχές όπου η Ελλάδα ή η Κυπριακή Δημοκρατία ασκούν τα δικαιώματά τους.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία του στρατηγικού προβληματισμού. Εάν η Ελλάδα, έστω και μέσω της Γαλλίας, επιχείρησε να ζητήσει από την Τουρκία όχι απλώς να ενημερωθεί, αλλά να εγκρίνει ή να επιτρέψει την πραγματοποίηση των ερευνών, τότε η εξέλιξη αυτή θα είχε σοβαρές γεωπολιτικές συνέπειες. Θα δημιουργούσε την εντύπωση ότι η άσκηση δικαιωμάτων από την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία εξαρτάται από την αποδοχή μιας τρίτης χώρας, η οποία αμφισβητεί ακριβώς αυτά τα δικαιώματα.
Μια τέτοια προσέγγιση θα δημιουργούσε ένα προηγούμενο με επιπτώσεις πολύ πέρα από το συγκεκριμένο έργο. Η Τουρκία θα μπορούσε να επικαλείται στο μέλλον την ίδια διαδικασία ως ένδειξη ότι η ελληνική και κυπριακή πλευρά αποδέχονται στην πράξη την ανάγκη προηγούμενης τουρκικής συναίνεσης για δραστηριότητες στην περιοχή. Ακόμη και αν δεν υπήρχε ρητή νομική αναγνώριση, η επανάληψη μιας τέτοιας πρακτικής θα μπορούσε να ενισχύσει την τουρκική επιχειρηματολογία και να δυσχεράνει τη διαχείριση μελλοντικών κρίσεων.
Αυτό είναι το στρατηγικό ρίσκο: η διπλωματική επικοινωνία, εάν δεν οριοθετηθεί με σαφήνεια, να μετατραπεί σταδιακά σε αποδοχή ενός καθεστώτος άτυπης συναρμοδιότητας. Η αποφυγή ενός επεισοδίου αποτελεί θεμιτό και αναγκαίο στόχο. Η αναζήτηση, όμως, τουρκικής άδειας για την άσκηση δικαιωμάτων που η Ελλάδα θεωρεί ότι της ανήκουν είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα.
Η ελληνική κυβέρνηση, διά του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου, δήλως, τουλάχιστιν λεκτικά, στις 7 Νοεμβρίου ότι η άδεια ζητήθηκε και χορηγήθηκε αποκλειστικά από την Ελλάδα και ότι δεν υπήρξε συνεννόηση Αθήνας–Άγκυρας για την αδειοδότηση. Παράλληλα, διευκρινίστηκε ότι τυχόν άτυπη ενημέρωση της Τουρκίας από τη γαλλική πλευρά δεν συνιστά αναγνώριση δικαιωμάτων ή δικαιοδοσίας τρίτης χώρας. [5]
Αυτή είναι η επίσημη ελληνική θέση και πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τα πραγματικά δεδομένα. Παραμένει, ωστόσο, ένα ουσιαστικό ερώτημα: τι ακριβώς περιελάμβαναν οι επαφές της γαλλικής πλευράς με την Άγκυρα και γιατί η τουρκική πλευρά τις παρουσιάζει ως διαδικασία εξασφάλισης άδειας;
Η Αθήνα οφείλει να διαχωρίσει με απόλυτη σαφήνεια τρία διαφορετικά πράγματα:
- την ενημέρωση μιας τρίτης χώρας,
- τη διπλωματική συνεννόηση για την αποφυγή έντασης και
- την αναζήτηση της συναίνεσής της.
Η σύγχυση μεταξύ αυτών των εννοιών δεν είναι απλώς ζήτημα διατύπωσης. Μπορεί να έχει συνέπειες για τη θέση της χώρας σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις και αντιπαραθέσεις.
Πώς παρουσιάζει η Τουρκία τις εξελίξεις
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κάλυψη του ζητήματος από τον τουρκικό Τύπο. Σε δημοσίευμά του στις 6 Νοεμβρίου 2026, το τουρκικό ειδησεογραφικό μέσο TRHaber χρησιμοποίησε τον χαρακτηριστικό τίτλο «Yunanistan’ın elektrik planı Türkiye’ye takıldı: Fransa Ankara’nın kapısında», δηλαδή «Το ηλεκτρικό σχέδιο της Ελλάδας προσέκρουσε στην Τουρκία: Η Γαλλία στην πόρτα της Άγκυρας». [8]
Το δημοσίευμα παρουσιάζει τις γαλλοτουρκικές διπλωματικές επαφές ως αναγκαίο βήμα για την επανέναρξη των ερευνών του Abeille Marengo. Αναφέρεται ειδικότερα στην επαφή της Γαλλίδας πρέσβειρας στην Άγκυρα, Isabelle Dumont, με τον Τούρκο υφυπουργό Εξωτερικών Mehmet Kemal Bozay, καθώς και στην απαίτηση της τουρκικής πλευράς για προηγούμενη γραπτή ενημέρωση σχετικά με τις ερευνητικές δραστηριότητες.
Παράλληλα, επαναφέρει την επιχειρηματολογία του Χακάν Φιντάν ότι η Τουρκία δεν αντιτίθεται κατ’ αρχήν στην ηλεκτρική διασύνδεση, αλλά επιδιώκει προηγούμενη ενημέρωση και συντονισμό για τις δραστηριότητες στις θαλάσσιες περιοχές που διεκδικεί.
Η συγκεκριμένη δημοσιογραφική προσέγγιση έχει πολιτική σημασία. Η τουρκική αφήγηση παρουσιάζει τη διπλωματική επικοινωνία της Γαλλίας με την Άγκυρα ως ένδειξη ότι η Τουρκία αποτελεί αναγκαίο παράγοντα για την προώθηση του έργου. Η διαφορά ανάμεσα στην ελληνική και την τουρκική προσέγγιση είναι εμφανής: η Αθήνα μιλά για αποκλειστική ελληνική αρμοδιότητα αδειοδότησης, ενώ η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει την προηγούμενη ενημέρωση και τη διπλωματική επικοινωνία ως αναγκαία προϋπόθεση για την πραγματοποίηση των ερευνών. Κατά την άποψή μου, τη σύγχυση και την ασάφεια που επικρατούν τις προκαλέσαμε σε μεγάλο βαθμό εμείς, με τις ασαφείς και αντιφατικές δηλώσεις μας σχετικά με τις προθέσεις και τις τελικές αποφάσεις της γαλλικής πλευράς.
Το δημοσίευμα βέβαια δεν αποδεικνύει ότι η Ελλάδα ή η Γαλλία αναγνώρισαν τουρκικό δικαίωμα συναίνεσης. Αποκαλύπτει, όμως, τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει τις εξελίξεις στο εσωτερικό της ως επιβεβαίωση της δικής της διπλωματικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η ευρύτερη ενεργειακή διάσταση της τουρκικής επιχειρηματολογίας. Ο Φιντάν έχει υποστηρίξει ότι η Τουρκία θα μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτική ενεργειακή διαδρομή για την περιοχή, προβάλλοντας τη δυνατότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του τουρκικού εδάφους αντί της κατασκευής δαπανηρών υποθαλάσσιων διασυνδέσεων. Η θέση αυτή καταδεικνύει ότι η Άγκυρα επιδιώκει να συνδέσει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της με τον ευρύτερο ενεργειακό σχεδιασμό της Ανατολικής Μεσογείου. [8]
Τι σημαίνει τελικά η δήλωση Φιντάν;
Η δήλωση του Τούρκου υπουργού ότι το ζήτημα επιλύθηκε δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Ενώ η Άγκυρα εμφανίζεται να μιλά για διευθέτηση, η τουρκική αντι-NAVTEX εξακολουθεί να ισχύει και η επίσημη τουρκική θέση επιμένει στην ανάγκη εξασφάλισης της δικής της συναίνεσης. Επιπλέον, το ρεπορτάζ της αγγλόφωνης «Καθημερινής» στις 7 Νοεμβρίου επισημαίνει ότι οι επαφές Παρισιού–Άγκυρας δεν φαίνεται να έχουν οδηγήσει σε συμφωνία αποδεκτή από την τουρκική πλευρά. Οι λεπτομέρειες των διπλωματικών ανταλλαγών παραμένουν αδιευκρίνιστες. [6]
Υπάρχουν, επομένως, τρεις πιθανές ερμηνείες.
Πρώτον, η Γαλλία προχώρησε σε ενημέρωση της Τουρκίας, χωρίς να ζητήσει άδεια και χωρίς να αναγνωρίσει οποιαδήποτε τουρκική αρμοδιότητα. Σε αυτή την περίπτωση, δεν προκύπτει ελληνική υποχώρηση.
Δεύτερον, υπήρξε κάποια διπλωματική συνεννόηση για την αποφυγή παρεμπόδισης των ερευνών, χωρίς αναγνώριση τουρκικών δικαιωμάτων. Και αυτή η εκδοχή θα μπορούσε να είναι θεμιτή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν δημιουργεί δεσμεύσεις για το μέλλον.
Τρίτον, η γαλλική ή άλλη εμπλεκόμενη πλευρά αποδέχθηκε, έστω και εμμέσως, ότι η πραγματοποίηση των ερευνών προϋποθέτει τουρκική συναίνεση. Εάν αυτό συνέβη, θα επρόκειτο για εξαιρετικά σοβαρή εξέλιξη, καθώς θα ενίσχυε την τουρκική επιδίωξη να μετατρέψει τις μονομερείς διεκδικήσεις της σε πρακτικά αποδεκτό καθεστώς συναπόφασης.
Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν επαρκή δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν καμία από τις τρεις εκδοχές. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει την ελληνική κυβέρνηση από την υποχρέωση να εξηγήσει τι ακριβώς συζητήθηκε και ποιο ήταν το περιεχόμενο της επικοινωνίας της γαλλικής πλευράς με την Άγκυρα.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι γεωπολιτικό
Το Great Sea Interconnector είναι έργο προϋπολογισμού περίπου 1,9 δισ. ευρώ, το οποίο αναπτύσσεται από τον Ανεξάρτητο Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ). Στόχος του είναι η ηλεκτρική διασύνδεση της Ελλάδας με την Κύπρο και, σε επόμενο στάδιο, η επέκταση προς το Ισραήλ. Η σημασία του είναι ενεργειακή, οικονομική και γεωστρατηγική, καθώς περιορίζει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και ενισχύει τη σύνδεσή της με το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα. [7]
Η Τουρκία αντιλαμβάνεται αυτή τη διάσταση. Η ολοκλήρωση του έργου ενισχύει τον άξονα Ελλάδας–Κύπρου και δημιουργεί νέες δυνατότητες συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς να εξαρτάται από τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της Άγκυρας.
Η τουρκική στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας» επιδιώκει την αμφισβήτηση των θαλάσσιων δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου και την επιβολή μιας αντίληψης περιφερειακής συνδιαχείρισης. Η επαναλαμβανόμενη έκδοση αντι-NAVTEX, οι παρεμβάσεις σε ερευνητικές δραστηριότητες και η επίκληση του τουρκολιβυκού μνημονίου εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική.
Η μεγαλύτερη επιτυχία της Άγκυρας θα ήταν να καταστήσει σταδιακά αυτονόητο ότι κάθε έργο ενεργειακής ή άλλης στρατηγικής σημασίας στην περιοχή χρειάζεται προηγουμένως τη δική της έγκριση. Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε προηγούμενο με συνέπειες πολύ ευρύτερες από το συγκεκριμένο καλώδιο.
Η ευθύνη της Αθήνας και η επόμενη δοκιμασία
Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται πλέον στο πεδίο. Η αναχώρηση του Abeille Marengo και η έναρξη των ερευνών θα δείξουν εάν η Τουρκία περιορίζεται σε διπλωματικές διαμαρτυρίες και αντι-NAVTEX ή εάν θα επιχειρήσει να παρεμποδίσει επιχειρησιακά την υλοποίηση του έργου. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «Καθημερινής» στις 7 Νοεμβρίου, το πλοίο αναμενόταν να αναχωρήσει στις 9 Νοεμβρίου, ενώ η εξέλιξη των ερευνών θα αποτελέσει κρίσιμο δείκτη της τουρκικής στάσης. [6]
Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να διασφαλίσει ότι η διαδικασία θα συνεχιστεί βάσει των αδειών που εξέδωσαν οι αρμόδιες ελληνικές και κυπριακές αρχές, χωρίς να δημιουργηθεί οποιαδήποτε εντύπωση ότι η Άγκυρα διαθέτει δικαίωμα έγκρισης ή αρνησικυρίας.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να διατηρεί ανοικτούς τους διπλωματικούς διαύλους και να επιδιώκει την αποφυγή μιας κρίσης. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να συγχέεται με την αναζήτηση άδειας από την Τουρκία. Εάν η ελληνική πλευρά, έστω μέσω της Γαλλίας, προσέφυγε στην Άγκυρα για να εξασφαλίσει την έγκρισή της, τότε θα πρέπει να εξηγηθεί ποια στρατηγική σκοπιμότητα εξυπηρετούσε μια τέτοια επιλογή και με ποιες εγγυήσεις αποτράπηκε η δημιουργία προηγουμένου.
Η διπλωματία οφείλει να υπηρετεί την αποκλιμάκωση, χωρίς να μεταβάλλει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκούνται τα δικαιώματα της χώρας. Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Η ενημέρωση δεν συνιστά αναγνώριση δικαιοδοσίας, η επικοινωνία δεν ισοδυναμεί με συναίνεση και η αποφυγή ενός επεισοδίου δεν πρέπει να οδηγεί σε πρακτικές που μπορούν να αξιοποιηθούν ως αποδοχή των τουρκικών διεκδικήσεων.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι εάν η Τουρκία δήλωσε ότι το πρόβλημα επιλύθηκε. Είναι εάν, μέσα από τη διαδικασία που προηγήθηκε, επιχειρεί να εμφανιστεί ως χώρα που έχει πλέον λόγο στην έγκριση ενός έργου μεταξύ δύο κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και η Αθήνα πρέπει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές.
Η Ανατολική Μεσόγειος δεν χρειάζεται νέους άτυπους μηχανισμούς συναπόφασης, ούτε τετελεσμένα που οικοδομούνται μέσα από τη σταδιακή εξοικείωση με μονομερείς διεκδικήσεις. Χρειάζεται σαφείς κανόνες, σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και κράτη που γνωρίζουν να υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους χωρίς να μετατρέπουν την αποφυγή της έντασης σε παραχώρηση αρμοδιοτήτων.
Γιατί τελικά, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος διατηρεί το δικαίωμα να αποφασίζει.
Και αυτό δεν μπορεί να το καθορίζει η επικοινωνιακή διαχείριση μιας διπλωματικής αντιπαράθεσης, αλλά το διεθνές δίκαιο και οι πραγματικές αρμοδιότητες των κρατών.
Γιατί εάν η υλοποίηση ενός στρατηγικού έργου Ελλάδας και Κύπρου εξαρτάται στην πράξη από την αποδοχή μιας τρίτης χώρας που αμφισβητεί τα δικαιώματά τους, τότε δεν πρόκειται απλώς για μια διπλωματική διευθέτηση. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει συνολικά τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και να δημιουργήσει προηγούμενο για τις μελλοντικές ενεργειακές και γεωπολιτικές πρωτοβουλίες της Ελλάδας και της Κύπρου.
Πηγές
[1] Καθημερινή, 6 Νοεμβρίου 2026, «Εκδόθηκε η NAVTEX για το Abeille Marengo – Ξεκινούν οι έρευνες για το καλώδιο».
[2] Reuters, 6 Νοεμβρίου 2026, Greece advances Cyprus power link, grants permits for surveys and cable works.
[3] Καθημερινή/eKathimerini, 6 Νοεμβρίου 2026, ρεπορτάζ για την ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και την αντι-NAVTEX της Άγκυρας.
[4] Καθημερινή, 6 Νοεμβρίου 2026, «Οι απαιτήσεις της Τουρκίας για το καλώδιο – Επαφές με τη Γαλλία για το Abeille Marengo».
[5] ΕΡΤnews, 7 Νοεμβρίου 2026, δηλώσεις του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου για την ελληνική αδειοδότηση και τις επαφές με την Τουρκία.
[6] eKathimerini, 7 Νοεμβρίου 2026, Cable project faces major test.
[7] Reuters, 6 Νοεμβρίου 2026, Greece advances Cyprus power link, grants permits for surveys and cable works.
[8] TRHaber, 6 Νοεμβρίου 2026, Yunanistan’ın elektrik planı Türkiye’ye takıldı: Fransa Ankara’nın kapısında.
GEOPOLITICO
Ποιος κυβερνά πραγματικά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου; Οι αποκαλύψεις πρώην δικαστή
Σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την εσωτερική ισορροπία εξουσιών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναδεικνύει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, παρουσιάζοντας την κριτική του πρώην δικαστή Boštjan M. Zupančič. Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται ο ρόλος της μόνιμης Γραμματείας του Δικαστηρίου, η οποία, σύμφωνα με τον Zupančič, ασκεί δυσανάλογη επιρροή στην επεξεργασία των προσφυγών και στη διαμόρφωση των αποφάσεων, σε βάρος του ουσιαστικού ελέγχου από τους ίδιους τους δικαστές. Η συζήτηση επεκτείνεται στην ανάγκη ενίσχυσης της αιτιολόγησης των απορριπτικών αποφάσεων και στη θεσμική θωράκιση της ανεξαρτησίας του Δικαστηρίου.
Οι δικαστές έρχονται και παρέρχονται. Η γραμματεία παραμένει.
Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός (ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου)
Σε άρθρο του με τίτλο «Ποιος ελέγχει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου;» (“Who Controls the European Court of Human Rights?”), ο Boštjan M. Zupančič, πρώην δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ασκεί έντονη κριτική στον τρόπο λειτουργίας του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι η μόνιμη Γραμματεία του (Registry) διαθέτει στην πράξη δυσανάλογη εξουσία έναντι των ίδιων των δικαστών.
Ο Boštjan M. Zupančič, αντλώντας στοιχεία από την προσωπική του εμπειρία και το βιβλίο του “On the European Court of Human Rights: An Insider’s Retrospective (1998–2016)”, θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: Ελέγχουν οι δικαστές την προετοιμασία των αποφάσεών τους ή είναι η διοίκηση του Δικαστηρίου εκείνη που καθορίζει τι βλέπουν οι δικαστές;
Κατά τον Zupančič, οι νομικοί της Γραμματείας διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στην επεξεργασία των προσφυγών, καθώς επιλέγουν τα πραγματικά περιστατικά που παρουσιάζονται στους δικαστές, προσδιορίζουν τα νομικά ζητήματα και συντάσσουν σχέδια αποφάσεων. Επομένως, η παράλειψη ενός εγγράφου ή επιχειρήματος μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την έκβαση μιας υπόθεσης, χωρίς ο δικαστής να αντιληφθεί ποτέ την παράλειψη.
Ιδιαίτερη κριτική ασκεί στην απόρριψη προσφυγών χωρίς επαρκή και εξατομικευμένη αιτιολογία. Όπως επισημαίνει, χιλιάδες υποθέσεις απορρίπτονταν χωρίς ουσιαστική νομική αιτιολόγηση κατά τη διάρκεια της θητείας του. Μολονότι το 2017 θεσπίστηκε σύστημα αναλυτικότερης αιτιολόγησης των αποφάσεων μονομελούς δικαστή, θεωρεί ότι εξακολουθούν να υφίστανται προβλήματα διαφάνειας. Υποστηρίζει ότι μια αναιτιολόγητη απόρριψη εμποδίζει τον προσφεύγοντα να διαπιστώσει εάν η απόφαση οφείλεται σε ορθή νομική κρίση, παρανόηση ή αυθαιρεσία.
Ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα αφορά τη θεσμική ανισορροπία μεταξύ δικαστών και μόνιμων υπαλλήλων. Οι δικαστές υπηρετούν μία μη ανανεώσιμη εννεαετή θητεία, ενώ τα στελέχη της Γραμματείας μπορούν να παραμένουν επί δεκαετίες. Σύμφωνα με τον πρώην δικαστή, απαιτούνται δύο έως τρία χρόνια για να κατανοήσει ένας νεοδιορισμένος δικαστής τους πραγματικούς μηχανισμούς λειτουργίας του θεσμού. Αντίθετα, οι μόνιμοι υπάλληλοι διατηρούν τη θεσμική μνήμη, τις εσωτερικές σχέσεις και την επιρροή τους ανεξαρτήτως των αλλαγών στη σύνθεση του Δικαστηρίου.
Ο Zupančič συνδέει το πρόβλημα με τη διοικητική και οικονομική εξάρτηση του ΕΔΔΑ από το Συμβούλιο της Ευρώπης, επισημαίνοντας ότι οι δικαστές δεν ασκούν πλήρη έλεγχο στο προσωπικό της Γραμματείας. Παράλληλα, επικαλείται προσωπική καταγγελία του σχετικά με τη συμπεριφορά της Γραμματείας, η οποία απορρίφθηκε, κατά τον ίδιο, χωρίς επαρκή ενημέρωση για τη διαδικασία διερεύνησής της. Διευκρινίζει, πάντως, ότι αυτό δεν αποδεικνύει την καταγγελλόμενη παραβατική συμπεριφορά.
Καταλήγοντας, ζητεί αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο της προετοιμασίας των υποθέσεων, ουσιαστική αιτιολόγηση των απορριπτικών αποφάσεων και ανεξάρτητες διαδικασίες διερεύνησης διοικητικών παραπτωμάτων.
Το βασικό του συμπέρασμα συνοψίζεται στη φράση: «Οι δικαστές έρχονται και παρέρχονται. Η Γραμματεία παραμένει». Κατά την άποψή του, το Δικαστήριο οφείλει να διοικείται πραγματικά από τους δικαστές του και όχι να περιορίζεται στην τυπική επικύρωση αποφάσεων που έχουν διαμορφωθεί από τον μόνιμο διοικητικό μηχανισμό.
Αναλύσεις
Ποιος εξέθρεψε το τουρκικό θηρίο στην Ανατ. Μεσόγειο;
Γράφει ο Κώστας Μαυρίδης
Για αρκετά χρόνια τεκμηριώνουμε ότι η χρόνια πολιτική της Αθήνας να «υψώνει τα χέρια» απέναντι στις τουρκικές μεθοδεύσεις, έχει εκθρέψει τον τουρκικό επεκτατισμό. Η επικρατούσα αθηναϊκή «φοβία» είναι και αποτέλεσμα της τουρκικής προπαγάνδας η οποία διείσδυσε σε μερίδα της εγχώριας πολιτικής αντίληψης.
Γράφει ο Κώστας Μαυρίδης, Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ (S&D)
Για αρκετά χρόνια τεκμηριώνουμε ότι η χρόνια πολιτική της Αθήνας να «υψώνει τα χέρια» απέναντι στις τουρκικές μεθοδεύσεις, έχει εκθρέψει τον τουρκικό επεκτατισμό. Η επικρατούσα αθηναϊκή «φοβία» είναι και αποτέλεσμα της τουρκικής προπαγάνδας η οποία διείσδυσε σε μερίδα της εγχώριας πολιτικής αντίληψης.
Συγκεκριμένα, το Δίκαιο της Θάλασσας (ΟΗΕ) ισχύει για δεκαετίες κι είναι δεσμευτικό δίκαιο της ΕΕ, αλλά διαδοχικές Κυβερνήσεις στην Αθήνα δεν το άσκησαν, αφήνοντας την Ανατ. Μεσόγειο εκτεθειμένη στον τουρκικό επεκτατισμό. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, η Αθήνα προχώρησε σε ακατανόητα βήματα στήριξης προς την επεκτατική Τουρκία. Όταν το 2019-20 υπήρξε πρωτοφανής καταδίκη του παράνομου «Τουρκολιβυκού Μνημονίου» από ΕΕ, η Αθήνα ανέτρεψε το ευνοϊκό περιβάλλον για κυρώσεις, μεταθέτοντας τις τουρκικές παρανομίες στο «διμερή διάλογο» Ελλάδας-Τουρκίας, προώθησε τον συμπρωταγωνιστή του τουρκικού επεκτατισμού ως επικεφαλής διεθνούς οργανισμού και ξέπλυνε την Τουρκία μέσω της «Συνθήκης Φιλίας» και τα περιβόητα «ήρεμα νερά» με υποχώρηση στην Κάσο κι αλλού. Η Τουρκία ανταπόδωσε με θεσμική εισβολή στο Αιγαίο και Αν. Μεσόγειο με το «Τουρκολιβυκό Μνημόνιο», με «τουρκική οδηγία NAFTEX διαρκείας» στο Αιγαίο, με την «Γαλάζια Φαντασίωση» που αποτελεί μέρος και των τουρκικών σχολικών βιβλίων και διάφορα άλλα μαζί με την συνεχιζόμενη κατοχή εδάφους της ΕΕ στην Κύπρο. Για όσους ακόμη αναλώνονται σε εγχώριες ψευδαισθήσεις, προτάσσουμε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς ένα πολεμικό αεροσκάφος ή φρεγάτα, οριοθέτησε ΑΟΖ με τρίτες χώρες, όπως πρότεινε και στην Αθήνα από το 2003 κι ακόμη … εκκρεμεί. Πάντως, η σημερινή συγκυρία είναι πρωτόγνωρα ευνοϊκή για υλοποίηση του Ευρωπαϊκού Έργου πόντισης καλωδίου σύνδεσης Κύπρου-Ελλάδας, το οποίο σβήνει στην πράξη την νεο-οθωμανική «Γαλάζια Φαντασίωση», ενώ τυχόν «γραπτή ενημέρωση» προς την Τουρκία θα αποτελεί την κερκόπορτα για τουρκική συγκυριαρχία στο Αιγαίο και πέραν!
Η πρόσφατη Έκθεση της Ευρ. Επιτροπής για την Τουρκία είναι άλλο ένα παράδειγμα εγχώριων ψευδαισθήσεων. Η Έκθεση περιλαμβάνει σοβαρές αρνητικές διαπιστώσεις για την κατάσταση εντός Τουρκίας καθώς και τον αυξανόμενο παραβατικό της ρόλο στην Ανατ. Μεσόγειο, με δεδομένες άλλες παρανομίες δεκαετιών στην Κύπρο κι αλλού. Η Έκθεση αναδείχθηκε εγχώρια με ηχηρούς τίτλους όπως «χαστούκι της ΕΕ στην Τουρκία» κι «ισχυρά μηνύματα προς Τουρκία». Αυτά θα είχαν ουσιαστικό νόημα αν η Τουρκία επιθυμούσε να προσαρμοστεί στους ενταξιακούς κανόνες της ΕΕ, που όχι μόνο απορρίπτει, αλλά απαιτεί από την ΕΕ να «προσαρμοστεί»!. Δεδομένου ότι οι ενταξιακές της Τουρκίας είναι παγωμένες από το 2018 για λόγους που χειροτέρεψαν, το πλέον σημαντικό είναι ότι η Έκθεση:
α) ΔΕΝ προτείνει τερματισμό των ενταξιακών κι έτσι το τουρκικό καθεστώς απολαμβάνει σημαντικά προνόμια με περαιτέρω προοπτική σε στρατηγικούς τομείς (εμπόριο, ενέργεια και άμυνα)
β) ΔΕΝ προτείνει κυρώσεις ή λήψη μέτρων για παραβίαση νομικών υποχρεώσεων της Τουρκίας προς την ΕΕ που απορρέουν από την Τελωνειακή Ένωση κι αφορούν την Κυπριακή Δημοκρατία.
Η σχέση μας με την Τουρκία βασίζεται στην βούληση της ηγεσίας με πρωταγωνιστή την Αθήνα για ορθολογική στρατηγική απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό, που χρόνια τεκμηριώνουμε αλλά ως τώρα δεν υπήρξε και στην αποτρεπτική ισχύ των ενόπλων δυνάμεων που όντως υπάρχει και μας διασώζει από χειρότερα.
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
GEOPOLITICO3 μήνες πρινΙνδός στρατηγός προειδοποιεί τον Ερντογάν: «Θα κάνουμε κομμάτια κάθε τουρκική αρμάδα που θα σπεύσει να βοηθήσει το Πακιστάν»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΣύμβαση ΟΗΕ της Βαρκελώνης: “Άγκυρα, έχεις υπογράψει”! “Αθήνα για ποιον λόγο σιωπάς”;
-
Πολιτική3 μήνες πρινΣΟΚ στη Λέσβο! Τούρκοι τουρίστες έβαλαν στο νησί αυτοκίνητο με εικόνα του σφαγέα Κεμάλ στο παρμπρίζ