Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Σε «ναρκοπέδιο» ρίχνουν τον Αναστασιάδη Eide, Akinci & FO

Δημοσιεύτηκε στις

Του Μιχάλη Παπαδόπουλου

Όσοι έθεσαν υπεράνω όλων ως πρώτιστο στόχο την επανέναρξη των συνομιλιών, παραθεωρούν το ουσιώδες, που είναι οι προοπτικές τους, οι οποίες διαφαίνονται δυσοίωνες για την ε/κ πλευρά, υπό το κράτος αμφίπλευρων πιέσεων για 4 ελευθερίες – εγγυήσεις και φυσικό αέριο.
«Ενώ η Τουρκία απειλεί διαρκώς με στρατιωτικές ασκήσεις εντός της κυπριακής ΑΟΖ, προειδοποιώντας, ταυτόχρονα, για διακοπή των συνομιλιών και άλλα μέτρα σε περίπτωση εφαρμογής του ενεργειακού σχεδιασμού της ΚΔ, ο Έιντε λειτουργεί ως μεσάζων της Άγκυρας προς τις Βρυξέλλες στα θέματα των τεσσάρων ελευθεριών και των εγγυήσεων και τα δύο μεγάλα κόμματα σπεύδουν να ικανοποιήσουν την προκλητική απαίτηση του Μ. Ακιντζί για την απόφαση της Βουλής».

Σε διαπραγματευτικό «ναρκοπέδιο» ρίχνουν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αφενός οι κινήσεις Έιντε στις Βρυξέλλες για το θέμα των τεσσάρων ελευθεριών και αφετέρου οι πρωτοβουλίες των μυστικών συναντήσεων με τον Μουσταφά Ακιντζί για επανέναρξη της διαπραγματευτικής διαδικασίας από πλευράς ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ.
Κι αυτό, γιατί διαμορφώνουν ένα σκηνικό επανέναρξης των συνομιλιών από τη μια υπό το κράτος της επίτασης της σκλήρυνσης της τουρκικής πλευράς όσον αφορά τις απαράδεκτες και, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, απροϋπόθετες αξιώσεις της για επίτευξη λύσης του Κυπριακού (τα θέματα των τεσσάρων ελευθεριών, των εγγυήσεων και της παραμονής των κατοχικών στρατευμάτων μετά τη λύση) και, από την άλλη, υπό τη σκιά της ικανοποίησης της απαράδεκτης απαίτησης του Τ/κ ηγέτη για «ρύθμιση» του ζητήματος της απόφασης της Βουλής των Αντιπροσώπων για το ενωτικό δημοψήφισμα.
Διεργασίες, οι οποίες, επί της ουσίας, επικεντρώνονται στο δευτερεύον ζήτημα της επανέναρξης των συνομιλιών και όχι στο κορυφαίο διακύβευμά τους, δηλαδή την προοπτική, εφεξής, της διαπραγμάτευσης, φέρνοντας την τουρκική πλευρά να επαναρχίζει από θέση ισχύος.

Κακή συγκυρία

Άλλωστε, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η συγκυρία στην οποία φαίνεται να επανεκκινεί η όλη διαδικασία προσδιορίζεται από δύο βασικά στοιχεία: την κλιμάκωση των τουρκικών προκλητικών ενεργειών εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας με την πραγματοποίηση αεροναυτικών ασκήσεων εντός της κυπριακής ΑΟΖ, και την επίταση της απροκάλυπτης εκφοβιστικής ρητορικής της Άγκυρας για το θέμα του φυσικού αερίου, τη στιγμή μάλιστα που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συζητούσε με την ηγεσία της Exxon Mobil για το κυπριακό ενεργειακό πρόγραμμα.
Την ίδια ώρα, ο ειδικός σύμβουλος του ΓΓ των ΗΕ, Έσπεν Μπαρθ Έιντε, μετατρεπόταν σε θλιβερό κομιστή στις Βρυξέλλες των απαράδεκτων τουρκικών αξιώσεων για τις 4 βασικές ελευθερίες και τις εγγυήσεις, επιχειρώντας να πείσει τους εταίρους να αποδεχθούν την απαίτηση της Άγκυρας, υποδεικνύοντας, μάλιστα, πως αν αυτές δεν γίνουν αποδεκτές από την ΕΕ, η Τουρκία δεν πρόκειται να συναινέσει σε λύση του Κυπριακού.
Όπως καλά ενημερωμένη πηγή επεσήμανε στην εφημερίδα μας, είναι προφανές ότι, με όλα αυτά που διαδραματίζονται, η ε/κ πλευρά θα εισέλθει στην επανέναρξη των συνομιλιών υπό το κράτος διττών ασφυκτικών πιέσεων: Τόσο για το θέμα των υδρογονανθράκων όσο και για τα θέματα των 4 βασικών ελευθεριών και των εγγυήσεων, γεγονός που δεν προοιωνίζεται την προσδοκώμενη θετική για την πλευρά μας εξέλιξη και έκβαση της διαδικασίας.

Απειλεί το τουρκικό ΥΠΕΞ

Προτού, λοιπόν, κοπάσει ο απόηχος των συζητήσεων του Προέδρου της Δημοκρατίας με την ηγεσία της Exxon Mobil για τη συνεργασία τους στο κυπριακό ενεργειακό πρόγραμμα, το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, διά του εκπροσώπου του, Χουσεΐν Μουφτούογλου, προειδοποίησε, σε αυστηρούς τόνους, την ε/κ πλευρά να σταματήσει να συμπεριφέρεται σαν να είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης του φυσικού αερίου στο νησί και να διακόψει τις δραστηριότητες υδρογονανθράκων.
Απείλησε, δε, ότι η Τουρκία θα λάβει κάθε μέτρο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και των δικαιωμάτων των Τ/κ.
Ο Τούρκος αξιωματούχος, σχολιάζοντας τη συνάντηση που είχε στις 22 Μαρτίου στις ΗΠΑ ο Πρόεδρος Αναστασιάδης με εκπροσώπους της Exxon Mobil, ανέφερε ότι αυτές οι επαφές και οι δραστηριότητες υδρογονανθράκων συνεχίζονται μονομερώς, παραβλέποντας τα πραγματικά δικαιώματα των Τ/κ ως κοινών ιδιοκτητών του νησιού. Ο Μουφτούογλου υπενθύμισε ότι στις 17 Μαρτίου στη συνεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου εγκρίθηκε υπογραφή συμβολαίου για διερεύνηση και εξόρυξη σε τρεις διαφορετικές περιοχές και με τη συγκεκριμένη εταιρεία.
«Αυτή η στάση δείχνει ότι δεν έχουν αντιληφθεί ακόμη τη δυναμική της για οικονομική συνεργασία στη βάση του win win που θα παρουσιαστεί στην Ανατολική Μεσόγειο από μια πιθανή συνολική συμφωνία στο Κυπριακό, για την οποία η τ/κ πλευρά και η Τουρκία καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια», επεσήμανε, προσθέτοντας ότι η ε/κ πλευρά επιμένει να μη βλέπει ως ίσους πολιτικά συνεταίρους τους Τ/κ.
«Αναμένουμε να σταματήσουν να συμπεριφέρονται σαν να είναι οι μοναδικοί ιδιοκτήτες του φυσικού αερίου του νησιού και να διακόψουν τις δραστηριότητες υδρογονανθράκων, οι οποίες μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο την περιεκτική λύση του Κυπριακού, όπως είδαμε και τα προηγούμενα χρόνια. Υπενθυμίζουμε για άλλη μια φορά, με αυτήν την αφορμή, ότι η Τουρκία θα λάβει κάθε μέτρο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και των δικαιωμάτων των Τ/κ», τόνισε.

Δεν τους πέφτει λόγος…

Δεν πέφτει λόγος στην Τουρκία για τον φυσικό πλούτο της Κύπρου που ανήκει σε όλους τους Κυπρίους και τυγχάνει διαχείρισης από το νόμιμο κράτος, ανέφερε, απαντώντας στις δηλώσεις του εκπροσώπου του τουρκικού ΥΠΕΞ, ο εκπρόσωπος Τύπου του ΔΗΣΥ, Πρόδρομος Προδρόμου.
«H απαράδεκτη νέα παρέμβαση του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών στις εσωτερικές υποθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας απορρίπτεται και δεν έχει καμία απολύτως αξία. Όσο και αν θορυβείται η Τουρκία από τον ενεργειακό πλούτο και από τη συνεργασία της χώρας μας με κορυφαίους παγκόσμιας εμβέλειας ενεργειακούς παράγοντες, τα αποθέματα που βρίσκονται στην κυπριακή Α.Ο.Ζ. ανήκουν στους Κυπρίους.
»Τα δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κύπρου είναι απολύτως κατοχυρωμένα από το διεθνές δίκαιο και δεν εξαρτώνται βεβαίως από τη γνώμη της Τουρκίας, η οποία δεν έχει καν προσυπογράψει και αποδεχτεί τη σχετική Σύμβαση των Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας (την οποία έχουν κυρώσει σχεδόν 170 κράτη). Συνακόλουθα όσο και αν απειλεί, όπως είναι η πάγια πρακτική της προς όλες τις κατευθύνσεις, η Άγκυρα δεν έχει δικαιώματα για να διαφυλάξει στην Α.Ο.Ζ. και στα κυπριακά ύδατα», επισημαίνει ο κ. Προδρόμου.

Επικρίσεις για «συναντήσεις»-Έιντε

Εν τω μεταξύ, οι μυστικές χωριστές συναντήσεις των Αβέρωφ Νεοφύτου-Άντρου Κυπριανού με τον Μουσταφά Ακιντζί, ο ρόλος του Έσπεν Μπαρθ Έιντε, αλλά και οι νέες τουρκικές απειλές για το θέμα των υδρογονανθράκων αποτέλεσαν χθες αντικείμενο έντονων επικρίσεων εκ μέρους των κομμάτων του ενδιάμεσου χώρου αλλά και του ΕΛΑΜ εναντίον της Κυβέρνησης και των ΔΗΣΥ-ΑΚΕΛ.
Αναφορές έγιναν ειδικότερα και για τα δημοσιεύματα περί συνάντησης του κ. Αβ. Νεοφύτου με τον Μ. Ακιντζί στο λεγόμενο «προεδρικό μέγαρο», τα οποία ο ΔΗΣΥ διέψευσε ως ανυπόστατα.
«Ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ οφείλει να σχολιάσει το δημοσίευμα της εβδομαδιαίας εφημερίδας “Το Κυπριακό Ποντίκι”, που τον φέρει να έχει μεταβεί στο λεγόμενο “προεδρικό μέγαρο” για το μυστικό δείπνο με τον κατοχικό ηγέτη», αναφέρει σε ανακοίνωσή του το ΔΗΚΟ, προσθέτοντας πως, εάν το δημοσίευμα ευσταθεί, τότε προκαλείται σοβαρό ζήτημα για τον κ. Νεοφύτου.
«Αναμένουμε ειλικρινείς και ξεκάθαρες απαντήσεις από τον κ. Αβέρωφ Νεοφύτου», καταλήγει η ανακοίνωση του Δημοκρατικού Κόμματος.
Μείζον πολιτικό ζήτημα
«Με αφορμή το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας “Το Ποντίκι” για παράθεση δείπνου στο λεγόμενο “προεδρικό μέγαρο”, σημειώνουμε πως, εάν η εν λόγω είδηση είναι αληθινή, δημιουργείται μείζον πολιτικό ζήτημα», επισημαίνει σε ανακοίνωσή της η ΕΔΕΚ, για να προσθέσει: «Για τον λόγο αυτό, απαιτείται το συντομότερο να γίνει δημόσια τοποθέτηση και να ξεκαθαριστεί το όλο ζήτημα».

«Τώρα, τι θα κάνουν Αβέρωφ – Κυπριανού;»

«Τα κατάφεραν και πάλιν οι ηγεσίες του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ. Εξευμένισαν την Τουρκία και υποτάχθηκαν στον κατοχικό ηγέτη Μ. Ακιντζί στο θέμα του Ενωτικού Δημοψηφίσματος, και οι Τούρκοι απάντησαν με απειλές για την εκμετάλλευση του φυσικού αερίου. Μόλις οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν την άτακτη υποχώρηση, διέταξαν νέα επίθεση. Μην τολμήσετε, μας λένε, να αγγίξετε το φυσικό αέριο», επεσήμανε σε ανακοίνωσή της η Πρόεδρος της Αλληλεγγύης, Ελένη Θεοχάρους, για να προσθέσει: «Τώρα, τι θα πράξουν οι κ. Αβέρωφ και Κυπριανού; Θα δώσουν στους Τούρκους μαζί με το κράτος και το φυσικό αέριο στο πλαίσιο του λεγόμενου ρεαλιστικού πατριωτισμού τους;».

Πρώτα να αλλάξει η απόφαση…

Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ να εξυπηρετήσουν τις επιθυμίες Ακιντζί, φαίνεται ότι δεν τον έπεισαν, ώστε να επιστρέψει άμεσα στις συνομιλίες, αναφέρει σε ανακοίνωσή του το Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών, αφού, προσθέτει, «σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Τ/κ ηγέτη, υπήρξε μόνο θετική αντίδραση σε πρόσκληση για κοινωνική συνάντηση, καθώς τώρα θέλει να ψηφιστεί πρώτα η πρόταση του ΔΗΣΥ στη Βουλή και μετά να κάτσει στο τραπέζι των συνομιλιών.
Το Προεδρικό φαίνεται να έχει χάσει την πρωτοβουλία των κινήσεων στις συνομιλίες», σημειώνουν περαιτέρω οι Οικολόγοι, καλώντας τον Πρόεδρο Αναστασιάδη να αποδοκιμάσει την εμπλοκή τρίτων στις συνομιλίες και να ζητήσει εξηγήσεις από τις ηγεσίες του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ, αφού «έχει αντικατασταθεί στην πρωτοβουλία των κινήσεων από το δίδυμο Νεοφύτου-Κυπριανού».
Εξάλλου, σε άλλη ανακοίνωσή τους οι Οικολόγοι επισημαίνουν ότι η προκλητική απειλή της Τουρκίας έρχεται λίγες μόνο μέρες από την υποχώρηση των ΔΗΣΥ- ΑΚΕΛ για ικανοποίηση των απαιτήσεων του Ακιντζί, τονίζοντας πως ο Πρόεδρος Αναστασιάδης θα πρέπει να στείλει ξεκάθαρο μήνυμα προς την Άγκυρα ότι δεν πρόκειται να πτοήσουν την Κύπρο οι απειλές.

Κυρώσεις κατά της Τουρκίας

Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος της Συμμαχίας Πολιτών, Γιώργος Λιλλήκας, κάλεσε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να αξιοποιήσει το αρνητικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση έναντι της Τουρκίας και του Τούρκου Προέδρου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, και να επιδιώξει τη λήψη κυρώσεων κατά της Τουρκίας.
«Την ώρα που ο κ. Αναστασιάδης ουσιαστικά έχει αναγγείλει την επανέναρξη των συνομιλιών, την ώρα που ετοιμάζεται ο ΔΗΣΥ με τη στήριξη και των βουλευτών του ΑΚΕΛ να περάσει νέα νομοθεσία από τη Βουλή αναφορικά με τους κανονισμούς που καθορίζουν τους εορτασμούς στα σχολεία, για να διευκολύνει την επανέναρξη των συνομιλιών, το Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας αποφάσισε να εκτοξεύσει απειλές κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφορικά με τις έρευνες στην κυπριακή ΑΟΖ, για τους υδρογονάνθρακες», είπε σε δηλώσεις του ο κ. Λιλλήκας, για να προσθέσει ότι, επιπρόσθετα, οι Τούρκοι απειλούν και με διακοπή των συνομιλιών, αν προχωρήσει το ενεργειακό της πρόγραμμα η Κύπρος.
Διαψεύδει ο ΔΗΣΥ
Την ίδια ώρα ο ΔΗΣΥ, με ανακοίνωσή του, διέψευσε με κατηγορηματικότητα τα δημοσιεύματα ότι η συνάντηση του Αβ. Νεοφύτου με τον Μ. Ακιντζί έγινε στο λεγόμενο «προεδρικό μέγαρο». «Αναφερόμενοι σε δημοσίευμα και σε ανακοινώσεις άλλων πολιτικών δυνάμεων, διαψεύδουμε κατηγορηματικά ότι ο πρόεδρος του Δημοκρατικού Συναγερμού Αβέρωφ Νεοφύτου είχε οποιαδήποτε συνάντηση με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί στο γραφείο του στο παράνομα αποκαλούμενο δήθεν ‘προεδρικό μέγαρο’. Ουδέποτε ο κ. Νεοφύτου είχε και οποιαδήποτε άλλη συνάντηση με οποιονδήποτε στο εν λόγω κτήριο», αναφέρεται στην ανακοίνωση της Πινδάρου.

Μεσάζων των τουρκικών θέσεων

Το ΔΗΚΟ σε ανακοίνωσή του για τις ενέργειες του Έσπεν Μπαρθ Έιντε το τελευταίο διάστημα αναφέρει ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ο Νορβηγός διπλωμάτης μεταφέρει, υποστηρίζει και επιδιώκει να επιβάλει τουρκικές θέσεις στο Κυπριακό, καλώντας τον ΠτΔ να προβεί σε καταγγελία του.
«Με την επιμονή του για αποδοχή της τουρκικής απαίτησης για απόδοση των τεσσάρων βασικών ευρωπαϊκών ελευθεριών σε ογδόντα εκατομμύρια Τούρκους υπηκόους, μετά τη λύση του Κυπριακού, επιβεβαιώνει ότι είναι μεσάζων των τουρκικών θέσεων, μετατρέπεται σε σοβαρό κίνδυνο για την επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας και του κυπριακού Ελληνισμού, απειλεί τη συνοχή της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης», σημειώνει το ΔΗΚΟ, για να προσθέσει:
«Διερωτόμαστε με ποια εξουσιοδότηση και από ποιον, αναλαμβάνει ο κ. Έιντε τέτοιου είδους πρωτοβουλίες. Ο κ. Αναστασιάδης συμφωνεί ή διαφωνεί με τις ενέργειες του κ. Έιντε; Εάν διαφωνεί με τις ενέργειες του κ. Έιντε, γιατί δεν ξεκαθαρίζει δημόσια, ότι ο κ. Έιντε μάταια προσπαθεί να επιβάλει μια τέτοια επικίνδυνη διευθέτηση, εφόσον η πλευρά μας δεν πρόκειται ποτέ να την αποδεχτεί;».
«Καλούμε τον κ. Αναστασιάδη να καταγγείλει τον κ. Έιντε και να απορρίψει την επιβολή της τουρκικής αξίωσης, για να διακοπεί η οποιαδήποτε μεθόδευση εκ μέρους του αξιωματούχου των Ηνωμένων Εθνών. Εάν δεν το πράξει, θα είναι με έμμεσο τρόπο συνεργός στις μεθοδεύσεις», καταλήγει το Δημοκρατικό Κόμμα.

«Ενορχηστρωμένο σχέδιο» υπέρ της Τουρκίας

Για ενορχηστρωμένο σχέδιο Έιντε υπέρ της Τουρκίας που βρίσκεται σε εξέλιξη, έκανε λόγο το Κίνημα Οικολόγων, αναφέροντας ότι την ίδια ώρα που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή – σε μία πρωτοφανή κίνηση – καλεί τον Τούρκο πρέσβη να δώσει εξηγήσεις για τις προκλητικές δηλώσεις Ερντογάν για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο κ. Έιντε ζήτησε από τον κ. Γιούνκερ να ενδώσει στις επιθυμίες της Τουρκίας για το θέμα των τεσσάρων ελευθεριών και των εγγυήσεων. «Και ο τελευταίος άνθρωπος που ίσως είχε ενδοιασμούς για τον προκλητικό και μονόπλευρο ρόλο του κ. Έιντε, έχει πλέον πειστεί για τα συμφέροντα που εξυπηρετεί. Πρέπει άμεσα ο κ. Έιντε να μας απαλλάξει από την παρουσία του και να αντικατασταθεί από έναν πραγματικά ουδέτερο αξιωματούχο…», καταλήγουν οι Οικολόγοι

Άμεση απομάκρυνση

Τέλος, σε ανακοίνωσή του το ΕΛΑΜ αναφέρει ότι οι παρεμβάσεις του Έσπεν Μπαρθ Έιντε, προς τις Βρυξέλλες, ο οποίος ζητά να εξευρεθούν νομικοί τρόποι προς ικανοποίηση του τουρκικού αιτήματος για τις τέσσερεις ελευθερίες, αποτελούν τεράστια πρόκληση για τον κυπριακό Ελληνισμό και τα ιστορικά του δίκαια.
«Το Ε.ΛΑ.Μ. εκφράζει για πολλοστή φορά το διατυπωμένο αίτημά του προς την Κυβέρνηση, για άμεση αντικατάσταση του Έιντε, ο οποίος θα πρέπει να καταγγελθεί για μεροληπτική στάση υπέρ των τουρκικών συμφερόντων» καταλήγει η ανακοίνωση.

Αποδέκτης μηνυμάτων Αναστασιάδη ο Τζόνσον

Αποδέκτης μηνυμάτων του Προέδρου της Δημοκρατίας προς την τουρκική ηγεσία έγινε ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών, Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος είχε προχθές αργά το βράδυ, στη Νέα Υόρκη, συνάντηση με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη.
Ο κ. Τζόνσον μεταβαίνει στην Άγκυρα, όπου θα έχει συνάντηση με τον Πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Σε δηλώσεις στους δημοσιογράφους, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης εξέφρασε την πεποίθηση πως ο κ. Τζόνσον «θα μεταφέρει τα μηνύματα και τις θέσεις, έτσι ώστε να γίνει κατανοητό με ποιους τρόπους και πώς μπορεί να φτάσουμε σε μια συμφωνία που να μπορεί να γίνει αποδεκτή και από τις δύο κοινότητες».
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με τη συνάντηση αυτή, ολοκλήρωσε την επίσκεψή του στη Νέα Υόρκη, την οποία χαρακτήρισε απόλυτα επιτυχή, και αναχώρησε για τη Ρώμη, όπου θα συμμετάσχει στις εκδηλώσεις εορτασμού των 60 χρόνων της Συνθήκης της Ρώμης.
Για το πολιτικό μέρος της επίσκεψης και τις επαφές που είχε με τον ΓΓ του ΟΗΕ, τον Υπουργό Εξωτερικών της Σλοβακίας και Πρόεδρο της επικείμενης 72ης Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και τον Υπουργό Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ανέφερε ότι δόθηκε η ευκαιρία να επεξηγηθούν δυσκολίες και προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σε σημαντικούς τομείς που άπτονται της λειτουργικότητας του κράτους, της μελλοντικής ασφάλειας των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, και γενικότερα προβλήματα, που, αν δεν επιλυθούν κατά ορθό τρόπο και με βάση τις αρχές και αξίες της ΕΕ, ή με βάση την αρχή της δημοκρατίας ή ακόμα, και ιδιαίτερα, σεβόμενοι πάντα το κεκτημένο, δεν είναι δυνατόν να καταλήξουμε σε μια λύση που να γίνει αποδεκτή είτε από τον ίδιο είτε από τους Ελληνοκύπριους.
Εξέφρασε, τέλος, την εκτίμηση ότι οι θέσεις της πλευράς μας που αναπτύχθηκαν με πλήρη λογικό ειρμό και επιχειρήματα, «όχι μόνον έτυχαν ορθής ακρόασης, αλλά και απόλυτης κατανόησης».

Κανένα βήμα πίσω για τους υδρογονάνθρακες

Άμεση ήταν η απάνταση του Υπουργείου Εξωτερικών της ΚΔ στην προκλητική δήλωση του τουρκικού ΥΠΕΞ.
Το κυπριακό ΥΠΕΞ αναφέρει:
«Όσον αφορά στην ανακοίνωση που εξέδωσε το Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας την Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017, σε σχέση με τις δραστηριότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη και την υφαλοκρηπίδα της, το Υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας υπογραμμίζει τα ακόλουθα:
Η δήλωση, για ακόμη μια φορά, αποδεικνύει την έλλειψη σεβασμού από μέρους της Τουρκίας στο συμβατικό και εθιμικό διεθνές δίκαιο, όπως προκύπτει από τη Συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, και την περιφρόνηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας στην υφαλοκρηπίδα και την Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη.
Το Διεθνές Δίκαιο προνοεί ότι ο φυσικός πλούτος μιας χώρας ανήκει στο κράτος και η ευθύνη διαχείρισής του έγκειται στην Κυβέρνησή του προς όφελος όλων των πολιτών. Συνεπώς, πράξεις που αμφισβητούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, όχι μόνο αντιτίθενται στο Διεθνές Δίκαιο, αλλά είναι εντελώς ανεδαφικές.
Είναι λυπηρό το γεγονός ότι η Τουρκία, για ακόμη μια φορά, καταφεύγει σε απειλές, έτσι ώστε να προωθήσει τα συμφέροντά της υπό το πρόσχημα των “ανησυχιών” για τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων.
Η Κυπριακή Δημοκρατία θα συνεχίσει με αποφασιστικότητα την πολιτική της στον τομέα των υδρογονανθράκων, με πλήρη σεβασμό στο Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει ξεκάθαρα διατυπώσει τη θέση ότι οι Τουρκοκύπριοι θα επωφεληθούν από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, στο πλαίσιο μιας συμφωνημένης διευθέτησης του Κυπριακού. Στις δικοινοτικές διαπραγματεύσεις, συμφωνήθηκε ότι οι φυσικοί πόροι θα εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της ομόσπονδης κυβέρνησης.
Για τον σκοπό αυτό, καλείται η Τουρκία να συμβάλει με συγκεκριμένες ενέργειες στην επανέναρξη της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων και την επίτευξη γρήγορης επανένωσης της Κύπρου, μέσω μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού, που θα επιτρέψει σε όλους τους Κυπρίους να απολαμβάνουν τα δικαιώματά τους ελεύθερα και ειρηνικά».
ΣΗΜΕΡΙΝΗ

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή