Διεθνή
Πώς οδηγεί το Brexit σε Grexit – Τα σενάρια του χάους και οι αντοχές της Ελλάδας
Βασίλης Χιώτης
Η ευρωπαϊκή ελίτ θα εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες επικοινωνίας ώστε ο βρετανικός λαός να αντιληφθεί εγκαίρως τις επιπτώσεις μιας εξόδου από την ΕΕ – Γιατί η Ελλάδα χάνει μονά-ζυγά
Ενα από τα πιο κολασμένα σενάρια είναι αυτό που επεξεργάζονται αυτές τις ημέρες όλοι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, με επικεφαλής την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. «Από καταβολής της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν έχει εκτεθεί σε τέτοιο κίνδυνο η οικονομία ολόκληρου του πλανήτη», τονίζουν χαρακτηριστικά κορυφαίοι αξιωματούχοι της Κομισιόν, επισημαίνοντας ότι αν οι Βρετανοί είχαν αντιληφθεί τις επιπτώσεις του Brexit, τότε θα το απέρριπταν την Πέμπτη με συντριπτική πλειοψηφία.
Το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου αποτελεί εδώ και μήνες τον χειρότερο εφιάλτη της Ευρώπης για δύο βασικούς λόγους:
1 Η βρετανική οικονομία είναι η δεύτερη ισχυρότερη της Ευρώπης και επηρεάζει άμεσα όλες τις αγορές της υφηλίου που ταλανίζονται ήδη από ισχυρούς κλυδωνισμούς.
2Για το δημοψήφισμα της Βρετανίας δεν υπάρχει επιστροφή. Δεν είναι ίδια περίπτωση με το δημοψήφισμα για το τρίτο μνημόνιο που διοργάνωσε η ελληνική κυβέρνηση, και το οποίο αγνόησε όταν το αποτέλεσμα αποδείχθηκε άχρηστο στη στρατηγική της. Οι ευρωπαϊκές συνθήκες δεν προβλέπουν ακύρωση της απόφασης που λαμβάνεται από τον λαό μιας χώρας για την αποχώρηση από την Ε.Ε. «Αλλά ακόμη κι αν οι Βρετανοί το μετανιώσουν και θελήσουν να ακυρώσουν την απόφασή τους, δεν θα το επιτρέψουν η Γαλλία και η Γερμανία», υποστηρίζουν κοινοτικοί αξιωματούχοι, υπενθυμίζοντας ότι για τον λόγο αυτό φρόντισαν να προγραμματίσουν Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. πέντε μέρες αργότερα, στις 28 Ιουνίου.
Ολόκληρος ο σχεδιασμός της ευρωπαϊκής ελίτ, λοιπόν, εστιάζεται σε δύο στόχους για τις επόμενες δέκα μέρες. Πρώτον, να εξαντληθούν όλες οι δυνατότητες επικοινωνίας ώστε ο βρετανικός λαός να αντιληφθεί εγκαίρως ότι οι επιπτώσεις ενός Brexit θα επιβαρύνουν πρωτίστως τον ίδιο, με άμεση και σημαντική μείωση του ΑΕΠ, αλλά και καταστροφικές συνέπειες στη διακίνηση των βρετανικών προϊόντων εκτός των συνόρων της χώρας. Και δεύτερον, να ελαχιστοποιηθούν οι συνέπειες στις ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως τις πρώτες ημέρες μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, εφόσον βέβαια το Brexit επικρατήσει. Το σχέδιο αυτό, της διατήρησης της ηρεμίας στις αγορές, έχει αναλάβει να εκπονήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία θα προβεί σε σχετικές ανακοινώσεις τις επόμενες ημέρες και θα θέσει σε εφαρμογή έναν ειδικό κανονισμό διαχείρισης της κρίσης την ερχόμενη Παρασκευή, εφόσον αυτό κριθεί σκόπιμο. «Ευτυχώς η ψηφοφορία γίνεται Πέμπτη. Οποιαδήποτε άλλη μέρα θα είχαμε σοβαρότερο πρόβλημα», επισημαίνουν στελέχη της ΕΚΤ.
Διότι τα τελικά αποτελέσματα εκτιμάται ότι θα γίνουν γνωστά το μεσημέρι της Παρασκευής που θα κλείνουν οι τράπεζες και οι χρηματαγορές, δίνοντας στην ΕΚΤ έναν ικανοποιητικό χρόνο 48 ωρών για να διαχειριστεί αποτελεσματικά την κατάσταση που θα έχει δημιουργηθεί.
Επί ποδός πολέμου η ΕΚΤ
Οπως πληροφορείται το «ΘΕΜΑ», το σχέδιο της ΕΚΤ για τη διαχείριση της κρίσης στις αγορές θα παραμείνει μυστικό ως την τελευταία στιγμή, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα αφορά ένα «κολασμένο σενάριο», όπως χαρακτηριστικά λένε στις Βρυξέλλες. Το πόσο κολασμένο είναι φαίνεται από ένα γεγονός και μόνο: δεν αφορά δράσεις της ΕΚΤ για μερικές μέρες μόνο, αλλά για δύο ολόκληρα χρόνια που θα χρειαστούν για να ολοκληρωθεί η διαδικασία αποχώρησης της Βρετανίας από την Ε.Ε.
Οπως αναφέρουν ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία, επικαλούμενα στελέχη της διοίκησης της ΕΚΤ, έχει ήδη καταρτιστεί ένα σχέδιο δράσης που έχει εκπονηθεί από κοινού με την Κεντρική Τράπεζα της Βρετανίας και ένα ανακοινωθέν που θα κυκλοφορήσει σε ολόκληρη την Ευρώπη ταυτόχρονα τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής σε περίπτωση που τα exit polls δείξουν επικράτηση του Brexit. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η ανακοίνωση θα τονίζει ότι οι θεσμοί θα «κάνουν ό,τι είναι απαραίτητο για να διασφαλιστεί η ρευστότητα στις αγορές», με απώτερο στόχο να καθησυχάσει τους αναστατωμένους, όπως προβλέπεται, επενδυτές. Παράλληλα, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι αρμόδιοι έχουν ήδη επεξεργαστεί σχέδια για την αντιμετώπιση τυχόν προβλημάτων που θα προκύψουν στην πρόσβαση στα δύο νομίσματα, με τη δημιουργία ανοιχτής γραμμής ανταλλαγής, «swap lines», μεταξύ των δύο κεντρικών τραπεζών.
Σε μια κωμικοτραγική όψη της αντιπαράθεσης, ο Νάιτζελ Φάρατζ είχε μια «ναυμαχία» στα ύδατα του Τάμεση με τον σερ Μπομπ Γκέλντοφ, τον διάσημο τραγουδιστή της ροκ
«Διαζύγιο» που θα κρατήσει δύο χρόνια!
Ενδεικτική της κρίσης που θα δημιουργηθεί και των επιπτώσεων που θα προκύψουν είναι και η διαδικασία αποχώρησης της Ε.Ε. που θα ακολουθήσει η Βρετανία. Αυτή προβλέπεται σαφώς από το άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο αυτό, εφόσον το Brexit επικρατήσει στο δημοψήφισμα της Πέμπτης, η Βρετανία θα πρέπει να υποβάλει «αίτηση διαζυγίου» στην Ε.Ε. για να ξεκινήσει η προβλεπόμενη διαδικασία.
Την αίτηση αυτή, σύμφωνα πάντα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, την υποβάλλει ο πρωθυπουργός της χώρας που επιθυμεί να αποχωρήσει από την Ε.Ε. Αλλά το πιθανότερο είναι ότι την Παρασκευή η Βρετανία δεν θα έχει πρωθυπουργό αν επικρατήσει το «Ναι» στο Brexit. O Ντέιβιντ Κάμερον θα έχει υποβάλει την παραίτησή του καθώς έχει ταχθεί καθαρά υπέρ της παραμονής της χώρας του στην Ε.Ε. και, συνεπώς, όλη η διαδικασία θα αναβληθεί μέχρι να αναλάβει καθήκοντα ο διάδοχός του. Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, η Βρετανία θα παραμείνει στην Ευρώπη για τουλάχιστον δύο χρόνια ακόμα και δεν θα αλλάξει τίποτα ή σχεδόν τίποτα στις σχέσεις της με τους Ευρωπαίους εταίρους της.
Θα ακολουθήσει η πρώτη φάση του «διαζυγίου», που εκτιμάται ότι θα διαρκέσει τουλάχιστον δύο χρόνια. Ισως και περισσότερο, εφόσον επικρατήσει ο προβληματισμός που αναπτύσσεται ήδη στον πολιτικό κόσμο της Βρετανίας και αναφέρει ότι ίσως να μην είναι φρόνιμο να κατατεθεί αμέσως η αίτηση αποχώρησης από την Ε.Ε., αλλά να υποβληθεί στα αρμόδια όργανα όταν ολοκληρωθεί και η δεύτερη φάση, που είναι και η δυσκολότερη, αλλά και η πιο περίπλοκη.
Σε αυτήν η Βρετανία θα πρέπει πρώτα να συμφωνήσει ότι θα καθορίσει τις εμπορικές και οικονομικές της σχέσεις με τις 27 χώρες της Ε.Ε. Θα πρέπει να ακολουθήσουν ξεχωριστές διαβουλεύσεις για κάθε χώρα ξεχωριστά προκειμένου να αντιμετωπίσει όλες τις επιπτώσεις που θα προκληθούν από τη διακοπή της συμμετοχής της στην οικονομική και τελωνειακή ένωση. Αφού ολοκληρώσει τις διαβουλεύσεις με τις 27 χώρες της Ε.Ε., θα πρέπει να ξεκινήσει διαβουλεύσεις με άλλες 55 χώρες με τις οποίες έχει ήδη συνάψει τελωνειακές και οικονομικές συμφωνίες, αξιοποιώντας την ιδιότητα της χώρας-μέλους της Ε.Ε. Ακόμη λοιπόν και οι υπέρμαχοι του Brexit, όπως ο ηγέτης των ευρωσκεπτικιστών Νάιτζελ Φάρατζ, τονίζουν ότι η Βρετανία δεν πρέπει να βιαστεί να καταθέσει αίτηση διαζυγίου στην Ε.Ε. προτού ολοκληρώσει τις δύο φάσεις της προετοιμασίας του, αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί ότι θα ήταν ευχής έργο να βρεθεί τρόπος να διατηρήσει ορισμένα προνόμια της Ε.Ε. η χώρα ακόμη και μετά την αποχώρησή της.
Ακόμη και οι θιασώτες του «Leave», λοιπόν, υποστηρίζουν ότι η Βρετανία θα πρέπει να διατηρήσει εμπορικές σχέσεις με την Ευρώπη, χωρίς όμως να πληρώνει για την Ευρώπη. Να ακολουθήσει δηλαδή το μοντέλο χωρών όπως η Νορβηγία, η οποία συμμετέχει στην ζώνη ελεύθερων συναλλαγών (EFTA). Σε αυτή την περίπτωση θα συνεχίσει να έχει πρόσβαση στην ενιαία αγορά και στα κοινοτικά προγράμματα, αλλά δεν θα συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων και θα πληρώνει παρ’ όλα αυτά μια ετήσια εισφορά. Αυτή τη στιγμή η Νορβηγία πληρώνει 866 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Τηρουμένων των αναλογιών και με βάση πληθυσμιακά κριτήρια, η Βρετανία θα κατέβαλε σχεδόν 7 δισ. ετησίως. Σήμερα η ιδιότητα του πλήρους μέλους τής κοστίζει εννιά.
Είναι φυσικό να αναρωτιόμαστε στην Ελλάδα αν η πιθανή επικράτηση του Brexit καθιστά ευκολότερο ή δυσκολότερο ένα Grexit στην περίπτωση που δεν επιτευχθούν οι στόχοι του τρίτου μνημονίου. Οι ειδικοί αναλυτές στις Βρυξέλλες και στη Φρανκφούρτη υποστηρίζουν ότι οι Ελληνες δεν πρέπει να ανησυχούν. «Αν επιτευχθούν οι οικονομικοί στόχοι που έχετε θέσει και προσυπογράψει, δεν έχετε να φοβάστε τίποτα», τονίζουν.
Αλλά ακόμη κι αν το τρίτο μνημόνιο αποτύχει, όπως τα προηγούμενα δύο, «η Ευρώπη θα χρειαστεί τη μεγαλύτερη δυνατή συνοχή με όλα τα υπόλοιπα μέλη της εφόσον προκύψει Brexit», υπογραμμίζουν. Με άλλα λόγια, οι αναλυτές συμφωνούν ότι αν η Ευρώπη χάσει από εταίρο της τη Βρετανία, δεν θα ρισκάρει να χάσει άλλον ένα, βάζοντας σε μια απίστευτη περιπέτεια αυτή τη φορά και το ευρωπαϊκό νόμισμα. «Μην έχετε καμία αμφιβολία. Αν έχουμε Brexit θα επηρεαστεί σημαντικά και η Ευρωζώνη, παρότι η Βρετανία δεν συμμετέχει σ’ αυτήν», σημειώνουν κορυφαίες πηγές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί ότι από την ερχόμενη Δευτέρα θα υπάρξουν σημαντικές κινήσεις στήριξης του ευρώ στις διεθνείς χρηματαγορές. Δεν φαίνεται λοιπόν ότι αποτελεί άποψη της πλειοψηφίας στην Ε.Ε. η άποψη ότι στην περίπτωση Brexit θα πρέπει να ξεκαθαρίσει και η Ευρωζώνη, παραμένοντας σε αυτήν μόνο οι ισχυρές χώρες που μπορούν να διατηρήσουν θωρακισμένες οικονομίες. Οι μόνοι Ελληνες που θα πληγούν θα είναι αυτοί που εργάζονται και αυτοί που σπουδάζουν παιδιά στη Βρετανία, καθώς γι’ αυτούς οι επιπτώσεις είναι προφανείς.
Ολεθρος στις αγορές κεφαλαίου
Με το ενδεχόμενο του Brexit και τις πιθανές επιπτώσεις του ασχολούνται τους τελευταίους μήνες όλες οι μεγάλες εταιρείες του πλανήτη, τονίζοντας ότι τέτοιος πανικός στη μάχη με το άγνωστο είχε να επικρατήσει από την εποχή που άλλαζε η χιλιετία. Και όλοι συμφωνούν ότι για τις χρηματαγορές το Brexit θα φέρει τον όλεθρο.
Ο οίκος Standard & Poor’s προέβλεψε ότι σε περίπτωση εξόδου της Βρετανίας από την Ε.Ε. τη θέση του Λονδίνου ως χρηματοπιστωτικού κέντρου της Ευρώπης θα πάρει η Φρανκφούρτη, το Παρίσι ή το Δουβλίνο. Από την άλλη, ο οίκος Moody’s υποστηρίζει ότι θα πληγούν καίρια οι εξαγωγές της, καθώς το 2015 οι μισές σχεδόν εξαγωγές της Βρετανίας είχαν αποδέκτη την Ε.Ε. και η αξία τους έφτασε τα 359 δισ. δολάρια. Τα γερμανικά οικονομικά ινστιτούτα Bertelsmann Stiftung και Ifo υπολογίζουν ότι αν πράγματι η Βρετανία αποφασίσει να αποσχιστεί από την Ε.Ε., μπορεί να της κοστίσει έως και 313 δισ. ευρώ μέχρι το 2030, που αντιπροσωπεύει το 14% του βρετανικού ΑΕΠ. Η πλειοψηφία των αναλυτών μιλάει για ένα τσουνάμι που θα πλήξει άμεσα σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Η Ιρλανδία θα μπορούσε να χάσει έως και το 2,66% του πραγματικού ΑΕΠ της. Το Λουξεμβούργο με τον διογκωμένο χρηματοπιστωτικό τομέα εκτιμούν ότι θα μπορούσε να χάσει μέχρι το 0,8% του ΑΕΠ του και η Γερμανία το 0,33%, ενώ, αν συνυπολογιστούν οι έμμεσες συνέπειες, το κόστος θα μπορούσε να φτάσει στο 2% του γερμανικού ΑΕΠ. Απώλειες περίπου 2% του ΑΕΠ υπολογίζονται και για την Ελλάδα.
Τάσεις φυγής από κολοσσούς
Ταυτόχρονα, απειλούν να εγκαταλείψουν τη Βρετανία μια σειρά από επιχειρήσεις-κολοσσούς με παράδοση εκατονταετιών στη χώρα. Η Deutsche Bank ήταν η πρώτη που ανακοίνωσε ότι εξετάζει την προοπτική να μεταφέρει τμήμα των επιχειρήσεών της από τη Βρετανία, ενώ απασχολεί στη χώρα 9.000 υπαλλήλους και έχει παρουσία από το 1873. Η JP Morgan εξετάζει επίσης την προοπτική να ανοίξει τράπεζα στο Λουξεμβούργο. Η HSBC προχωρά ήδη σε αναδιάρθρωση καταργώντας μονάδες της και 8.000 θέσεις εργασίας στη Βρετανία. Εξάλλου, αμερικανικές τράπεζες με σημαντική παρουσία στη Βρετανία, όπως οι Citigroup και Morgan Stanley, έχουν παλαιότερα παρουσιάσει το Δουβλίνο ως την εναλλακτική προτίμησής τους σε περίπτωση που εγκαταλείψουν το Λονδίνο.
Γιατί η Ελλάδα χάνει μονά-ζυγά
Το ενδεχόμενο εξόδου της Βρετανίας από την Ε.Ε. θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου για την χώρα μας αλλά και εάν μείνει πολλοί εκτιμούν ότι μπορεί να είναι χειρότερα. Δύο σενάρια για την επόμενη μέρα στην Ευρώπη φέρνει η πιθανότητα ενός Brexit και κανένα από τα δύο δεν είναι θετικό για την Ελλάδα. Είτε επικρατήσουν διαλυτικές τάσεις στην Ε.Ε. είτε οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αποφασίσουν ότι χρειάζεται «περισσότερη Ευρώπη» για να αντιμετωπιστούν οι διαΣλυτικές τάσεις, οι συνέπειες για την Ελλάδα θα είναι αρνητικές.
Εάν, αντιθέτως, οι Βρετανοί ψηφίσουν υπέρ της παραμονής, εκτιμάται ότι το κύμα ανακούφισης θα υπερκεράσει τις ανησυχίες για το μέλλον της Ευρώπης, οι οποίες έτσι κι αλλιώς έχουν εδραιωθεί πλέον από όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια της κρίσης και ενισχύθηκαν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας στη Βρετανία.
Το βρετανικό δημοψήφισμα ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα έδειξε, αν μη τι άλλο, ότι το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν είναι μια αναπόδραστη πραγματικότητα όπως οι νόμοι της Φυσικής, αλλά μια πολιτική διαδικασία η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Είναι ενδεικτικό ότι στην κυβέρνηση δεν θέλουν ούτε να σκέφτονται το ενδεχόμενο ενός Brexit, καθώς κάτι τέτοιο θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου στην Ευρώπη και το πρώτο καρυδότσουφλο που θα έμπαινε σε κίνδυνο θα ήταν η Ελλάδα. Στο κυβερνητικό επιτελείο το τελευταίο διάστημα παρακολουθούν καθημερινά τις εξελίξεις γύρω από το δημοψήφισμα στη Βρετανία, καθώς έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το αποτέλεσμα θα παίξει σημαντικό, ίσως καθοριστικό ρόλο και για την πορεία της ελληνικής οικονομίας το επόμενο διάστημα.
Ο λόγος είναι ότι το σύνολο των σχεδιασμών για την Ελλάδα έχει βασιστεί στις θετικές συνέπειες από τη σταδιακή εξομάλυνση των σχέσεων με τους δανειστές και την προσδοκώμενη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας.
Η κυβέρνηση Τσίπρα ελπίζει ότι θα είναι σε θέση να δείξει πλέον θετικά αποτελέσματα στον τομέα της οικονομίας εάν η χώρα καταφέρει και πάλι να δανειστεί εκδίδοντας κρατικά ομόλογα και καταφέρει να προσελκύσει ξένες άμεσες επενδύσεις.
Για τον λόγο αυτό θεωρούν καθοριστική την ένταξη της Ελλάδας στις αγορές ελληνικών ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη δευτερογενή αγορά (στο πλαίσιο της λεγόμενης ποσοτικής χαλάρωσης), οι οποίες εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν προς τα κάτω τα επιτόκια και θα επιτρέψουν την έκδοση νέων ομολόγων.
Στο κυβερνητικό επιτελείο το τελευταίο διάστημα παρακολουθούν καθημερινά τις εξελίξεις γύρω από το δημοψήφισμα στη Βρετανία
Αρνητικές εξελίξειςΩστόσο θεωρείται βέβαιο ότι εάν τελικά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος οδηγήσει σε Brexit, οι εξελίξεις θα είναι αρνητικές και θα εμποδίσουν την υλοποίηση του «θετικού σεναρίου» για την Ελλάδα. Σε μια τέτοια περίπτωση οι βασικές παράμετροι θα είναι οι εξής:
■ Η αβεβαιότητα θα εγκατασταθεί ως προς το μέλλον της Ευρωζώνης και είναι πολύ πιθανό ότι οι πιο αδύναμοι κρίκοι της αλυσίδας, όπως κατ’ εξοχήν η Ελλάδα, θα βρεθούν στο επίκεντρο της κρίσης. Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι ο φόβος του Grexit θα επανέλθει, ενώ δεν λείπουν και εκείνοι που εκτιμούν ότι μπορεί να τεθεί θέμα και για την Ιταλία όπου τα ποσοστά αποδοχής του ευρώ έχουν υποχωρήσει αρκετά χαμηλά.
■ Η όρεξη των επενδυτών για ρίσκο θα μειωθεί και αυτό θα είναι πολύ αρνητική εξέλιξη για τα ελληνικά ομόλογα, καθώς οι αποδόσεις τους δύσκολα θα μειωθούν. Επομένως ο στόχος για επάνοδο της Ελλάδας στις αγορές με έκδοση νέων ομολόγων απομακρύνεται.
■ Πιο δύσκολες, όμως, θα γίνουν και οι άμεσες παραγωγικές επενδύσεις όσο κρατά η αβεβαιότητα.
■ Ορισμένοι αναλυτές πιστεύουν ότι ένα Brexit μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερη Ευρώπη, εφόσον οι πολιτικές ηγεσίες λάβουν το μήνυμα και αποφασίσουν να προχωρήσουν σε βαθύτερη ενοποίηση, κάτι που μέχρι σήμερα έγινε σε κάθε περίοδο κρίσης. Ομως και στην περίπτωση αυτή η προοπτική της Ελλάδας δεν είναι διασφαλισμένη, καθώς ακόμα και εάν η Ε.Ε. αποφασίσει να εμβαθύνει την ένωση για να αντιμετωπίσει δυναμικά τις διαλυτικές δυνάμεις, είναι πολύ ισχυρό το ενδεχόμενο οι πλούσιες χώρες του Βορρά και κυρίως η Γερμανία να προωθήσουν το σενάριο της βαθύτερης Ευρωζώνης αλλά με λιγότερα μέλη.
Ακόμα κι αν η Ευρώπη αποφασίσει να προχωρήσει μπροστά, οι αποφάσεις είναι αμφίβολο ότι θα ληφθούν πριν από τις γερμανικές εκλογές του 2017, αλλά και μόνο η αβεβαιότητα που θα υπάρχει μέχρι τότε θα είναι σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας για την οικονομική σταθεροποίηση που χρειάζεται η Ελλάδα.
Πρώτο Θέμα
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
