GEOPOLITICO
Ατζέντα 2030: Η πραγματική δοκιμασία του εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων βρίσκεται στο ανθρώπινο δυναμικό
Η «Ατζέντα 2030» παρουσιάζεται ως η μεγάλη μεταρρύθμιση που θα αλλάξει το πρόσωπο των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, όμως η πραγματική της επιτυχία δεν θα κριθεί μόνο από τα νέα οπλικά συστήματα, τις συγχωνεύσεις στρατοπέδων ή τις οργανωτικές αλλαγές. Θα κριθεί κυρίως από το αν μπορεί να εξασφαλίσει επαρκές, εκπαιδευμένο και έμπειρο προσωπικό, ικανό να στηρίξει τη νέα δομή άμυνας σε ένα ολοένα πιο απαιτητικό γεωπολιτικό περιβάλλον.
Του Θεόδωρου Ατματζίδη
Υποστράτηγου ε.α., πρώην Διευθυντή Στρατιωτικής Συνεργασίας στο SHAPE του ΝΑΤΟ, ανεξάρτητου αναλυτή στρατηγικής και ασφάλειας
Η «Ατζέντα 2030» του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας συνιστά μία από τις σημαντικότερες προσπάθειες αναδιοργάνωσης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων των τελευταίων ετών. Η αλλαγή της δομής διοίκησης, η συγχώνευση στρατοπέδων, η αναμόρφωση της σταδιοδρομίας, η αναβάθμιση της στρατιωτικής εκπαίδευσης και η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών αποσκοπούν στη δημιουργία ενός αποτελεσματικότερου αμυντικού μηχανισμού, ικανού να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός περιβάλλοντος που μεταβάλλεται ταχύτατα.
Η ανάγκη αυτής της προσπάθειας είναι αναμφισβήτητη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η επιστροφή της στρατιωτικής ισχύος στο επίκεντρο των διεθνών σχέσεων έχουν αναδείξει τη σημασία της αντιαεροπορικής άμυνας, των μη επανδρωμένων συστημάτων, του ηλεκτρονικού πολέμου, της κυβερνοασφάλειας και της ταχύτητας λήψης αποφάσεων. Παράλληλα, επιβεβαιώνουν ότι ακόμη και τα πλέον προηγμένα οπλικά συστήματα αποκτούν πραγματική αξία μόνο όταν εντάσσονται σε ένα λειτουργικό επιχειρησιακό σύστημα, με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, επαρκή τεχνική υποστήριξη, αξιόπιστη διοικητική μέριμνα και σαφή κατανομή ευθυνών.
Η στρατιωτική ισχύς δεν προκύπτει από την απλή πρόσθεση εξοπλισμών και οργανωτικών σχημάτων. Είναι αποτέλεσμα της συνδυασμένης λειτουργίας ανθρώπων, ηγεσίας, εκπαίδευσης, τεχνολογίας και επιχειρησιακού σχεδιασμού. Αυτή η αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν αξιολογούμε μια μεταρρύθμιση τέτοιας έκτασης.
Θα ήταν, επομένως, πραγματικά αβάσιμο να υποστηρίξει κανείς ότι η Ατζέντα 2030 αγνοεί συνολικά το προσωπικό. Το θεσμικό της πλαίσιο περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη σταδιοδρομία, τις αποδοχές, την εκπαίδευση και τη στρατολογία, ενώ έχουν ανακοινωθεί παρεμβάσεις στη στέγαση και στη μέριμνα των στρατιωτικών. Με τον ν. 5265/2026, «Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή», οι αλλαγές απέκτησαν συγκεκριμένη νομοθετική βάση [1].
Η ουσιαστική κριτική βρίσκεται αλλού: στην επάρκεια των παρεμβάσεων, στη μεταξύ τους συνοχή και στην ικανότητά τους να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες προσέλκυσης, εκπαίδευσης και διατήρησης έμπειρων στελεχών. Μια μεταρρύθμιση μπορεί να είναι συνεκτική ως οργανωτικό σχέδιο και ταυτόχρονα να συναντήσει σοβαρές δυσκολίες κατά την εφαρμογή της, εάν οι άνθρωποι που καλούνται να την υλοποιήσουν δεν διαθέτουν επαρκή κίνητρα, επαγγελματική προοπτική και σταθερές συνθήκες υπηρεσίας.
Για την Ελλάδα, η διάσταση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η γεωγραφία, οι εκτεταμένες θαλάσσιες περιοχές, η νησιωτικότητα, οι απαιτήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο και η ανάγκη διαρκούς παρουσίας στον Έβρο δημιουργούν συγκεκριμένες ανάγκες στελέχωσης και ετοιμότητας. Η επιτυχία της Ατζέντας 2030 θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν ο σχεδιασμός λαμβάνει επαρκώς υπόψη αυτές τις ιδιαιτερότητες.
Οι στρατιωτικές σχολές αποκαλύπτουν τις δυσκολίες ανανέωσης του προσωπικού
Η προσέλκυση νέων στελεχών αποτελεί έναν από τους πρώτους δείκτες με τους οποίους μπορεί να αξιολογηθεί η ελκυστικότητα της στρατιωτικής σταδιοδρομίας. Τα στοιχεία εισαγωγής στις στρατιωτικές σχολές για το 2025 ανέδειξαν σημαντικές δυσκολίες: σύμφωνα με δημοσιευμένες καταγραφές, παρέμειναν κενές 473 από τις 1.557 θέσεις, δηλαδή περίπου το 30%, με σημαντικό μέρος των κενών να αφορά σχολές υπαξιωματικών [2].
Το 2026 σημειώθηκε ουσιαστική βελτίωση. Οι κενές θέσεις περιορίστηκαν σε 227 από τις 1.556, περίπου στο 15%, σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία για τις εισαγωγές [3]. Η εξέλιξη αυτή πρέπει να αναγνωριστεί. Δείχνει ότι η εικόνα δεν είναι αμετάβλητη και ότι οι συνθήκες προσέλκυσης μπορούν να βελτιωθούν. Δεν αρκεί, ωστόσο, για να συναχθεί ότι το πρόβλημα έχει επιλυθεί ή ότι η μεταβολή οφείλεται σε ένα συγκεκριμένο μέτρο.
Η συνολική βελτίωση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Οι διαθέσιμες καταγραφές για το 2026 εξακολουθούν να εμφανίζουν κενά σε σχολές, με ιδιαίτερη ανησυχία για ορισμένες ναυτικές ειδικότητες. Τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί για τη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών Ναυτικού και τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων αναδεικνύουν την ανάγκη προσεκτικής εξέτασης της ελκυστικότητας των συγκεκριμένων σταδιοδρομιών [3].
Η εικόνα αυτή αξίζει ιδιαίτερη προσοχή. Η Ελλάδα είναι κατεξοχήν ναυτική χώρα, με οικονομικά, γεωστρατηγικά και αμυντικά συμφέροντα που συνδέονται άμεσα με τη θάλασσα. Το Πολεμικό Ναυτικό καλείται να διατηρεί παρουσία, ετοιμότητα και δυνατότητα επιχειρήσεων σε ένα σύνθετο περιβάλλον, ενώ τα νέα πλοία και τα σύγχρονα συστήματα απαιτούν εξειδικευμένους χειριστές και τεχνικούς. Επομένως, οι δυσκολίες προσέλκυσης προσωπικού σε συγκεκριμένες ναυτικές ειδικότητες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλό πρόβλημα εκπαιδευτικών επιλογών.
Χρειάζεται, βέβαια, προσοχή στην ερμηνεία των αριθμών. Οι κενές θέσεις του 2025 δεν αποδεικνύουν ότι προκλήθηκαν από την Ατζέντα 2030, όπως και η βελτίωση του 2026 δεν αποδεικνύει ότι το πρόβλημα έχει επιλυθεί. Οι επαγγελματικές επιλογές των νέων επηρεάζονται από τις αποδοχές, τις συνθήκες υπηρεσίας, τη γεωγραφική κινητικότητα, το κόστος διαβίωσης και τις δυνατότητες απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα.
Επιπλέον, η εισαγωγή σε μια στρατιωτική σχολή δεν ισοδυναμεί με την ολοκλήρωση των σπουδών, ενώ η αποφοίτηση δεν εγγυάται τη μακροχρόνια παραμονή στην υπηρεσία.
Η στελέχωση πρέπει να εξετάζεται σε ολόκληρο τον κύκλο της σταδιοδρομίας, από την προσέλκυση και την εκπαίδευση μέχρι την τοποθέτηση στις μονάδες και τη διατήρηση των στελεχών με κρίσιμες γνώσεις.
Για τον λόγο αυτό, το Υπουργείο χρειάζεται ένα συστηματικό και διαρκώς ενημερωμένο σύστημα παρακολούθησης, με στοιχεία ανά Κλάδο και ειδικότητα για τις εισαγωγές, τις αποφοιτήσεις, τις αποχωρήσεις κατά την εκπαίδευση, τις παραιτήσεις και την κάλυψη των οργανικών θέσεων. Χωρίς αυτή την εικόνα, η διοίκηση δυσκολεύεται να διακρίνει αν αντιμετωπίζει μια πρόσκαιρη διακύμανση ή ένα πρόβλημα που απειλεί τη μακροπρόθεσμη επιχειρησιακή της ικανότητα.
Η διατήρηση της εμπειρίας και η εμπιστοσύνη στη διοίκηση
Η ανανέωση του προσωπικού δεν κρίνεται μόνο από το πόσοι εισέρχονται στις Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά και από το πόσοι επιλέγουν να παραμείνουν. Η δεύτερη διάσταση είναι συχνά δυσκολότερη, επειδή αφορά τη συσσωρευμένη εμπειρία, την τεχνική κατάρτιση και την επιχειρησιακή συνέχεια.
Στο δημόσιο πεδίο έχουν δημοσιευθεί καταγραφές που υποδεικνύουν αυξημένες παραιτήσεις στο Πολεμικό Ναυτικό. Ορισμένα δημοσιεύματα αναφέρουν 179 παραιτήσεις το 2023, 291 το 2024 και 353 το 2025, ενώ άλλες καταγραφές δίνουν διαφορετικούς αριθμούς. Υπάρχουν επίσης αναφορές για αυξημένες αποχωρήσεις κατά το πρώτο τετράμηνο του 2026 [4][5].
Τα στοιχεία αυτά χρειάζονται επιφύλαξη. Δεν αποτελούν ενιαία, επίσημη στατιστική σειρά του Υπουργείου και οι επιμέρους καταγραφές δεν συμφωνούν πλήρως μεταξύ τους. Δεν είναι, επομένως, ορθό να χρησιμοποιούνται ως οριστική απόδειξη ότι η Ατζέντα 2030 προκαλεί μαζική έξοδο στελεχών. Είναι, όμως, επαρκής λόγος για να ζητηθούν συστηματική καταγραφή, διαφάνεια και διερεύνηση των αιτιών.
Μια παραίτηση μπορεί να σχετίζεται με τις νέες ρυθμίσεις σταδιοδρομίας, αλλά μπορεί επίσης να αντανακλά δυσαρέσκεια που προϋπήρχε, οικογενειακές δυσκολίες, καλύτερες οικονομικές προοπτικές στον ιδιωτικό τομέα ή αυξημένη ζήτηση για τεχνικές δεξιότητες. Η χρονική σύμπτωση δύο εξελίξεων δεν αρκεί για να αποδείξει σχέση αιτίου και αποτελέσματος.
Ειδικά στο Πολεμικό Ναυτικό, η απώλεια ενός έμπειρου τεχνικού ή αξιωματικού μπορεί να έχει συνέπειες που δεν αποτυπώνονται άμεσα στους συνολικούς αριθμούς. Η εκπαίδευση ενός νέου στελέχους απαιτεί χρόνο, ενώ η εμπειρία στη λειτουργία και στη συντήρηση σύνθετων συστημάτων αποκτάται μέσα από πραγματική υπηρεσία. Η αποχώρηση ενός ανθρώπου με πολυετή εξειδίκευση μπορεί να δημιουργήσει κενό που δεν καλύπτεται απλώς με την τοποθέτηση κάποιου άλλου στην ίδια οργανική θέση.
Το ίδιο ισχύει για τους τεχνικούς της Πολεμικής Αεροπορίας, τους ειδικούς επικοινωνιών, τους αναλυτές πληροφοριών, τους επαγγελματίες της κυβερνοασφάλειας και όσους υποστηρίζουν σύγχρονα συστήματα διοίκησης και ελέγχου. Σε αυτές τις ειδικότητες, η στρατιωτική υπηρεσία ανταγωνίζεται μια αγορά εργασίας που μπορεί να προσφέρει διαφορετικές αποδοχές, μεγαλύτερη γεωγραφική σταθερότητα ή περισσότερες δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης.
Η ενδεδειγμένη απάντηση είναι η καθιέρωση ετήσιας επίσημης έκθεσης ανθρώπινου δυναμικού, με στοιχεία για τις αποχωρήσεις ανά Κλάδο, βαθμό και ειδικότητα, καθώς και με συστηματικές συνεντεύξεις εξόδου. Η δημοσίευση συγκεντρωτικών δεδομένων δεν απαιτεί αποκάλυψη ευαίσθητων επιχειρησιακών πληροφοριών. Αντίθετα, θα επέτρεπε στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία να εντοπίζει έγκαιρα τα προβλήματα και να παρεμβαίνει με βάση πραγματικά δεδομένα.
Η εμπιστοσύνη στη διοίκηση συνδέεται άμεσα και με το σύστημα σταδιοδρομίας. Ο ν. 5265/2026 αποτελεί κεντρικό στοιχείο της θεσμικής μεταρρύθμισης, καθώς επιχειρεί να αναμορφώσει το πλαίσιο εξέλιξης αξιωματικών, υπαξιωματικών και επαγγελματιών οπλιτών, μαζί με τις σχετικές ρυθμίσεις για την εκπαίδευση, τις αποδοχές και τη στρατολογία [1].
Η επιδίωξη εξορθολογισμού της ιεραρχίας και σύνδεσης της εξέλιξης με τις πραγματικές υπηρεσιακές ανάγκες είναι θεμιτή. Κανένας σύγχρονος στρατός δεν μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά όταν οι οργανικές θέσεις, οι απαιτήσεις κάθε βαθμού και η επαγγελματική επάρκεια δεν συνδέονται μεταξύ τους. Η μεταρρύθμιση, ωστόσο, δεν κρίνεται μόνο από την εσωτερική λογική των διατάξεών της, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται και γίνονται αντιληπτές από το προσωπικό.
Η αίσθηση δικαιοσύνης στη σταδιοδρομία αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα λειτουργίας ενός στρατιωτικού οργανισμού. Η ιεραρχία δεν στηρίζεται μόνο στην τυπική εξουσία του βαθμού. Χρειάζεται σαφείς κανόνες, προβλεψιμότητα, αναγνώριση της επαγγελματικής αξίας και εμπιστοσύνη ότι οι κρίσεις και οι προαγωγές βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια.
Στη δημόσια συζήτηση έχουν διατυπωθεί ενστάσεις από εκπροσώπους των υπαξιωματικών σχετικά με τις προοπτικές εξέλιξής τους και τις συνέπειες του νέου πλαισίου [6]. Οι αντιδράσεις αυτές δεν πρέπει να απορρίπτονται εκ προοιμίου ως συντεχνιακή αντίδραση απέναντι στην αλλαγή. Χρειάζεται εξέταση των συγκεκριμένων διατάξεων και των επιπτώσεών τους στην υπηρεσιακή πραγματικότητα.
Οι υπαξιωματικοί αποτελούν βασικό φορέα επιχειρησιακής συνέχειας. Είναι συχνά οι άνθρωποι που γνωρίζουν σε βάθος τον εξοπλισμό, τις τεχνικές διαδικασίες, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες των μέσων, αλλά και τις πραγματικές απαιτήσεις της καθημερινής λειτουργίας μιας μονάδας. Συνδέουν τις κατευθύνσεις της διοίκησης με την πρακτική εκτέλεση της αποστολής, μεταφέρουν εμπειρία στους νεότερους και συμβάλλουν στη διατήρηση της τεχνογνωσίας όταν αλλάζουν οι διοικήσεις.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στο ζήτημα των αποστρατειών συνταγματαρχών, καθώς πίσω από κάθε υπηρεσιακή μεταβολή βρίσκονται άνθρωποι με πολυετή προσφορά, σημαντική επαγγελματική εμπειρία και συσσωρευμένη γνώση της λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων. Οι αποφάσεις που αφορούν τη σταδιοδρομία τους δεν επηρεάζουν μόνο την προσωπική και επαγγελματική τους πορεία, αλλά και τον οικογενειακό προγραμματισμό, τις οικονομικές υποχρεώσεις και τις προοπτικές που έχουν διαμορφώσει έπειτα από δεκαετίες υπηρεσίας.
Όταν οι αλλαγές στην ιεραρχική εξέλιξη ή στις προϋποθέσεις παραμονής δεν συνοδεύονται από επαρκή ενημέρωση, σαφή κριτήρια και αίσθημα δικαιοσύνης, είναι εύλογο να δημιουργούνται προβληματισμός και αβεβαιότητα και σε άλλα στελέχη που παρακολουθούν τις εξελίξεις. Το ζήτημα, επομένως, δεν περιορίζεται στις συνέπειες για όσους αποστρατεύονται, αλλά αφορά και το ηθικό, την εμπιστοσύνη στη διοίκηση και την αντίληψη ότι η πολυετής προσφορά αναγνωρίζεται μέσα από σταθερούς και αξιοκρατικούς κανόνες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ένοπλες Δυνάμεις επιδιώκουν να διατηρήσουν την εμπειρία και να ενισχύσουν την επαγγελματική προοπτική των στελεχών τους, η διαχείριση των αποστρατειών πρέπει να αποτελεί μέρος μιας συνολικής και συνεκτικής πολιτικής προσωπικού.
Η κατάλληλη αντιμετώπιση δεν είναι η διατήρηση κάθε παλαιάς ρύθμισης ανεξάρτητα από την αποτελεσματικότητά της. Είναι η εφαρμογή σαφών και διαφανών κριτηρίων, η πρόβλεψη δίκαιων μεταβατικών ρυθμίσεων, η ουσιαστική αξιολόγηση της εμπειρίας και η ύπαρξη διαδικασιών επανεξέτασης όπου διαπιστώνονται ανεπιθύμητες συνέπειες. Η διοίκηση οφείλει, παράλληλα, να αξιολογεί με μετρήσιμα δεδομένα αν το νέο πλαίσιο βελτιώνει την κάλυψη των οργανικών θέσεων, ενισχύει την επαγγελματική επάρκεια και διατηρεί τα έμπειρα στελέχη.
Αποδοχές, στέγαση και το πραγματικό κόστος της στρατιωτικής σταδιοδρομίας
Στις 28 Μαρτίου 2025, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας ανακοίνωσε αυξήσεις αποδοχών από 13% έως 20% και πλέον, με συνολική ενίσχυση 268 εκατομμυρίων ευρώ. Σύμφωνα με την επίσημη παρουσίαση, περίπου το 60% της ενίσχυσης συνδέεται με εξοικονομήσεις που αναμένονται από τον εξορθολογισμό της δομής και της λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων [7].
Η αύξηση των αποδοχών είναι θετική παρέμβαση, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος διαβίωσης επιβαρύνει τα νοικοκυριά. Η αποτελεσματικότητά της, ωστόσο, πρέπει να αξιολογηθεί σε σχέση με τις πραγματικές συνθήκες υπηρεσίας και όχι μόνο με το ονομαστικό ποσοστό της αύξησης.
Ένας στρατιωτικός που υπηρετεί σε νησί με υψηλό κόστος κατοικίας αντιμετωπίζει διαφορετικές οικονομικές συνθήκες από έναν συνάδελφό του που υπηρετεί κοντά στον τόπο μόνιμης κατοικίας του. Οι συχνές μεταθέσεις, τα έξοδα μετακίνησης, η ανάγκη διατήρησης δεύτερης κατοικίας και η επιβάρυνση της οικογένειας επηρεάζουν το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα. Επομένως, η οικονομική πολιτική προσωπικού πρέπει να λαμβάνει υπόψη το συνολικό κόστος της υπηρεσίας.
Το στεγαστικό πρόγραμμα των Ενόπλων Δυνάμεων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις που έχουν ανακοινωθεί. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται η κατασκευή 1.000 κατοικιών στα νησιά του Αιγαίου και στη Θράκη για το 2026, επιπλέον 4.000 έως το 2030 και συνέχιση της κατασκευής κατοικιών τα επόμενα χρόνια [7].
Οι στόχοι είναι σημαντικοί, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται στην πραγματική πρόοδο. Πόσες κατοικίες έχουν ολοκληρωθεί; Πόσες είναι διαθέσιμες προς χρήση; Πόσες καλύπτουν τις ανάγκες στελεχών σε περιοχές όπου η αγορά κατοικίας είναι ιδιαίτερα πιεστική; Ποιος είναι ο χρόνος αναμονής για τη χορήγησή τους;
Η στέγαση έχει άμεση σχέση με την επιχειρησιακή ετοιμότητα. Η σταθερή παρουσία έμπειρων στελεχών σε παραμεθόριες και νησιωτικές περιοχές δεν εξασφαλίζεται αποκλειστικά με διαταγές μεταθέσεων. Προϋποθέτει συνθήκες που επιτρέπουν στους ανθρώπους να υπηρετούν αποτελεσματικά χωρίς να επιβαρύνονται δυσανάλογα οι ίδιοι και οι οικογένειές τους.
Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να εξεταστούν η υγειονομική μέριμνα, η δυνατότητα φροντίδας των παιδιών, η οικογενειακή σταθερότητα, η προβλεψιμότητα των μεταθέσεων και η πρόσβαση σε επαγγελματική εκπαίδευση. Αυτά δεν αποτελούν απλώς κοινωνικές παροχές. Επηρεάζουν την απόφαση ενός στελέχους να παραμείνει στην υπηρεσία, ιδιαίτερα όταν διαθέτει δεξιότητες που μπορούν να αξιοποιηθούν και εκτός στρατεύματος.
Η πολιτική προσωπικού δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια μισθολογική ρύθμιση και ένα πρόγραμμα κατοικιών. Χρειάζεται ενιαίο σχεδιασμό που να συνδέει τις αποδοχές, τη στέγαση, τη σταδιοδρομία, την εκπαίδευση και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις κάθε Κλάδου.
Οι αμυντικές δαπάνες και η αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικούς πόρους για την άμυνα. Σύμφωνα με την έκθεση του ΝΑΤΟ για τις αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών κατά την περίοδο 2014–2025, οι ελληνικές δαπάνες εκτιμήθηκαν για το 2025 στο 2,85% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Η έκθεση καταγράφει επίσης τη σημαντική αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών τα τελευταία χρόνια [8].
Η αναλογία των αμυντικών δαπανών προς το ΑΕΠ δεν αποτυπώνει από μόνη της την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Δείχνει το επίπεδο των διαθέσιμων πόρων σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας, όχι το κατά πόσο αυτοί μετατρέπονται σε επαρκώς στελεχωμένες μονάδες, διαθεσιμότητα μέσων, ποιοτική εκπαίδευση και πραγματική ετοιμότητα.
Αντίστοιχα, το ποσοστό που καταγράφεται ως δαπάνη προσωπικού χρειάζεται προσεκτική ερμηνεία. Η μεθοδολογία του ΝΑΤΟ περιλαμβάνει στις σχετικές δαπάνες και τις συντάξεις, επομένως το συνολικό ποσοστό δεν ταυτίζεται με τους πόρους που διατίθενται αποκλειστικά για την ενίσχυση των συνθηκών υπηρεσίας των εν ενεργεία στελεχών [8].
Αυτό έχει πρακτική σημασία για την αξιολόγηση της Ατζέντας 2030. Η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται στο πόσα χρήματα διατίθενται συνολικά για την άμυνα ή ποιο ποσοστό κατευθύνεται σε κάθε κατηγορία δαπανών. Χρειάζεται να εξετάζεται τι αποδίδει κάθε ευρώ σε όρους πραγματικής αμυντικής ικανότητας.
Μια επιτυχημένη πολιτική προσωπικού πρέπει να μπορεί να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα:
- Βελτιώθηκε η στελέχωση των κρίσιμων μονάδων;
- Μειώθηκαν οι αποχωρήσεις σε ειδικότητες με υψηλό κόστος εκπαίδευσης;
- Αυξήθηκε η διαθεσιμότητα των μέσων;
- Περιορίστηκαν οι καθυστερήσεις στη συντήρηση;
- Βελτιώθηκε η ικανότητα αξιοποίησης των νέων συστημάτων;
Η λογιστική καταγραφή των δαπανών είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Η αμυντική πολιτική οφείλει να συνδέει τους οικονομικούς πόρους με συγκεκριμένα αποτελέσματα, ώστε η στρατιωτική ηγεσία και η πολιτική εξουσία να γνωρίζουν πού αποδίδουν οι παρεμβάσεις και πού χρειάζονται διορθώσεις.
Συγχωνεύσεις στρατοπέδων και αναδιοργάνωση: η εξοικονόμηση πρέπει να αποδεικνύεται
Η αναδιοργάνωση των μονάδων και η συγχώνευση στρατοπέδων μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό των διοικητικών επικαλύψεων, στην καλύτερη κατανομή του προσωπικού και στη μείωση των λειτουργικών δαπανών. Η διατήρηση κάθε υφιστάμενης δομής μόνο και μόνο επειδή υπάρχει επί δεκαετίες δεν αποτελεί από μόνη της ορθολογική αμυντική πολιτική. Οι οργανωτικές δομές πρέπει να εξυπηρετούν τις σημερινές και μελλοντικές επιχειρησιακές ανάγκες.
Στην πράξη, ωστόσο, η αναδιοργάνωση κινδυνεύει να χάσει τον επιχειρησιακό της προσανατολισμό όταν οι αποφάσεις για τη διατήρηση, τη μεταφορά ή τη συγχώνευση στρατοπέδων επηρεάζονται από πολιτικές σκοπιμότητες και τοπικιστικές πιέσεις. Η προσπάθεια διατήρησης στρατιωτικών εγκαταστάσεων για την εξυπηρέτηση τοπικών οικονομικών συμφερόντων ή για την αποφυγή πολιτικού κόστους δεν μπορεί να υποκαθιστά την αξιολόγηση των πραγματικών αμυντικών αναγκών.
Η απόφαση για κάθε στρατόπεδο οφείλει να στηρίζεται σε σαφή επιχειρησιακά κριτήρια: στη γεωγραφική θέση, στην αποστολή και στην ετοιμότητα των μονάδων, στους χρόνους αντίδρασης, στις δυνατότητες διοικητικής μέριμνας, στις ανάγκες επάνδρωσης και στη συνολική συμβολή του στην εθνική άμυνα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τοπικές κοινωνίες και οι οικονομικές συνέπειες των αποφάσεων πρέπει να αγνοούνται. Σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπίζονται με κατάλληλα μέτρα πολιτικής και όχι με τη διατήρηση μιας στρατιωτικής δομής που ενδέχεται να μην εξυπηρετεί πλέον επαρκώς την αποστολή της. Η πολιτική ηγεσία οφείλει να ασκεί τη θεσμική της ευθύνη, χωρίς να υποκαθιστά τα επιχειρησιακά κριτήρια με τοπικές ή κομματικές προτεραιότητες.
Κατά την παρουσίαση της δεύτερης φάσης της Ατζέντας 2030, το Υπουργείο ανακοίνωσε εκτιμώμενη ετήσια εξοικονόμηση 85 εκατομμυρίων ευρώ από ευρύτερες οργανωτικές αλλαγές και επιπλέον 16,5 εκατομμυρίων ευρώ από τις συγχωνεύσεις στρατοπέδων [9].
Τα ποσά αυτά αποτελούν σημαντικό στοιχείο του σχεδιασμού, αλλά για να αξιολογηθεί η πραγματική τους αξία χρειάζεται απολογισμός μετά την εφαρμογή.
Η συγκέντρωση δραστηριοτήτων σε λιγότερες εγκαταστάσεις μπορεί να μειώσει συγκεκριμένες δαπάνες, δημιουργεί όμως και μεταβατικό κόστος. Απαιτούνται μετακινήσεις προσωπικού και υλικού, προσαρμογή εγκαταστάσεων, πιθανές νέες ανάγκες στέγασης και ανακατανομή αρμοδιοτήτων. Παράλληλα, πρέπει να εξετάζεται εάν η νέα διάταξη επηρεάζει τους χρόνους αντίδρασης, τη διοικητική μέριμνα και την υποστήριξη των μονάδων στις περιοχές ευθύνης τους.
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ώστε να χαρακτηριστούν εκ των προτέρων οι συγχωνεύσεις επιτυχημένες ή αποτυχημένες. Υπάρχει, όμως, σαφής ανάγκη να δημοσιοποιηθεί συγκεντρωτικός απολογισμός που θα συγκρίνει τις αρχικές εκτιμήσεις με το πραγματικό κόστος και θα καταγράφει τις επιχειρησιακές επιπτώσεις.
Το ουσιαστικό όφελος θα προκύψει εάν το προσωπικό που απελευθερώνεται από διοικητικές και υποστηρικτικές λειτουργίες μετακινηθεί εκεί όπου υπάρχουν πραγματικές ελλείψεις. Εάν οι αλλαγές περιοριστούν στη μείωση εγκαταστάσεων και δαπανών, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση της επιχειρησιακής ετοιμότητας, το αποτέλεσμα θα είναι κατώτερο των προσδοκιών.
Νέα οπλικά συστήματα χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο ανθρώπινου δυναμικού
Ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας. Τα σύγχρονα αεροσκάφη, τα πλοία νέας γενιάς, τα συστήματα αεράμυνας, οι αισθητήρες και τα μέσα ηλεκτρονικού πολέμου μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά τις δυνατότητες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Κάθε νέα τεχνολογική δυνατότητα, όμως, μεταβάλλει και τις απαιτήσεις σε προσωπικό. Χρειάζονται χειριστές, μηχανικοί, τεχνικοί συντήρησης, ειδικοί πληροφορικής, αναλυτές πληροφοριών και στελέχη με γνώσεις κυβερνοασφάλειας. Απαιτούνται επίσης συνεχής εκπαίδευση, πιστοποιήσεις, εξοικείωση με τα συστήματα και διαρκής ανανέωση των δεξιοτήτων.
Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα σύνθετο όταν οι ειδικότητες αυτές είναι περιζήτητες και στην ιδιωτική αγορά εργασίας. Η χώρα μπορεί να επενδύει σημαντικά ποσά στην εκπαίδευση ενός τεχνικού, αλλά να δυσκολεύεται να διατηρήσει τις υπηρεσίες του εάν οι συνθήκες σταδιοδρομίας δεν ανταποκρίνονται στις επαγγελματικές του προσδοκίες. Η απώλεια τέτοιου προσωπικού έχει διπλό κόστος: χάνεται η εμπειρία που έχει ήδη αποκτηθεί και δημιουργείται ανάγκη νέας εκπαίδευσης.
Γι’ αυτό κάθε μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα πρέπει να συνοδεύεται από ολοκληρωμένο σχέδιο ανθρώπινου δυναμικού. Πριν από την προμήθεια ενός συστήματος πρέπει να είναι γνωστά:
- ο αριθμός των απαιτούμενων στελεχών,
- οι ειδικότητες και τα επίπεδα πιστοποίησης,
- ο χρόνος εκπαίδευσης,
- οι ανάγκες συντήρησης,
- το κόστος διαρκούς κατάρτισης,
- οι προϋποθέσεις διατήρησης της τεχνογνωσίας.
Η επιχειρησιακή αξία ενός μέσου δεν καθορίζεται μόνο από τις τεχνικές προδιαγραφές του. Εξαρτάται από τη διαθεσιμότητά του, την ποιότητα της συντήρησης, την επάρκεια των πληρωμάτων και την ικανότητα ένταξής του σε ένα ευρύτερο σύστημα επιχειρήσεων. Ένα σύγχρονο οπλικό σύστημα που δεν διαθέτει επαρκές προσωπικό για την αξιοποίησή του δεν προσφέρει το σύνολο της δυνατότητας για την οποία αποκτήθηκε.
Η ίδια λογική ισχύει για τη διακλαδικότητα. Η συνεργασία Στρατού Ξηράς, Πολεμικού Ναυτικού και Πολεμικής Αεροπορίας δεν εξασφαλίζεται μόνο με τη διασύνδεση τεχνολογικών μέσων. Απαιτεί κοινά πρότυπα, συμβατές διαδικασίες, εκπαιδευμένο προσωπικό, σαφείς αρμοδιότητες και ασκήσεις που επιβεβαιώνουν ότι τα επιμέρους συστήματα λειτουργούν ως ενιαίο σύνολο.
Η εμπειρία από πολυεθνικά περιβάλλοντα του ΝΑΤΟ αναδεικνύει ακριβώς τη σημασία αυτής της διασύνδεσης: η τεχνολογία δημιουργεί δυνατότητες, αλλά η διοίκηση, η εκπαίδευση και η συνεργασία καθορίζουν το αποτέλεσμα. Αυτή η διάσταση πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα της εφαρμογής της Ατζέντας 2030.
Δημογραφικό και εφεδρεία: ο σχεδιασμός πρέπει να κοιτάζει πέρα από το 2030
Η δημογραφική συρρίκνωση της Ελλάδας αποτελεί μακροπρόθεσμη πρόκληση για τη στελέχωση των Ενόπλων Δυνάμεων. Η μείωση των νεότερων ηλικιακών ομάδων περιορίζει τη δυνητική δεξαμενή στρατολόγησης και εντείνει τον ανταγωνισμό με την αγορά εργασίας για ανθρώπους με τεχνικές και επιστημονικές δεξιότητες.
Η επίπτωση δεν αφορά μόνο τον αριθμό των στρατευσίμων ή των υποψηφίων στις στρατιωτικές σχολές. Αφορά τη δυνατότητα εξεύρεσης και διατήρησης επαγγελματιών που θα στελεχώσουν κρίσιμες ειδικότητες τα επόμενα χρόνια. Εάν οι απαιτήσεις των Ενόπλων Δυνάμεων αυξάνονται λόγω τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, ενώ η διαθέσιμη δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού περιορίζεται, ο σχεδιασμός πρέπει να προβλέπει εγκαίρως εναλλακτικές λύσεις.
Ο ν. 5265/2026 περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη στρατολογία και την εθελοντική στράτευση γυναικών [1]. Η αξιοποίηση της εφεδρείας μπορεί να ενισχύσει τη συνολική αμυντική ικανότητα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αντιμετωπίζεται ως απλή αριθμητική αύξηση διαθέσιμων προσώπων.
Η αποτελεσματικότητα της εφεδρείας δεν κρίνεται από τις εξαγγελίες ή από την επιδίωξη προσωπικής υστεροφημίας οποιουδήποτε αρχηγού Α/ΓΕΣ ή Α/ΓΕΕΘΑ. Κρίνεται από τη συνέχεια του σχεδιασμού, την αξιοκρατική αξιοποίηση των στελεχών και τη δημιουργία μιας εφεδρείας που μπορεί πράγματι να ενεργοποιηθεί και να υποστηρίξει τις επιχειρησιακές ανάγκες. Όταν οι επιλογές επηρεάζονται από προσωπικές φιλοδοξίες ή από την προτίμηση ημετέρων αντί κατάλληλων και έμπειρων στελεχών, υπάρχει κίνδυνος να υπονομευθούν η αξιοπιστία και η αποτελεσματικότητα της προσπάθειας.
Μια αξιόπιστη εφεδρεία απαιτεί επικαιροποιημένα μητρώα, κατάλληλη αντιστοίχιση ειδικοτήτων, τακτική μετεκπαίδευση, διαθέσιμο εξοπλισμό και σαφείς διαδικασίες ενεργοποίησης. Απαιτεί, επίσης, πραγματική σύνδεση των εφέδρων με τις μονάδες στις οποίες θα κληθούν να υπηρετήσουν, ώστε να γνωρίζουν τις διαδικασίες, τα μέσα και την αποστολή τους.
Η θητεία προσφέρει ένα σημαντικό ανθρώπινο απόθεμα, αλλά δεν υποκαθιστά την ανάγκη για επαγγελματίες με πολυετή εμπειρία στη λειτουργία και στη συντήρηση σύνθετων συστημάτων. Η ισορροπία ανάμεσα στο μόνιμο προσωπικό, στους επαγγελματίες οπλίτες, στους στρατευσίμους και στην εφεδρεία πρέπει να σχεδιαστεί με βάση τις ανάγκες που θα υπάρχουν το 2030 και μετά.
Η Ατζέντα 2030 χρειάζεται, επομένως, ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο ανθρώπινου δυναμικού, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη τις δημογραφικές προβλέψεις, τις τεχνολογικές εξελίξεις, τις απαιτήσεις των Κλάδων και τις ειδικότητες που θα είναι κρίσιμες στο μέλλον. Η αναδιοργάνωση του παρόντος δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον σχεδιασμό για το ανθρώπινο δυναμικό της επόμενης δεκαετίας.
Τι διδάσκει η ευρωπαϊκή εμπειρία
Οι δυσκολίες στελέχωσης δεν αποτελούν αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, δύο χώρες με διαφορετικές στρατιωτικές παραδόσεις, οικονομικές δυνατότητες και μοντέλα στελέχωσης, προσφέρουν χρήσιμα παραδείγματα για την αξιολόγηση των πολιτικών προσωπικού.
Στη Γερμανία, η ετήσια έκθεση του Κοινοβουλευτικού Επιτρόπου για τις Ένοπλες Δυνάμεις, που δημοσιεύθηκε στις 3 Μαρτίου 2026 για το έτος 2025, ανέδειξε τις ελλείψεις προσωπικού ως σοβαρό πρόβλημα της Bundeswehr, παρά την αύξηση των διαθέσιμων πόρων [10].
Η γερμανική εμπειρία υπογραμμίζει ότι η αύξηση των αμυντικών δαπανών δεν εξασφαλίζει αυτομάτως την απαιτούμενη στελέχωση. Οι διαδικασίες προσλήψεων, η ταχύτητα ολοκλήρωσης των ελέγχων, η επαγγελματική προοπτική και η διατήρηση όσων έχουν ήδη εκπαιδευτεί επηρεάζουν καθοριστικά το τελικό αποτέλεσμα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο προσφέρει μια ενδιαφέρουσα εικόνα βελτίωσης ορισμένων δεικτών. Σύμφωνα με την επίσημη τριμηνιαία στατιστική του βρετανικού Υπουργείου Άμυνας, την 1η Ιουλίου 2026 η πλήρως εκπαιδευμένη δύναμη ανήλθε σε 127.060 άτομα, αυξημένη κατά 880 σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα. Κατά το δωδεκάμηνο έως τις 30 Ιουνίου 2026, οι προσλήψεις στις τακτικές ένοπλες δυνάμεις ανήλθαν σε 14.500, ενώ οι αποχωρήσεις σε 13.050 [11].
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι προσλήψεις μπορούν να υπερβούν τις αποχωρήσεις και να συμβάλουν στην ενίσχυση της στελέχωσης. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι έχουν εξαλειφθεί οι ελλείψεις ή ότι όλα τα επιμέρους προβλήματα έχουν επιλυθεί.
Το δίδαγμα για την Ελλάδα δεν είναι η αυτούσια αντιγραφή ξένων μοντέλων. Οι επιχειρησιακές ανάγκες, η γεωγραφία και η σύνθεση των Ενόπλων Δυνάμεων διαφέρουν. Η αξία της σύγκρισης βρίσκεται στις αρχές που μπορούν να εφαρμοστούν: συστηματική καταγραφή των αναγκών, παρακολούθηση της σταδιοδρομίας, έγκαιρος εντοπισμός των ειδικοτήτων που παρουσιάζουν ελλείψεις και διαφανής αξιολόγηση των μέτρων.
Η δημοσίευση αξιόπιστων στοιχείων δεν είναι απλώς ζήτημα διοικητικής διαφάνειας. Αποτελεί εργαλείο στρατηγικού σχεδιασμού. Επιτρέπει στην ηγεσία να εντοπίζει τις αιτίες των προβλημάτων, να κατανέμει καλύτερα τους πόρους και να προσαρμόζει τις πολιτικές πριν οι ελλείψεις επηρεάσουν σοβαρά την επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Η Ελλάδα χρειάζεται έναν αντίστοιχο μηχανισμό αξιολόγησης, προσαρμοσμένο στις εθνικές ανάγκες και με πλήρη προστασία των ευαίσθητων επιχειρησιακών πληροφοριών. Χωρίς αυτή τη βάση, η δημόσια συζήτηση κινδυνεύει να εξαρτάται από αποσπασματικές καταγραφές και αντιφατικούς αριθμούς, ενώ η διοίκηση στερείται μιας ολοκληρωμένης εικόνας για την πραγματική κατάσταση.
Έξι παρεμβάσεις που μπορούν να ενισχύσουν την Ατζέντα 2030
Η κριτική μιας αμυντικής μεταρρύθμισης αποκτά αξία όταν οδηγεί σε εφαρμόσιμες προτάσεις. Η Ατζέντα 2030 δεν χρειάζεται να εγκαταλειφθεί ούτε να ανατραπεί συνολικά. Χρειάζεται να συνδεθεί στενότερα με την πραγματική κατάσταση του προσωπικού, να αποκτήσει μετρήσιμους στόχους και να προβλέπει διορθωτικές παρεμβάσεις όταν τα αποτελέσματα αποκλίνουν από τις αρχικές εκτιμήσεις.
Πρώτον, να θεσπιστεί ετήσια έκθεση ανθρώπινου δυναμικού προς τη Βουλή. Η έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει συγκεντρωτικά στοιχεία για την κάλυψη οργανικών θέσεων, τις εισαγωγές και αποφοιτήσεις στρατιωτικών σχολών, τις παραιτήσεις, τις αποχωρήσεις ανά Κλάδο και ειδικότητα και τις ελλείψεις σε κρίσιμες θέσεις. Η δημοσίευση θα επιτρέπει την αξιολόγηση της πολιτικής προσωπικού με αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς να αποκαλύπτονται ευαίσθητα επιχειρησιακά δεδομένα.
Δεύτερον, κάθε μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα να συνοδεύεται από ολοκληρωμένο σχέδιο στελέχωσης. Το σχέδιο πρέπει να προσδιορίζει τις απαιτούμενες ειδικότητες, τον αριθμό των στελεχών, τον χρόνο εκπαίδευσης, το κόστος πιστοποίησης και τις προϋποθέσεις διατήρησης της τεχνογνωσίας. Η προμήθεια ενός συστήματος πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ολοκληρωμένη επιχειρησιακή επένδυση, η οποία περιλαμβάνει ανθρώπους, υποστήριξη, εκπαίδευση και συντήρηση.
Τρίτον, να αξιολογείται συστηματικά το νέο πλαίσιο σταδιοδρομίας. Οι αλλαγές στον ν. 5265/2026 πρέπει να συνοδεύονται από ετήσια αποτίμηση των επιπτώσεών τους στην εξέλιξη, στην αξιολόγηση και στην παραμονή των στελεχών. Όπου εντοπίζονται δυσλειτουργίες, πρέπει να εξετάζονται διορθώσεις με βάση τα πραγματικά αποτελέσματα, διασφαλίζοντας την αξιοκρατία, τη διαφάνεια και την επαγγελματική προοπτική.
Τέταρτον, να εφαρμοστεί στοχευμένο πρόγραμμα διατήρησης προσωπικού. Οι πολιτικές αποδοχών, στέγασης, οικογενειακής μέριμνας και επαγγελματικής εξέλιξης πρέπει να συνδέονται με τις πραγματικές ανάγκες κάθε Κλάδου. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν οι τεχνικές και επιστημονικές ειδικότητες για τις οποίες ο ανταγωνισμός με την αγορά εργασίας είναι έντονος. Οι παρεμβάσεις πρέπει να βασίζονται σε καταγραφή των λόγων αποχώρησης και σε αξιολόγηση του πραγματικού κόστους αντικατάστασης έμπειρων στελεχών.
Πέμπτον, να δημοσιοποιείται απολογισμός του στεγαστικού προγράμματος και των συγχωνεύσεων στρατοπέδων. Για τη στέγαση, βασικοί δείκτες πρέπει να είναι οι κατοικίες που παραδίδονται και χρησιμοποιούνται, ο χρόνος αναμονής και η κάλυψη των αναγκών ανά περιοχή. Για τις συγχωνεύσεις, απαιτείται σύγκριση των προβλεπόμενων εξοικονομήσεων με το πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα και με τις επιπτώσεις στην επιχειρησιακή λειτουργία.
Έκτον, να εκπονηθεί ειδικό σχέδιο στελέχωσης και τεχνολογικής υποστήριξης για το Πολεμικό Ναυτικό. Τα κενά στις στρατιωτικές σχολές και οι διαθέσιμες, αν και όχι πλήρως εναρμονισμένες, καταγραφές παραιτήσεων δικαιολογούν στοχευμένη διερεύνηση. Το σχέδιο πρέπει να εξετάσει τις συνθήκες υπηρεσίας, την επαγγελματική εξέλιξη, το κόστος διαβίωσης, τις ανάγκες τεχνικής υποστήριξης και τον ανταγωνισμό με την εμπορική ναυτιλία, χωρίς να προδικάζει τις αιτίες πριν αυτές τεκμηριωθούν.
Οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν να ενισχύσουν τη μεταρρύθμιση χωρίς να ακυρώσουν τον αρχικό της προσανατολισμό. Κυρίως, μπορούν να δημιουργήσουν έναν μηχανισμό συνεχούς αξιολόγησης, ώστε οι αποφάσεις να μην παραμένουν στατικές όταν μεταβάλλονται οι συνθήκες ή όταν η εφαρμογή αποκαλύπτει αδυναμίες που δεν είχαν προβλεφθεί στον αρχικό σχεδιασμό.
Συμπέρασμα: Η αποτροπή αρχίζει από τους ανθρώπους που καλούνται να την υπηρετήσουν
Η Ατζέντα 2030 αποτελεί μια αναγκαία προσπάθεια προσαρμογής των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στις απαιτήσεις του σύγχρονου πολέμου. Η αναδιοργάνωση, η τεχνολογική αναβάθμιση, η ενίσχυση της διακλαδικότητας και η ορθολογικότερη αξιοποίηση των πόρων μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά την αμυντική ικανότητα της χώρας. Η επιτυχία τους, ωστόσο, δεν είναι δεδομένη ούτε μπορεί να συναχθεί μόνο από τη θέσπιση νόμων, την ανακοίνωση εξοπλιστικών προγραμμάτων ή την παρουσίαση νέων οργανωτικών δομών.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δίνουν μια σύνθετη εικόνα. Η βελτίωση της κάλυψης των στρατιωτικών σχολών το 2026 είναι θετική εξέλιξη. Οι δυσκολίες που εξακολουθούν να εμφανίζονται σε συγκεκριμένες σχολές, οι αναφορές για αποχωρήσεις στελεχών και οι ανησυχίες γύρω από τη σταδιοδρομία δείχνουν, παράλληλα, ότι η πολιτική προσωπικού χρειάζεται συνεχή παρακολούθηση και βελτίωση. Οι αναφορές αυτές δεν αρκούν για να προεξοφλήσουν την αποτυχία της μεταρρύθμισης, αρκούν όμως για να καταστήσουν αναγκαία μια πιο συστηματική και διαφανή αξιολόγηση.
Η εμπειρία από τη στρατιωτική διοίκηση και τη λειτουργία σύνθετων πολυεθνικών οργανισμών, όπως το SHAPE του ΝΑΤΟ, αναδεικνύει τη σημασία της σαφούς κατανομής ευθυνών, της εμπιστοσύνης, της διαλειτουργικότητας και της ικανότητας μετατροπής του σχεδιασμού σε εφαρμόσιμες διαδικασίες. Καμία οργανωτική αλλαγή δεν αποδίδει πλήρως όταν οι άνθρωποι που καλούνται να την εφαρμόσουν δεν έχουν επαρκή εκπαίδευση, κατάλληλα μέσα και σαφή αντίληψη της αποστολής τους.
Αυτή η αρχή πρέπει να καθοδηγεί και την ελληνική αμυντική μεταρρύθμιση. Το ανθρώπινο δυναμικό δεν μπορεί να αποτελεί μεταβλητή που προσαρμόζεται εκ των υστέρων στις νέες δομές. Πρέπει να συνυπολογίζεται από την αρχή, μαζί με τις επιχειρησιακές απαιτήσεις, τις τεχνολογικές δυνατότητες και τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους.
Ο σύγχρονος στρατιωτικός οργανισμός χρειάζεται νέες δεξιότητες, υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, επαγγελματική συνέχεια και ικανότητα προσαρμογής. Χρειάζεται αξιωματικούς που μπορούν να σχεδιάζουν και να διοικούν σε σύνθετα περιβάλλοντα, υπαξιωματικούς με σαφή επαγγελματική εξέλιξη και δυνατότητα ανέλιξης στην ιεραρχία, οι οποίοι διατηρούν και μεταφέρουν την τεχνική και επιχειρησιακή εμπειρία, καθώς και εξειδικευμένο προσωπικό που μπορεί να αξιοποιεί τα συστήματα στα οποία επενδύει η χώρα. Για να προσελκύσει και να διατηρήσει αυτούς τους ανθρώπους, οφείλει να τους προσφέρει ένα πλαίσιο σταδιοδρομίας με σαφείς κανόνες, αξιοκρατία και πραγματική προοπτική.
Η αποτροπή δεν είναι απλώς το άθροισμα των οπλικών συστημάτων που διαθέτει μια χώρα ούτε το ποσοστό του ΑΕΠ που δαπανά για την άμυνά της. Είναι η ικανότητά της να μετατρέπει τους διαθέσιμους πόρους σε διαρκή επιχειρησιακή ετοιμότητα, να επανδρώνει τις μονάδες της, να συντηρεί τα μέσα της και να διατηρεί την ικανότητα αντίδρασης όταν οι συνθήκες το απαιτήσουν.
Η πραγματική δοκιμασία της Ατζέντας 2030 είναι αν θα καταφέρει να μετατρέψει την οργανωτική και τεχνολογική αλλαγή σε διατηρήσιμη στρατιωτική ισχύ. Εάν η ανθρώπινη διάσταση παραμείνει ισότιμος πυλώνας της μεταρρύθμισης, το σχέδιο μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό βήμα προς την ενίσχυση της ελληνικής άμυνας. Εάν η στελέχωση, η εμπειρία και η επαγγελματική προοπτική δεν αντιμετωπιστούν με την ίδια συνέπεια όπως οι εξοπλισμοί και οι οργανωτικές αλλαγές, υπάρχει ο κίνδυνος η μεταρρύθμιση να εμφανίσει θεσμική πρόοδο χωρίς να αποδώσει το σύνολο των επιχειρησιακών δυνατοτήτων που υπόσχεται.
Η πραγματική δοκιμασία της Ατζέντας 2030 είναι αν θα καταφέρει να μετατρέψει την οργανωτική και τεχνολογική αλλαγή σε διατηρήσιμη στρατιωτική ισχύ. Εάν η ανθρώπινη διάσταση παραμείνει ισότιμος πυλώνας της μεταρρύθμισης, το σχέδιο μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό βήμα προς την ενίσχυση της ελληνικής άμυνας. Εάν η στελέχωση, η εμπειρία και η επαγγελματική προοπτική δεν αντιμετωπιστούν με την ίδια συνέπεια όπως οι εξοπλισμοί και οι οργανωτικές αλλαγές, υπάρχει ο κίνδυνος η μεταρρύθμιση να εμφανίσει θεσμική πρόοδο χωρίς να αποδώσει το σύνολο των επιχειρησιακών δυνατοτήτων που υπόσχεται.
Πηγές
[1] Νόμος 5265/2026 – «Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή». Taxheaven – Νομοθεσία https://www.taxheaven.gr/law/5265/2026
[2] alfavita – Τι συμβαίνει με τις στρατιωτικές σχολές; 473 κενές θέσεις το 2025. https://www.alfavita.gr/panellinies/485049_ti-symbainei-me-tis-stratiotikes-sholes-stratiotikes-sholes-473-kenes-theseis
[3] AMYNA News – Στρατιωτικές σχολές και Πανελλαδικές 2026: Κενές θέσεις και στοιχεία εισαγωγής. https://amyna.news/ellada/stratiotikes-sxoles-panellinies-2026-vaseis-kenes-theseis/
[4] Armyvoice.gr – Παραιτήσεις στρατιωτικών: 23 αξιωματικοί αποχωρούν, σύμφωνα με δημοσίευμα του Σεπτεμβρίου 2026. https://armyvoice.gr/2026/09/paraitiseis-stratiotikon-23-axiomatikoi-fevgoun/
[5] Defence Review – Ιστορικό ρεκόρ παραιτήσεων στο Πολεμικό Ναυτικό. https://defencereview.gr/asfaleia/esoteriki-asfaleia/istoriko-rekor-paraitiseon-sto-polem/
[6] Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Στρατιωτικών (ΠΟΕΣ) – Ανακοινώσεις και παρεμβάσεις για τα υπηρεσιακά και εργασιακά ζητήματα των στρατιωτικών. https://www.poes.gr/
[7] Υπουργείο Εθνικής Άμυνας – Ανακοίνωση για τις αυξήσεις στις αποδοχές των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, 28 Μαρτίου 2025. https://www.mod.mil.gr/dilosi-ypoyrgoy-ethnikis-amynas-nikoy-dendia-schetika-tin-ayxisi-ton/
[8] NATO – Defence Expenditure of NATO Countries (2014–2025) (Αμυντικές δαπάνες των χωρών του ΝΑΤΟ, 2014–2025). Επίσημα στοιχεία του ΝΑΤΟ. https://www.nato.int/en/news-and-events/articles/news/2025/08/28/defence-expenditure-of-nato-countries-2014-2025
[9] Υπουργείο Εθνικής Άμυνας – Παρουσίαση της Β΄ Φάσης της μεταρρύθμισης «Ατζέντα 2030». Επίσημη ανακοίνωση για την εξοικονόμηση πόρων και την αναδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων. https://www.mod.mil.gr/paroysiastike-ton-yetha-n-dendia-v-fasi-tis-metarrythmisis-atzenta/
[10] Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή (Deutscher Bundestag) – Ετήσιες εκθέσεις του Κοινοβουλευτικού Επιτρόπου για τις Ένοπλες Δυνάμεις. https://www.bundestag.de/parlament/wehrbeauftragter/jahresberichte
[11] Υπουργείο Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου (UK Ministry of Defence) – Quarterly Service Personnel Statistics: 1 July 2026 (Τριμηνιαία στατιστικά στοιχεία στρατιωτικού προσωπικού, 1 Ιουλίου 2026). Επίσημα στοιχεία για τη στελέχωση, τις προσλήψεις και τις αποχωρήσεις από τις βρετανικές Ένοπλες Δυνάμεις. https://www.gov.uk/government/statistics/quarterly-service-personnel-statistics-2026/quarterly-service-personnel-statistics-1-july-2026
GEOPOLITICO
Από την Τουρκία τα 60 νέα λεωφορεία των ΜΑΤ!
Ερωτήματα για την προμήθεια 60 λεωφορείων Mercedes-Benz που, σύμφωνα με δημοσίευμα, κατασκευάζονται στην Τουρκία και προορίζονται για τις ειδικές μονάδες της ΕΛ.ΑΣ. – Θα διαθέτουν τουαλέτες, ψυγεία και ειδικό εξοπλισμό, αλλά παραμένουν άγνωστα το κόστος και οι όροι της συμφωνίας.
Μια ιδιαίτερη πτυχή της ανανέωσης του στόλου της Ελληνικής Αστυνομίας αποκαλύπτει δημοσίευμα του Newsauto.gr, το Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026. Τα 60 νέα λεωφορεία Mercedes-Benz που προορίζονται για τις δυνάμεις των ΜΑΤ φέρονται να κατασκευάζονται στην Τουρκία, στις εγκαταστάσεις της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας που λειτουργούν στη γειτονική χώρα.
Η πληροφορία αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον λόγω της ιδιαίτερης φύσης της προμήθειας. Δεν πρόκειται για συνηθισμένα επιβατικά οχήματα, αλλά για λεωφορεία ειδικών προδιαγραφών, τα οποία θα χρησιμοποιούνται από υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας σε επιχειρήσεις διατήρησης της τάξης, φύλαξης εγκαταστάσεων και διαχείρισης συγκεντρώσεων.
Γερμανική Mercedes-Benz, αλλά παραγωγή στην Τουρκία
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η διαδικασία παραγωγής των νέων οχημάτων έχει ήδη ξεκινήσει στην Τουρκία, όπου η Mercedes-Benz διαθέτει σημαντικές βιομηχανικές εγκαταστάσεις.
Η γερμανική εταιρεία δραστηριοποιείται στη χώρα μέσω της Mercedes-Benz Türk, η οποία αποτελεί μέρος του διεθνούς παραγωγικού δικτύου της Daimler Truck.
Το βασικό εργοστάσιο λεωφορείων βρίσκεται στο Hoşdere της Κωνσταντινούπολης. Εκεί κατασκευάζονται μεταξύ άλλων τα μοντέλα Tourismo, Travego, Intouro και Conecto, με μεγάλο μέρος της παραγωγής να προορίζεται για εξαγωγές.
Η ίδια η εταιρεία επιβεβαιώνει ότι η τουρκική μονάδα αποτελεί σημαντικό παραγωγικό και εξαγωγικό της κέντρο.
Ωστόσο, υπάρχει μια εκκρεμότητα: για τη συγκεκριμένη παραγγελία της Ελληνικής Αστυνομίας γίνεται αναφορά και στην περιοχή της Προύσας, χωρίς να έχει διευκρινιστεί αν εκεί θα πραγματοποιηθεί κάποια ειδική διασκευή των οχημάτων.
Κατά συνέπεια, η τουρκική προέλευση της παραγωγής αναφέρεται στο δημοσίευμα, αλλά η ακριβής εγκατάσταση κατασκευής και ο τελικός τόπος διαμόρφωσης των αστυνομικών λεωφορείων παραμένουν αδιευκρίνιστα.
Τα ΜΑΤ θα αποκτήσουν λεωφορεία με τουαλέτες και ψυγεία
Τα νέα οχήματα προορίζονται για τη Διεύθυνση Αστυνομικών Επιχειρήσεων και συγκεκριμένα για τις Υπηρεσίες Αποκατάστασης Τάξης (ΥΑΤ) και Υπηρεσίες Μέτρων Τάξης (ΥΜΕΤ).
Πέρα από τον ρόλο τους στη μεταφορά προσωπικού, θα λειτουργούν ως χώροι παραμονής των αστυνομικών στη διάρκεια πολύωρων επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, θα διαθέτουν σύγχρονο κλιματισμό, καθίσματα με ζώνες ασφαλείας, νεροχύτη, ψυγεία και τουαλέτες.
Οι παροχές αυτές θεωρούνται σημαντικές για τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού, ιδιαίτερα σε επιχειρήσεις μεγάλης διάρκειας και σε περιόδους ακραίων θερμοκρασιών.
Δεν έχουν γίνει γνωστές λεπτομέρειες για ενδεχόμενη πρόσθετη θωράκιση ή ειδικά συστήματα προστασίας.
Αντικαθιστούν οχήματα ηλικίας 23 ετών
Η αναγκαιότητα της προμήθειας συνδέεται με την παλαιότητα του υπάρχοντος στόλου.
Όπως είχε επισημάνει τον Ιούνιο του 2026 η Ένωση Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας Αττικής, στη Διεύθυνση Αστυνομικών Επιχειρήσεων εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούνται λεωφορεία κατασκευής ακόμη και του 2003.
Αρχικά είχε αναφερθεί σχεδιασμός για περίπου 40 νέα λεωφορεία, ενώ οι συνολικές ανάγκες είχαν υπολογιστεί σε 65 οχήματα.
Οι νεότερες πληροφορίες για την απόκτηση 60 λεωφορείων δείχνουν ότι η σχεδιαζόμενη προμήθεια πλησιάζει τις καταγεγραμμένες επιχειρησιακές ανάγκες.
Η αντικατάσταση των παλαιών οχημάτων αποτελεί πραγματική ανάγκη, τόσο από πλευράς ασφάλειας του προσωπικού όσο και από πλευράς κόστους συντήρησης και επιχειρησιακής διαθεσιμότητας.
Τα ερωτήματα για την προμήθεια από την Τουρκία
Το γεγονός ότι η Ελληνική Αστυνομία φέρεται να προμηθεύεται οχήματα που κατασκευάζονται σε τουρκικό εργοστάσιο γερμανικού ομίλου δημιουργεί εύλογο ενδιαφέρον για την οικονομική και βιομηχανική διάσταση της συμφωνίας.
Είναι σημαντικό, βεβαίως, να διευκρινιστεί ότι η Mercedes-Benz Türk είναι εταιρεία του ομίλου Daimler Truck και δεν πρόκειται για κρατική τουρκική αμυντική βιομηχανία. Επομένως, η κατασκευή των λεωφορείων στην Τουρκία δεν σημαίνει ότι η Ελληνική Αστυνομία προμηθεύεται εξοπλισμό απευθείας από το τουρκικό κράτος.
Ωστόσο, εφόσον επιβεβαιωθεί η παραγωγή των οχημάτων στη γειτονική χώρα, μέρος της οικονομικής δραστηριότητας, της απασχόλησης και της προστιθέμενης αξίας της παραγγελίας θα συνδέεται με την τουρκική βιομηχανική βάση.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από σοβαρές διαφωνίες για την κυριαρχία, τα κυριαρχικά δικαιώματα και τις θαλάσσιες ζώνες.
Παράλληλα, προκύπτουν συγκεκριμένα ερωτήματα που χρήζουν επίσημων απαντήσεων: ποιος είναι ο ανάδοχος της προμήθειας, μέσω ποιας διαγωνιστικής διαδικασίας επιλέχθηκε, ποιο είναι το συνολικό κόστος, ποιες εταιρείες αναλαμβάνουν τις ειδικές διασκευές και αν εξετάστηκαν εναλλακτικές προτάσεις.
Μέχρι στιγμής, σύμφωνα με το Newsauto.gr, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί επαρκή στοιχεία για το οικονομικό ύψος της συμφωνίας, την τιμή ανά όχημα ή το χρονοδιάγραμμα παραδόσεων.
Το ζήτημα της ελληνικής βιομηχανικής συμμετοχής
Η συγκεκριμένη περίπτωση αναδεικνύει και ένα ευρύτερο ζήτημα: τη συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας στις κρατικές προμήθειες οχημάτων και ειδικού εξοπλισμού.
Η Τουρκία έχει αναπτύξει σημαντική παραγωγική δραστηριότητα στον κλάδο των λεωφορείων, προσελκύοντας διεθνείς κατασκευαστές που αξιοποιούν το εγχώριο βιομηχανικό δυναμικό για τις εξαγωγές τους.
Το γεγονός ότι ακόμη και μια γερμανική εταιρεία παράγει στην Τουρκία οχήματα για την ευρωπαϊκή αγορά καταδεικνύει τη σημασία της παραγωγικής υποδομής και της βιομηχανικής πολιτικής.
Για την Ελλάδα, το ουσιαστικό ερώτημα δεν αφορά μόνο τη χώρα κατασκευής των λεωφορείων, αλλά και τις δυνατότητες ανάπτυξης εγχώριων παραγωγικών και κατασκευαστικών δραστηριοτήτων, ιδιαίτερα σε τομείς που συνδέονται με τις ανάγκες των κρατικών υπηρεσιών.
Η ανανέωση του στόλου των ΜΑΤ αποτελεί αναγκαίο εκσυγχρονισμό. Ωστόσο, η πληροφορία ότι τα νέα λεωφορεία θα προέλθουν από την Τουρκία προσθέτει μια διάσταση που αξίζει να διερευνηθεί: πού κατευθύνονται τα κονδύλια των ελληνικών κρατικών προμηθειών και σε ποιο βαθμό μπορούν να ενισχύουν την εγχώρια παραγωγή.
GEOPOLITICO
«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;
Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της Πνύκας και οι γεωπολιτικές επιδιώξεις της Ουάσιγκτον στην Ανατολική Μεσόγειο μπαίνουν στο μικροσκόπιο της Μαγδαληνής Αθανασιάδου. Σε μια αιχμηρή ανάλυση, η αρθρογράφος αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις περί δημοκρατίας, ελευθερίας και εθνικής κυριαρχίας και στην αμερικανική πολιτική απέναντι στην Τουρκία, θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα για το Κυπριακό, το Διεθνές Δίκαιο, τις ενεργειακές διασυνδέσεις και τον αποκλεισμό της Ελλάδας από σημαντικούς γεωοικονομικούς σχεδιασμούς. Παράλληλα, υπογραμμίζει την ανάγκη η Αθήνα να εγκαταλείψει τη λογική της παθητικής προσδοκίας συμμαχικής προστασίας και να διαμορφώσει αυτόνομη εθνική στρατηγική, στηριγμένη στην οικονομική ισχύ, την πραγματική δημοκρατία και την υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
Γράφει η Μαγδαληνή Αθανασιάδου
Η πυκνά σχολιασμένη επίσκεψη του Υπουργού Εξωτερικών των Η.Π.Α. θα πρέπει πρωτίστως να τοποθετηθεί στο ευρύτερο πολιτικό της πλαίσιο. Ο Μάρκο Ρούμπιο επισκέφθηκε τη χώρα μας ως φορέας ενός συγκεκριμένου πολιτικού αξιώματος εκπροσωπώντας τις θέσεις της παγκόσμιας υπερδύναμης αναφορικά με μία σειρά από ζητήματα: περιφερειακής ανάπτυξης, οικονομίας και άμυνας. Οι συγκεκριμένες στρατηγικές προτεραιότητες δεν μπορούν να μην συσχετιστούν με τους δύο μεγάλους πολέμους που μαίνονται όχι πολύ μακριά από τη χώρα μας: τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.
Οι απόψεις του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών εκφράστηκαν στην ομιλία του στην Πνύκα, στην κοινή συνέντευξη Τύπου με τον κ. Γεραπετρίτη και στη συνέντευξη που έδωσε στον κ. Παπαχελά στην Καθημερινή.
Ένα βασικό ερώτημα που τέθηκε στον Μάρκο Ρούμπιο στη συνέντευξη που έδωσε στην Καθημερινή αφορούσε στη νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική που θέλουν να διαμορφώσουν οι Η.Π.Α. στην περιοχή, η οποία ξεκίνησε με τον Κάθετο Διάδρομο μεταφοράς φυσικού αερίου κατεύθυνσης Βορράς – Νότου και το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης GSI και κατόπιν ρωτήθηκε, αν θα υποστηρίξουν το δεύτερο στο Αιγαίο. Στην απάντησή του, ο κ. Ρούμπιο συνέδεσε τα παραπάνω με τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ και τον πόλεμο με το Ιράν. Για τις Η.Π.Α., αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα η προώθηση του δικού τους υγροποιημένου φυσικού αερίου και η αποσύνδεση της Ανατολικής Ευρώπης από τις ρωσικές πηγές ενεργειακού ανεφοδιασμού.
Σε αυτό το διεθνές πλαίσιο, τα σημεία του ελληνικού ενδιαφέροντος εντάσσονται αλλά δεν ταυτίζονται με τις αμερικανικές προτεραιότητες. Οι περιφερειακοί συσχετισμοί δυνάμεων που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις αποκαλύπτουν πτυχές χρόνιων προβλημάτων, των οποίων η επίλυση απαιτεί όχι αόριστα ευχολόγια αλλά συγκεκριμένες δεσμεύσεις πρώτα και κύρια απέναντι στο Διεθνές Δίκαιο. Η ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα αναπαρήγαγε όλα τα μοτίβα που χαρακτηρίζουν την αμερικανική πολιτική στα ελληνοτουρκικά τα τελευταία χρόνια: ίσες αποστάσεις μεταξύ των δύο πλευρών και αόριστα ευχολόγια αποφυγής συγκρούσεων εντός της συμμαχίας. Εκείνο που είχε ενδιαφέρον, και θα αποτελέσει το αντικείμενο του παρόντος άρθρου, είναι ο τρόπος με τον οποίο στην παρούσα συγκυρία ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών επικαλέστηκε την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία σε απόλυτη συνάφεια με τις αμερικανικές γεωπολιτικές επιδιώξεις.
Στην ομιλία του, ο Μ. Ρούμπιο κατέθεσε έναν ύμνο στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ως κάτι ζωντανό και όχι ως κάτι που ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Η αρχαία ελληνική δημοκρατία εξυμνήθηκε ως μήτρα του τρισχιλιετούς ελληνοχριστιανικού πολιτισμού τόσο αναφορικά με τις ιδέες και το πολιτικό λεξιλόγιο που κληροδότησε όσο και ως πρόγονος του σημερινού έθνους, που είναι άρρηκτα συνυφασμένο με την έννοια της κρατικής ισχύος και της άσκησης βίας όταν η διπλωματία αποτυγχάνει. Στην έννοια της «Δύσης» που χρησιμοποίησε, η Αμερική διαχωρίστηκε από την Ευρώπη, στην οποία απηύθυνε εκκλήσεις για επαναφορά από τον βαθύ γεωπολιτικό λήθαργο.
Η Αμερική του Μ. Ρούμπιο, όπως και η αρχαία Ελλάδα, εμφανίστηκε ανθρωποκεντρική∙ το άτομο δεν συνθλίβεται από την εθνική κοινότητα αλλά νοηματοδοτείται εντός της μέσω της αριστείας και της προσφοράς στο σύνολο. Πρόκειται για τη χώρα που οφείλει να διατηρήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία της, να εκπληρώσει το πεπρωμένο της και να ξεπεράσει ενοχικά σύνδρομα αναφορικά με την άσκηση ισχύος πέραν του εδάφους της. Το έθνος παρουσιάστηκε ως το όχημα για την άσκηση περήφανης και εξωστρεφούς εξωτερικής πολιτικής αφού ζει και λειτουργεί σε έναν κόσμο εθνοκεντρικό. Η έννοια της θυσίας αντιπαρατέθηκε προς τον μαρτυρικό θάνατο των ισλαμιστών, οι οποίοι ως βομβιστές αυτοκτονίας υμνούν τον θάνατο ως αυτοσκοπό και όχι την μέσω του ηρωικού θανάτου, λατρεία της ζωής. Ο λόγος του Μ. Ρούμπιο κατέληξε σε μία προτροπή∙ προέτρεψε τα έθνη να διαφυλάξουν τις διακριτές τους ταυτότητες προκειμένου στη βάση αυτή, να αναγνωρίσουν και να διεκδικήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα.
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν όντως υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ των όσων είπε και των όσων πράττουν οι Η.Π.Α. ως υπερδύναμη στην περιοχή μας και τι θα πρέπει εμείς ως σύγχρονο κράτος να πράξουμε προκειμένου να φανούμε αντάξιοι των προγόνων μας (Αθηναίων και όχι μόνο).
Η αριστεία στην αρχαία Ελλάδα νοούνταν όχι απλώς ως επιδίωξη υπεροχής ή διάκρισης αλλά ήταν ένας αξιακός τρόπος ζωής που διαπερνούσε κάθε πτυχή της ζωής ενός ανθρώπου – πολίτη. Ήταν η ύψιστη αξία που συνδεόταν όχι μόνο με την πολεμική αρετή αλλά και με την γενναιοφροσύνη, την πίστη και τον σεβασμό στους θεούς, την αποδοχή των ορίων της μοίρας και την αποφυγή της ύβρεως. Στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις – κράτη της κλασικής εποχής, η αριστεία επεκτεινόταν και στην παιδεία, την ικανότητα και βούληση για συμμετοχή στα κοινά και τη εν γένει αντίληψη ότι η αξία ενός ανθρώπου νοηματοδοτείται από την προσφορά του στην πόλη∙ μία προσφορά που έφτανε μέχρι τον θάνατο στη μάχη.
Η πολιτική συμπεριφορά της υπερδύναμης απέχει αρκετά από το παραπάνω ιδεώδες, τόσο αναφορικά με την αντίληψη της πολιτικής στο εσωτερικό της όσο και ως προς τη διεθνή συμπεριφορά της. Η έννοια της αριστείας στον αγγλοσαξονικό κόσμο έχει γίνει συνώνυμο της ιδιώτευσης και του αθέμιτου ανταγωνισμού όπου ο πολίτης νοείται βασικά ως καταναλωτής και η αξία του αποτιμάται σε χρήμα και εξουσία. Σε απόλυτη αντιστοιχία με τον ανταγωνιστικό ιδιώτη , οι Η.Π.Α. έχουν συνδέσει την πολιτική τους υπεροχή με ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις ανά τον κόσμο, στήριξη σε αυταρχικά και διεφθαρμένα καθεστώτα που λειτουργούν ως δορυφόροι τους προωθώντας αμερικανικές πολιτικές επιδιώξεις και οικονομικά συμφέροντα σε βάρος της εθνικής κυριαρχίας και οικονομικής ανάπτυξης των χωρών που βρίσκονται εξαρτημένες από αυτές.
Ειδικότερα, στην περιοχή μας και σε συνάφεια με τα ελληνοτουρκικά, μία σειρά από ζητήματα που είναι λυμένα από την ελληνική πλευρά αλλά και από το Διεθνές Δίκαιο τίθενται διαρκώς υπό συζήτηση και αποτελούν αιτία πολέμου για την τουρκική πλευρά ενώ το βόρειο τμήμα της Κύπρου παραμένει υπό παράνομη τουρκική στρατιωτική κατοχή. Απέναντι σε όλα τα παραπάνω, οι αμερικανικές θέσεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «εξισορροπητικές» αλλά συμψηφίζοντας τον θύτη με το θύμα υπονομεύουν τα θεμέλια του Διεθνούς Δικαίου και εν τέλει και της αμερικανικής νομιμοποίησης ως δύναμης διεθνούς σταθερότητας, ιδίως όταν η τελευταία (Η.Π.Α) θέλει να ενδύει με ιδεολογικό – αξιακό μανδύα την άσκηση παγκόσμιας πολιτικής. Θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε τη σκέψη μας και ακόμα παραπέρα αφού το ζήτημα δεν είναι μόνο ρητορικά αξιακό αλλά διεισδύει και στον σκληρό πυρήνα της γεωπολιτικής των ναυτικών Δυνάμεων: η αμφισβήτηση από μέρους της Τουρκίας του δικαιώματος των νησιών να έχουν πλήρη δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες (υφαλοκρηπίδες και ΑΟΖ) δεν συνιστά απλώς παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας αλλά υπονομεύει τα θεμέλια ασφάλειας των ναυτικών Δυνάμεων της Δύσης (άνευ εισαγωγικών).
Τι οφείλει να κάνει η χώρα μας;
Καταρχήν να κατανοήσει ότι η ένταξη σε μία συμμαχία δεν λύνει αυτομάτως όλα τα προβλήματα. Η οικονομική ανάπτυξη (σε γεωπολιτική προοπτική και όχι παρασιτική – καταναλωτική), το πολιτικό σύστημα (που οφείλει να είναι δημοκρατικό και όχι ολιγαρχικό – κοινοβουλευτικό) και η εξωτερική πολιτική (που οφείλει να διασφαλίζει την εθνική κυριαρχία) σε απόλυτη σύμπνοια είναι οι παράγοντες που διασφαλίζουν όχι απλώς βιωσιμότητα σε ένα εθνικό κράτος αλλά εδραιώνουν και μία ισχυρή θέση του στο διεθνές πλαίσιο. Έτι περαιτέρω, για μία χώρα σαν τη δική μας που έχει την ευλογία να αποτελεί μήτρα του δυτικού πολιτισμού και γεννήτορα της αληθινής έννοιας της δημοκρατίας, το ιστορικό παρελθόν και ο πολιτισμός αποτελούν παρακαταθήκες που μπορούν και οφείλουν να κεφαλαιοποιηθούν προς την ίδια κατεύθυνση.
Οι ίδιες οι πολιτικές εξελίξεις προδιαγράφουν και τις προοπτικές για τη χώρα μας. Η απομάκρυνση της κ. Γκιλφόιλ από τη θέση της Αμερικανίδας πρέσβειρας, πέρα από τις διενέξεις στο εσωτερικό του αμερικανικού πολιτικού κατεστημένου, κατέδειξε και την εμπλοκή ντόπιων οικονομικών συμφερόντων σε οικονομικούς σχεδιασμούς βλαπτικούς για τη χώρα, αναφορικά με την ενεργειακή αποδυνάμωση της Ελλάδας και την έκθεσή της σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής αστάθειας. Ο ενεργειακός τομέας της οικονομίας βρίσκεται στο επίκεντρο των οικονομικών εξελίξεων και η χώρα μας θα πρέπει να διαθέτει ως πλοηγό της την οικονομική αυτάρκεια σε όλα τα επίπεδα. Η πρόσφατη συζήτηση για τον IMEC, τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης δεν συμπεριέλαβε την Ελλάδα. Τη στιγμή που άλλα κράτη διεκδικούν για τον εαυτό τους ρόλο αναβαθμισμένο στην νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική που διαμορφώνεται διεθνώς (η Ιταλία ως ευρωπαϊκή πύλη εμπορευματικών ροών και σύνδεση του σχεδιασμού αυτού με την Αφρική, για την Ινδία ο IMEC εντάσσεται στον στόχο της ευρύτερης στρατηγικής ενίσχυσης των οικονομικών δεσμών της με τον Κόλπο και την Ευρώπη και για το Ισραήλ ο συνδυασμός της γεωγραφικής του θέσης με τις τεχνολογικές του δυνατότητες του προσδίδει αυξημένο ρόλο στην κυβερνοασφάλεια, την προστασία των κρίσιμων υποδομών, την εφαρμογές στην τεχνητή νοημοσύνη και την τεχνολογική καινοτομία) η Ελλάδα απουσιάζει.
Σε μία εποχή, κατά την οποία προωθούνται ποικίλες ενεργειακές συμφωνίες, αναπτύσσονται στενές σχέσεις κρατών και διπλωματικών αξιωματούχων με οικονομικά συμφέροντα και εντατικοποιείται ο ανταγωνισμός για την ενεργειακή τροφοδοσία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα δεν μπορεί να παραμένει απαθής θεατής. Τα σύνορα μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής οικονομίας έχουν πια ξεθωριάσει και η ασφάλεια των υποδομών είναι μείζων στόχος που μπορεί να διασφαλίσει μόνο ένα ισχυρό κράτος. Η παγκοσμιοποίηση των οικονομικών εξελίξεων καταδεικνύει πως πίσω από κάθε οικονομικό σχεδιασμό, ακόμα και διηπειρωτικό βρίσκεται κάποιο ισχυρό κράτος που προωθεί κρατικά συμφέροντα μέσω της οικονομίας. Η χώρα μας θα πρέπει να αναπτύξει όλους τους τομείς της οικονομίας της σε ένα ολοένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Κι αν ο στόχος αυτός είναι ρητός για κάθε κράτος, για μας υπάρχει και κάτι παραπάνω: το βαρύ χρέος της αρχαίας δημοκρατίας που δεν ασκείται από ένα κονκλάβιο ισχυρών που δεν λογοδοτούν σε κανέναν αλλά εμπλέκει τους ίδιους τους πολίτες στην άσκηση της πολιτικής υπενθυμίζοντάς μας πως «το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον», δηλαδή πως ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροικαι ελεύθεροι είναι οι γενναίοι (Θουκυδίδη, Ιστορία).
GEOPOLITICO
Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση
Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ και εξετάζει τη σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το LNG και τον Κάθετο Διάδρομο.
Τις εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τον ανταγωνισμό για τη διακίνηση φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την ενίσχυση της συνεργασίας με την Ινδία ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News». Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ανάγκη η Αθήνα να προχωρήσει τους ενεργειακούς και αμυντικούς σχεδιασμούς της, απέναντι στην προσπάθεια της Άγκυρας να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο.
Κεντρικό θέμα αποτέλεσε η πληροφορία που μετέφερε ο παρουσιαστής για την υποβολή αιτήματος από τη Nexans προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή, η εισήγηση προς τον υπουργό Εξωτερικών και, μετά την έγκριση, η προώθησή του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την έκδοση της σχετικής αναγγελίας. Ο ίδιος τοποθέτησε τις πιθανές εξελίξεις στα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου, επικαλούμενος πληροφορίες από πηγές του.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε επίσης ότι, βάσει της ενημέρωσης που διαθέτει, δεν έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα αδειοδότησης προς την Τουρκία. Περιέγραψε ως διαφορετικό ζήτημα την ενημέρωση των χωρών της περιοχής για τις εργασίες και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, χωρίς να αφήσει περιθώριο επιβολής τουρκικών απαιτήσεων.
Η ενεργειακή σύγκρουση πίσω από τη διπλωματία
Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην αναφερόμενη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και στον τρόπο με τον οποίο την παρουσίασαν τουρκικά μέσα ενημέρωσης.
Ο παρουσιαστής μετέφερε δημοσιεύματα της Hürriyet και του Haber Global, επισημαίνοντας ότι επιχειρούν να συνδέσουν την εξέλιξη με ενδεχόμενη υποβάθμιση της Ελλάδας και αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή αποτελεί τουρκική ανάγνωση και δεν αποδεικνύει από μόνη της μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής.
Στη δική του ανάλυση, το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται στον ανταγωνισμό για το LNG και στις υποδομές μεταφοράς φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Συνέδεσε τον ελληνικό Κάθετο Διάδρομο με τις κινήσεις της τουρκικής BOTAŞ και τις συνεργασίες της με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερο μερίδιο στη διακίνηση και εμπορία αερίου.
Η Τουρκία, όπως ανέφερε, επιχειρεί να αξιοποιήσει αγωγούς, εγκαταστάσεις LNG, αποθηκευτικούς χώρους και διασυνδέσεις, ώστε να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο αναδιανομής ενέργειας. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιδίωξη δημιουργεί ανταγωνιστικές πιέσεις προς τους ελληνικούς σχεδιασμούς.
Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου στην αμερικανική πρεσβεία. Αντιπαρέβαλε την πολιτική πρόσβαση που αποδίδει στον Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα με την ανάγκη η Αθήνα να διαθέτει συνομιλητή με εμπειρία και επιρροή στην Ουάσιγκτον.
Στο πλαίσιο της συζήτησης για πιθανή διαδοχή, αναφέρθηκε στα ονόματα των Γκας Μπιλιράκη, Τζον Κατσιματίδη και Τζον Τζορτζ, παρουσιάζοντάς τα ως ονόματα που ακούγονται και εκφράζοντας προτίμηση για τον Μπιλιράκη.
Ελλάδα, Κύπρος και Ινδία: Από τις επαφές στη βιομηχανική συνεργασία
Ξεχωριστή θέση είχε η προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας, με αφορμή τις επαφές του Ινδού αξιωματούχου Ρατζές Κουμάρ Σινγκ στην Αθήνα, έπειτα από την παρουσία του στην Κύπρο.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε στη συνάντηση με τον Θανάση Δαβάκη και στην επίσκεψη στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, δίνοντας έμφαση στις συζητήσεις για την αμυντική βιομηχανία και την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών. Εκτίμησε ότι η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο τεχνολογικό και βιομηχανικό περιεχόμενο, ακόμη και μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων.
Για την κυπριακή διάσταση, στάθηκε στην επίσκεψη του Ινδού αξιωματούχου στην Πράσινη Γραμμή και στην προβολή εικόνων από τη διχοτομημένη Λευκωσία σε ινδικά μέσα. Κατά την εκτίμησή του, η ανάδειξη των συνεπειών της τουρκικής εισβολής έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Συνέδεσε, επίσης, τις αμυντικές επαφές με τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον IMEC. Υποστήριξε ότι το Νέο Δελχί αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Κύπρο ως κρίσιμους εταίρους για την πρόσβασή του στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσα από ένα πλέγμα λιμενικών, εμπορικών και στρατηγικών συνεργασιών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Θεσσαλονίκη, την οποία παρουσίασε ως λιμάνι που διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη μεταφορά ινδικών εμπορευμάτων προς τα Βαλκάνια. Τόνισε, πάντως, ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός προϋποθέτει αναβάθμιση των υποδομών και αξιόπιστη εμπορευματική σιδηροδρομική σύνδεση.
Τριβές ανάμεσα σε Άγκυρα και Μπακού
Η εκπομπή εξέτασε ακόμη τις εντάσεις που, σύμφωνα με τον παρουσιαστή, καταγράφονται στις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν, με αφορμή το ζήτημα της μαντίλας στα σχολεία.
Ο ίδιος περιέγραψε αντιδράσεις από τουρκικούς κυβερνητικούς κύκλους και απαντήσεις από την αζερική πλευρά, η οποία επικαλείται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και απορρίπτει παρεμβάσεις στα εσωτερικά της. Εκτίμησε ότι η αντιπαράθεση αναδεικνύει όρια στην τουρκική επιρροή επί του Μπακού.
Ταυτόχρονα, απέρριψε τις αναφορές περί πραξικοπήματος και καθόδου στρατού στους δρόμους, αναφέροντας ότι σχετικά βίντεο που κυκλοφόρησαν ήταν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Οι τριβές που περιέγραψε παρουσιάστηκαν ως ένδειξη πίεσης στη σχέση των δύο χωρών, χωρίς να τεκμηριώνουν από μόνες τους οριστική στρατηγική ρήξη.
Ο Καπετανίδης στην Israel Hayom και η αμυντική σχέση με το Ισραήλ
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο του αρχισυντάκτη του Geopolitico.gr, Χρήστου Κωνσταντινίδη, στην Israel Hayom, με αναφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και στην ιστορία του Νίκου Καπετανίδη.
Ανέδειξε τη σημασία της παρουσίασης σε ισραηλινό μέσο της δράσης του Πόντιου δημοσιογράφου, ο οποίος κατέγραφε τις διώξεις και τις σφαγές και οδηγήθηκε στην αγχόνη από το κεμαλικό καθεστώς. Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία του Τοπάλ Οσμάν στο άρθρο και στη σύνδεσή του με τη βία σε βάρος ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών.
Στη συνέχεια παρουσίασε βασικά σημεία ανάλυσης του Σάι Γκαλ για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα αποκτά ευρύτερο στρατηγικό και βιομηχανικό ρόλο, πέρα από την αγορά εξοπλισμών.
Χρήστος Κωνσταντινίδης: Η Τουρκία αρνείται να λογοδοτήσει για τα δικά της εγκλήματα
Λιβύη και «Γαλάζια Πατρίδα»
Στο κλείσιμο, ο παρουσιαστής εξέφρασε ανησυχία για τις εξελίξεις στη Λιβύη και το ενδεχόμενο περαιτέρω κινήσεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κάλεσε την Αθήνα να αξιοποιήσει τη διπλωματική της επιρροή και τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τέλος, μετέφερε πληροφορίες για χρονική μετάθεση του τουρκικού νομοσχεδίου περί «Γαλάζιας Πατρίδας», συνδέοντάς την με την αναμονή των ελληνικών αποφάσεων για τον GSI. Κατά την εκτίμησή του, η αναβολή αποτελεί τακτικό χειρισμό της Άγκυρας, η οποία παρακολουθεί τις επόμενες κινήσεις της Αθήνας.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΙνδός στρατηγός προειδοποιεί τον Ερντογάν: «Θα κάνουμε κομμάτια κάθε τουρκική αρμάδα που θα σπεύσει να βοηθήσει το Πακιστάν»