GEOPOLITICO
Η Άλωση της Τριπολιτσάς και το νέο-οθωμανικό αφήγημα! Μια στατιστική προσέγγιση των απωλειών της πολιορκίας
του Χρόνη Βάρσου, Varsos1821.gr
Φιλολόγου – Ιστορικού ερευνητή
Μ.Α Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας
Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου
Συμπληρώνονται 205 χρόνια φέτος από την Άλωση της Τριπολιτσάς στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, την μεγάλη νίκη και το αποφασιστικό χτύπημα των Ελλήνων υπό την ηγεσία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην καρδιά της οθωμανικής ισχύος στον Μοριά.
Στην 204η επέτειο πέρυσι γίναμε μάρτυρες για άλλη μια χρονιά των
ψυχωτικών – έως τα όρια του γελοίου – τουρκικών αντιδράσεων που κορυφώθηκαν με
την πορεία «διαμαρτυρίας» στο ελληνικό προξενείο Αδριανουπόλεως από λιγοστούς
«εκπροσώπους» της οργάνωσης με το ευφάνταστο όνομα «Τούρκοι των Βαλκανίων». Οι συγκεντρωθέντες διαμαρτύρονταν για τη «γενοκτονία» που διεπράχθη πριν από
204 χρόνια στην Τρίπολη από τους Έλληνες επαναστάτες και τον Κολοκοτρώνη με θύματα – 40.000 κατ’ αυτούς – «αθώους αμάχους μουσουλμάνους»!
![]() |
| «Battle of Peterwardein» |
(Πίνακας του Βαυαρού ζωγράφου Georg Philipp Rugendas (1666-1742)
Τέσσερα χρόνια πριν, ο διαρκώς «τρικυμία εν κρανίω» πρόεδρος Ερντογάν
ανέβασε στο X/twitter, με αφορμή την επέτειο της πτώσης της Τρίπολης, μήνυμα
υπενθύμισης των «αγριοτήτων» κατά των «αθώων» μουσουλμάνων του Μοριά,
καταγγέλλοντας τον ελληνικό «εθνικισμό» και την έλλειψη «ανθρωπισμού» από την
πλευρά των επαναστατών. Υπέπεσε όμως, από άγνοια ή κεκτημένη ταχύτητα, σ’ ένα
εξόφθαλμο ιστορικό λάθος. Στον πίνακα που ανήρτησε – έργο του Βαυαρού ζωγράφου
G. P. Rugendas – απεικονιζόταν, όχι η Τρίπολη, αλλά η συντριπτική οθωμανική
ήττα στο Petrovaradin της σερβικής Βοϊβοντίνας (60 χλμ βορειοδυτικά του
Βελιγραδίου δίπλα στο Νόβισαντ) στις 5 Αυγούστου 1716 από τον αυστριακό στρατό
του πρίγκηπα Ευγένιου της Σαβοΐας, 105 χρόνια πριν την πτώση της Τριπολιτσάς! Η
μάχη, στην οποία σκοτώθηκε και ο Οθωμανός Μεγάλος Βεζύρης Silahdar Damat Ali
Pasha (1667-1716), έκρινε εν πολλοίς τον αυστροτουρκικό πόλεμο του 1716-1718
που έληξε με τη συνθήκη του Πασσάροβιτς (Ποζάρεβατς).
δεν είναι φυσικά άμαχοι, αλλά Οθωμανοί ιππείς καταδιωκόμενοι από τους
Αυστριακούς! Λίγη ασφαλώς σημασία έχει αυτό για το μορφωτικό επίπεδο του κοινού
στο οποίο απευθύνεται το ισλαμοφασιστικό καθεστώς της Άγκυρας με τα νεο-οθωμανικά
οράματα και τα «σύνορα της καρδιάς» που φτάνουν μέχρι τον Δούναβη, τα νερά του
οποίου φαίνονται μάλιστα στον εν λόγω πίνακα! Κατά πόσον όμως οι νέο-οθωμανικές
προσεγγίσεις για τα γεγονότα στην Τρίπολη εδράζονται σε πραγματικά αριθμητικά
στοιχεία και δεν αποτελούν άλλη μια έκδοση της συνήθους τουρκικής προπαγάνδας
που οργιάζει κάθε Σεπτέμβριο ενώ υιοθετείται αυθαίρετα και αβίαστα από
εγχώριους «αντι-εθνικιστικούς» επιστημονικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους;
αντικειμενικά τη μεγαλύτερη μέχρι τότε επιτυχία της Επανάστασης και του
Θεοδώρου Κολοκοτρώνη προσωπικά, που πρώτος συνέλαβε το ευφυές σχέδιο να
πολιορκήσει την έδρα της σουλτανικής διοίκησης στον Μοριά, απόντος του Χουρσίτ
πασά στα Γιάννενα, και να επιφέρει εκεί το αποφασιστικό πλήγμα στην οθωμανική
ισχύ.
Στην Τρίπολη λίγο πριν την έναρξη της πολιορκίας, πέραν των 7-9.000[1] υπαρχόντων μουσουλμάνων κατοίκων της,
είχαν συγκεντρωθεί από τα τέλη Μαρτίου και επιπλέον 8-10.000[2] μουσουλμάνοι άμαχοι από άλλες περιοχές
της Πελοποννήσου (Μυστράς, Βαρδουνοχώρια, Καρύταινα, Φανάρι Ολυμπίας[3], Λεοντάρι) βρίσκοντας εκεί ασφαλές
καταφύγιο. Δεδομένου ότι οι περίπου 7.000[4]
Έλληνες κάτοικοί της σταδιακά αποχώρησαν από την πολιορκημένη πόλη, κοινά
αποδεκτό θεωρείται πως – συμπεριλαμβανομένων και των 300-1.000[5] Εβραίων κατοίκων της – ο άμαχος
πληθυσμός της Τρίπολης στις παραμονές της άλωσης πρέπει να ανερχόταν σε περίπου
16.000[6] ενώ άλλες πηγές τον
υπολογίζουν σε περίπου 20.000[7].
Η φρουρά της πόλης κυμαινόταν μεταξύ 8-9.000[8], 14.000[9], 12-14.000[10] ή 10.000[11]. Σ’ αυτές τις 14.000 ενόπλους (ή ακόμη
και 16.000)[12] συμπεριλαμβάνονταν η
αρχική φρουρά της πόλης από 1.500 άνδρες[13],
και οι 1.000 Αλβανοί που άφησε ο Χουρσίτ τον Ιανουάριο του 1821 φεύγοντας για
τα Γιάννενα για την εκστρατεία εναντίον του Αλή πασά[14]. Μεταξύ Ιανουαρίου – Μαρτίου εστάλησαν
επιπλέον 2.300 στρατιώτες. Από αυτούς 1.500 έστειλε ο Ρούμελη βαλεσή Χουσεϊν
Γκαβανόζ Ογλού από τα Τρίκαλα, ενώ πριν τις 19/31 Μαρτίου, όπως γνωρίζουμε από
την επιστολή του καϊμακάμη της Τρίπολης Μεχμέτ Σαλήχ στον Χουρσίτ, ο τελευταίος
έστειλε από τη Λάρισα άλλους 500 υπό τους Μπεκήρ αγά και Μεχμέτ μπέη. Σ’ αυτούς
προστέθηκαν και επιπλέον 300 υπό τους Μουσταφά αγά, Χουσεΐν αγά και
Χασάν εφέντη οι οποίοι αποτελούσαν τη φρουρά της Αρκαδιάς (Κυπαρισσία) υπό τον Μουραμπίτ
(Μουράτ μπέη) που είχε ακολουθήσει τον Χουρσίτ μέχρι τη Θεσσαλία στην
εκστρατεία του στα Γιάννενα τον Ιανουάριο του 1821[15].
Περισσότεροι από 3.000[16]
(ίσως και 5.000) ένοπλοι μουσουλμάνοι από τις γύρω περιοχές και μάλιστα
εξαιρετικής ποιότητας πολεμιστές, όπως οι Φαναρίτες και οι Βαρδουνιώτες,
ενίσχυσαν τέλη Μαρτίου την υπό πολιορκία πόλη. Αρχικά 1.500 (ή 2.000 σύμφωνα με
άλλες πηγές)[17] Μυστριώτες υπό τον
Βακκή εφέντη και Βαρδουνιώτες υπό τον Ρουμπή εισήλθαν στην Τρίπολη μεταξύ 26-27
Μαρτίου (άλλες αναφορές κάνουν λόγο για περίπου 2.500)[18]. Μέχρι τις 31 προστέθηκαν και
1.500-1.700 Φαναρίτες[19] και 300
Καρυτινοί μετά τις πενθήμερες μάχες (27-31 Μαρτίου) στην περιοχή της Καρύταινας
ενώ ήδη από τις 26 Μαρτίου είχαν μπει στην Τρίπολη και περίπου 400 Λεονταρίτες μουσουλμάνοι
πολεμιστές[20]. Στην πόλη υπήρχαν
επιπλέον και 900 φρουροί αγάδων και πλούσιων μουσουλμάνων ιδιωτών και
αξιωματούχων[21].
Τελευταίος ξεκίνησε για την Τρίπολη, σταλμένος από το στρατόπεδο του
Χουρσίτ στα Γιάννενα, ο κεχαγιάμπεης του Κιοσέ Μεχμέτ, Μουσταφάς με 3.500
Αλβανούς (εξ ων 1.500 ιππείς) συνοδευόμενος από εξαιρετικούς πολέμαρχους, όπως
ο αδελφός του Αλήμπεης, ο Καλιόμπεης, αδελφός του Ισμαήλ Πλιάσσα και αρχηγός
του ιππικού, ο Αχμέτ Ντέμ, ο Ελμάζ μπέης και ο Βελήμπεης. Ακολουθώντας το
δρομολόγιο Γιάννενα – Αντίρριο, έφτασε στην Πάτρα στις 6 Απριλίου. Αφού
πυρπόλησε το Αίγιο (Βοστίτσα) στις 15, διέλυσε την πολιορκία στον Ακροκόρινθο
στις 23 και στη συνέχεια πυρπόλησε και το Άργος. Έχοντας εξουδετερώσει στην
πορεία του όλα τα ελληνικά στρατόπεδα και προβαίνοντας σε άγριες σφαγές και
λεηλασίες εισήλθε στο Ναύπλιο στις 25 Απριλίου. Αφού άφησε για ενίσχυση στη
φρουρά του Ναυπλίου 300 άνδρες, μπήκε με 3.200 Αλβανούς στην Τρίπολη στις 6
Μαΐου. Συμπερασματικά ένας πληθυσμός περίπου 34.000 (σύμφωνα με τον Raybaud) ή 40.000 (σύμφωνα με
τον Φωτάκο) συνωστιζόταν εντός της πολιορκημένης Τρίπολης τον Μάιο του 1821 αποτελούμενος
από ντόπιους μουσουλμάνους και πρόσφυγες, Έλληνες και Εβραίους αμάχους μαζί με
τη φρουρά της πόλης[22].
Από το σύνολο των περίπου 14.000 ενόπλων στην αρχική φάση της
πολιορκίας, όλο το διάστημα από αρχές Απριλίου μέχρι την άλωση, σε μάχες
περιμετρικά της πόλεως με τα ελληνικά σώματα (Πιάνα, Αλωνίσταινα, Βλαχοκερασιά,
Λεβίδι, Βαλτέτσι, Δολιανά, Βέρβαινα, Γράνα), αλλά και μικροσυγκρούσεις (Δαβιά,
Κάρτσοβα, Άγιος Βλάσης, Μερκοβούνι, Θάνας, Λιθοβούνι) χάθηκαν τουλάχιστον 3.500
Τούρκοι ένοπλοι (ανάμεσά τους και οι πολέμαρχοι Καλιόμπεης, Αχμέτ Ντεμ, και
Αλήμπεης) συμπεριλαμβανομένων και όσων πέθαναν από τραύματα και αρρώστιες
(ενδεικτικά ο Γενναίος Κολοκοτρώνης αναφέρει μετά τη μάχη του Βαλτετσίου μέχρι
και πριν την άλωση της πόλης 1.500 νεκρούς Τούρκους σε συγκρούσεις)[23]. Έτσι, λίγο πριν την πτώση του μεγάλου
κάστρου, είχαν απομείνει περίπου 10.500 σε μάχιμη κατάσταση. Από αυτούς και
σύμφωνα με το σύνολο των πηγών μόλις 38-40 διέφυγαν στο Ναύπλιο[24]. Περίπου 1.500-1.800[25] ή 2.000-2.500[26] Αλβανοί υπό τον Ελμάζ μπέη ύστερα από
επαφές με τον Κολοκοτρώνη (ήδη από τις 13 Σεπτεμβρίου και συμφωνία στις 18),
φυγαδεύτηκαν μέσω Καλαβρύτων – Αιγίου στην Ήπειρο συνοδευόμενοι από 300-500
Έλληνες ενόπλους υπό τον Δημήτριο Πλαπούτα. Άλλοι 300 Αλβανοί χάθηκαν μέσα στο πυρπολημένο
Σεράι αρνούμενοι να παραδοθούν και ίσως άλλοι 200 εξοντώθηκαν από Υδραίους ως
αντίποινα για τους αιχμάλωτους συμπατριώτες τους ναύτες που εκτελέστηκαν στην
Κωνσταντινούπολη και τα Σύβοτα τον Απρίλιο[27].
Οι τελευταίοι 1.300-1.500 Τούρκοι αιχμαλωτίστηκαν μετά την παράδοσή τους στη
Μεγάλη Τάπια στις 26 Σεπτεμβρίου[28] εκ
των οποίων εκτελέστηκαν στα Λαγκάδια περίπου οι 350 (Κ. Δηληγιάννης). Συνεπώς
περισσότεροι από 7.000 (ίσως 8.000) Οθωμανοί ένοπλοι σκοτώθηκαν στην τριήμερη
μάχη εντός της πόλεως, δηλαδή το σύνολο της εναπομείνασας φρουράς της Τρίπολης
– πλην των αιχμαλώτων της φρουράς και των αποχωρησάντων Αλβανών – που ουδόλως
προφανώς δεν είναι «αθώοι άμαχοι μουσουλμάνοι» σύμφωνα με το τουρκικό αφήγημα[29]. Οι οδομαχίες εξάλλου εντός της
αλωθείσης πόλεως προφανώς και ήταν εξαιρετικά σκληρές, γεγονός που
καταδεικνύουν και οι ποικίλες αναφορές σε εκατοντάδες απώλειες Ελλήνων
πολεμιστών, με τις πιο μετριοπαθείς να αναφέρουν 100-200[30] και άλλες 300-400 νεκρούς[31].
Τα θύματα από την πλευρά των αμάχων (συμπεριλαμβανομένου του συνόλου
σχεδόν των Εβραίων της πόλης) υπολογίζονται από περίπου 8-10.000 έως και 12.000.
Εξ αυτών 4.000 χάθηκαν πριν την τελική έφοδο από ασθένειες, από διασταυρούμενα
πυρά σε απόπειρες εξόδου αλλά κι εκτελέσεις (περίπου 2.000) κατά την αιχμαλωσία
τους από ελληνικά σώματα ιδίως το διήμερο 20-21 Σεπτεμβρίου[32] και οι υπόλοιποι στη σφαγή που
ακολούθησε το 3μερο 23-25 Σεπτεμβρίου[33].
Περίπου 6-8.000 άμαχοι αιχμαλωτίστηκαν (εκ των οποίων οι 1.000
εκτελέστηκαν σύμφωνα με τον Κ. Δηληγιάννη)[34].
Μεταξύ των αιχμαλώτων περιλαμβάνονταν επιφανείς Οθωμανοί αξιωματούχοι όπως ο
κεχαγιάμπεης Μουσταφά, ο καϊμακάμης Μεχμέτ Σαλήχ και η σύζυγός του, το χαρέμι
του Χουρσίτ αποτελούμενο από 72 Κιρκάσιες και η σύζυγός του Εσμά Χανούμ, ο
Αχμέτ μπέης της Κορώνης, ο Κιαμήλμπεης της Κορίνθου, ο Σεϊχ Νετζίμπ εφέντης. Ο καϊμακάμης
Μεχμέτ Σαλίχ και ο κεχαγιάμπεης Μουσταφά, ύστερα από διαπραγματεύσεις, ανταλλάχθηκαν
στην Κόρινθο τέλη Απριλίου 1822 με 300 Έλληνες[35]
ενώ το χαρέμι του Χουρσίτ ανταλλάχθηκε[36]
με την αιχμάλωτη οικογένεια (σύζυγος και δύο τέκνα) του Μάρκου Μπότσαρη και τον
αδελφό του Κώστα στις 16 Απριλίου 1822 επίσης στην Κόρινθο. Ανταλλαγές επίσημων
Οθωμανών αιχμαλώτων συνέχισαν να γίνονται και πολύ αργότερα, όπως συνέβη με τους
γιούς του επιφανούς μουσουλμάνου της Τρίπολης Σεϊχ Νετζίμπ Εφέντη, συγκεκριμένα
τον Σαμή Εφέντη στις 6 Νοεμβρίου 1823[37]
και τους Βακκή και Μαχμούτ Εφέντη στις 27 Σεπτεμβρίου 1825 με τους αδελφούς
Ζαφειρόπουλους (Παναγιώτη και Κωνσταντίνο) που είχαν αιχμαλωτιστεί στο Κρεμμύδι
στις 7 Απριλίου 1825[38]. Από τον
Νικηταρά αιχμαλωτίστηκε στις 26 Σεπτεμβρίου στο σεράι κι ο Σέρβος Kriste
Dagovic, ο μετέπειτα γνωστός ως Χατζηχρήστος, που προσχώρησε στην Επανάσταση
και προσέφερε στη συνέχεια μέγιστες υπηρεσίες σ’ αυτήν[39].
Η αναφορά του Κολοκοτρώνη σε 32.000 νεκρούς το 3μερο μεταξύ Παρασκευής
– Κυριακής (23 – 25 Σεπτεμβρίου)[40]
όπως και οι αντίστοιχες τουρκικές σε 40.000 θύματα κρίνονται μάλλον
υπερβολικές. Ένας τέτοιος υπολογισμός, δεδομένου ότι ο πληθυσμός της πόλης στις
αρχές Μαΐου (όταν εισήλθε και το σώμα του Μουσταφάμπεη στην πόλη) κυμαινόταν
μεταξύ 30.000 ή 34.000 (ένοπλοι και άμαχοι), προϋποθέτει μηδενικές απώλειες
κατά τη διάρκεια της εξάμηνης πολιορκίας! Όσο για τις νέο-οθωμανικές
προπαγανδιστικές προσεγγίσεις, αυτές στερούνται κάθε λογικής αφού ο
προβαλλόμενος αριθμός νεκρών ξεπερνά τον πληθυσμό της πόλης στην αρχή της
πολιορκίας!
Οι Αμερικανικές ανταποκρίσεις της εποχής αναφέρουν 20.000 θύματα
(ένοπλοι και άμαχοι για όλο το διάστημα της πολιορκίας) που φαίνεται να είναι
πιο κοντά στην πραγματικότητα των περίπου 10-11.000 ενόπλων και των 9-10.000
αμάχων νεκρών της εξάμηνης πολιορκίας. Κατά τον J. M. Wagstaff τα θύματα
κυμαίνονταν μεταξύ 10.000 και 15.000. Κατά την «Σύγχρονο Εγκυκλοπαίδεια
Ελευθερουδάκη» οι νεκροί ανέρχονταν σε περίπου 12.000. Σύμφωνα με
τον Thomas Gamaliel Bradford, συνεκδότη της Encyclopedia Americana, τα
θύματα ήταν 8.000 ενώ κατά τον Τhomas Curtis περίπου 6.000[41].
Στα μέσα Σεπτεμβρίου, οι μεγάλες ελληνικές νίκες στη Γράνα Τριπόλεως (10
Αυγούστου) και τα Βασιλικά Λοκρίδας (26 Αυγούστου) καθώς και η αδράνεια του
σουλτανικού στόλου στον Κορινθιακό κόλπο, καθόρισαν τη μοίρα της Τριπολιτσάς. Καθώς
ήταν φανερό ότι η οθωμανική άμυνα κατέρρεε και η πόλη επρόκειτο να καταληφθεί,
προηγήθηκαν προσπάθειες υπογραφής συμφωνίας παράδοσης (κατά το προηγούμενο της
Μονεμβασιάς και του Νεόκαστρου) που όμως απέτυχαν. Η ασφαλής έξοδος μέρους της
αλβανικής φρουράς με πρωτοβουλία του Κολοκοτρώνη – με κίνδυνο ακόμη και της
ζωής του – και η σωτηρία αλλά και ανθρώπινη μεταχείριση, τουλάχιστον των
επίσημων Οθωμανών αξιωματούχων και των χαρεμιών προφανώς με στόχο την
ανταλλαγή, αποτέλεσαν εκδηλώσεις ανθρωπιάς, νηφαλιότητας και ψύχραιμης θεώρησης
των πραγμάτων εκ μέρους της ελληνικής ηγεσίας[42].
Σαφέστατα το μέγεθος των σφαγών ήταν μεγάλο κι αμαύρωσε την εικόνα της
Επανάστασης στο εξωτερικό. Σίγουρο όμως είναι ότι οι εκτεταμένες βιαιότητες –
τις οποίες οι Έλληνες αρχηγοί ήταν ρεαλιστικά αδύνατον να εμποδίσουν μέσα στο χάος
των τριήμερων οδομαχιών που ακολούθησαν μετά την ορμητική είσοδο περισσότερων
από 10.000 επαναστατών στην πόλη – δεν έγιναν βάσει οργανωμένου σχεδίου. Για να
γίνει όμως αντιληπτό το μένος των επαναστατών και η ανεξέλεγκτη βία που
εκδηλώθηκε το τριήμερο εκείνο πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν κι άλλοι παράγοντες.
Πέρα από το πνεύμα εκδίκησης για τα 360 χρόνια σκληρής σκλαβιάς και αφόρητης
καταπίεσης (σύμφωνα με τον Τρικούπη «εφαίνοντο δε οι Έλληνες ως θέλοντες να
εκδικηθώσιν εν μια ημέρα αδικήματα τεσσάρων αιώνων»)[43], οι πρόσφατες μνήμες της τεράστιας
καταστροφής που υπέστη η Πελοπόννησος στα Ορλωφικά, όταν μεταξύ 1770-1779
χάθηκε σχεδόν το 1/3 του ντόπιου ελληνικού πληθυσμού, αλλά και στενά προσωπικά
κίνητρα αντεκδίκησης μπορούν να ερμηνεύσουν σε ένα βαθμό την ανεξέλεγκτη βία
που ξέσπασε επί των Οθωμανών εκείνο το τριήμερο στην Τρίπολη.
![]() |
| Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’
(Πίνακας του Peter von Hess) |
Βασικό όμως ρόλο έπαιξαν και όσα προηγήθηκαν τους προηγούμενους επτά μήνες από την ημέρα έναρξης της Επανάστασης στις 22 Φεβρουαρίου 1821 στη
Μολδοβλαχία από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Στο διάστημα αυτό (και πριν τις μέρες
της άλωσης της Τριπολιτσάς) περίπου 56.000 Έλληνες άμαχοι, επώνυμοι και
ανώνυμοι, εξοντώθηκαν και περίπου 14.000 αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν ως
σκλάβοι, αθώα θύματα εκδηλώσεων ασύλληπτης και οργανωμένης κρατικής βίας, αλλά
και του μουσουλμανικού όχλου των μεγάλων πόλεων της αυτοκρατορίας. Κυδωνίες,
Κωνσταντινούπολη, Κρήτη, Θεσσαλονίκη, Ρόδος, Σμύρνη, Λιβαδειά, Γαλάτσι,
Βουκουρέστι, Σαμοθράκη, Θάσος, Κύπρος, Χαλκιδική, Κόρινθος, Άργος, Κως, Έφεσος,
αποτέλεσαν τόπους μαρτυρίου και θυσίας με αποκορύφωμα τον απαγχονισμό του
Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ την Κυριακή του Πάσχα 10 Απριλίου. Παράλληλα στα πεδία των μαχών από τον
Προύθο μέχρι την Κρήτη σχεδόν 9.000 Έλληνες μαχητές είχαν ήδη δώσει τη ζωή τους
σε μεγάλες και μικρές συγκρούσεις με τον εχθρό.
Αλλά κι ο οθωμανικός φόρος αίματος μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου ήταν
βαρύς: περίπου 32.000 ενόπλους είχε απωλέσει ο στρατός και το ναυτικό του
σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ μέχρι τότε, ενώ σχεδόν 11.000 άμαχοι μουσουλμάνοι
σφαγιάστηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή πέθαναν από τις αρρώστιες και την πείνα κατά τη
διάρκεια πολιορκίας στο Βραχώρι (Αγρίνιο), τη Μονεμβασιά, το Νεόκαστρο, το
Πήλιο, την Κρήτη, τα Λαγκάδια, την Καρύταινα, τη Μολδοβλαχία και τα Καλάβρυτα.
Συγκρίνοντας τα αντίστοιχα μεγέθη στην Αμερικανική Επανάσταση
παρατηρούμε ότι τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα (Αμερικανοί και Γάλλοι από τη
μία πλευρά και Βρετανοί, άποικοι υπέρ του στέμματος, Γερμανοί μισθοφόροι και
Ινδιάνοι από την άλλη) απώλεσαν από πολεμικές συγκρούσεις και ασθένειες 8 ετών
(Απρ. 1775 – Δεκ. 1782) περίπου 105.000 άνδρες, λιγότερες δηλαδή απώλειες από
όσες κατέγραψαν αθροιστικά Έλληνες και Τούρκοι μέσα στο πρώτο μόλις επτάμηνο[44]. Ο πόλεμος είχε αρχίσει να παίρνει
πολύ άγριες διαστάσεις και έπαψε προ πολλού να θυμίζει μια στενά τοπική
εξέγερση που έπρεπε απλά να καταπνιγεί καθώς ήταν πλέον αγώνας για την Εθνική
Παλιγγενεσία των Ελλήνων. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει λοιπόν να ιδωθούν τα
γεγονότα της Τρίπολης και να ερμηνευθούν μέσα στο τότε χρονικό πλαίσιο, υπό τις
συγκεκριμένες ιδιαίτερες συνθήκες, τα πολεμικά ήθη της εποχής αλλά και τα
βάρβαρα ένστικτα μίσους και τις τάσεις τυφλής εκδίκησης κι ανεξέλεγκτης βίας
που απελευθέρωσαν τέσσερεις αιώνες κτηνώδους οθωμανικής σκλαβιάς.
![]() |
| Ο Π. Κεφάλας (1785-1825) υψώνει την ελληνική σημαία στην Τρίπολη
(Πίνακας του Γερμανού ζωγράφου Peter von Hess (1792-1871) |
καθεστώτος που εξόντωσε σχεδόν 3.000.000 Χριστιανούς της Ανατολής (Έλληνες,
Αρμενίους και Ασσυρίους) στη Μ. Ασία, τον Πόντο και την Αν. Θράκη μέσα σε μόλις
8 χρόνια (1914-1922) καλό θα ήταν να σιωπήσει όσο δεν αποδέχεται το φρικαλέο
δολοφονικό παρελθόν του. Και μια σύσταση στον Τούρκο πρόεδρο Ρ. Τ. Ερντογάν: Στην επομένη επέτειο στις 23 Σεπτεμβρίου θα μπορούσε να
αναρτήσει στο tweet τον πίνακα με τον Αρκάδα οπλαρχηγό Παναγιώτη Κεφάλα να
εισέρχεται στην Τρίπολη και να υψώνει την ελληνική σημαία. Θα είναι η τέλεια
επιλογή. Ίσως συνειδητοποιήσει έτσι καλύτερα τη συντριπτική ήττα την οποία
υπέστη η Οθωμανική αυτοκρατορία πριν 205 χρόνια από τους Έλληνες επαναστάτες
και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και αναθεωρήσει τα υπερφίαλα σχέδιά του ενάντια
στον Ελληνισμό.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού,
τόμος Ε, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1980.
Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Τούρκοι και Έλληνες αιχμάλωτοι
κατά την ελληνική Επανάσταση (1821-1829), εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη,
Θεσσαλονίκη 2016.
Δεληγιάννης Περικλής, «Η άλωση της Τριπολιτσάς. Ο θεμέλιος
λίθος της ελληνικής ανεξαρτησίας», Στρατιωτική Ιστορία – Μεγάλες
Μάχες, εκδόσεις Περισκόπιο, τεύχος 43, Αθήνα 2010, σ. 1-90.
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα
1975.
Κόκκινος Διονύσιος Α., Η Ελληνική Επανάστασις, τόμοι
Α΄- Β΄, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 61974.
Κολοβός Ηλίας – Ιλιτζάκ Σουκρού – Σχαριάτ-Παναχί Μοχάμαντ, Η
οργή του σουλτάνου. Αυτόγραφα διατάγματα του Μαχμούτ Β΄ το 1821, εκδόσεις
ΕΑΠ, Αθήνα 2021.
Κολοκοτρώνης Θεόδωρος Κ., Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής
φυλής από τα 1770 έως τα 1836, τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1846.
Κολοκοτρώνης Ιωάννης Θ., Ελληνικά υπομνήματα ήτοι
επιστολαί και διάφορα έγγραφα αφορώντα την ελληνικήν Επανάστασιν από 1821 μέχρι
1827, τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1856.
Κουτσονίκας Λάμπρος, Γενική Ιστορία της ελληνικής
Επαναστάσεως, τόμος Β΄, τυπογραφείο Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα 1864.
Μαχαίρας Τιμολέων, «Η πολιορκία και η άλωση της Τριπολιτσάς»,
Στρατιωτική Επιθεώρηση, τεύχος Μαρτίου – Απριλίου 2005, σ. 98-123.
Σπηλιάδης Νικόλαος, Απομνημονεύματα, τόμος Α΄,
τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1851.
Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως,
τόμοι Α΄- Β΄, Λονδίνο 1860-1861.
Φιλήμων Ιωάννης, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής
Επαναστάσεως, τόμοι Α΄- Δ΄, Αθήνα 1859-1861.
Φραντζής Αμβρόσιος, Επιτομή της ιστορίας της
αναγεννηθείσης Ελλάδος, τόμοι Α΄- Δ΄, Αθήνα 1839-1841.
Χρυσανθόπουλος Φώτιος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα περί της
ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858.
Finlay George
LL.D., History of the Greek Revolution, Vol. I, W. Blackwood & Sons,
Edinburgh & London 1861.
Gervinus Georg Gottfried, Ιστορία της Επαναστάσεως και
Αναγεννήσεως της Ελλάδος, μτφρ. Ιωάννου Η. Περβανόγλου, τόμος A΄,
τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1864.
Gordon Thomas
F.R.S., History of the Greek Revolution, Vol. I, W. Blackwood &
Sons, Edinburgh & London 1832.
Hertzberg Gustav – Friedrich, Ιστορία της Ελληνικής
Επαναστάσεως, μτφρ. Παύλου Καρολίδη, τόμος Α΄, εκδόσεις Γ. Δ. Φέξη, Αθήνα
1916.
Mendelssohn –
Bartholdy Karl, Ιστορία
της Ελληνικής Επαναστάσεως, μτφρ. Ηλία Ι. Οικονομόπουλου, τόμος Α΄, εκδόσεις
Α. Δ. Φέξη, Αθήνα, 1894.
Pouqueville Francois C.H.L, Ιστορία της Ελληνικής
Επαναστάσεως ήτοι η αναγέννησις της Ελλάδος, μτφρ. Ιωάννου Ζαφειρόπουλου,
τόμος Γ΄, τυπογραφείο Α. Ν. Τρίμη, Αθήνα 1890.
[1] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής
Επαναστάσεως, τόμος Α΄, Λονδίνο 1860-1861, σ. 354 και Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή
της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τόμος Δ΄, Αθήνα 1839-1841, σ. 7
και Thomas F.R.S. Gordon, History of the Greek Revolution, Vol. I, W.
Blackwood & Sons, Edinburgh & London 1832, σ. 234.
[2] Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου
Ελληνισμού, τόμος Ε΄, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 653.
[3] Έφη Αλλαμανή, «Έναρξη της Επαναστάσεως στην Ελλάδα.
Εξάπλωση και τοπική επικράτησή της», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,
τόμος ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σ. 94. Αναφορά σε 5.000 συνολικά
Τούρκους από Φανάρι, Ζάχνα (Καλλιθέα), Μούντριτσα (Γρύλλος) και Ζούρτσα (Νέα
Φιγαλεία) εξ ων 1.700 ένοπλοι. Βλ. και Νικόλαος Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα,
τόμος Α΄, τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1851, σ. 66 και Τρικούπης, ό.π.,
σ. 71 (αναφορά σε 2.600 ενόπλους και αμάχους Τούρκους από Φανάρι και Ζούρτσα)..
[4] Gordon, ό.π., σ. 234.
[5] Σπηλιάδης, ό.π., σ. 246 και Gordon, ό.π., σ. 234 και Διονύσιος
Α. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμος Β΄, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 61974,
σ. 226 και Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής
Επαναστάσεως, τόμος Δ΄, Αθήνα 1859-1861, σ. 224 και Φραντζής, ό.π., τόμος
Β΄, σ. 67.
[6] Gordon, ό.π., σ. 234.
[7] Τρικούπης, ό.π., τόμος Β΄, σ. 63 και Georg Gottfried
Gervinus, Ιστορία της Επαναστάσεως και Αναγεννήσεως της Ελλάδος, μτφρ.
Ιωάννου Η. Περβανόγλου, τόμος A΄, τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1864, σ.
263 και Τιμολέων Μαχαίρας, «Η πολιορκία και η άλωση της Τριπολιτσάς», Στρατιωτική
Επιθεώρηση, τεύχος Μαρτίου – Απριλίου 2005, σ. 105.
[8] Gordon, ό.π., σ. 234.
[9] Στο ίδιο, σ. 159.
[10] Λάμπρος Κουτσονίκας, Γενική Ιστορία της ελληνικής
Επαναστάσεως, τόμος Β΄, τυπογραφείο Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα 1864, σ. 36 και
Θεόδωρος Κ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής από τα 1770
έως τα 1836, τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1846, σ. 74 και Ιωάννης
Θ. Κολοκοτρώνης, Ελληνικά υπομνήματα ήτοι επιστολαί και διάφορα έγγραφα
αφορώντα την ελληνικήν Επανάστασιν από 1821 μέχρι 1827, τυπογραφείο Χ. Ν.
Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1856, σ. 23 και Κόκκινος, ό.π., τόμος Α΄, σ. 435.
[11] Τρικούπης, ό.π., σ. 63 και Gervinus, ό.π., σ. 263.
[12] Μαχαίρας, ό.π., σ. 105.
[13] Φιλήμων, ό.π., τόμος Α΄, σ. 214.
[14]
George LL.D. Finlay, History of the Greek Revolution, Vol. I, W.
Blackwood & Sons, Edinburgh & London 1861, σ. 173.
[15] Ηλίας Κολοβός – Σουκρού Ιλιτζάκ – Μοχάμαντ Σχαριάτ–Παναχί, Η οργή του σουλτάνου. Αυτόγραφα διατάγματα του Μαχμούτ Β΄ το
1821, εκδόσεις ΕΑΠ,
Αθήνα 2021, σ. 38-39 & 121-125.
[16] Κόκκινος, ό.π., σ. 435.
[17] Φιλήμων, ό.π., τόμος Γ΄, σ. 40.
[18] Σπηλιάδης, ό.π., σ. 70 και Φραντζής, ό.π., τόμος Α΄,
σ. 435-436.
[19] Αλλαμανή, ό.π., σ. 94 (αναφορά σε 1.700 ενόπλους
Τούρκους από Φανάρι, Ζάχνα, Μούντριτσα και Ζούρτσα) και Φραντζής, ό.π., σ. 447
και Σπηλιάδης, ό.π., σ. 66.
[20] Κόκκινος, ό.π., σ. 363 και Φιλήμων, ό.π., τόμος Α΄, σ.
214
[21] Κόκκινος, ό.π., σ. 435.
[22] Φώτιος (Φωτάκος) Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα
περί της ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858, σ. 81 και Βακαλόπουλος, ό.π.,
σ. 653.
[23] Ι. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 24.
[24] Βασίλειος Σφυρόερας, «Τοπική επικράτηση της
Επαναστάσεως», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄, Εκδοτική
Αθηνών, Αθήνα 1975, σ. 176 και Τρικούπης, ό.π., σ. 93 και Κόκκινος, ό.π., τόμος
Β΄, σ. 224 και Φιλήμων, ό.π., τόμος Δ΄, σ. 224 και Gordon, ό.π., σ. 246 και
Gustav – Friedrich Hertzberg, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μτφρ.
Παύλου Καρολίδη, τόμος Α΄, εκδόσεις Γ. Δ. Φέξη, Αθήνα 1916, σ. 178.
[25] Τρικούπης, ό.π., σ. 91-92 και Κουτσονίκας, ό.π., σ. 46
και Ι. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 32 και Gordon, ό.π., σ. 245 και Finlay, ό.π., σ.
266 και Gervinus, ό.π., σ. 277 και Hertzberg, ό.π., σ. 174-175.
[26] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 81-82 και Σπηλιάδης, ό.π.,
σ. 244 και Φραντζής, ό.π., τόμος Β΄, σ. 64-65.
[27] Χρυσανθόπουλος, ό.π., σ. 131 και Κόκκινος, ό.π., σ.
222-223.
[28] Σφυρόερας, ό.π., σ. 176 και Κόκκινος, ό.π., σ. 224 και
Μαχαίρας, ό.π., σ. 118 και Hertzberg, ό.π., σ. 179.
[29] Francois C.H.L Pouqueville, Ιστορία της Ελληνικής
Επαναστάσεως ήτοι η αναγέννησις της Ελλάδος, μτφρ. Ιωάννου Ζαφειρόπουλου,
τόμος Γ΄, τυπογραφείο Α. Ν. Τρίμη, Αθήνα 1890, σ. 125 και Hertzberg, ό.π., σ.
179.
[30] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 82 και Φιλήμων, ό.π., σ. 227
και Ι. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 32 και Pouqueville, ό.π., σ. 125 και Τρικούπης,
ό.π., σ. 93.
[31] Hertzberg, ό.π., σ. 179 και Gordon, ό.π., σ. 246 και
Finlay, ό.π., σ. 269 και Κόκκινος, ό.π., σ. 223 και Σπηλιάδης, ό.π., σ. 246 και
Μαχαίρας, ό.π., σ. 119.
[32] Karl Mendelssohn –
Bartholdy, Ιστορία
της Ελληνικής Επαναστάσεως, μτφ. Ηλία Ι. Οικονομόπουλου, τόμος Α΄, εκδόσεις
Α. Δ. Φέξη, Αθήνα 1894, σ. 359 & Gordon, ό.π., σ. 245 & Gervinus, ό.π.,
σ. 278 & Hertzberg, ό.π., σ. 179.
[33] Pouqueville, ό.π., σ. 125 και Κόκκινος, ό.π., σ.
223-224 και Φιλήμων, ό.π., σ. 224 και Τρικούπης, ό.π., σ. 93 και Κουτσονίκας,
ό.π., σ. 46 και Hertzberg, ό.π., σ. 179-180 και Gordon, ό.π., σ. 245-246 και
Finlay, ό.π., σ. 269 και Gervinus, ό.π., σ. 278 και Mendelssohn – Bartholdy, ό.π., σ. 362.
[34] Κόκκινος, ό.π., σ. 224 και Φιλήμων, ό.π., σ. 225.
[35] Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Τούρκοι και Έλληνες
αιχμάλωτοι κατά την ελληνική Επανάσταση (1821-1829), εκδόσεις Κ. & Μ.
Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 65-67.
[36] Στο ίδιο, σ. 58-65.
[37] Στο ίδιο, σ. 76-81.
[38] Στο ίδιο, σ. 89-91.
[39] Κόκκινος, ό.π., σ. 224-225 και Φιλήμων, ό.π., σ. 225.
[40] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 82.
[41] https://www.qgazette.com/articles/the-truth-greek-heroism-in-the-peloponnese-during-1821-revolution/
[42] Βακαλόπουλος, ό.π., σ. 42-47.
[43] Τρικούπης, ό.π., σ. 92
GEOPOLITICO
Καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου: Για τη Δευτέρα ο απόπλους του «Abeille Marengo» – Στην Κάσο το επόμενο τεστ απέναντι στην Τουρκία
Για τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου μετατίθεται η αναχώρηση του γαλλικού ερευνητικού πλοίου «Abeille Marengo» από το λιμάνι του Ηρακλείου, στο πλαίσιο των προετοιμασιών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου. Η μετάθεση αποδίδεται στις καιρικές συνθήκες και στην ολοκλήρωση του επιχειρησιακού συντονισμού με τις αρμόδιες ελληνικές υπηρεσίες, την ώρα που η Άγκυρα επιμένει στις αμφισβητήσεις της μέσω αντι-NAVTEX. Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στην πορεία του πλοίου και κυρίως στο εάν οι έρευνες θα επεκταθούν στις θαλάσσιες περιοχές που διεκδικεί η Τουρκία.
Νέα δεδομένα διαμορφώνονται γύρω από την επανεκκίνηση των ερευνών για το έργο Great Sea Interconnector (GSI), καθώς ο απόπλους του γαλλικού «Abeille Marengo», που αρχικά είχε προγραμματιστεί για το Σάββατο 7 Νοεμβρίου, μετατίθεται για το πρωί της Δευτέρας 9 Νοεμβρίου.
Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύει το neakriti.gr, το πλοίο βρίσκεται στο Ηράκλειο από τις 27 Οκτωβρίου και ολοκληρώνει τις απαραίτητες προετοιμασίες πριν από την έναρξη των εργασιών.
Η καθυστέρηση αποδίδεται επισήμως στις επικρατούσες καιρικές συνθήκες, αλλά και στην ανάγκη ολοκλήρωσης των ενημερώσεων και του επιχειρησιακού συντονισμού με το Πολεμικό Ναυτικό και την Υδρογραφική Υπηρεσία.
Η αναχώρηση πραγματοποιείται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη διπλωματική συγκυρία, καθώς οι τουρκικές αντιδράσεις για την ελληνική NAVTEX έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο τη διαφωνία Αθήνας και Άγκυρας για τα κυριαρχικά δικαιώματα και τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πρώτα δοκιμές στην Κρήτη και στη συνέχεια πορεία προς την Κάρπαθο
Το αρχικό σκέλος της αποστολής του «Abeille Marengo» προβλέπει κίνηση βόρεια της Κρήτης, όπου θα πραγματοποιηθούν δοκιμές και έλεγχοι των συστημάτων βυθομέτρησης.
Σκοπός είναι να επιβεβαιωθεί η επιχειρησιακή ετοιμότητα του εξοπλισμού πριν από την ανάπτυξη των ερευνητικών δραστηριοτήτων.
Στη συνέχεια, το γαλλικό σκάφος αναμένεται να κινηθεί εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων και ακολούθως να κατευθυνθεί προς τη θαλάσσια περιοχή νοτιοανατολικά της Καρπάθου, με βάση τις συντεταγμένες της ελληνικής NAVTEX.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες του κρητικού μέσου, δεν διαφαίνεται ότι έως το τέλος του 2026 θα πραγματοποιηθούν ερευνητικές εργασίες στα επίμαχα σημεία εκτός ελληνικών χωρικών υδάτων, όπου εντοπίζεται η τουρκική αμφισβήτηση.
Η συγκεκριμένη πληροφορία έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η αναχώρηση του πλοίου, αλλά το εάν και πότε θα πραγματοποιηθούν εργασίες στις θαλάσσιες περιοχές που αποτελούν αντικείμενο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.
Η τουρκική αντι-NAVTEX και οι πτήσεις UAV
Η μετάθεση του απόπλου έρχεται μία ημέρα μετά την έκδοση τουρκικής αντι-NAVTEX, με την οποία η Άγκυρα αμφισβήτησε την ελληνική ναυτική αναγγελία για τις εργασίες του γαλλικού ερευνητικού.
Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών υποστήριξε μάλιστα ότι οι ελληνικές και κυπριακές NAVTEX έχουν ακυρωθεί από την τουρκική πλευρά.
Πρόκειται για μονομερή τουρκικό ισχυρισμό, ο οποίος δεν συνεπάγεται αυτομάτως ακύρωση των αναγγελιών που εξέδωσαν οι αρμόδιες ελληνικές και κυπριακές αρχές.
Στο ίδιο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με το neakriti.gr, καταγράφηκαν νυχτερινές πτήσεις περίπου δέκα τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε εκτεταμένη περιοχή του Αιγαίου, από τον Έβρο έως την Κάσο.
Η συγκεκριμένη δραστηριότητα προστίθεται στο κλίμα αυξημένης στρατιωτικής κινητικότητας που συνοδεύει την αντιπαράθεση για το καλώδιο, χωρίς να έχει τεκμηριωθεί άμεση επιχειρησιακή σύνδεσή της με την αποστολή του γαλλικού σκάφους.
Χατζηβασιλείου: Η άδεια χορηγήθηκε αποκλειστικά από την Ελλάδα
Απέναντι στις τουρκικές αμφισβητήσεις, η Αθήνα επιμένει ότι οι διαδικασίες αδειοδότησης πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά από τις ελληνικές αρχές.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών Τάσος Χατζηβασιλείου ξεκαθάρισε ότι δεν υπήρξε συνεννόηση Ελλάδας και Τουρκίας για την αδειοδότηση των ερευνών.
Η ελληνική πλευρά διαχωρίζει, επομένως, τη διπλωματική επικοινωνία από οποιαδήποτε διαδικασία χορήγησης άδειας, αποκρούοντας την τουρκική προσπάθεια να εμφανιστεί η Άγκυρα ως απαραίτητος συνομιλητής για την έγκριση των εργασιών.
Η ουσιαστική δοκιμασία παραμένει στο πεδίο
Το επόμενο βήμα για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα καθοριστεί από την πραγματική πορεία και τις δραστηριότητες του «Abeille Marengo».
Εφόσον το πλοίο περιοριστεί αρχικά σε δοκιμές εξοπλισμού και εργασίες εντός ελληνικών χωρικών υδάτων, η ουσιαστική αντιπαράθεση για τις επίμαχες θαλάσσιες περιοχές θα παραμείνει ανοικτή.
Αντίθετα, η πραγματοποίηση ερευνών στις περιοχές που καλύπτει η τουρκική αμφισβήτηση θα αποτελέσει σημαντικότερο κριτήριο για την αξιολόγηση της στάσης της Άγκυρας.
Το Great Sea Interconnector παραμένει έργο στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς επιδιώκει την άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη σύνδεσή της με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα.
Η αναχώρηση του γαλλικού πλοίου αποτελεί το επόμενο επιχειρησιακό βήμα. Η πραγματική δοκιμασία, ωστόσο, θα είναι η υλοποίηση των ερευνών εκεί όπου η Τουρκία επιχειρεί να προβάλει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της.
Η πληροφορία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική και πρέπει να αναδειχθεί στο ρεπορτάζ, καθώς διαχωρίζει την επανέναρξη των ερευνών από την πραγματική δοκιμασία στις επίμαχες θαλάσσιες περιοχές.
Χωρίς έρευνες στις επίμαχες περιοχές έως το τέλος του 2026
Ωστόσο, οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν δείχνουν ότι θα πραγματοποιηθούν μέχρι το τέλος του 2026 ερευνητικές εργασίες στα επίμαχα σημεία εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων, όπου επικεντρώνεται η τουρκική αμφισβήτηση.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς υποδηλώνει ότι η αναχώρηση του «Abeille Marengo» και η επανέναρξη των δραστηριοτήτων του δεν συνεπάγονται απαραίτητα άμεση παρουσία του στις θαλάσσιες περιοχές που διεκδικεί η Άγκυρα.
Κατά συνέπεια, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει πότε θα πραγματοποιηθούν οι έρευνες εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων και υπό ποιες συνθήκες θα εξελιχθεί η συγκεκριμένη φάση του έργου. Η τουρκική αντίδραση στην πράξη, και όχι μόνο μέσω διπλωματικών ανακοινώσεων και αντι-NAVTEX, θα αποτελέσει το ουσιαστικό κριτήριο για την εξέλιξη της αντιπαράθεσης.
GEOPOLITICO
Διπλωματική στροφή της Αιγύπτου στη Λιβύη: Άνοιξε ξανά η πρεσβεία στην Τρίπολη μετά από 12 χρόνια
Σημαντική αλλαγή στη διπλωματική προσέγγιση της Αιγύπτου απέναντι στη Λιβύη σηματοδοτεί η επαναλειτουργία της αιγυπτιακής πρεσβείας στην Τρίπολη, έπειτα από 12 χρόνια. Η κίνηση του Καΐρου αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς η Αίγυπτος υπήρξε ένας από τους βασικότερους υποστηρικτές του στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ, ο οποίος ελέγχει μεγάλο μέρος της ανατολικής Λιβύης και βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την κυβέρνηση της Τρίπολης.
Έπειτα από περισσότερο από μία δεκαετία απουσίας, η Αίγυπτος επαναφέρει τη διπλωματική της παρουσία στην πρωτεύουσα της Λιβύης, προχωρώντας σε μια κίνηση που αποτυπώνει την προσπάθεια αναπροσαρμογής της πολιτικής της απέναντι στη γειτονική χώρα.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του αιγυπτιακού υπουργείου Εξωτερικών, η πρεσβεία στην Τρίπολη επαναλειτούργησε επισήμως, σηματοδοτώντας ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις του Καΐρου με τις αρχές της δυτικής Λιβύης.
Από τη στήριξη στον Χάφταρ στην προσέγγιση με την Τρίπολη
Η εξέλιξη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξαιτίας των πολιτικών και στρατιωτικών ισορροπιών που έχουν διαμορφωθεί στη Λιβύη μετά την ανατροπή του Μουαμάρ Καντάφι.
Η Αίγυπτος είχε ταχθεί επί σειρά ετών στο πλευρό του Χαλίφα Χάφταρ, ο οποίος αποτελεί τον ισχυρότερο στρατιωτικό παράγοντα στην ανατολική Λιβύη.
Η επαναλειτουργία της πρεσβείας στην Τρίπολη δείχνει ότι το Κάιρο επιδιώκει πλέον να ενισχύσει τους διαύλους επικοινωνίας και με τη δυτική πλευρά της χώρας, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αυτομάτως εγκατάλειψη των σχέσεών του με την ανατολική Λιβύη.
Δώδεκα χρόνια διπλωματικής απουσίας
Η αιγυπτιακή πρεσβεία είχε κλείσει το 2014, όταν η κλιμάκωση των συγκρούσεων στη Λιβύη οδήγησε πολλές ξένες διπλωματικές αποστολές στην αποχώρηση από την Τρίπολη.
Εκείνη την περίοδο η χώρα οδηγήθηκε σε βαθύτερη πολιτική και θεσμική διαίρεση, με αντίπαλα κέντρα εξουσίας στην ανατολική και τη δυτική Λιβύη.
Η επιστροφή της αιγυπτιακής διπλωματικής αποστολής αποτελεί επομένως ένα ουσιαστικό βήμα αποκατάστασης της παρουσίας του Καΐρου στην πρωτεύουσα.
Αμπντελάτι: Βαθιές οι ιστορικές και πολιτισμικές σχέσεις
Κατά την τελετή επαναλειτουργίας της πρεσβείας, ο υπουργός Εξωτερικών της Αιγύπτου, Μπαντρ Αμπντελάτι, αναφέρθηκε στους ιστορικούς δεσμούς που συνδέουν τους δύο λαούς.
Όπως δήλωσε, η ιστορική σημασία του κτιρίου της πρεσβείας αντανακλά το βάθος των ανθρώπινων και πολιτισμικών σχέσεων ανάμεσα στην Αίγυπτο και τη Λιβύη.
Η διπλωματική κίνηση του Καΐρου αποκτά πρόσθετη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία η Λιβύη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει βαθιές εσωτερικές διαιρέσεις και ανταγωνισμούς για τον έλεγχο των πολιτικών και στρατιωτικών θεσμών.
Νέα δεδομένα στις σχέσεις Καΐρου–Τρίπολης
Η επαναλειτουργία της πρεσβείας πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026, παρουσία του Αιγύπτιου υπουργού Εξωτερικών και εκπροσώπων της λιβυκής κυβέρνησης. Η εξέλιξη επιβεβαιώνεται τόσο από το Reuters όσο και από το αιγυπτιακό υπουργείο Εξωτερικών.
Στο περιθώριο της επίσκεψής του, ο Αμπντελάτι συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, Αμπντούλ Χαμίντ Ντμπεϊμπά, με αντικείμενο την ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας.
Για την Αθήνα, οι κινήσεις του Καΐρου έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Λιβύη αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τις θαλάσσιες οριοθετήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Η προσέγγιση της Αιγύπτου με την Τρίπολη δεν σημαίνει από μόνη της αλλαγή θέσης στο ζήτημα των θαλάσσιων ζωνών, αναδεικνύει όμως τη σημασία των διπλωματικών επαφών με όλα τα λιβυκά κέντρα εξουσίας.
GEOPOLITICO
Θεόδωρος Ατματζίδης: Η Αθήνα οφείλει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές στις δηλώσεις Φιντάν – Ζητήθηκε τουρκική άδεια για το καλώδιο;
Σοβαρά ερωτήματα για το διπλωματικό παρασκήνιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου και τον πραγματικό ρόλο της Τουρκίας στις διαδικασίες αδειοδότησης θέτει ο υποστράτηγος ε.α. και στρατηγικός αναλυτής Θεόδωρος Ατματζίδης. Με αφορμή τη δήλωση του Χακάν Φιντάν ότι «επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX», εξετάζει τις γαλλοτουρκικές επαφές για τις έρευνες του Abeille Marengo και προειδοποιεί για τον κίνδυνο η διπλωματική ενημέρωση να παρουσιαστεί ως αποδοχή τουρκικού δικαιώματος συναίνεσης. Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις της Αθήνας ότι η αδειοδότηση έγινε αποκλειστικά από τις ελληνικές αρχές, ο αρθρογράφος ζητεί σαφείς απαντήσεις για το περιεχόμενο των επαφών με την Άγκυρα, επισημαίνοντας ότι το πραγματικό διακύβευμα είναι η αποτροπή ενός επικίνδυνου προηγουμένου άτυπης συναπόφασης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Φιντάν: «Επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX» – Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και η τουρκική παγίδα: Ποιος τελικά έδωσε την άδεια σε ποιον;
Του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστράτηγος ε.α. Senior Manager | Security & Defence Consultant | Strategic Analyst
Η δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν ότι «επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX» για τις εργασίες του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου προκαλεί εύλογα ερωτήματα, τα οποία η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια. Τι ακριβώς επιλύθηκε και με ποιους όρους; Υπήρξε απλώς διπλωματική ενημέρωση της Τουρκίας ή κάποια μορφή συνεννόησης που επέτρεψε στην Άγκυρα να εμφανιστεί ως παράγοντας που έδωσε τη συγκατάθεσή του για την πραγματοποίηση των εργασιών;
Το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ μια διαφωνία για την έκδοση ναυτικών οδηγιών. Αγγίζει την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, τη στρατηγική σχέση Ελλάδας–Κύπρου και την προσπάθεια της Τουρκίας να αποκτήσει ρόλο ρυθμιστή των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το χρονικό της αντιπαράθεσης
Στις 6 Νοεμβρίου 2026, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διαδικασιών αδειοδότησης για τις εργασίες έρευνας και πόντισης του καλωδίου στο πλαίσιο του Great Sea Interconnector (GSI). Η σχετική αίτηση είχε υποβληθεί από τη γαλλική εταιρεία NEXANS, για λογαριασμό της εταιρείας GSI, ενώ η άδεια εκδόθηκε από τον υπουργό Εξωτερικών, κατόπιν θετικής γνωμοδότησης της αρμόδιας διυπουργικής επιτροπής. Ακολούθησε η έκδοση της ελληνικής NAVTEX 1411/26 από τον σταθμό Ηρακλείου της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, για τις σχετικές δραστηριότητες. [1][2]
Αντίστοιχα, η Κυπριακή Δημοκρατία εξέδωσε τη δική της NAVTEX 345/26, μέσω του σταθμού Λάρνακας, για τις έρευνες στο τμήμα που αφορά την κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), με ισχύ από τις 19 Νοεμβρίου 2026 έως τις 19 Μαρτίου 2027. [1]
Η τουρκική αντίδραση ήταν άμεση. Με την αντι-NAVTEX 1105/26 και σχετική ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, η Άγκυρα χαρακτήρισε τις εργασίες παράνομες, υποστηρίζοντας ότι τμήμα της περιοχής βρίσκεται εντός της υφαλοκρηπίδας που διεκδικεί και ότι απαιτείται προηγούμενη τουρκική συναίνεση. Επανέφερε, μάλιστα, τα όρια που έχει γνωστοποιήσει στα Ηνωμένα Έθνη από τον Μάρτιο του 2020, στη βάση των τουρκικών διεκδικήσεων που συνδέονται με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. [3]
Η τουρκική στάση αποκαλύπτει ότι η Άγκυρα δεν περιορίζεται στην αμφισβήτηση συγκεκριμένων θαλάσσιων περιοχών. Επιδιώκει να καταστήσει αποδεκτή την αντίληψη ότι σημαντικές δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να περνούν μέσα από τη δική της έγκριση ή συναίνεση.
Το γαλλικό παρασκήνιο και το ζήτημα της άδειας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πληροφορίες που δημοσίευσε η «Καθημερινή» σχετικά με τις επαφές της Γαλλίας με την Τουρκία για τις ερευνητικές δραστηριότητες του γαλλικού πλοίου Abeille Marengo.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της 6ης Νοεμβρίου, η γαλλική πλευρά βρισκόταν σε επικοινωνία με την Άγκυρα, η οποία επιθυμούσε η σχετική συνεννόηση να αποτυπωθεί γραπτώς μέσω διπλωματικών διαύλων. Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η τοποθέτηση διπλωματικής πηγής κοντά στην τουρκική προεδρία, σύμφωνα με την οποία η τουρκική πλευρά θα εξέλαμβανε τη γαλλική προσέγγιση ως αίτημα χορήγησης άδειας από την Τουρκία. [4]
Αυτή η διατύπωση δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
Είναι άλλο πράγμα μια διπλωματική ενημέρωση, με σκοπό την αποφυγή επεισοδίων και την ασφάλεια ενός ερευνητικού πλοίου, και εντελώς διαφορετικό η αναγνώριση ότι η Τουρκία διαθέτει αρμοδιότητα να εγκρίνει ή να απορρίπτει εργασίες σε περιοχές όπου η Ελλάδα ή η Κυπριακή Δημοκρατία ασκούν τα δικαιώματά τους.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία του στρατηγικού προβληματισμού. Εάν η Ελλάδα, έστω και μέσω της Γαλλίας, επιχείρησε να ζητήσει από την Τουρκία όχι απλώς να ενημερωθεί, αλλά να εγκρίνει ή να επιτρέψει την πραγματοποίηση των ερευνών, τότε η εξέλιξη αυτή θα είχε σοβαρές γεωπολιτικές συνέπειες. Θα δημιουργούσε την εντύπωση ότι η άσκηση δικαιωμάτων από την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία εξαρτάται από την αποδοχή μιας τρίτης χώρας, η οποία αμφισβητεί ακριβώς αυτά τα δικαιώματα.
Μια τέτοια προσέγγιση θα δημιουργούσε ένα προηγούμενο με επιπτώσεις πολύ πέρα από το συγκεκριμένο έργο. Η Τουρκία θα μπορούσε να επικαλείται στο μέλλον την ίδια διαδικασία ως ένδειξη ότι η ελληνική και κυπριακή πλευρά αποδέχονται στην πράξη την ανάγκη προηγούμενης τουρκικής συναίνεσης για δραστηριότητες στην περιοχή. Ακόμη και αν δεν υπήρχε ρητή νομική αναγνώριση, η επανάληψη μιας τέτοιας πρακτικής θα μπορούσε να ενισχύσει την τουρκική επιχειρηματολογία και να δυσχεράνει τη διαχείριση μελλοντικών κρίσεων.
Αυτό είναι το στρατηγικό ρίσκο: η διπλωματική επικοινωνία, εάν δεν οριοθετηθεί με σαφήνεια, να μετατραπεί σταδιακά σε αποδοχή ενός καθεστώτος άτυπης συναρμοδιότητας. Η αποφυγή ενός επεισοδίου αποτελεί θεμιτό και αναγκαίο στόχο. Η αναζήτηση, όμως, τουρκικής άδειας για την άσκηση δικαιωμάτων που η Ελλάδα θεωρεί ότι της ανήκουν είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα.
Η ελληνική κυβέρνηση, διά του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου, δήλως, τουλάχιστιν λεκτικά, στις 7 Νοεμβρίου ότι η άδεια ζητήθηκε και χορηγήθηκε αποκλειστικά από την Ελλάδα και ότι δεν υπήρξε συνεννόηση Αθήνας–Άγκυρας για την αδειοδότηση. Παράλληλα, διευκρινίστηκε ότι τυχόν άτυπη ενημέρωση της Τουρκίας από τη γαλλική πλευρά δεν συνιστά αναγνώριση δικαιωμάτων ή δικαιοδοσίας τρίτης χώρας. [5]
Αυτή είναι η επίσημη ελληνική θέση και πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τα πραγματικά δεδομένα. Παραμένει, ωστόσο, ένα ουσιαστικό ερώτημα: τι ακριβώς περιελάμβαναν οι επαφές της γαλλικής πλευράς με την Άγκυρα και γιατί η τουρκική πλευρά τις παρουσιάζει ως διαδικασία εξασφάλισης άδειας;
Η Αθήνα οφείλει να διαχωρίσει με απόλυτη σαφήνεια τρία διαφορετικά πράγματα:
- την ενημέρωση μιας τρίτης χώρας,
- τη διπλωματική συνεννόηση για την αποφυγή έντασης και
- την αναζήτηση της συναίνεσής της.
Η σύγχυση μεταξύ αυτών των εννοιών δεν είναι απλώς ζήτημα διατύπωσης. Μπορεί να έχει συνέπειες για τη θέση της χώρας σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις και αντιπαραθέσεις.
Πώς παρουσιάζει η Τουρκία τις εξελίξεις
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κάλυψη του ζητήματος από τον τουρκικό Τύπο. Σε δημοσίευμά του στις 6 Νοεμβρίου 2026, το τουρκικό ειδησεογραφικό μέσο TRHaber χρησιμοποίησε τον χαρακτηριστικό τίτλο «Yunanistan’ın elektrik planı Türkiye’ye takıldı: Fransa Ankara’nın kapısında», δηλαδή «Το ηλεκτρικό σχέδιο της Ελλάδας προσέκρουσε στην Τουρκία: Η Γαλλία στην πόρτα της Άγκυρας». [8]
Το δημοσίευμα παρουσιάζει τις γαλλοτουρκικές διπλωματικές επαφές ως αναγκαίο βήμα για την επανέναρξη των ερευνών του Abeille Marengo. Αναφέρεται ειδικότερα στην επαφή της Γαλλίδας πρέσβειρας στην Άγκυρα, Isabelle Dumont, με τον Τούρκο υφυπουργό Εξωτερικών Mehmet Kemal Bozay, καθώς και στην απαίτηση της τουρκικής πλευράς για προηγούμενη γραπτή ενημέρωση σχετικά με τις ερευνητικές δραστηριότητες.
Παράλληλα, επαναφέρει την επιχειρηματολογία του Χακάν Φιντάν ότι η Τουρκία δεν αντιτίθεται κατ’ αρχήν στην ηλεκτρική διασύνδεση, αλλά επιδιώκει προηγούμενη ενημέρωση και συντονισμό για τις δραστηριότητες στις θαλάσσιες περιοχές που διεκδικεί.
Η συγκεκριμένη δημοσιογραφική προσέγγιση έχει πολιτική σημασία. Η τουρκική αφήγηση παρουσιάζει τη διπλωματική επικοινωνία της Γαλλίας με την Άγκυρα ως ένδειξη ότι η Τουρκία αποτελεί αναγκαίο παράγοντα για την προώθηση του έργου. Η διαφορά ανάμεσα στην ελληνική και την τουρκική προσέγγιση είναι εμφανής: η Αθήνα μιλά για αποκλειστική ελληνική αρμοδιότητα αδειοδότησης, ενώ η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει την προηγούμενη ενημέρωση και τη διπλωματική επικοινωνία ως αναγκαία προϋπόθεση για την πραγματοποίηση των ερευνών. Κατά την άποψή μου, τη σύγχυση και την ασάφεια που επικρατούν τις προκαλέσαμε σε μεγάλο βαθμό εμείς, με τις ασαφείς και αντιφατικές δηλώσεις μας σχετικά με τις προθέσεις και τις τελικές αποφάσεις της γαλλικής πλευράς.
Το δημοσίευμα βέβαια δεν αποδεικνύει ότι η Ελλάδα ή η Γαλλία αναγνώρισαν τουρκικό δικαίωμα συναίνεσης. Αποκαλύπτει, όμως, τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει τις εξελίξεις στο εσωτερικό της ως επιβεβαίωση της δικής της διπλωματικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η ευρύτερη ενεργειακή διάσταση της τουρκικής επιχειρηματολογίας. Ο Φιντάν έχει υποστηρίξει ότι η Τουρκία θα μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτική ενεργειακή διαδρομή για την περιοχή, προβάλλοντας τη δυνατότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του τουρκικού εδάφους αντί της κατασκευής δαπανηρών υποθαλάσσιων διασυνδέσεων. Η θέση αυτή καταδεικνύει ότι η Άγκυρα επιδιώκει να συνδέσει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της με τον ευρύτερο ενεργειακό σχεδιασμό της Ανατολικής Μεσογείου. [8]
Τι σημαίνει τελικά η δήλωση Φιντάν;
Η δήλωση του Τούρκου υπουργού ότι το ζήτημα επιλύθηκε δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Ενώ η Άγκυρα εμφανίζεται να μιλά για διευθέτηση, η τουρκική αντι-NAVTEX εξακολουθεί να ισχύει και η επίσημη τουρκική θέση επιμένει στην ανάγκη εξασφάλισης της δικής της συναίνεσης. Επιπλέον, το ρεπορτάζ της αγγλόφωνης «Καθημερινής» στις 7 Νοεμβρίου επισημαίνει ότι οι επαφές Παρισιού–Άγκυρας δεν φαίνεται να έχουν οδηγήσει σε συμφωνία αποδεκτή από την τουρκική πλευρά. Οι λεπτομέρειες των διπλωματικών ανταλλαγών παραμένουν αδιευκρίνιστες. [6]
Υπάρχουν, επομένως, τρεις πιθανές ερμηνείες.
Πρώτον, η Γαλλία προχώρησε σε ενημέρωση της Τουρκίας, χωρίς να ζητήσει άδεια και χωρίς να αναγνωρίσει οποιαδήποτε τουρκική αρμοδιότητα. Σε αυτή την περίπτωση, δεν προκύπτει ελληνική υποχώρηση.
Δεύτερον, υπήρξε κάποια διπλωματική συνεννόηση για την αποφυγή παρεμπόδισης των ερευνών, χωρίς αναγνώριση τουρκικών δικαιωμάτων. Και αυτή η εκδοχή θα μπορούσε να είναι θεμιτή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν δημιουργεί δεσμεύσεις για το μέλλον.
Τρίτον, η γαλλική ή άλλη εμπλεκόμενη πλευρά αποδέχθηκε, έστω και εμμέσως, ότι η πραγματοποίηση των ερευνών προϋποθέτει τουρκική συναίνεση. Εάν αυτό συνέβη, θα επρόκειτο για εξαιρετικά σοβαρή εξέλιξη, καθώς θα ενίσχυε την τουρκική επιδίωξη να μετατρέψει τις μονομερείς διεκδικήσεις της σε πρακτικά αποδεκτό καθεστώς συναπόφασης.
Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν επαρκή δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν καμία από τις τρεις εκδοχές. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει την ελληνική κυβέρνηση από την υποχρέωση να εξηγήσει τι ακριβώς συζητήθηκε και ποιο ήταν το περιεχόμενο της επικοινωνίας της γαλλικής πλευράς με την Άγκυρα.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι γεωπολιτικό
Το Great Sea Interconnector είναι έργο προϋπολογισμού περίπου 1,9 δισ. ευρώ, το οποίο αναπτύσσεται από τον Ανεξάρτητο Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ). Στόχος του είναι η ηλεκτρική διασύνδεση της Ελλάδας με την Κύπρο και, σε επόμενο στάδιο, η επέκταση προς το Ισραήλ. Η σημασία του είναι ενεργειακή, οικονομική και γεωστρατηγική, καθώς περιορίζει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και ενισχύει τη σύνδεσή της με το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα. [7]
Η Τουρκία αντιλαμβάνεται αυτή τη διάσταση. Η ολοκλήρωση του έργου ενισχύει τον άξονα Ελλάδας–Κύπρου και δημιουργεί νέες δυνατότητες συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς να εξαρτάται από τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της Άγκυρας.
Η τουρκική στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας» επιδιώκει την αμφισβήτηση των θαλάσσιων δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου και την επιβολή μιας αντίληψης περιφερειακής συνδιαχείρισης. Η επαναλαμβανόμενη έκδοση αντι-NAVTEX, οι παρεμβάσεις σε ερευνητικές δραστηριότητες και η επίκληση του τουρκολιβυκού μνημονίου εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική.
Η μεγαλύτερη επιτυχία της Άγκυρας θα ήταν να καταστήσει σταδιακά αυτονόητο ότι κάθε έργο ενεργειακής ή άλλης στρατηγικής σημασίας στην περιοχή χρειάζεται προηγουμένως τη δική της έγκριση. Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε προηγούμενο με συνέπειες πολύ ευρύτερες από το συγκεκριμένο καλώδιο.
Η ευθύνη της Αθήνας και η επόμενη δοκιμασία
Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται πλέον στο πεδίο. Η αναχώρηση του Abeille Marengo και η έναρξη των ερευνών θα δείξουν εάν η Τουρκία περιορίζεται σε διπλωματικές διαμαρτυρίες και αντι-NAVTEX ή εάν θα επιχειρήσει να παρεμποδίσει επιχειρησιακά την υλοποίηση του έργου. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «Καθημερινής» στις 7 Νοεμβρίου, το πλοίο αναμενόταν να αναχωρήσει στις 9 Νοεμβρίου, ενώ η εξέλιξη των ερευνών θα αποτελέσει κρίσιμο δείκτη της τουρκικής στάσης. [6]
Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να διασφαλίσει ότι η διαδικασία θα συνεχιστεί βάσει των αδειών που εξέδωσαν οι αρμόδιες ελληνικές και κυπριακές αρχές, χωρίς να δημιουργηθεί οποιαδήποτε εντύπωση ότι η Άγκυρα διαθέτει δικαίωμα έγκρισης ή αρνησικυρίας.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να διατηρεί ανοικτούς τους διπλωματικούς διαύλους και να επιδιώκει την αποφυγή μιας κρίσης. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να συγχέεται με την αναζήτηση άδειας από την Τουρκία. Εάν η ελληνική πλευρά, έστω μέσω της Γαλλίας, προσέφυγε στην Άγκυρα για να εξασφαλίσει την έγκρισή της, τότε θα πρέπει να εξηγηθεί ποια στρατηγική σκοπιμότητα εξυπηρετούσε μια τέτοια επιλογή και με ποιες εγγυήσεις αποτράπηκε η δημιουργία προηγουμένου.
Η διπλωματία οφείλει να υπηρετεί την αποκλιμάκωση, χωρίς να μεταβάλλει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκούνται τα δικαιώματα της χώρας. Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Η ενημέρωση δεν συνιστά αναγνώριση δικαιοδοσίας, η επικοινωνία δεν ισοδυναμεί με συναίνεση και η αποφυγή ενός επεισοδίου δεν πρέπει να οδηγεί σε πρακτικές που μπορούν να αξιοποιηθούν ως αποδοχή των τουρκικών διεκδικήσεων.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι εάν η Τουρκία δήλωσε ότι το πρόβλημα επιλύθηκε. Είναι εάν, μέσα από τη διαδικασία που προηγήθηκε, επιχειρεί να εμφανιστεί ως χώρα που έχει πλέον λόγο στην έγκριση ενός έργου μεταξύ δύο κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και η Αθήνα πρέπει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές.
Η Ανατολική Μεσόγειος δεν χρειάζεται νέους άτυπους μηχανισμούς συναπόφασης, ούτε τετελεσμένα που οικοδομούνται μέσα από τη σταδιακή εξοικείωση με μονομερείς διεκδικήσεις. Χρειάζεται σαφείς κανόνες, σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και κράτη που γνωρίζουν να υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους χωρίς να μετατρέπουν την αποφυγή της έντασης σε παραχώρηση αρμοδιοτήτων.
Γιατί τελικά, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος διατηρεί το δικαίωμα να αποφασίζει.
Και αυτό δεν μπορεί να το καθορίζει η επικοινωνιακή διαχείριση μιας διπλωματικής αντιπαράθεσης, αλλά το διεθνές δίκαιο και οι πραγματικές αρμοδιότητες των κρατών.
Γιατί εάν η υλοποίηση ενός στρατηγικού έργου Ελλάδας και Κύπρου εξαρτάται στην πράξη από την αποδοχή μιας τρίτης χώρας που αμφισβητεί τα δικαιώματά τους, τότε δεν πρόκειται απλώς για μια διπλωματική διευθέτηση. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει συνολικά τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και να δημιουργήσει προηγούμενο για τις μελλοντικές ενεργειακές και γεωπολιτικές πρωτοβουλίες της Ελλάδας και της Κύπρου.
Πηγές
[1] Καθημερινή, 6 Νοεμβρίου 2026, «Εκδόθηκε η NAVTEX για το Abeille Marengo – Ξεκινούν οι έρευνες για το καλώδιο».
[2] Reuters, 6 Νοεμβρίου 2026, Greece advances Cyprus power link, grants permits for surveys and cable works.
[3] Καθημερινή/eKathimerini, 6 Νοεμβρίου 2026, ρεπορτάζ για την ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και την αντι-NAVTEX της Άγκυρας.
[4] Καθημερινή, 6 Νοεμβρίου 2026, «Οι απαιτήσεις της Τουρκίας για το καλώδιο – Επαφές με τη Γαλλία για το Abeille Marengo».
[5] ΕΡΤnews, 7 Νοεμβρίου 2026, δηλώσεις του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου για την ελληνική αδειοδότηση και τις επαφές με την Τουρκία.
[6] eKathimerini, 7 Νοεμβρίου 2026, Cable project faces major test.
[7] Reuters, 6 Νοεμβρίου 2026, Greece advances Cyprus power link, grants permits for surveys and cable works.
[8] TRHaber, 6 Νοεμβρίου 2026, Yunanistan’ın elektrik planı Türkiye’ye takıldı: Fransa Ankara’nın kapısında.
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
GEOPOLITICO3 μήνες πρινΙνδός στρατηγός προειδοποιεί τον Ερντογάν: «Θα κάνουμε κομμάτια κάθε τουρκική αρμάδα που θα σπεύσει να βοηθήσει το Πακιστάν»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΣύμβαση ΟΗΕ της Βαρκελώνης: “Άγκυρα, έχεις υπογράψει”! “Αθήνα για ποιον λόγο σιωπάς”;
-
Πολιτική3 μήνες πρινΣΟΚ στη Λέσβο! Τούρκοι τουρίστες έβαλαν στο νησί αυτοκίνητο με εικόνα του σφαγέα Κεμάλ στο παρμπρίζ








