Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Η νέα στρατιωτική τάξη στο Πακιστάν αποτελεί προειδοποίηση για την Ουάσινγκτον

Η πρωτοφανής συγκέντρωση στρατιωτικής, πυρηνικής και πολιτικής ισχύος στα χέρια του στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ δεν καθιστά αυτομάτως το Πακιστάν αξιόπιστο εταίρο των Ηνωμένων Πολιτειών, προειδοποιεί ανάλυση του The Cipher Brief. Οι εσωτερικές εξεγέρσεις, η αιματηρή καταστολή στο πακιστανικό Κασμίρ και οι υποχρεώσεις που δημιουργεί η αμυντική συμφωνία με Τουρκία και Σαουδική Αραβία αποκαλύπτουν έναν στρατό υπερσυγκεντρωτικό αλλά ταυτόχρονα υπερβολικά καταπονημένο.

Δημοσιεύτηκε στις

green and white flag under white sky during daytime

Σοβαρές επιφυλάξεις για την αξιοπιστία του Πακιστάν ως στρατηγικού εταίρου και διαμεσολαβητή μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν διατυπώνει το The Cipher Brief, με ανάλυση του Σιντάντ Κισόρ, πρώην αναλυτή του Institute for the Study of War.

Ο συντάκτης εξετάζει τη νέα δομή διοίκησης των πακιστανικών Ενόπλων Δυνάμεων και την πρωτοφανή ισχύ που συγκεντρώνει πλέον ο στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ. Υποστηρίζει ότι, παρά την εικόνα ενός ισχυρού και απολύτως κυρίαρχου συνομιλητή, η πραγματικότητα στο εσωτερικό της χώρας φανερώνει σοβαρές αδυναμίες.

Στην Ουάσινγκτον, ο Μουνίρ εμφανίζεται ολοένα περισσότερο ως ο άνθρωπος που μπορεί να καταστήσει το Πακιστάν χρήσιμο για τα αμερικανικά συμφέροντα. Συνομιλεί απευθείας με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και έχει αναδειχθεί σε βασικό δίαυλο επικοινωνίας των ΗΠΑ με την Τεχεράνη.

Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, άλλο πράγμα είναι η χρησιμότητα ενός διαύλου και άλλο η αξιοπιστία ενός στρατηγικού εταίρου.

Ο στρατάρχης πάνω από το κράτος

Η 27η Συνταγματική Τροποποίηση, η οποία υιοθετήθηκε τον Νοέμβριο του 2025, κατάργησε τη θέση του προέδρου της Επιτροπής Αρχηγών των Γενικών Επιτελείων και δημιούργησε το αξίωμα του Αρχηγού των Δυνάμεων Άμυνας, το οποίο ασκείται ταυτόχρονα από τον αρχηγό του Στρατού.

Η αναδιάρθρωση ολοκληρώθηκε με την ψήφιση του Νόμου περί Δυνάμεων Άμυνας του 2026 και τις τροποποιήσεις του νόμου για την Εθνική Αρχή Διοίκησης. Το νέο πλαίσιο τοποθετεί τον Στρατό Ξηράς, το Ναυτικό και την Πολεμική Αεροπορία υπό ένα ενιαίο Αρχηγείο Δυνάμεων Άμυνας, επικεφαλής του οποίου είναι ο Μουνίρ.

Ο Πακιστανός στρατάρχης είναι πλέον ο βασικός στρατιωτικός σύμβουλος του πρωθυπουργού για θέματα εθνικής ασφάλειας και άμυνας. Ασκεί επιχειρησιακή διοίκηση και έλεγχο σε όλους τους Κλάδους, ενώ διαθέτει εκτεταμένες αρμοδιότητες για διορισμούς, απομακρύνσεις, αποστρατείες και παρατάσεις θητειών.

Παράλληλα, οι αλλαγές στην Εθνική Αρχή Διοίκησης ευθυγραμμίζουν την πυρηνική και τη στρατηγική διοίκηση με την ίδια ιεραρχία. Δίπλα στον αρχηγό των Δυνάμεων Άμυνας τοποθετείται ένας νέος τετράστερος διοικητής της Εθνικής Στρατηγικής Διοίκησης.

Ο Μουνίρ δεν είναι συνταγματικά ούτε πρόεδρος ούτε πρωθυπουργός του Πακιστάν. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο αναλυτής, η περιγραφή του απλώς ως στρατιωτικού δεν ανταποκρίνεται πλέον στην πολιτική πραγματικότητα. Στο πρόσωπό του συγκλίνουν η στρατιωτική διοίκηση, η στρατηγική ασφάλεια και η επιρροή στην εξωτερική πολιτική.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς οποιοσδήποτε «πακιστανικός δίαυλος» προς το Ιράν περνά πλέον, στην πράξη, μέσα από μία ενιαία στρατιωτική διοίκηση, η οποία υπηρετεί πρωτίστως τα δικά της θεσμικά συμφέροντα.

Συγκέντρωση ισχύος χωρίς πραγματικό έλεγχο

Το βασικό επιχείρημα εναντίον της αντιμετώπισης του Πακιστάν ως αξιόπιστου στρατηγικού εταίρου βρίσκεται, σύμφωνα με το The Cipher Brief, στο εσωτερικό της ίδιας της χώρας.

Παρά την πρωτοφανή θεσμική ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεων, το κράτος παραμένει αντιμέτωπο με τεράστιες πιέσεις ασφαλείας. Στοιχεία του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies δείχνουν ότι ο Ιούλιος του 2026 ήταν ο πλέον αιματηρός μήνας του έτους.

Συνολικά 606 άνθρωποι σκοτώθηκαν σε επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων και επιχειρήσεις των δυνάμεων ασφαλείας. Μεταξύ των νεκρών ήταν 112 μέλη των σωμάτων ασφαλείας και 401 μαχητές.

Η βία επικεντρώνεται κυρίως στην επαρχία Χιμπέρ Παχτούνχβα και στο Μπαλουχιστάν, όπου ο πακιστανικός στρατός προσπαθεί επί χρόνια να αντιμετωπίσει τους Ταλιμπάν του Πακιστάν, γνωστούς ως TTP, καθώς και τις οργανώσεις των Μπαλούχων αυτονομιστών.

Πρόκειται για ένα διαρκές και δαπανηρό βάρος αντιανταρτοπολέμου για έναν στρατό ο οποίος, ταυτόχρονα, επιχειρεί να παρουσιαστεί ως περιφερειακός πάροχος ασφάλειας.

Αιματηρή καταστολή στο πακιστανικό Κασμίρ

Πρόσθετη πίεση δημιουργούν οι ταραχές στο υπό πακιστανική διοίκηση Κασμίρ. Στις περιοχές γύρω από το Ραβαλακότ, οι κινητοποιήσεις της Joint Awami Action Committee κλιμακώθηκαν όταν οι αρχές χαρακτήρισαν παράνομο το κίνημα βάσει της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας.

Οι πακιστανικές αρχές διέκοψαν τις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας και Διαδικτύου και ανέπτυξαν ισχυρές δυνάμεις ασφαλείας πριν από την απεργία που είχε προγραμματιστεί για τις 9 Ιουνίου.

Σύμφωνα με έκθεση τοπικής οργάνωσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τουλάχιστον 89 άμαχοι σκοτώθηκαν κατά τη βίαιη καταστολή άοπλων διαδηλωτών.

Οι κάτοικοι ζητούσαν φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια από τα φράγματα που παράγουν ρεύμα για το Πακιστάν, δικαιότερη πολιτική εκπροσώπηση και κατάργηση των προνομίων της τοπικής ελίτ.

Η απάντηση του κράτους ήταν πραγματικά πυρά, διώξεις για στάση, ταξιδιωτικές απαγορεύσεις και ποινικοποίηση ενός κοινωνικού συνασπισμού, ο οποίος προηγουμένως είχε κατορθώσει να εξασφαλίσει περιορισμένες επιδοτήσεις μέσω των κινητοποιήσεών του.

Κατά τον Κισόρ, η κυβέρνηση εφάρμοσε στο Κασμίρ την ίδια μέθοδο καταστολής που ακολουθεί στο Μπαλουχιστάν. Το αποτέλεσμα δεν ήταν η αποκατάσταση της συναίνεσης, αλλά η απαγόρευση του κινήματος, η μετάβαση της ηγεσίας του στην παρανομία και η δημιουργία σοβαρής κρίσης νομιμοποίησης σε μια περιοχή την οποία το Ισλαμαμπάντ εξακολουθεί να προβάλλει ως «Αζάντ», δηλαδή ελεύθερη.

Η αντίφαση είναι εμφανής: η στρατιωτική ηγεσία μπορεί να αλλάξει ταχύτατα το Σύνταγμα και να συγκεντρώσει εξουσίες, αδυνατεί όμως να αντιμετωπίσει μια κοινωνική εξέγερση χωρίς μαζικές απώλειες.

Το «Σύμφωνο της Μέκκας» αυξάνει την πίεση

Παρά τα σοβαρά εσωτερικά μέτωπα, το Πακιστάν υπέγραψε συμφωνία αμοιβαίας άμυνας με την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία, η οποία έχει αποκληθεί «Σύμφωνο της Μέκκας».

Η συμφωνία ενδέχεται να εμπλέξει το Ισλαμαμπάντ σε μακρινές περιφερειακές κρίσεις, τη στιγμή που οι στρατιωτικές του δυνάμεις παραμένουν απασχολημένες με πολλαπλές εξεγέρσεις στο εσωτερικό.

Οι επιχειρήσεις εναντίον των TTP και των Μπαλούχων απορροφούν προσωπικό, πυρομαχικά, μέσα και την προσοχή της ηγεσίας. Οι νέες εξωτερικές αμυντικές υποχρεώσεις προσθέτουν πιθανά μέτωπα, χωρίς όμως να δημιουργούν επιπλέον διαθέσιμη στρατιωτική ισχύ.

Για τον αναλυτή, ένα κράτος που είναι ταυτόχρονα υπερσυγκεντρωτικό και στρατιωτικά υπερεκτεταμένο δύσκολα μπορεί να προσφέρει αυτό που χρειάζεται η Ουάσινγκτον: σταθερή, διακριτική και αποτελεσματική επιρροή σε ένα ζήτημα που θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερο πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Χρήσιμο, αλλά όχι κατ’ ανάγκην αξιόπιστο

Η ανάλυση δεν εισηγείται την εγκατάλειψη του Πακιστάν από τις ΗΠΑ. Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν στρατηγικά απλουστευτική, καθώς η χώρα διαθέτει πυρηνικά όπλα, βρίσκεται ανάμεσα στο Ιράν, το Αφγανιστάν, την Ινδία και την Κίνα και διατηρεί διπλωματική πρόσβαση σε μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού κόσμου.

Η δυνατότητα του Ισλαμαμπάντ να επικοινωνεί με την Τεχεράνη μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη, ιδιαίτερα όταν οι απευθείας δίαυλοι μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είναι κλειστοί. Η Ουάσινγκτον, όμως, καλείται να διακρίνει τη χρησιμότητα από την αξιοπιστία.

Ο Κισόρ επισημαίνει τρεις βασικούς παράγοντες:

Πρώτον, η νομική παντοδυναμία του Μουνίρ δεν συνεπάγεται πολιτική αξιοπιστία. Ένας στρατάρχης που είναι ταυτόχρονα αρχηγός Στρατού, επικεφαλής των Δυνάμεων Άμυνας, βασικός στρατιωτικός σύμβουλος και κομβικό πρόσωπο της στρατηγικής διοίκησης θα διαχειρίζεται το ζήτημα του Ιράν μέσα από την ανάγκη του στρατού να εμφανίζεται αναντικατάστατος στο εσωτερικό.

Δεύτερον, οι αποτυχίες εσωτερικής ασφάλειας δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δευτερεύον ζήτημα. Ο ίδιος θεσμός που απαντά σε κοινωνικές κινητοποιήσεις με πραγματικά πυρά και αντιτρομοκρατικές απαγορεύσεις καλείται να συμβουλεύσει για αυτοσυγκράτηση, επαλήθευση και αποκλιμάκωση απέναντι στο Ιράν.

Τρίτον, οι στρατιωτικές δυνατότητες του Μουνίρ είναι ήδη δεσμευμένες σε πολλά εσωτερικά μέτωπα. Η ανάληψη πρόσθετων υποχρεώσεων μέσω του «Συμφώνου της Μέκκας» αυξάνει τον κίνδυνο υπερεπέκτασης.

Το τελικό μήνυμα της ανάλυσης προς την Ουάσινγκτον είναι σαφές: εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν το Πακιστάν ως μεσολαβητή προς το Ιράν, πρέπει να αξιολογούν το Ισλαμαμπάντ βάσει των αποτελεσμάτων της διπλωματίας του και όχι βάσει της προσωπικής πρόσβασης που διαθέτει ο Μουνίρ στον Λευκό Οίκο.

«Ένας ισχυρότερος πακιστανικός στρατός δεν δημιουργεί αυτομάτως ένα ισχυρότερο Πακιστάν. Και ένας ισχυρότερος Μουνίρ δεν δημιουργεί αυτομάτως έναν πιο αξιόπιστο εταίρο για τις Ηνωμένες Πολιτείες», καταλήγει το The Cipher Brief.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

GEOPOLITICO

Θεόδωρος Ατματζίδης: Η Αθήνα οφείλει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές στις δηλώσεις Φιντάν – Ζητήθηκε τουρκική άδεια για το καλώδιο;

Σοβαρά ερωτήματα για το διπλωματικό παρασκήνιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου και τον πραγματικό ρόλο της Τουρκίας στις διαδικασίες αδειοδότησης θέτει ο υποστράτηγος ε.α. και στρατηγικός αναλυτής Θεόδωρος Ατματζίδης. Με αφορμή τη δήλωση του Χακάν Φιντάν ότι «επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX», εξετάζει τις γαλλοτουρκικές επαφές για τις έρευνες του Abeille Marengo και προειδοποιεί για τον κίνδυνο η διπλωματική ενημέρωση να παρουσιαστεί ως αποδοχή τουρκικού δικαιώματος συναίνεσης. Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις της Αθήνας ότι η αδειοδότηση έγινε αποκλειστικά από τις ελληνικές αρχές, ο αρθρογράφος ζητεί σαφείς απαντήσεις για το περιεχόμενο των επαφών με την Άγκυρα, επισημαίνοντας ότι το πραγματικό διακύβευμα είναι η αποτροπή ενός επικίνδυνου προηγουμένου άτυπης συναπόφασης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Φιντάν: «Επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX» – Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και η τουρκική παγίδα: Ποιος τελικά έδωσε την άδεια σε ποιον;

Του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστράτηγος ε.α. Senior Manager | Security & Defence Consultant | Strategic Analyst

Η δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν ότι «επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX» για τις εργασίες του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου προκαλεί εύλογα ερωτήματα, τα οποία η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια. Τι ακριβώς επιλύθηκε και με ποιους όρους; Υπήρξε απλώς διπλωματική ενημέρωση της Τουρκίας ή κάποια μορφή συνεννόησης που επέτρεψε στην Άγκυρα να εμφανιστεί ως παράγοντας που έδωσε τη συγκατάθεσή του για την πραγματοποίηση των εργασιών;

Το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ μια διαφωνία για την έκδοση ναυτικών οδηγιών. Αγγίζει την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, τη στρατηγική σχέση Ελλάδας–Κύπρου και την προσπάθεια της Τουρκίας να αποκτήσει ρόλο ρυθμιστή των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το χρονικό της αντιπαράθεσης

Στις 6 Νοεμβρίου 2026, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διαδικασιών αδειοδότησης για τις εργασίες έρευνας και πόντισης του καλωδίου στο πλαίσιο του Great Sea Interconnector (GSI). Η σχετική αίτηση είχε υποβληθεί από τη γαλλική εταιρεία NEXANS, για λογαριασμό της εταιρείας GSI, ενώ η άδεια εκδόθηκε από τον υπουργό Εξωτερικών, κατόπιν θετικής γνωμοδότησης της αρμόδιας διυπουργικής επιτροπής. Ακολούθησε η έκδοση της ελληνικής NAVTEX 1411/26 από τον σταθμό Ηρακλείου της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, για τις σχετικές δραστηριότητες. [1][2]

Αντίστοιχα, η Κυπριακή Δημοκρατία εξέδωσε τη δική της NAVTEX 345/26, μέσω του σταθμού Λάρνακας, για τις έρευνες στο τμήμα που αφορά την κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), με ισχύ από τις 19 Νοεμβρίου 2026 έως τις 19 Μαρτίου 2027. [1]

Η τουρκική αντίδραση ήταν άμεση. Με την αντι-NAVTEX 1105/26 και σχετική ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, η Άγκυρα χαρακτήρισε τις εργασίες παράνομες, υποστηρίζοντας ότι τμήμα της περιοχής βρίσκεται εντός της υφαλοκρηπίδας που διεκδικεί και ότι απαιτείται προηγούμενη τουρκική συναίνεση. Επανέφερε, μάλιστα, τα όρια που έχει γνωστοποιήσει στα Ηνωμένα Έθνη από τον Μάρτιο του 2020, στη βάση των τουρκικών διεκδικήσεων που συνδέονται με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. [3]

Η τουρκική στάση αποκαλύπτει ότι η Άγκυρα δεν περιορίζεται στην αμφισβήτηση συγκεκριμένων θαλάσσιων περιοχών. Επιδιώκει να καταστήσει αποδεκτή την αντίληψη ότι σημαντικές δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να περνούν μέσα από τη δική της έγκριση ή συναίνεση.

Το γαλλικό παρασκήνιο και το ζήτημα της άδειας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πληροφορίες που δημοσίευσε η «Καθημερινή» σχετικά με τις επαφές της Γαλλίας με την Τουρκία για τις ερευνητικές δραστηριότητες του γαλλικού πλοίου Abeille Marengo.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα της 6ης Νοεμβρίου, η γαλλική πλευρά βρισκόταν σε επικοινωνία με την Άγκυρα, η οποία επιθυμούσε η σχετική συνεννόηση να αποτυπωθεί γραπτώς μέσω διπλωματικών διαύλων. Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η τοποθέτηση διπλωματικής πηγής κοντά στην τουρκική προεδρία, σύμφωνα με την οποία η τουρκική πλευρά θα εξέλαμβανε τη γαλλική προσέγγιση ως αίτημα χορήγησης άδειας από την Τουρκία. [4]

Αυτή η διατύπωση δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.

Είναι άλλο πράγμα μια διπλωματική ενημέρωση, με σκοπό την αποφυγή επεισοδίων και την ασφάλεια ενός ερευνητικού πλοίου, και εντελώς διαφορετικό η αναγνώριση ότι η Τουρκία διαθέτει αρμοδιότητα να εγκρίνει ή να απορρίπτει εργασίες σε περιοχές όπου η Ελλάδα ή η Κυπριακή Δημοκρατία ασκούν τα δικαιώματά τους.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία του στρατηγικού προβληματισμού. Εάν η Ελλάδα, έστω και μέσω της Γαλλίας, επιχείρησε να ζητήσει από την Τουρκία όχι απλώς να ενημερωθεί, αλλά να εγκρίνει ή να επιτρέψει την πραγματοποίηση των ερευνών, τότε η εξέλιξη αυτή θα είχε σοβαρές γεωπολιτικές συνέπειες. Θα δημιουργούσε την εντύπωση ότι η άσκηση δικαιωμάτων από την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία εξαρτάται από την αποδοχή μιας τρίτης χώρας, η οποία αμφισβητεί ακριβώς αυτά τα δικαιώματα.

Μια τέτοια προσέγγιση θα δημιουργούσε ένα προηγούμενο με επιπτώσεις πολύ πέρα από το συγκεκριμένο έργο. Η Τουρκία θα μπορούσε να επικαλείται στο μέλλον την ίδια διαδικασία ως ένδειξη ότι η ελληνική και κυπριακή πλευρά αποδέχονται στην πράξη την ανάγκη προηγούμενης τουρκικής συναίνεσης για δραστηριότητες στην περιοχή. Ακόμη και αν δεν υπήρχε ρητή νομική αναγνώριση, η επανάληψη μιας τέτοιας πρακτικής θα μπορούσε να ενισχύσει την τουρκική επιχειρηματολογία και να δυσχεράνει τη διαχείριση μελλοντικών κρίσεων.

Αυτό είναι το στρατηγικό ρίσκο: η διπλωματική επικοινωνία, εάν δεν οριοθετηθεί με σαφήνεια, να μετατραπεί σταδιακά σε αποδοχή ενός καθεστώτος άτυπης συναρμοδιότητας. Η αποφυγή ενός επεισοδίου αποτελεί θεμιτό και αναγκαίο στόχο. Η αναζήτηση, όμως, τουρκικής άδειας για την άσκηση δικαιωμάτων που η Ελλάδα θεωρεί ότι της ανήκουν είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα.

Η ελληνική κυβέρνηση, διά του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου, δήλως, τουλάχιστιν λεκτικά, στις 7 Νοεμβρίου ότι η άδεια ζητήθηκε και χορηγήθηκε αποκλειστικά από την Ελλάδα και ότι δεν υπήρξε συνεννόηση Αθήνας–Άγκυρας για την αδειοδότηση. Παράλληλα, διευκρινίστηκε ότι τυχόν άτυπη ενημέρωση της Τουρκίας από τη γαλλική πλευρά δεν συνιστά αναγνώριση δικαιωμάτων ή δικαιοδοσίας τρίτης χώρας. [5]

Αυτή είναι η επίσημη ελληνική θέση και πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τα πραγματικά δεδομένα. Παραμένει, ωστόσο, ένα ουσιαστικό ερώτημα: τι ακριβώς περιελάμβαναν οι επαφές της γαλλικής πλευράς με την Άγκυρα και γιατί η τουρκική πλευρά τις παρουσιάζει ως διαδικασία εξασφάλισης άδειας;

Η Αθήνα οφείλει να διαχωρίσει με απόλυτη σαφήνεια τρία διαφορετικά πράγματα:

  • την ενημέρωση μιας τρίτης χώρας,
  • τη διπλωματική συνεννόηση για την αποφυγή έντασης και
  • την αναζήτηση της συναίνεσής της.

Η σύγχυση μεταξύ αυτών των εννοιών δεν είναι απλώς ζήτημα διατύπωσης. Μπορεί να έχει συνέπειες για τη θέση της χώρας σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις και αντιπαραθέσεις.

Πώς παρουσιάζει η Τουρκία τις εξελίξεις

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κάλυψη του ζητήματος από τον τουρκικό Τύπο. Σε δημοσίευμά του στις 6 Νοεμβρίου 2026, το τουρκικό ειδησεογραφικό μέσο TRHaber χρησιμοποίησε τον χαρακτηριστικό τίτλο «Yunanistan’ın elektrik planı Türkiye’ye takıldı: Fransa Ankara’nın kapısında», δηλαδή «Το ηλεκτρικό σχέδιο της Ελλάδας προσέκρουσε στην Τουρκία: Η Γαλλία στην πόρτα της Άγκυρας». [8]

Το δημοσίευμα παρουσιάζει τις γαλλοτουρκικές διπλωματικές επαφές ως αναγκαίο βήμα για την επανέναρξη των ερευνών του Abeille Marengo. Αναφέρεται ειδικότερα στην επαφή της Γαλλίδας πρέσβειρας στην Άγκυρα, Isabelle Dumont, με τον Τούρκο υφυπουργό Εξωτερικών Mehmet Kemal Bozay, καθώς και στην απαίτηση της τουρκικής πλευράς για προηγούμενη γραπτή ενημέρωση σχετικά με τις ερευνητικές δραστηριότητες.

Παράλληλα, επαναφέρει την επιχειρηματολογία του Χακάν Φιντάν ότι η Τουρκία δεν αντιτίθεται κατ’ αρχήν στην ηλεκτρική διασύνδεση, αλλά επιδιώκει προηγούμενη ενημέρωση και συντονισμό για τις δραστηριότητες στις θαλάσσιες περιοχές που διεκδικεί.

Η συγκεκριμένη δημοσιογραφική προσέγγιση έχει πολιτική σημασία. Η τουρκική αφήγηση παρουσιάζει τη διπλωματική επικοινωνία της Γαλλίας με την Άγκυρα ως ένδειξη ότι η Τουρκία αποτελεί αναγκαίο παράγοντα για την προώθηση του έργου. Η διαφορά ανάμεσα στην ελληνική και την τουρκική προσέγγιση είναι εμφανής: η Αθήνα μιλά για αποκλειστική ελληνική αρμοδιότητα αδειοδότησης, ενώ η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει την προηγούμενη ενημέρωση και τη διπλωματική επικοινωνία ως αναγκαία προϋπόθεση για την πραγματοποίηση των ερευνών. Κατά την άποψή μου, τη σύγχυση και την ασάφεια που επικρατούν τις προκαλέσαμε σε μεγάλο βαθμό εμείς, με τις ασαφείς και αντιφατικές δηλώσεις μας σχετικά με τις προθέσεις και τις τελικές αποφάσεις της γαλλικής πλευράς.

Το δημοσίευμα βέβαια δεν αποδεικνύει ότι η Ελλάδα ή η Γαλλία αναγνώρισαν τουρκικό δικαίωμα συναίνεσης. Αποκαλύπτει, όμως, τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει τις εξελίξεις στο εσωτερικό της ως επιβεβαίωση της δικής της διπλωματικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η ευρύτερη ενεργειακή διάσταση της τουρκικής επιχειρηματολογίας. Ο Φιντάν έχει υποστηρίξει ότι η Τουρκία θα μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτική ενεργειακή διαδρομή για την περιοχή, προβάλλοντας τη δυνατότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του τουρκικού εδάφους αντί της κατασκευής δαπανηρών υποθαλάσσιων διασυνδέσεων. Η θέση αυτή καταδεικνύει ότι η Άγκυρα επιδιώκει να συνδέσει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της με τον ευρύτερο ενεργειακό σχεδιασμό της Ανατολικής Μεσογείου. [8]

Τι σημαίνει τελικά η δήλωση Φιντάν;

Η δήλωση του Τούρκου υπουργού ότι το ζήτημα επιλύθηκε δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Ενώ η Άγκυρα εμφανίζεται να μιλά για διευθέτηση, η τουρκική αντι-NAVTEX εξακολουθεί να ισχύει και η επίσημη τουρκική θέση επιμένει στην ανάγκη εξασφάλισης της δικής της συναίνεσης. Επιπλέον, το ρεπορτάζ της αγγλόφωνης «Καθημερινής» στις 7 Νοεμβρίου επισημαίνει ότι οι επαφές Παρισιού–Άγκυρας δεν φαίνεται να έχουν οδηγήσει σε συμφωνία αποδεκτή από την τουρκική πλευρά. Οι λεπτομέρειες των διπλωματικών ανταλλαγών παραμένουν αδιευκρίνιστες. [6]

Υπάρχουν, επομένως, τρεις πιθανές ερμηνείες.

Πρώτον, η Γαλλία προχώρησε σε ενημέρωση της Τουρκίας, χωρίς να ζητήσει άδεια και χωρίς να αναγνωρίσει οποιαδήποτε τουρκική αρμοδιότητα. Σε αυτή την περίπτωση, δεν προκύπτει ελληνική υποχώρηση.

Δεύτερον, υπήρξε κάποια διπλωματική συνεννόηση για την αποφυγή παρεμπόδισης των ερευνών, χωρίς αναγνώριση τουρκικών δικαιωμάτων. Και αυτή η εκδοχή θα μπορούσε να είναι θεμιτή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν δημιουργεί δεσμεύσεις για το μέλλον.

Τρίτον, η γαλλική ή άλλη εμπλεκόμενη πλευρά αποδέχθηκε, έστω και εμμέσως, ότι η πραγματοποίηση των ερευνών προϋποθέτει τουρκική συναίνεση. Εάν αυτό συνέβη, θα επρόκειτο για εξαιρετικά σοβαρή εξέλιξη, καθώς θα ενίσχυε την τουρκική επιδίωξη να μετατρέψει τις μονομερείς διεκδικήσεις της σε πρακτικά αποδεκτό καθεστώς συναπόφασης.

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν επαρκή δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν καμία από τις τρεις εκδοχές. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει την ελληνική κυβέρνηση από την υποχρέωση να εξηγήσει τι ακριβώς συζητήθηκε και ποιο ήταν το περιεχόμενο της επικοινωνίας της γαλλικής πλευράς με την Άγκυρα.

Το πραγματικό διακύβευμα είναι γεωπολιτικό

Το Great Sea Interconnector είναι έργο προϋπολογισμού περίπου 1,9 δισ. ευρώ, το οποίο αναπτύσσεται από τον Ανεξάρτητο Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ). Στόχος του είναι η ηλεκτρική διασύνδεση της Ελλάδας με την Κύπρο και, σε επόμενο στάδιο, η επέκταση προς το Ισραήλ. Η σημασία του είναι ενεργειακή, οικονομική και γεωστρατηγική, καθώς περιορίζει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και ενισχύει τη σύνδεσή της με το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα. [7]

Η Τουρκία αντιλαμβάνεται αυτή τη διάσταση. Η ολοκλήρωση του έργου ενισχύει τον άξονα Ελλάδας–Κύπρου και δημιουργεί νέες δυνατότητες συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς να εξαρτάται από τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της Άγκυρας.

Η τουρκική στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας» επιδιώκει την αμφισβήτηση των θαλάσσιων δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου και την επιβολή μιας αντίληψης περιφερειακής συνδιαχείρισης. Η επαναλαμβανόμενη έκδοση αντι-NAVTEX, οι παρεμβάσεις σε ερευνητικές δραστηριότητες και η επίκληση του τουρκολιβυκού μνημονίου εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική.

Η μεγαλύτερη επιτυχία της Άγκυρας θα ήταν να καταστήσει σταδιακά αυτονόητο ότι κάθε έργο ενεργειακής ή άλλης στρατηγικής σημασίας στην περιοχή χρειάζεται προηγουμένως τη δική της έγκριση. Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε προηγούμενο με συνέπειες πολύ ευρύτερες από το συγκεκριμένο καλώδιο.

Η ευθύνη της Αθήνας και η επόμενη δοκιμασία

Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται πλέον στο πεδίο. Η αναχώρηση του Abeille Marengo και η έναρξη των ερευνών θα δείξουν εάν η Τουρκία περιορίζεται σε διπλωματικές διαμαρτυρίες και αντι-NAVTEX ή εάν θα επιχειρήσει να παρεμποδίσει επιχειρησιακά την υλοποίηση του έργου. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «Καθημερινής» στις 7 Νοεμβρίου, το πλοίο αναμενόταν να αναχωρήσει στις 9 Νοεμβρίου, ενώ η εξέλιξη των ερευνών θα αποτελέσει κρίσιμο δείκτη της τουρκικής στάσης. [6]

Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να διασφαλίσει ότι η διαδικασία θα συνεχιστεί βάσει των αδειών που εξέδωσαν οι αρμόδιες ελληνικές και κυπριακές αρχές, χωρίς να δημιουργηθεί οποιαδήποτε εντύπωση ότι η Άγκυρα διαθέτει δικαίωμα έγκρισης ή αρνησικυρίας.

Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να διατηρεί ανοικτούς τους διπλωματικούς διαύλους και να επιδιώκει την αποφυγή μιας κρίσης. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να συγχέεται με την αναζήτηση άδειας από την Τουρκία. Εάν η ελληνική πλευρά, έστω μέσω της Γαλλίας, προσέφυγε στην Άγκυρα για να εξασφαλίσει την έγκρισή της, τότε θα πρέπει να εξηγηθεί ποια στρατηγική σκοπιμότητα εξυπηρετούσε μια τέτοια επιλογή και με ποιες εγγυήσεις αποτράπηκε η δημιουργία προηγουμένου.

Η διπλωματία οφείλει να υπηρετεί την αποκλιμάκωση, χωρίς να μεταβάλλει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκούνται τα δικαιώματα της χώρας. Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Η ενημέρωση δεν συνιστά αναγνώριση δικαιοδοσίας, η επικοινωνία δεν ισοδυναμεί με συναίνεση και η αποφυγή ενός επεισοδίου δεν πρέπει να οδηγεί σε πρακτικές που μπορούν να αξιοποιηθούν ως αποδοχή των τουρκικών διεκδικήσεων.

Το ερώτημα, όμως, δεν είναι εάν η Τουρκία δήλωσε ότι το πρόβλημα επιλύθηκε. Είναι εάν, μέσα από τη διαδικασία που προηγήθηκε, επιχειρεί να εμφανιστεί ως χώρα που έχει πλέον λόγο στην έγκριση ενός έργου μεταξύ δύο κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και η Αθήνα πρέπει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές.

Η Ανατολική Μεσόγειος δεν χρειάζεται νέους άτυπους μηχανισμούς συναπόφασης, ούτε τετελεσμένα που οικοδομούνται μέσα από τη σταδιακή εξοικείωση με μονομερείς διεκδικήσεις. Χρειάζεται σαφείς κανόνες, σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και κράτη που γνωρίζουν να υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους χωρίς να μετατρέπουν την αποφυγή της έντασης σε παραχώρηση αρμοδιοτήτων.

Γιατί τελικά, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος διατηρεί το δικαίωμα να αποφασίζει.

Και αυτό δεν μπορεί να το καθορίζει η επικοινωνιακή διαχείριση μιας διπλωματικής αντιπαράθεσης, αλλά το διεθνές δίκαιο και οι πραγματικές αρμοδιότητες των κρατών.

Γιατί εάν η υλοποίηση ενός στρατηγικού έργου Ελλάδας και Κύπρου εξαρτάται στην πράξη από την αποδοχή μιας τρίτης χώρας που αμφισβητεί τα δικαιώματά τους, τότε δεν πρόκειται απλώς για μια διπλωματική διευθέτηση. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει συνολικά τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και να δημιουργήσει προηγούμενο για τις μελλοντικές ενεργειακές και γεωπολιτικές πρωτοβουλίες της Ελλάδας και της Κύπρου.

Πηγές

[1] Καθημερινή, 6 Νοεμβρίου 2026, «Εκδόθηκε η NAVTEX για το Abeille Marengo – Ξεκινούν οι έρευνες για το καλώδιο».

[2] Reuters, 6 Νοεμβρίου 2026, Greece advances Cyprus power link, grants permits for surveys and cable works.

[3] Καθημερινή/eKathimerini, 6 Νοεμβρίου 2026, ρεπορτάζ για την ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και την αντι-NAVTEX της Άγκυρας.

[4] Καθημερινή, 6 Νοεμβρίου 2026, «Οι απαιτήσεις της Τουρκίας για το καλώδιο – Επαφές με τη Γαλλία για το Abeille Marengo».

[5] ΕΡΤnews, 7 Νοεμβρίου 2026, δηλώσεις του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου για την ελληνική αδειοδότηση και τις επαφές με την Τουρκία.

[6] eKathimerini, 7 Νοεμβρίου 2026, Cable project faces major test.

[7] Reuters, 6 Νοεμβρίου 2026, Greece advances Cyprus power link, grants permits for surveys and cable works.

[8] TRHaber, 6 Νοεμβρίου 2026, Yunanistan’ın elektrik planı Türkiye’ye takıldı: Fransa Ankara’nın kapısında.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ποιος ελέγχει πραγματικά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου; Οι αποκαλύψεις πρώην δικαστή

Σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την εσωτερική ισορροπία εξουσιών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναδεικνύει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, παρουσιάζοντας την κριτική του πρώην δικαστή Boštjan M. Zupančič. Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται ο ρόλος της μόνιμης Γραμματείας του Δικαστηρίου, η οποία, σύμφωνα με τον Zupančič, ασκεί δυσανάλογη επιρροή στην επεξεργασία των προσφυγών και στη διαμόρφωση των αποφάσεων, σε βάρος του ουσιαστικού ελέγχου από τους ίδιους τους δικαστές. Η συζήτηση επεκτείνεται στην ανάγκη ενίσχυσης της αιτιολόγησης των απορριπτικών αποφάσεων και στη θεσμική θωράκιση της ανεξαρτησίας του Δικαστηρίου.

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι δικαστές έρχονται και παρέρχονται. Η γραμματεία παραμένει.

Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός (ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου)

Σε άρθρο του με τίτλο «Ποιος ελέγχει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου;» (“Who Controls the European Court of Human Rights?”), ο Boštjan M. Zupančič, πρώην δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ασκεί έντονη κριτική στον τρόπο λειτουργίας του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι η μόνιμη Γραμματεία του (Registry) διαθέτει στην πράξη δυσανάλογη εξουσία έναντι των ίδιων των δικαστών.

Ο Boštjan M. Zupančič, αντλώντας στοιχεία από την προσωπική του εμπειρία και το βιβλίο του “On the European Court of Human Rights: An Insider’s Retrospective (1998–2016)”, θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: Ελέγχουν οι δικαστές την προετοιμασία των αποφάσεών τους ή είναι η διοίκηση του Δικαστηρίου εκείνη που καθορίζει τι βλέπουν οι δικαστές;

Κατά τον Zupančič, οι νομικοί της Γραμματείας διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στην επεξεργασία των προσφυγών, καθώς επιλέγουν τα πραγματικά περιστατικά που παρουσιάζονται στους δικαστές, προσδιορίζουν τα νομικά ζητήματα και συντάσσουν σχέδια αποφάσεων. Επομένως, η παράλειψη ενός εγγράφου ή επιχειρήματος μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την έκβαση μιας υπόθεσης, χωρίς ο δικαστής να αντιληφθεί ποτέ την παράλειψη.

Ιδιαίτερη κριτική ασκεί στην απόρριψη προσφυγών χωρίς επαρκή και εξατομικευμένη αιτιολογία. Όπως επισημαίνει, χιλιάδες υποθέσεις απορρίπτονταν χωρίς ουσιαστική νομική αιτιολόγηση κατά τη διάρκεια της θητείας του. Μολονότι το 2017 θεσπίστηκε σύστημα αναλυτικότερης αιτιολόγησης των αποφάσεων μονομελούς δικαστή, θεωρεί ότι εξακολουθούν να υφίστανται προβλήματα διαφάνειας. Υποστηρίζει ότι μια αναιτιολόγητη απόρριψη εμποδίζει τον προσφεύγοντα να διαπιστώσει εάν η απόφαση οφείλεται σε ορθή νομική κρίση, παρανόηση ή αυθαιρεσία.

Ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα αφορά τη θεσμική ανισορροπία μεταξύ δικαστών και μόνιμων υπαλλήλων. Οι δικαστές υπηρετούν μία μη ανανεώσιμη εννεαετή θητεία, ενώ τα στελέχη της Γραμματείας μπορούν να παραμένουν επί δεκαετίες. Σύμφωνα με τον πρώην δικαστή, απαιτούνται δύο έως τρία χρόνια για να κατανοήσει ένας νεοδιορισμένος δικαστής τους πραγματικούς μηχανισμούς λειτουργίας του θεσμού. Αντίθετα, οι μόνιμοι υπάλληλοι διατηρούν τη θεσμική μνήμη, τις εσωτερικές σχέσεις και την επιρροή τους ανεξαρτήτως των αλλαγών στη σύνθεση του Δικαστηρίου.

Ο Zupančič συνδέει το πρόβλημα με τη διοικητική και οικονομική εξάρτηση του ΕΔΔΑ από το Συμβούλιο της Ευρώπης, επισημαίνοντας ότι οι δικαστές δεν ασκούν πλήρη έλεγχο στο προσωπικό της Γραμματείας. Παράλληλα, επικαλείται προσωπική καταγγελία του σχετικά με τη συμπεριφορά της Γραμματείας, η οποία απορρίφθηκε, κατά τον ίδιο, χωρίς επαρκή ενημέρωση για τη διαδικασία διερεύνησής της. Διευκρινίζει, πάντως, ότι αυτό δεν αποδεικνύει την καταγγελλόμενη παραβατική συμπεριφορά.

Καταλήγοντας, ζητεί αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο της προετοιμασίας των υποθέσεων, ουσιαστική αιτιολόγηση των απορριπτικών αποφάσεων και ανεξάρτητες διαδικασίες διερεύνησης διοικητικών παραπτωμάτων.

Το βασικό του συμπέρασμα συνοψίζεται στη φράση: «Οι δικαστές έρχονται και παρέρχονται. Η Γραμματεία παραμένει». Κατά την άποψή του, το Δικαστήριο οφείλει να διοικείται πραγματικά από τους δικαστές του και όχι να περιορίζεται στην τυπική επικύρωση αποφάσεων που έχουν διαμορφωθεί από τον μόνιμο διοικητικό μηχανισμό.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Ποιος εξέθρεψε το τουρκικό θηρίο στην Ανατ. Μεσόγειο;

Γράφει ο Κώστας Μαυρίδης
Για αρκετά χρόνια τεκμηριώνουμε ότι η χρόνια πολιτική της Αθήνας να «υψώνει τα χέρια» απέναντι στις τουρκικές μεθοδεύσεις, έχει εκθρέψει τον τουρκικό επεκτατισμό. Η επικρατούσα αθηναϊκή «φοβία» είναι και αποτέλεσμα της τουρκικής προπαγάνδας η οποία διείσδυσε σε μερίδα της εγχώριας πολιτικής αντίληψης.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Κώστας Μαυρίδης, Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ (S&D)

Για αρκετά χρόνια τεκμηριώνουμε ότι η χρόνια πολιτική της Αθήνας να «υψώνει τα χέρια» απέναντι στις τουρκικές μεθοδεύσεις, έχει εκθρέψει τον τουρκικό επεκτατισμό. Η επικρατούσα αθηναϊκή «φοβία» είναι και αποτέλεσμα της τουρκικής προπαγάνδας η οποία διείσδυσε σε μερίδα της εγχώριας πολιτικής αντίληψης.

Συγκεκριμένα, το Δίκαιο της Θάλασσας (ΟΗΕ) ισχύει για δεκαετίες κι είναι δεσμευτικό δίκαιο της ΕΕ, αλλά διαδοχικές Κυβερνήσεις στην Αθήνα δεν το άσκησαν, αφήνοντας την Ανατ. Μεσόγειο εκτεθειμένη στον τουρκικό επεκτατισμό. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, η Αθήνα προχώρησε σε ακατανόητα βήματα στήριξης προς την επεκτατική Τουρκία. Όταν το 2019-20 υπήρξε πρωτοφανής καταδίκη του παράνομου «Τουρκολιβυκού Μνημονίου» από ΕΕ, η Αθήνα ανέτρεψε το ευνοϊκό περιβάλλον για κυρώσεις, μεταθέτοντας τις τουρκικές παρανομίες στο «διμερή διάλογο» Ελλάδας-Τουρκίας, προώθησε τον συμπρωταγωνιστή του τουρκικού επεκτατισμού ως επικεφαλής διεθνούς οργανισμού και ξέπλυνε την Τουρκία μέσω της «Συνθήκης Φιλίας» και τα περιβόητα «ήρεμα νερά» με υποχώρηση στην Κάσο κι αλλού. Η Τουρκία ανταπόδωσε με θεσμική εισβολή στο Αιγαίο και Αν. Μεσόγειο με το «Τουρκολιβυκό Μνημόνιο», με «τουρκική οδηγία NAFTEX διαρκείας» στο Αιγαίο, με την «Γαλάζια Φαντασίωση» που αποτελεί μέρος και των τουρκικών σχολικών βιβλίων και διάφορα άλλα μαζί με την συνεχιζόμενη κατοχή εδάφους της ΕΕ στην Κύπρο. Για όσους ακόμη αναλώνονται σε εγχώριες ψευδαισθήσεις, προτάσσουμε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς ένα πολεμικό αεροσκάφος ή φρεγάτα, οριοθέτησε ΑΟΖ με τρίτες χώρες, όπως πρότεινε και στην Αθήνα από το 2003 κι ακόμη … εκκρεμεί. Πάντως, η σημερινή συγκυρία είναι πρωτόγνωρα ευνοϊκή για υλοποίηση του Ευρωπαϊκού Έργου πόντισης καλωδίου σύνδεσης Κύπρου-Ελλάδας, το οποίο σβήνει στην πράξη την νεο-οθωμανική «Γαλάζια Φαντασίωση», ενώ τυχόν «γραπτή ενημέρωση» προς την Τουρκία θα αποτελεί την κερκόπορτα για τουρκική συγκυριαρχία στο Αιγαίο και πέραν!  

Η πρόσφατη Έκθεση της Ευρ. Επιτροπής για την Τουρκία είναι άλλο ένα παράδειγμα εγχώριων ψευδαισθήσεων. Η Έκθεση περιλαμβάνει σοβαρές αρνητικές διαπιστώσεις για την κατάσταση εντός Τουρκίας καθώς και τον αυξανόμενο παραβατικό της ρόλο στην Ανατ. Μεσόγειο, με δεδομένες άλλες παρανομίες δεκαετιών στην Κύπρο κι αλλού. Η Έκθεση αναδείχθηκε εγχώρια με ηχηρούς τίτλους όπως «χαστούκι της ΕΕ στην Τουρκία» κι «ισχυρά μηνύματα προς Τουρκία». Αυτά θα είχαν ουσιαστικό νόημα αν η Τουρκία επιθυμούσε να προσαρμοστεί στους ενταξιακούς κανόνες της ΕΕ, που όχι μόνο απορρίπτει, αλλά απαιτεί από την ΕΕ να «προσαρμοστεί»!. Δεδομένου ότι οι ενταξιακές της Τουρκίας είναι παγωμένες από το 2018 για λόγους που χειροτέρεψαν, το πλέον σημαντικό είναι ότι η Έκθεση:

α) ΔΕΝ προτείνει τερματισμό των ενταξιακών κι έτσι το τουρκικό καθεστώς απολαμβάνει σημαντικά προνόμια με περαιτέρω προοπτική σε στρατηγικούς τομείς (εμπόριο, ενέργεια και άμυνα)

β) ΔΕΝ προτείνει κυρώσεις ή λήψη μέτρων για παραβίαση νομικών υποχρεώσεων της Τουρκίας προς την ΕΕ που απορρέουν από την Τελωνειακή Ένωση κι αφορούν την Κυπριακή Δημοκρατία.

Η σχέση μας με την Τουρκία βασίζεται στην βούληση της ηγεσίας με πρωταγωνιστή την Αθήνα για ορθολογική στρατηγική απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό, που χρόνια τεκμηριώνουμε αλλά ως τώρα δεν υπήρξε και στην αποτρεπτική ισχύ των ενόπλων δυνάμεων που όντως υπάρχει και μας διασώζει από χειρότερα.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO17 λεπτά πριν

Θεόδωρος Ατματζίδης: Η Αθήνα οφείλει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές στις δηλώσεις Φιντάν – Ζητήθηκε τουρκική άδεια για το καλώδιο;

Σοβαρά ερωτήματα για το διπλωματικό παρασκήνιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου και τον πραγματικό ρόλο της Τουρκίας στις διαδικασίες αδειοδότησης θέτει...

Γενικά θέματα25 λεπτά πριν

«ΖΕΥΣ» και «Δαίδαλος» μαγέψαν το Ηράκλειο: Εντυπωσιακές επιδείξεις της Πολεμικής Αεροπορίας πάνω από τον Καράβολα

Οι πιλότοι της Πολεμικής Αεροπορίας πραγματοποίησαν σήμερα εντυπωσιακούς ελιγμούς και διελεύσεις πάνω από το παραλιακό μέτωπο της πόλης, στο πλαίσιο...

GEOPOLITICO26 λεπτά πριν

Ποιος ελέγχει πραγματικά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου; Οι αποκαλύψεις πρώην δικαστή

Σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την εσωτερική ισορροπία εξουσιών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναδεικνύει ο...

Διεθνή54 λεπτά πριν

GSI: Τουρκικό UAV επιτηρεί το γαλλικό ερευνητικό για το GSI

Την ώρα που η Άγκυρα αμφισβητεί τις ελληνικές και κυπριακές NAVTEX, τουρκικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος με διακριτικό VATOZ17 πραγματοποιεί, σύμφωνα...

Άμυνα1 ώρα πριν

Τεχνολογικό άλμα για τον Ελληνικό Στρατό: Ισπανικά ρομπότ, C-UAS και τηλεχειριζόμενοι πύργοι στο “τραπέζι” του ΓΕΣ

Στις 30 Οκτ 26, πραγματοποιήθηκε παρουσίαση από εκπροσώπους της εταιρείας «ΕΜ&Ε Group» σε επιτελείς του ΓΕΣ, σχετικά με τα προϊόντα...

Δημοφιλή