Ακολουθήστε μας

Διεθνή

“Σκληρό” Brexit προ των πυλών – Τα συν και τα πλην για την Κύπρο

Δημοσιεύτηκε στις

ΤΟΥ ΝΕΣΤΩΡΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Χρονιά ορόσημο μπορεί να χαρακτηριστεί το 2019, οπότε και οριοθετείται η επίσημη αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ. Η φύση της σχέσης των Βρετανών με την Ευρώπη των “27” παραμένει αβέβαιη και φυσιολογικά προκαλεί ανησυχίες τόσο σε πολιτικό όσο και σε επιχειρηματικό επίπεδο.
Το Brexit περιλαμβάνεται στους δυνητικούς κινδύνους και για την κυπριακή οικονομία. Οι εκτιμήσεις για την ώρα μοιάζουν με προσπάθεια ισορροπίας σε κινούμενη άμμο στην απουσία συγκεκριμένων στοιχείων, στη βάση των οποίων η Βρετανία θα “κουνήσει μαντήλι” αποχαιρετώντας την Ευρώπη. Αρκετοί, ορμώμενοι από την αλήθεια της αρχαίας ελληνικής παροιμίας “ουδέν κακόν αμιγές καλού”, σπεύδουν να επισημάνουν την ύπαρξη σημαντικών ευκαιριών από ένα “διαζύγιο” που αποφασίστηκε και απομένει να διασαφηνιστούν οι όροι που θα το διέπουν. 
Ο μηχανισμός εξόδου

Το περιβόητο Άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας, που περιγράφει τον μηχανισμό εξόδου μιας χώρας μέλους από την ευρωπαϊκή οικογένεια δεν έχει ενεργοποιηθεί ποτέ στο παρελθόν, και ουδείς είναι σε θέση να ξέρει πώς θα λειτουργήσει στην πράξη. Διαδικαστικά, η Βρετανία θα πρέπει να αιτηθεί την έξοδό της από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να συμφωνήσει στους άξονες διαπραγμάτευσης. Ακολούθως, η τελική συμφωνία πρέπει να εγκριθεί από τουλάχιστον 20 από τις 27 χώρες μέλη και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Η Βουλή των Κοινοτήτων αποφάσισε κατά πλειοψηφία (494 υπέρ-122 κατά) να “ανάψει πράσινο φως” στην πρωθυπουργό της Βρετανίας, Τερέζα Μέϊ, να ενεργοποιήσει το Άρθρο 50.
Το σχέδιο νόμου πρέπει να εγκριθεί από τη Βουλή των Λόρδων και να σταλεί στη Βασίλισσα για τελική έγκριση.
Η Τερέζα Μέι δεσμεύθηκε να αρχίσει τη διαδικασία αποχώρησης από την ΕΕ πριν από τα τέλη Μαρτίου.
Η λεγόμενη “Λευκή Βίβλος” φέρει τη Βρετανία να εγκαταλείπει τόσο την ενιαία αγορά της ΕΕ όσο και τη δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
Το “σκληρό Brexit”
Με την ομιλία της, η Βρετανίδα πρωθυπουργός, επιβεβαίωσε ότι η χώρα επέλεξε να βαδίσει στα δύσβατα μονοπάτια ενός “σκληρού Brexit”, εκτός της ενιαίας αγοράς και της τελωνειακής ένωσης.
Πρακτικά, η Βρετανία δεν θα μπορεί πλέον να εξάγει ανεμπόδιστα προϊόντα στις ευρωπαϊκές χώρες, κάτι που θα συμβαίνει και αντίστροφα καθώς οι εξαγωγές χωρών μελών της ΕΕ στη Βρετανία, επίσης, θα επηρεαστούν.
Ενδιαφέρον έχει η άποψη του επικεφαλής του Ινστιτούτου “Ifo” του Μονάχου, Κλέμενς Φουστ, ο οποίος επισημαίνει ότι βρετανικές τράπεζες – που είναι πολύ σημαντικές για τη χώρα αφού συνεισφέρουν το 8% του συνολικού ΑΕΠ – δεν θα μπορούν να δραστηριοποιούνται ελεύθερα στην κοινή ευρωπαϊκή αγορά.
Ο κ. Φούστ προειδοποιεί την ίδια ώρα, ότι και η γερμανική εξαγωγική βιομηχανία και κυρίως η αυτοκινητοβιομηχανία, δεν θα μπορεί να εξάγει πια τόσο εύκολα στη Βρετανία, την τρίτη σημαντικότερη αγορά για τη χώρα.
Υπουργός Οικονομικών: “Μας χωρίζει απόσταση από το Brexit”
Σχολιάζοντας, πρόσφατα, τις χειμερινές προβλέψεις της Κομισιόν, οι οποίες έκαναν λόγο για παρενέργειες του Brexit στην κυπριακή οικονομία, λόγω των εμπορικών δεσμών Κύπρου-Βρετανίας, με επίκεντρο ενδεχόμενη υποτίμηση του βρετανικού νομίσματος, ο υπουργός Οικονομικών ανέφερε χαρακτηριστικά: “Η ύπαρξη δυνητικών κινδύνων δεν σημαίνει και την επιβεβαίωσή τους. Πρέπει να τους παρακολουθούμε ώστε να διασφαλίσουμε ότι δεν θα επιβεβαιωθούν. Όσον αφορά στο Brexit, μας χωρίζει απόσταση ακόμη και δεν έχει διαμορφωθεί το πλαίσιο πραγματοποίησής του”.
Κεντρική Τράπεζα: “Η στερλίνα κύριο μέσο μετάδοσης κινδύνου”
Περιορισμένη, θεωρεί εκ πρώτης όψης, την επίδραση του Brexit στην κυπριακή οικονομία και στο χρηματοοικονομικό σύστημα του τόπου η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Στην έκθεση χρηματοοικονομικής σταθερότητας για το 2016 αναφέρει ωστόσο ότι “μέχρι να οριστικοποιηθεί η συμφωνία που θα διέπει τις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης – Βρετανίας μετά την έξοδο της χώρας από την ευρωπαϊκή οικογένεια, οποιαδήποτε σχετική μελέτη θα πρέπει να είναι ενδεικτική”.
Κυριότερο μέσο μετάδοσης κινδύνων στην οικονομία του τόπου θεωρείται η ενδεχόμενη υποτίμηση της στερλίνας έναντι του ευρώ.
Συγκεκριμένα θα έχει αρνητικό αντίχτυπο στα εξής:  
1. Εμπόριο προϊόντων και υπηρεσιών
Η υποτίμηση της στερλίνας θα μειώσει την αγοραστική της αξία έναντι του ευρώ με αποτέλεσμα να αυξηθεί το τελικό κόστος των προϊόντων και των υπηρεσιών που τιμολογούνται σε ευρώ.
2. Τουρισμός
Η υποτίμηση της στερλίνας, ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τον αριθμό των Βρετανών τουριστών που θα επιλέγουν την (ακριβή) Κύπρο για τις διακοπές τους.  
Αναμένεται, επίσης, ότι θα υπάρξει επίπτωση και στην κατά κεφαλήν δαπάνη των Βρετανών κατά την παραμονή τους στην Κύπρο. 
Οι αφίξεις Βρετανών το 2016 σε αριθμούς
Ιανουάριος: 14.552
Φεβρουάριος: 22.175
Μάρτιος: 59.282
Απρίλιος: 91.391
Μάϊος: 129.765
Ιούνιος: 148.812
Ιούλιος: 166.874
Αύγουστος: 172.236
Σεπτέμβριος: 149.586
Οκτώβριος: 133.889
Νοέμβριος: 43.296
Δεκέμβριος: 26.120
Συνολικά οι αφίξεις Βρετανών τουριστών έφτασαν το 1.157.978 και αποτέλεσαν το 36,3% του συνόλου των αφίξεων τουριστών στην Κύπρο το 2016, αισθητά πιο πάνω από τις αφίξεις τουριστών από τη Ρωσία που αποτέλεσε τη δεύτερη σημαντικότερη τουριστική αγορά για την Κύπρο, με ποσοστό αφίξεων 24,5%.
Το 2016 οι αφίξεις Βρετανών τουριστών αυξήθηκαν κατά 11,2% σε σύγκριση με το 2015.  
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, που αφορούν στον Νοέμβριο του περασμένου έτους, για την ημερήσια και κατά κεφαλήν δαπάνη των Βρετανών τουριστών που επισκέφθηκαν την Κύπρο προκύπτουν τα εξής στοιχεία: 
Μέση Διάρκεια παραμονής / Κατά κεφαλή δαπάνη / Δαπάνη κατά ημέρα  
    12,1 μέρες              –             €854,75           –                  €70,64
Στην πτυχή του τουρισμού η Κεντρική Τράπεζα επικαλείται τα στοιχεία για τον τουρισμό των τελευταίων ετών και διακρίνει μείωση του ποσοστού των Βρετανών τουριστών σε σύγκριση με το σύνολο των τουριστών που επισκέπτονται την Κύπρο.
Παρατηρεί διαφοροποίηση και διασπορά στις χώρες προέλευσης των τουριστών γεγονός που, όπως αναφέρει, σε συνάρτηση με την αύξηση του τουρισμού από άλλες χώρες, αναμένεται να μετριάσει τον αντίκτυπο του Brexit στα έσοδα από τον τουρισμό.
Χρηματοοικονομικός τομέας 
Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αναμένει ότι λόγω της μικρής, σχετικά, έκθεσης των κυπριακών τραπεζών στη Βρετανία δεν θα υπάρξει σοβαρός αντίχτυπος.
Αντίθετα, κάνει λόγο για μικρή επίδραση παραθέτοντας συγκεκριμένα στοιχεία με ημερομηνία αναφοράς την 30η Ιουνίου 2016.
Στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του προηγούμενου χρόνου: 
• Τα συνολικά ανοίγματα προς Βρετανούς πελάτες ήταν €3,4 δισ. και αποτελούσαν το 5% του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων του κυπριακού τραπεζικού τομέα.
• Οι καταθέσεις Βρετανών πελατών σε κυπριακές τράπεζες ήταν €2,3 δις και αποτελούσαν το 4% του συνόλου των υποχρεώσεων του τραπεζικού τομέα του τόπου. 
Βάσει αυτών, η Κεντρική Τράπεζα εκτιμά ότι η όποια μεταβολή, στην συναλλαγματική ισοτιμία στερλίνας – ευρώ, θα μετριαστεί λόγω της αντίθετης επίδρασης που θα επιφέρει στα περιουσιακά στοιχεία και στις υποχρεώσεις των τραπεζών του τόπου.
Πέραν τούτου, σημειώνεται και η προσδοκία της προσέλκυσης στην Κύπρο επιχειρήσεων, οι οποίες, δεδομένης της εξόδου της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα συνεχίσουν να επιθυμούν να βρίσκονται εγκατεστημένες σε χώρα κράτος μέλος της Ένωσης.  
Η θέση των πλοιοκτητών 
Την άποψη της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου φαίνεται να ασπάζονται και με το παραπάνω οι Κύπριοι πλοιοκτήτες, οι οποίοι θεωρούν ότι υπάρχει πρόσφορο έδαφος “εκμετάλλευσης” της εξόδου της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, διαβλέποντας ευκαιρίες ανάπτυξης της Κύπρου ως ναυτιλιακό κέντρο.
Ο πρόεδρος της Ένωσης Πλοιοκτητών ανέπτυξε το θέμα, τόσο στον πρόεδρο της Δημοκρατίας, όσο και στον Υπουργό Οικονομικών σε πρόσφατη συνάντησή τους στο προεδρικό μέγαρο.  Ο Ανδρέας Χατζηγιάννης θεωρεί ότι η Κύπρος δεν έχει αργήσει να μπει στο “κυνήγι” εταιρειών, οι οποίες είναι αναγκασμένες να αποχωρήσουν από το City και να εγκατασταθούν σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να διατηρήσουν το λεγόμενο “ευρωπαϊκό επιχειρηματικό διαβατήριο”. Παρά ταύτα, προειδοποιεί, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η Κύπρος δεν “παίζει” μόνη της στη διεκδίκηση του μεγάλου οικονομικού “κομματιού”, αλλά έχει ανταγωνιστές όπως η Μάλτα και το Λουξεμβούργο. Ο πρόεδρος της Ένωσης Πλοιοκτητών ποντάρει πολύ στις δικές τους δυνάμεις, λέγοντας ότι το πλέον σημαντικό είναι οι ίδιοι οι Κύπριοι επιχειρηματίες να επιστρατεύσουν τις δικές τους επαφές και να προσεγγίσουν τους ξένους επιχειρηματίες που επιθυμούν να εγκαταλείψουν τη Βρετανία και να τους φέρουν στην Κύπρο για να τύχουν ενημέρωσης από “πρώτο χέρι”, κατά την έκφρασή του.
Οικονομικοί κύκλοι θεωρούν ότι η πρώτη χώρα που θα επωφεληθεί από το Brexit σε επίπεδο προσέλκυσης εταιρειών είναι η Ιρλανδία. Αν και πιστεύουν ότι η Κύπρος δεν θα είναι η πρώτη επιλογή, εκτιμούν ότι εάν ενεργήσει με σωστή και στοχευμένη στρατηγική θα καταφέρει να προσελκύσει ένα σημαντικό “μερίδιο”. Ο τομείς στόχοι είναι αυτοί της ναυτιλίας, του τουρισμού, των υπηρεσιών και των επενδυτικών ταμείων.   
Η παράμετρος Κοινοπολιτεία 
Κύπρος και Μάλτα είναι οι δύο χώρες, πέραν της Βρετανίας, μέλη τόσο της ΕΕ όσο και της Κοινοπολιτείας και ενδεχομένως να τύχουν διαφορετικής “μεταχείρισης” στη μετά-Brexit εποχή. Οι προσδοκίες για ένα διαφορετικό καθεστώς σχέσεων ενισχύθηκαν από το αίτημα που υπέβαλαν προς την υπουργό Εσωτερικών της Βρετανίας 45 βουλευτές του κυβερνώντος Συντηρητικού Κόμματος, για επίσπευση των διαδικασιών έκδοσης βίζας για πολίτες χωρών-μελών της Κοινοπολιτείας μετά από το Brexit. Στην επιχειρηματολογία τους για υιοθέτηση του αιτήματός τους, προτάσσουν τη θέση ότι θα επρόκειτο για ένα σημαντικό μήνυμα που αφορά στην εξωστρέφεια της Βρετανίας, καθώς θα τείνει χείρα φιλίας στις 52 χώρες της Κοινοπολιτείας. Προς τούτο, οι βουλευτές ζητούν να υπάρξει αλλαγή στις επιγραφές των σημείων ελέγχου διαβατηρίων στις πύλες εισόδου προς τη Βρετανία και να υπάρχει ειδική αναφορά στους υπηκόους χωρών μελών της Κοινοπολιτείας.
Στις 9 Μαρτίου 2017 είναι προγραμματισμένη η Σύνοδος Υπουργών Εμπορίου της Κοινοπολιτείας και σύμφωνα με τη “Daily Telegraph”, η οποία αποκάλυψε την επιστολή-αίτημα, οι βουλευτές επιδιώκουν να αποσπάσουν την κυβερνητική έγκριση πριν από τη διεξαγωγή της.  
Σημειώνεται, επίσης ότι η κυβέρνηση της χώρας δεν έχει δώσει διευκρινήσεις για το τι ακριβώς θα ισχύσει με τους Ευρωπαίους επισκέπτες μετά το Brexit. 
Απώλεια σημαντικού συμμάχου 
Μια από τις σημαντικότερες επιπτώσεις που καλείται να διαχειριστεί η Κύπρος είναι η απώλεια ενός σημαντικού συμμάχου από τα κέντρα αποφάσεων της ΕΕ. Οι θέσεις της Βρετανίας, ως χώρας που προστατεύει το καθεστώς του χρηματοοικονομικού κέντρου, ευθυγραμμίζονταν με τις επιδιώξεις και τις προτεραιότητες της Κύπρου. Η Βρετανία ήταν στην πρώτη γραμμή αντίστασης στην προώθηση μιας ενιαίας φορολογικής βάσης για εταιρείες και σε κάθε περίπτωση η θέση της προσέδιδε μεγαλύτερη βαρύτητα στο μπλoκ των χωρών που διαφωνούν.
Η Κύπρος θέλει να διαφυλάξει ως κόρη οφθαλμού την ελκυστικότητα του φορολογικού της περιβάλλοντος για τις εταιρείες, ώστε να μην πληγεί ο τομέας παροχής διεθνών επαγγελματικών υπηρεσιών και κατ’ επέκταση να πληγούν σε μεγάλο βαθμό τα έσοδα της χώρας. Στις χώρες που διαφωνούν με τις κινήσεις της Κομισιόν περιλαμβάνονται – πέραν της Κύπρου – η Μάλτα, το Λουξεμβούργο, η Σουηδία, η Ολλανδία, η Ιρλανδία και η Δανία. Οικονομικοί κύκλοι αναφέρουν ευθαρσώς ότι πίσω από την προώθηση αυτών των πολιτικών βρίσκονται χώρες, όπως η Γερμανία, οι οποίες θέλουν την ύπαρξη ενός κοινού φορολογικού συντελεστή σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Από το περιοδικό Capital Today

– See more at: http://capital.sigmalive.com/story/12715046#sthash.ayXGZuBC.dpuf

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή