Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μια εκπληκτική ανάλυση απαντά στο ερώτημα: «Μετά το Brexit τι;»

Δημοσιεύτηκε στις

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάλυση που απαντά στο ερώτημα που απασχολεί πλέον τους πάντες, δηλαδή: «Τι θα συμβεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, την ΕΕ και τον κόσμο ολόκληρο μετά το Brexit και τι οδήγησε σε αυτό;» κάνει η ευρωπαϊκή έκδοση του Politico ζήτησε από δημοσιογράφους, πολιτικούς και τεχνοκράτες την γνώμη τους.

Ρωτήθηκαν 11 αναλυτές, ειδικοί των αγορών, της πολιτικής, δημοσιογράφοι, καθηγητές για το μείζον αυτό ερώτημα κκαι απάντησαν τα εξής:

  • Κίνδυνος μετάδοσης
(Mark Leonard, συν-ιδρυτής και διευθυντής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων)
Οι πολίτες μίλησαν. Αλλά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της Πέμπτης είναι μόνο η αρχή ενος χρονοβόρου και αβέβαιου διαζυγίου.
Αντί για ανάληψη πρωτοβουλιών ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, οι ηγέτες της ΕΕ πρέπει να εργαστούν σκληρά για να κρατήσουν τα υπόλοιπα μέλη της ΕΕ ενωμένα. Οι φιλόδοξες πρωτοβουλίες ολοκλήρωσης μεταξύ των ιδρυτικών κρατών της Ένωσης θα μπορούσαν σε μια τέτοια στιγμή να προκαλέσουν την αντίθετη από την επιθυμητή αντίδραση από τις χώρες-μέλη που έχουν ισχυρά ευρωσκεπτικιστικά κόμματα, καθώς και από εκείνα, όπως η Πολωνία, που ανησυχούν ότι η Ευρωπαική ολοκλήρωση μπορεί να γίνει ασύμμετρη, ταυτιζόμενη με τον γαλλο-γερμανικό άξονα.
Η ΕΕ πρέπει να εργαστεί για να κρατήσει τους δεσμούς με τη Βρετανία ζωντανούς – διακρίνοντας μεταξύ των πεδίων όπου όλοι θα επωφεληθούν και εκείνων όπου μια ταύτιση με το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να τροφοδοτήσει περαιτέρω την εξάπλωσή των αποσχιστικών ρευμάτων.
Η βρετανική κυβέρνηση και η Τράπεζα της Αγγλίας θα πρέπει να επιδιώξουν να καθησυχάσουν τις αγορές και να μετριάσουν τον άμεσο οικονομικό αντίκτυπο. Αλλά θα πρέπει να αποφύγουν την υιοθέτηση μονομερών κινήσεων που θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν ακόμη περισσότερο την ΕΕ ή να βλάψουν κράτη-μέλη της. Μόλις ο διάδοχος του Καμερον ορκιστεί το φθινόπωρο, η βρετανική κυβέρνηση θα πρέπει να επιδιώξει ένα μοντέλο εταιρικής σχέσης με την ΕΕ, αντί να προσπαθήσει να διαμορφώσει μια εντελώς νέα σχέση.
  • Επικίνδυνη ιστορικά απόφαση
(Josef Joffe, εκδότης της Die Zeit και συνεργάτης του Ιδρύματος «Hoover», στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ)
Αντίο, Μεγάλη Βρετανία! Γεια σου, Μικρή Αγγλία! Μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, η Σκωτία μπορεί να οδηγηθεί τώρα στο να ψηφίσει την αποχώρηση της από το Ηνωμένο Βασίλειο, και το ίδιο θα μπορούσε να πράξει και η Βόρεια Ιρλανδία. Το έθνος που καθόρισε τη μοίρα της Ευρώπης για πάνω 400 χρόνια, φεύγει τώρα στα κρυφά, με τον κίνδυνο να μετατραπεί σε μια «υπεράκτια» Αυστρία, ένα απομεινάρι δηλαδή της άλλοτε πανίσχυρης αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Η «Μικρή Βρετανία» είναι ένας τόπος με γραφικά χωριά και ιδιόμορφες συνήθειες, όπως η ζεστή μπύρα – αλλά ως χώρα δεν θα «μετράει» πλέον. Απλά φανταστείτε μια «Μικρή Βρετανία» το 1939. Ο Χίτλερ θα την είχε κατακτήσει σε λίγες μόλις ημέρες, και στη συνέχεια θα ακολουθούσε ολόκληρη η Ευρώπη.
Μόνο όταν οι Γερμανοί ψήφισαν τον Χίτλερ και τον έφεραν στην εξουσία, ένα εκλογικό σώμα προκάλεσε με δημοκρατικό τρόπο ένα τόσο καίριο πλήγμα στην ένδοξη ιστορία της Ευρώπης και στις προοπτικές της. Στην πραγματικότητα, η κατάσταση σήμερα είναι ακόμα χειρότερη. Οι Γερμανοί δεν ήξεραν τότε τι τους περίμενε. Όμως σήμερα, το μέλλον – μια θανατηφόρα απώλεια της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας – κοίταξε τον βρετανικό λαό κατάματα, και εκείνοι επέλεξαν τον αυτο-υποβιβασμό.
Η ιστορία δεν θα είναι φιλική προς το 52% που διέλυσαν το μεγαλείο της χώρας τους. Ούτε βέβαια στους γραφειοκράτες των Βρυξελλών που αρέσκονται στο παρασκήνιο ή στις εθνικές κυβερνήσεις που αγνόησαν τα σημάδια και οι οποίες είχαν ως μόνιμη απάντηση σε κάθε είδους λαϊκής δυσαρέσκειας, την αρπαγή ακόμη ενός κομματιού εθνικής κυριαρχίας από τα κράτη-μέλη προς τις Βρυξέλλες. Το Brexit φωνάζει: Το έχετε παρατραβήξει. Μην διανοηθείτε καν περισσότερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αυτή τη στιγμή.
Η Ευρώπη πρέπει να κρατήσει τη Βρετανία αγκυροβολημένη στην Ευρωπαϊκή οικογένεια. Εάν δεν το επιτύχει, η ΕΕ θα συρρικνωθεί σε ένα ανούσιο φυλάκιο της Ευρασίας. Θα μπορούσε όμως αυτός ο εφιάλτης να εξαφανιστεί; Αγαπητοί Βρετανοί, παρακαλούμε ψηφίσετε πάλι – αυτή τη φορά για το καλό σας, και το καλό της Ευρώπης.
  • Ηγέτες, η απόφαση αποχώρησης κάνει την Βρετανία σχεδόν ακυβέρνητη
(Mary Ann Sieghart, αρθρογράφος των Times, του Economist και της Independent)
Ο Ντέιβιντ Κάμερον έβαλε το μεγαλύτερο στοίχημα της πολιτικής του καριέρας και έχασε. Τώρα, το Ηνωμένο Βασίλειο θα βιώσει τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της προσπάθειας του να κρατήσει το κόμμα του ενωμένο και να τηρήσει την υπόσχεση του στον βρετανικό λαό για τη διενέργεια δημοψηφίσματος για την αποχώρηση ή όχι της χώρας του από την ΕΕ, όλα την ίδια στιγμή.
Σε εγχώριο πολιτικό επίπεδο, το αποτέλεσμα αυτό έχει ήδη οδηγήσει στην αναβίωση της Δεξιάς πτέρυγας στο εσωτερικό του κυβερνώντος Συντηρητικού κόμματος και σε μια απόπειρα αντικατάστασης του αριστερού ηγέτη των Εργατικών, του Τζέρεμι Κόρμπιν, ο οποίος αντιμετωπίζει έντονη κριτική από στελέχη των Εργατικών ότι δεν έπεισε ψηφοφόρους τους κόμματος τους να μην ψηφίσουν υπέρ της αποχώρησης.
Το αποτέλεσμα μπορεί επίσης να οδηγήσει σε εθνικές εκλογές, υπό έναν νέο Συντηρητικό Πρωθυπουργό, λιγότερο από δύο χρόνια από την τελευταία φορά που στήθηκαν κάλπες, όπως μπορεί επίσης να υπάρξει μια διάσπαση του Ηνωμένου Βασιλείου, αν η Σκωτία διενεργήσει ένα ακόμη δημοψήφισμα για να αποφασίσει την παραμονή της στην ΕΕ ως ανεξάρτητο έθνος.
Οι κοινωνικές συνέπειες αναμένονται εξίσου βαθιές. Η Βρετανία πάντα υπερηφανευόταν ότι είναι μια ανεκτική, εξωστρεφής χώρα, ικανή να αντιμετωπίσει με επιτυχία έναν ποικιλόμορφο πληθυσμό. Αυτή όμως η «αυτο-εικόνα» βρίσκεται τώρα υπό κατάρρευση. Περισσότερο από το ήμισυ του εκλογικού σώματος ψήφισε «Αποχώρηση», και το κίνητρο πολλών από αυτούς ήταν η καχυποψία τους απέναντι στο «ξένο» και η επιθυμία τους να μειωθεί ο αριθμός των μεταναστών από την Ευρώπη που φτάνουν στην Βρετανία.
Αυτοί οι ψηφοφόροι θέλουν τη Βρετανία να γυρίσει την πλάτη της στον κόσμο, να «οχυρωθεί» απέναντι στην παγκοσμιοποίηση και να αποχωρήσει από τη διεθνή συνεργασία. Αυτό είναι επίσης το ανάθεμα των ψηφοφόρων προς τους περισσότερους πολιτικούς όλων των κομμάτων. Με ένα τέτοιο χάσμα μεταξύ του εκλογικού σώματος και των ανθρώπων που έχουν εκλεγεί για να τους κυβερνούν, η Βρετανία είναι τώρα ένα έθνος που δεν θα κυβερνηθεί εύκολα.
  • Οι Πολιτικές ελίτ έχασαν τον έλεγχο της Ευρώπης
(Ivan Krastev, πρόεδρος του Κέντρου Φιλελεύθερων Στρατηγικών στη Σόφια, Βουλγαρία)
Η ιστορική σημασία της απόφασης του Ηνωμένου Βασιλείου να εγκαταλείψει την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να συγκριθεί μόνο με την επανένωση της Γερμανίας μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αλλά το Brexit είναι η γερμανική επανένωση με την όπισθεν. Μια περίοδος στην ευρωπαϊκή ιστορία που ξεκίνησε το 1945 έληξε σήμερα. Μένει να δούμε πόσο ενωμένο μπορεί να παραμείνει το Ηνωμένο Βασίλειο, και πόσο μεγάλη είναι η Μεγάλη Βρετανία όταν σταθεί μόνη της.
Ένα πράγμα είναι σαφές: Οι ελίτ δεν έχουν πια τον έλεγχο. Ούτε το γεγονός ότι 9 στους 10 οικονομολόγους υποστήριξαν την παραμονή της Βρετανίας, ούτε το γεγονός ότι 9 στους 10 celebrities υποστήριξαν ανοικτά το «Bremain» δεν κατάφερε να πείσει τους Βρετανούς να μην αποφασίσουν τελικά το «Brexit».
Ο ψυχολογικός αντίκτυπος της απόφασης της Βρετανίας είναι επίσης υψίστης σημασίας. Έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει καίριο πλήγμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό που μπορούμε να περιμένουμε στο άμεσο μέλλον είναι χάος, θόρυβος και ένα κύμα αντίστοιχων δημοψηφισμάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Ο πανικός που γεννήθηκε από τη βρετανική ψηφοφορία θα ενισχύσει την εν εξελίξει διαδικασία της εκ νέου εθνικοποίηση της ευρωπαϊκής πολιτικής. Αυτό που τώρα έρχεται είναι μια νέα επανάσταση: όπου πλειοψηφίες σε εθνικό επίπεδο θα επαναστατήσουν εναντίον των κυρίαρχων πόλεων και εναντίον των αξίων που πρεσβεύουν.
  • Η Ξενοφοβία ως «εισιτήριο» για πολιτική επικράτηση
(Daniel Trilling, εκδότης του περιοδικού «New Humanist» και συγγραφέας)
Μεταξύ άλλων, η ψήφος της Βρετανίας υπέρ της εξόδου της από την ΕΕ, αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα μιας μακράς εκστρατείας από την Δεξιά να διεκδικήσει εκ νέου έδαφος στο πεδίο της φυλής και της μετανάστευσης.
Η κυβέρνηση των «Νέων Εργατικών» υπό τον Τόνι Μπλαιρ είχε με προθυμία πλέξει το εγκώμιο της πολυπολιτισμικότητας. Αλλά στα 15 χρόνια που ακολούθησαν, η συναίνεση αυτή ξεθώριασε. Εφημερίδες και ΜΜΕ έσπερναν τον πανικό για «ψεύτικους» πρόσφυγες και για μια «πολιτική ορθότητα» που πνίγει τους Βρετανούς. Πολιτικοί σχολιαστές και αρθρογράφοι υποστήριζαν με υπερβολές ότι η Βρετανική κοινωνία έχει κατακερματισθεί και ότι  υπάρχουν «απαγορευμένες περιοχές-γκέτο» σε πόλεις της Βρετανίας. Προς την ίδια κατεύθυνση και η ρητορική πολιτικών κομμάτων στα δεξιά των Τόρις -αρχικά από το νεοφασιστικό BNP και έπειτα από το UKIP.
Αυτά τα κόμματα προσέλκυσαν συστηματικά και επιτυχώς τμήματα των ψηφοφόρων της εργατικής τάξης σε περιοχές όπου κάποτε κυριαρχούσε το Εργατικό Κόμμα. Σε απάντηση, οι διαδοχικές κυβερνήσεις, Εργατικών και Συντηρητικών, προσπάθησαν να υιοθετήσουν μέρος του μηνύματός αυτό, καθιστώντας όλο και πιο έντονες τις δεσμεύσεις τους για περιορισμό της μετανάστευσης.
Αυτά όλα γύρισαν μπούμερανγκ κατά την πρόσφατη εκστρατεία. Μέρος της συζήτησης περιστράφηκε γύρω από τους μισθούς, και πώς να διαχειριστεί η Βρετανία την ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων, προϊόντων και κεφαλαίων στην ΕΕ σε μια εποχή λιτότητας. Αλλά αυτό που κυριάρχησε στον δημόσιο διάλογο ήταν η ξενοφοβία: από τον εξωφρενικό ισχυρισμό ότι 74 εκατομμύρια Τούρκων πoλiτών βρίσκονται στα πρόθυρα της ένταξης στην ΕΕ, μέχρι την ρατσιστική κινδυνολογία του UKIP γύρω από την προσφυγική κρίση.
Γίναμε μάρτυρες της ανόδου του μίσους και του ρατσιστικού πολιτικού λόγου σε τέτοιο βαθμό που ελπίζαμε ότι τα είχαμε αφήσει στο παρελθόν. Κατά το τελευταίο έτος, μετανάστες που κινδύνευαν να πνιγούν στη Μεσόγειο χαρακτηριζόντουσαν ως «κατσαρίδες» σε μια από τις πιο δημοφιλείς εφημερίδες της χώρας, ενώ υποψήφιος για τη δημαρχία του Λονδίνου χαρακτηριζόταν ως συμπαθών την τρομοκρατία, μόνο και μόνο λόγω της θρησκείας του. Και το αποκορύφωμα ήρθε όταν βουλευτής δολοφονήθηκε μέρα μεσημέρι από κάποιον που φώναζε την στιγμή της επίθεσης «θάνατος στους προδότες, ελευθερία για την Βρετανία».
Όπως και αλλού στην Ευρώπη και την Αμερική, οι λαϊκιστές προσφέρουν στους δυσαρεστημένους Βρετανούς ψηφοφόρους την ψευδαίσθηση της ανεξαρτησίας. Κι αν, όπως είναι πιθανό, το Brexit αποτύχει να βελτιώσει τις δημόσιες υπηρεσίες, ή να αυξήσει τους μισθούς, αυτοί οι ψηφοφόροι θα γίνουν ακόμη πιο δυσαρεστημένοι. Αλλά τότε οι κορυφαίες φωνές στην πολιτική μας σκηνή θα είναι δημαγωγοί με μια έφεση στις θεωρίες συνωμοσίας.
Ποιον θα κατηγορήσουν τότε για όσα θα μας συμβούν;
Η «Ξενοφοβία» σίγουρα και δεν αποτελεί την πλήρη εξήγηση για το τι συνέβη, αλλά ούτε μπορεί να αγνοηθεί. Η αριστερά πρέπει να διαμορφώσει μια εναλλακτική πρόταση – και μάλιστα γρήγορα.
  • Οι εθνικές κυβερνήσεις θα στραφούν τώρα εναντίον των Βρυξελλών
(Charles Grant, Διευθυντής του Κέντρου για την Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση)
Το «Brexit» αλλάζει την κυρίαρχη αφήγηση στη ΕΕ, από την «ενοποίηση» στην «αποσύνθεση». Οι κεντρώες ελίτ που διοικούν τις περισσότερες χώρες-μέλη της ΕΕ βρίσκονται πλέον σε αμυντική στάση: Ξέρουν ότι η Βρετανία δεν είναι η μόνη χώρα όπου αντί-Ευρωπαιοι, λαϊκιστές κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος και θα προσπαθήσουν να αποφύγουν πολιτικές που τους ενισχύουν.
Εκείνοι που θέλουν μια πιο ολοκληρωμένη Ευρώπη έχουν χάσει τα επιχειρήματα τους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανταποκρίνεται συνήθως στις κρίσεις, όπως αυτή στην Ευρωζώνη ή εκείνη του προσφυγικού ρεύματος, απαιτώντας από τις χώρες-μέλη να αποδεχθούν «ευρωπαϊκές» λύσεις που περιλαμβάνουν περισσότερες αρμοδιότητες για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ.
Αλλά αυτή την φορά ακόμη και ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, φαίνεται να ακολουθεί μια διαφορετική γραμμή. Τις τελευταίες εβδομάδες έχει επανειλημμένως προειδοποιήσει ότι οι πολίτες της Ευρώπης δεν επιθυμούν περαιτέρω «Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση». Χρησιμοποιώντας μάλιστα το σχόλιο ενός πρώην Γάλλου υπουργού Εξωτερικών, του Ιμπέρ Βεντρίν, δήλωσε: «Βλέπεις κυβερνήσεις και κόμματα σε όλη την Ευρώπη να ζητούν “Περισσότερη Ευρώπη”. Αν θέλετε οι άνθρωποι να απορρίψουν μαζικά την Ευρώπη, απλά συνεχίστε να απαιτείτε περισσότερη Ευρώπη, περισσότερη Ευρώπη!».
Η γραμμή Τουσκ φαίνεται ότι τελικά θα επικρατήσει. Ούτε η γερμανική, αλλά ούτε η γαλλική κυβέρνηση, δείχνουν ενθουσιασμένες με την προοπτική μιας νέας συνθήκης και με επιπλέον βήματα προς μια ομόσπονδη ΕΕ. Είναι αλήθεια ότι κάποια στιγμή οι ηγέτες της ΕΕ ενδέχεται να χρειαστεί να αντιμετωπίσουν τα ιδιαίτερα προβλήματα που θα παρουσιαστούν, μεταφέροντας συγκεκριμένες εξουσίες στα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Αλλά οι εθνικές κυβερνήσεις θα θέλουν να κρατήσουν την ίδια ώρα σφιχτά το χαλινάρι στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Με λίγα λόγια δεν θα επιτρέψουν πλέον στις Βρυξέλλες να καθορίζουν την ημερήσια διάταξη.
  • Οι «νεόπτωχοι» γέννησαν το «Brexit»
(Dawn Foster, αρθρογράφος της Guardian, της Independent και των Times)
Είναι δικαιολογημένο το σοκ κάτω από το οποίο πολλοί άνθρωποι βρίσκονται σήμερα το πρωί: Η κοινή παραδοχή μέχρι σήμερα ότι όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με μια ευθεία ερώτηση μεταξύ δύο επιλογών, οι αναποφάσιστοι ψηφοφόροι ταυτίζονται με αναλογία 2 προς 1 στην πλευρά του «status quo» (κατεστημένο) αποδείχθηκε ψευδής. 
Αλλά κατά κάποιο τρόπο το αποτέλεσμα δεν συνιστά έκπληξη. Καθώς τα αποτελέσματα ανακοινωνόντουσαν το ένα μετά το άλλο, οι περιοχές που ψήφιζαν υπέρ της αποχώρησης, μοιραζόντουσαν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά. Έχω επισκεφθεί πολλές από αυτές τις περιοχές κατά το παρελθόν -Ρεντκαρ, Σουονζι, Σάντερλαντ, Νιουπορτ, και πολλά ακόμη – όχι για να μετρήσω τη γνώμη των κατοίκων τους για το δημοψήφισμα, αλλά για να συντάξω ένα άρθρο σχετικά με τη φτώχεια.
Όλες ήταν περιοχές που κάποτε στεκόντουσαν εύπορες, με ισχυρή βιομηχανία, με σταθερές θέσεις εργασίας και με λαμπρές προοπτικές για εργασιακή αποκατάσταση, στέγαση και κοινωνική ζωή. Σήμερα όμως, μετά και την κατάρρευση των κλάδων των ορυχείων και των κατασκευών, οι θέσεις εργασίας είναι σπάνιες και επισφαλείς. Οι άνθρωποι με τους οποίους συνομίλησα μου είπαν ότι αισθάνονται ξεχασμένοι, αλλά και φοβισμένοι από ένα μέλλον που τους φαίνεται ζοφερό.
Όταν οι πολιτικοί ανακοινώνουν από καιρό σε καιρό ότι η οικονομία της Βρετανίας ανακάμπτει, οι κάτοικοι αυτών των περιοχών δεν βλέπουν κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε στις αμοιβές τους, αλλά ούτε στις συνθήκες διαβίωσης στις πόλεις τους. Οι κεντρικοί εμπορικοί δρόμοι των πόλεων τους δείχνουν έρημοι και εγκαταλελειμμένοι και οι πολίτες χρειάζονται μέρες για να εξασφαλίσουν ένα ραντεβού με τον γιατρό τους. 
Χωρίς εργασία, χρήματα ή προοπτικές, οι άνθρωποι αισθάνονται ανίσχυροι. Το αποτέλεσμα υπέρ της εξόδου της χώρας από την ΕΕ προσφέρει το σύντομο, απότομο σοκ που επιθυμούν να στείλουν. Το κύριο άλλωστε σύνθημα της εκστρατείας υπέρ της αποχώρησης, «Πάρτε πίσω τον έλεγχο», ήταν μια έξυπνη υπόσχεσή για μεγαλύτερη εμπλοκή, σε ανθρώπους που αισθάνονται ότι δεν έχουν άλλη επιλογή.
  • Μια αδύναμη Ευρώπη θα διολισθήσει πίσω στις παλιές διαιρέσεις
(Carl Bildt, πρώην πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών της Σουηδίας και πρόεδρος της Παγκόσμιας Επιτροπής για τη Διακυβέρνηση του Διαδικτύου)
Σήμερα, έχουμε επικεντρωθεί στην άμεση αναταραχή που προκάλεσε το δημοψήφισμα στην Βρετανία. Αλλά σταδιακά, θα αρχίσουμε να αισθανόμαστε τις ακόμη πιο σοβαρές, μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτής της απόφασης. Αυτό που είδαμε σήμερα είναι το πιο σημαντικό γεγονός στην ιστορία της Ευρώπης από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.
Για περισσότερο από μισό αιώνα η ιδέα της ολοκλήρωσης οδηγεί την ευρωπαϊκή πολιτική και έχει καταστήσει δυνατό για την ΕΕ να ξεπεράσει παλιές διαιρέσεις και να σταθεροποιήσει την δημοκρατία στα πιο «εύθραυστα» μέρη της ηπείρου.
Αυτό όμως τώρα βρίσκεται υπό αμφισβήτηση. Με τη γοητεία της Ευρωπαϊκής ιδέας πιο τρωθείσα από ποτέ, δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε τον κίνδυνο η Ευρώπη να επανέλθει πίσω στις διαιρέσεις που κυριάρχησαν ιστορικά. Αυτό που έχουμε ανάγκη τώρα είναι μια πραγματική πολιτική ηγεσία ικανή να ανταποκριθεί.
  • To «ξήλωμα» της ΕΕ
(Ana Palacio, δικηγόρος και πρώην υπουργός Εξωτερικών της Ισπανίας)
Υπάρχει ένας κανόνας στην δικηγορία: ποτέ μην θέσετε ένα ερώτημα, αν δεν είστε σίγουροι για την απάντηση που θα λάβετε. Πριν από τρία χρόνια, σε ένα εγωιστικό τέχνασμα που στόχευε στην προσωπική του σταθεροποίηση στον πρωθυπουργικό θώκο για μια δεύτερη θητεία, ο Ντέιβιντ Κάμερον έκανε ακριβώς αυτό. Η ανταμοιβή του; 13 μήνες από αυτήν του την παραμονή στο αριθμό 10 της Downing Street (πρωθυπουργικό μέγαρο) να καταναλώνεται εξ ολοκλήρου από μια καταστροφική και διχαστική συζήτηση που προκάλεσε το δημοψήφισμα.
Ο Κάμερον μπορεί να ανακοίνωσε την παραίτησή του, αλλά οι ευρύτερες και παράπλευρες απώλειες είναι τεράστιες. Η Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο πλέουν πλέον σε αχαρτογράφητα νερά. Οι διαπραγματεύσεις για το διαζύγιο που βρίσκονται μπροστά μας προκαλούν μόνο ανησυχίες. Με τις γαλλικές και τις γερμανικές εκλογές να πλησιάζουν, μια συντονισμένη προσπάθεια από τις Βρυξέλλες να καταστήσει την περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου παράδειγμα προς αποφυγή για όσους σκέφτονται το ενδεχόμενο και μιας δικής τους εξόδου από την ΕΕ, σημαίνει ότι η συμφωνία δεν θα έρθει και τόσο εύκολα. Το αποτέλεσμα φέρνει το Ηνωμένο Βασίλειο σε ένα ταξίδι πρός το άγνωστο, μη γνωρίζοντας τι ακριβώς θα συμβεί από εδώ και πέρα.
Για την Ευρώπη, δεν υπάρχει πλέον καμία άλλη ρεαλιστική εναλλακτική λύση εκτός της ΕΕ, όπως διακηρύσσει ο πυρήνας των χωρών-μελών της. Αν μάλιστα οι εκλογές της Κυριακής στην Ισπανία οδηγήσουν σε μια κυβέρνηση συνεργασίας με τη συμμετοχή των Podemos, εξέλιξη απίθανη αλλά όχι αδύνατη, τότε θα επισπευσθεί η συζήτηση για το αν ο πυρήνας της Ευρώπης θα καθορίζεται από το Ευρώ ή τις πιστώτριες χώρες.
Αυτή είναι μια υπαρξιακή αναζήτηση για την Ευρώπη. Αυτή η εκστρατεία για το δημοψήφισμα ήταν στην πραγματικότητα μια αντιπαράθεση μεταξύ κοινής λογικής και πάθους, όπου το πάθος κατάφερε μια ηχηρή νίκη. Για να σταματήσει τώρα αυτή η διαδικασία «ξηλώματος» του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, χρειάζεται οπωσδήποτε ένα σαφές και συναρπαστικό αφήγημα που να μιλά όχι μόνο στο μυαλό, αλλά και στις καρδιές των ανθρώπων.
  • Μην τιμωρήσετε την Βρετανία
(Christian Odendahl, επικεφαλής οικονομολόγος στο Κέντρο για την Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση)
Η Γερμανία έχει τώρα δύο στόχους: να ενισχύσει την Ευρώπη και για να βεβαιωθεί ότι η Βρετανία θα παραμένει εταίρος της ΕΕ. Αυτοί οι δύο στόχοι όμως συγκρούονται μεταξύ τους, παρουσιάζοντας τους διαμορφωτές πολιτικής στο Βερολίνο με μια δύσκολη πρόκληση.
Αυτό που προέχει και από το οποίο πρέπει να ξεκινήσουμε είναι η ενίσχυση της Ευρώπης. Από οικονομικής άποψης, η Ευρωζώνη χρειάζεται ισχυρότερη ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένης αυτής της Γερμανικής οικονομίας, ώστε να γίνει σαφές σε όλους ότι η ΕΕ αποδίδει οικονομικά οφέλη για τους πολίτες της. Η Γερμανία ειδικότερα πρέπει να γίνει πιο ρεαλιστική στις απαιτήσεις της και να εγκαταλείψει την λανθασμένη εμμονή της στους ισορροπημένους προϋπολογισμούς, βοηθώντας την ίδια στιγμή την ΕΚΤ στην προσπάθεια της να τονώσει την οικονομία της ευρωζώνης.
Για την προστασία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, πρέπει επίσης να βεβαιωθούμε ότι δεν θα ακολουθήσουν και άλλες χώρες, όπως η Ιταλία, η Ολλανδία και η Γαλλία, με αντίστοιχα δημοψηφίσματα. Αλλά αυτό είναι πολύ δύσκολο και η απόφαση να κάνουμε το διαζύγιο με την Βρετανία τόσο δύσκολο ώστε κανείς άλλος να μην επιθυμεί μια παρόμοια διαδικασία μπορεί να φαίνεται σαν ο καλύτερος τρόπος για να το επιτύχουμε, αλλά η διαδρομή δεν θα είναι χωρίς κινδύνους για όλους μας. Και ευτυχώς η Άνγκελα Μέρκελ φαίνεται απίθανο να ενδώσει σε αυτόν τον πειρασμό.
Μια «τιμωρία» της χώρας που επιθυμεί την αποχώρηση της θα μπορούσε να τροφοδοτήσει επιπλέον την φωτιά του Ευρωσκεπτικισμού, αντί να την σβήσει. Αυτό που επιθυμεί η Γερμανία τώρα είναι να οικοδομήσει μια ρεαλιστική και διαρκή συνεργασία με τη Βρετανία.
  • Η Ευρώπη έχασε την μόνη μετριοπαθή φωνή Ευρωσκεπτικισμού
(Cas Mudde, αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Δημοσίων και Διεθνών Υποθέσεων (SPIA) στο Πανεπιστήμιο της Γεωργίας και ερευνητής στο Κέντρο Έρευνας για τον εξτρεμισμό (C-REX) στο Πανεπιστήμιο του Όσλο)
Στο πλαίσιο της απέχθειας τους για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι λαϊκιστές σε όλη την ήπειρο υποδέχθηκαν με πανηγυρισμούς τον πανικό που δημιούργησε το δημοψήφισμα του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας, το οποίο και έπληξε την καρδιά της Ευρώπης. Το αποτέλεσμά του είναι χρήσιμο όπλο σε όσους επιθυμούν να αποδείξουν ότι «η ΕΕ έχει τελειώσει», ότι «οι ελίτ» έχουν χάσει την επαφή τους με τους «απλούς ανθρώπους», οι οποίοι πλέον απέκτησαν τη φωνή τους.
Το Brexit νομιμοποίησε τη «Αντί-Ευρωπαικη» θέση, που για χρόνια χαρακτηριζόταν ως «απαράδεκτη» και «μη ρεαλιστική».
Ο Ιδρυτής του ολλανδικού Κόμματος για την Ελευθερία μάλιστα, ο Geert Wilders, δεν έχασε χρόνο για να συγχαρεί τους Βρετανούς και να ζητήσει και αυτός με τη σειρά του ένα ανάλογο δημοψήφισμα στην Ολλανδία. Το ίδιο είναι πιθανό να συμβεί και στη Γαλλία και στη Δανία, όπου οι λαϊκιστές της Αριστεράς και της Δεξιάς υποστηρίζουν εδώ και καιρό μια έξοδο της χώρας τους από την ΕΕ και ο ευρωσκεπτικισμός είναι ευρέως διαδεδομένος.
Όμως, ενώ η πλειοψηφία των λαϊκιστικών κομμάτων συντάσσονται με τον Ευρωσκεπτικισμό, οι περισσότεροι εξακολουθούν να θέλουν να μεταρρυθμίσουν την ΕΕ αντί να την εγκαταλείψουν. Λαϊκιστικά κόμματα, όπως οι Podemos ή ο ΣΥΡΙΖΑ, θέλουν μια ευρεία και βαθιά ολοκληρωμένη κοινωνική Ευρώπη. Από την άλλη, δεξιά λαϊκιστικά κόμματα, όπως η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AFD) και το Βελγικό «Flemmish Interest» (VB) θέλουν μια περιορισμένη και επιφανειακή ολοκλήρωση, με γνώμονα την ασφάλεια της ιδέας της «Ευρώπη των Εθνών».
Η Ευρώπη έχασε σήμερα μια από τις μετριοπαθείς φωνές Ευρωσκεπτικισμού. Και έτσι οι λαϊκιστές της Αριστεράς – που φοβούνται μια διάλυση του συνόλου του ευρωπαϊκού σχεδίου – και οι λαϊκιστές της Δεξιάς – που φοβούνται ένα κύμα προς μεγαλύτερη ενοποίηση – είναι τώρα δικαιολογημένα νευρικοί.
Φωτογραφίες: Aris Oikonomou / SOOC
Hμερησία

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή