Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μακεδονία 1946-1987: Γιατί η Ελλάδα αποκοιμήθηκε.

Δημοσιεύτηκε στις

Έκθ. 1­­­
Turquie D’ Europe. Jean Janvier, 1780.
(ο αυθεντικός χάρτης εδώ)

  γράφει ο Ιωάννης Παπακωνσταντίνου

Δωρεάν διαθέσιμο σε αρχείο pdf στο συγγραφικό site τού συγγραφέα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ εδώ:
Μετά τήν ήττα τής Βουλγαρίας από τόν τριμερή συμμαχικό συνασπισμό τής Ελλάδος, τής Σερβίας και τής Ρουμανίας στον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο (29 Ιουνίου – 10 Αυγούστου 1913), η περιοχή τής επιλεγομένης«γεωγραφικής Μακεδονίας»—όπως αυτή σκιαγραφείται ασαφώς σε χάρτες τής Οθωμανικής εποχής (Έκθ. 1), ήτοι με γεωγραφικά όρια που ποικίλουν από χάρτη σε χάρτη—«διαμελίσθηκε»(1) διά τής Συνθήκης Ειρήνης τού Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) μεταξύ κυρίως τής Ελλάδος (51%), τής Σερβίας (λιγότερο από 39%) και τής Βουλγαρίας (10%).(2)

1. Ονοματολογική ισορροπία
Μετά δε τόν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Σερβία έγινε μέλος τού «Βασιλείου Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων», τό οποίο μετονομάστηκε τό 1929 σε «Βασίλειο τής Γιουγκοσλαβίας» και χωρίστηκε σε επαρχίες που ονομάζονται «μπανόβινες» (banovinas). Η «Νότια Σερβία», που περιλαμβάνει τήν σημερινή επικράτεια τής πΓΔΜ, επονομάσθηκε «Μπανόβινα τού Βαρδάρη» (Vardar Banovina), όπως ήταν διεθνώς γνωστή μέχρι τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, χωρίς δηλαδή να περιλαμβάνει τήν λέξη «Μακεδονία».
Παρομοίως, μετά τήν Συνθήκη Ειρήνης τού Βουκουρεστίου (1913), τόσο η Βουλγαρία όσο και η Ελλάδα απέφευγαν συστηματικά, επί δεκαετίες, να χρησιμοποιούν τίς λέξεις «Μακεδονία» ή «Μακεδονικό» σε επίσημα διοικητικά έγγραφα που αναφέροντο στις αντίστοιχες περιφέρειές τους: Η γεωγραφική Μακεδονική περιοχή τής νοτιοδυτικής Βουλγαρίας (Μακεδονία τού Πιρίν) ονομάστηκε τότε (και έκτοτε μέχρι σήμερα) σε «επαρχία Μπλαγκόεβγκραντ» (Blagoevgrad province), ενώ η Ελληνική Μακεδονία αναφέρετο επισήμως ως περιοχή τών αποκαλουμένων «Νέων Χωρών» ή «Βορείου Ελλάδος» από τότε μέχρι τό 1988.
Αυτή η ενδοβαλκανική «ονοματολογική ισορροπία», αφενός ως προς τό (αυθαίρετο) ιδεολόγημα τής «γεωγραφικής Μακεδονίας» και αφετέρου ως προς τήν (πραγματική) λέξη «Μακεδονία», ήταν σύμφωνη με τήν αρχή τών σχέσεων καλής γειτονίας—θεμελιώδη αρχή στο διεθνές δίκαιο—και ευθυγραμμίζετο με τό πνεύμα και τό γράμμα τής ως άνω Συνθήκης Ειρήνης τού Βουκουρεστίου, στο κείμενο τής οποίας ουδαμού ανεφέρετο η λέξη «Μακεδονία».(3) Γενικά, αμέσως μετά τόν ως άνω «διαμελισμό» (τρόπος τού λέγειν) τής «γεωγραφικής Μακεδονίας» δι’ εκείνης τής συνθήκης, καμία από τίς συμβαλλόμενες Ελέγχουσες Δυνάμεις (Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία) δεν επέτρεπε τήν επίσημη χρήση αυτού τού ονόματος («Μακεδονία») στο τμήμα τής «γεωγραφικής Μακεδονίας» που είχε ενσωματώσει στην επικράτειά της.(4)
2. Μακεδονικός αλυτρωτισμός 1918-1944
Η «Μείζων Βουλγαρία»  («Greater Bulgaria»)

Στο μεταξύ όμως, από τό 1918, ήτοι μετά τήν Συνθήκη Ειρήνης τού Βουκουρεστίου (1913), η ιδέα περί μιας Ενωμένης Μακεδονίας ή Μεγάλης Μακεδονίας ανεδύθη ως τό πρωταρχικό ιδεολόγημα τήςΕσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (IMRO), τών οποίων οι ηγέτες—Τόντορ Αλεξάντροφ, Αλεξάνταρ Πρωτογκέροφ και Ιβάν Μιχαΐλοφ—είχαν ως στόχο τήν ανεξαρτησία ολόκληρης τής «γεωγραφικής Μακεδονίας». Τό 1918 η Βουλγαρική κυβέρνηση τού Αλεξάντερ Μαλινόφ προσφέρθηκε να συνεισφέρει τήν περιοχή τού Μπλαγκόεβγκραντ (Μακεδονία  τού  Πιρίν)  γι’  αυτόν  τόν  σκοπό.  Επιπλέον,  η  Κομιντέρν  (Τρίτη  Διεθνής)  εξέδωσε  ένα ψήφισμα τό 1934, δια τού οποίου για πρώτη φορά διατυπώθησαν πολιτικές κατευθύνσεις ρητώς για τήν αναγνώριση τής ύπαρξης χωριστού «Μακεδονικούέθνους» και διακριτής «Μακεδονικής γλώσσας».

Εντούτοις, μια δεκαετία αργότερα, τόν Μάιο τού 1943, ο Στάλιν διέλυσε τήν Κομιντέρν, προκειμένου να φέρει τήν Σοβιετική Ένωση σε πλήρη γεωπολιτική ευθυγράμμιση με τούς Δυτικούς Συμμάχους εναντίον τού κοινού εχθρού, τήν Ναζιστική Γερμανία, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Οι εξελίξεις τού Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου είχαν καταστήσει τήν Κομιντέρν ένα αναχρονιστικό γεωπολιτικό «βαρίδι», τό οποίο κάθε άλλο παρά συνέβαλε θετικά στις προσπάθειες τού Στάλιν να παρωθήσει τούς Δυτικούς Συμμάχους του (1943) να ανοίξουν ένα δεύτερο κρίσιμο (δυτικό) μέτωπο στην ηπειρωτική Ευρώπη εναντίον τής Γερμανίας.
Κατά συνέπεια, μαζί με τήν Κομιντέρν, τό «Μακεδονικό Ζήτημα» (Μακεδονικός μεγαλοϊδεατισμός) «εξαφανίστηκε» ως δια «μαγείας» από τό διπλωματικό προσκήνιο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ειδικά από τό 1943, τουλάχιστον σε γεωστρατηγικό επίπεδο—παρότι σε τακτικό επίπεδο ένα μέρος τής Ελληνικής Μακεδονίας και τής νότιας Γιουγκοσλαβίας διατελούσαν υπό κοινή Γερμανο-Βουλγαρική κατοχή τό 1941-1944, στο δε Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας καλιεργούντο, όλο και περισσότερο από τό 1943, ιδέες Μακεδονικού αλυτρωτισμού.
3. Τιτοϊκή ονοματολογική ανισορροπία
Μετά τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όμως,  η προαναφερθείσα «ονοματολογική ισορροπία» ως προς τήν «γεωγραφική» Μακεδονία, διαταράχθηκε μάλλον ανεπανόρθωτα, λόγω πρωτοβουλιών τού ηγέτη τής Γιουγκοσλαβίας, στρατάρχη Τζόζιπ Μπροζ Τίτο: Στις 11 Οκτωβρίου 1945, λίγο πριν κλιμακωθεί ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος στη β΄ φάση του (1946-1949), ο Τίτο ανεφέρετο στην ελληνική επαρχία τής Μακεδονίας με τόν δικό του όρο «Μακεδονία τού Αιγαίου».
Κατά τό επόμενο μάλιστα έτος (1946), ο Τίτο προσέδωσε ομοσπονδιακή πολιτική υπόσταση στη νότια περιοχή τής Γιουγκοσλαβίας (Vardar Banovina), μετονομάζοντάς την παράλληλα—κατά παράβαση τού πνεύματος και τού γράμματος τής Συνθήκης Ειρήνης τού Βουκουρεστίου (1913)— σε «Λαϊκή Δημοκρατία τής Μακεδονίας», ως ομόσπονδο κράτος τής Ομοσπονδιακής Λαϊκής Δημοκρατίας τής Γιουγκοσλαβίας. Πολύ αργότερα, στο νέο σύνταγμα τής Γιουγκοσλαβίας τού 1963, η νότια περιοχή τής Γιουγκοσλαβίας μετονομάστηκε ξανά, αυτή τήν φορά σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία τής Μακεδονίας», προκειμένου να ευθυγραμμισθεί τό όνομά της αφενός με εκείνα τών  άλλων («Σοσιαλιστικών») Γιουγκοσλαβικών ομοσπόνδων κρατών και αφετέρου με τό νέο όνομα τής Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας («Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γιουγκοσλαβίας»).
4. Τιτοϊκός μεγαλοϊδεατισμός
Εκείνες οι πρωτοβουλίες (ή γεωπολιτικές αυθαιρεσίες) τού Τίτο από τό 1945, ήσαν εκφάνσεις τής επιθετικής του πολιτικής ατζέντας περί Μακεδονικού αποσχιστικισμού (Macedonian separatism), ήτοι τό ιδεολόγημα τής μελλοντικής ενοποίησης και πολιτικής αυτονόμησης ολόκληρης τής (δήθεν) «γεωγραφικής Μακεδονίας», τό οποίο προωθείτο συστηματικά από τόν Τίτο εν συνδυασμώ μάλιστα με τίς ρητώς εκπεφρασμένες μεγιστοποιητικές (μεγαλοϊδεατικές)  βλέψεις του για τήν δημιουργία μιας μεγάλης Νοτιο-Σλαβικής (Βαλκανικής) συνομοσπονδίας στο απώτερο μέλλον, παρότι οι Νικήτριες Δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης και τής Σοβιετικής Ένωσης, αντιτάχθηκαν εξ αρχής σε εκείνη τήν εξωπραγματική Μεγάλη Ιδέα.
Τά πολιτικά σχέδια τού Τίτο εις προώθηση τού Μακεδονικού αλυτρωτισμού απέβλεπαν παρεμπιπτόντως, αν όχι πρωταρχικώς, να αντισταθμίσουν και τελικά να εξουδετερώσουν τόν Βουλγαρικό αλυτρωτισμό, που εκπήγαζε από τό συλλογικό «Τραύμα τού San Stefano» τών Βουλγάρων, μετά τήν διπλωματική τους αποτυχία να υλοποιήσουν τήν Συνθήκη τού San Stefano (1878), διά τής οποίας η  Ρωσία επέβαλε τότε (1878) στην Τουρκία τήν αποκαλούμενη «Μεγάλη Βουλγαρία» (Έκθ. 2), ήτοι μια Βουλγαρία που περιελάμβανε ολόκληρη τήν «γεωγραφική Μακεδονία» (Rusinow 1968, αποδιαβαθμισμένο έγγραφο τής CIA): (5)
“Παρεπιπτόντως, σε τακτικό επίπεδο, μια αυτόνομη δημοκρατία θα μπορούσε επίσης να αποδειχθεί χρήσιμη για τήν αποδυνάμωση τής θέσης και τής απήχησης εκείνων τών Μακεδόνων, συμπεριλαμβανομένων τών περισσότερων ηγετών τού IMRO και ουκ ολίγων κορυφαίων Κομμουνιστών, οι οποίοι εξακολουθούσαν να προτιμούν είτε ένταξη [τής Νότιας Γιουγκοσλαβίας] στη Βουλγαρία, είτε ένα ανεξάρτητο Μακεδονικό κράτος. […]
Κατά τά πρώτα χρόνια τού [Β΄ Παγκοσμίου] πολέμου, τά Κομμουνιστικά κόμματα τής Βουλγαρίας και τής Γιουγκοσλαβίας ανταγωνίζοντο, ωσάν καλοί αστοί εθνικιστές, για τόν έλεγχο τού Κομμουνιστικού κινήματος στην περιφέρεια τού Βαρδάρη, και μάλιστα για κάποια  περίοδο οι Βούλγαροι εφαίνοντο να υπερισχύουν σε εκείνον τόν [εθνικιστικό] ανταγωνισμό. […] Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι κάποιοι  υπέρμαχοι τού Μακεδονικού αποσχισμού [ήτοι υπέρμαχοι τής ανεξαρτησίας τής «γεωγραφικής Μακεδονίας»], Κομμουνιστές ή άλλοι, εξακολουθούσαν να δραστηριοποιούνται στην περιοχή μέχρι τό 1946.
Τουλάχιστον για κάποια περίοδο μετέπειτα, τώρα πλέον ήταν ο Τίτο—και όχι οι Βούλγαροι (ή ακόμα και οι Έλληνες) Κομμουνιστές—που προωθούσε μια λύση [περί τής «γεωγραφικήςΜακεδονίας»] η οποία απέλαυε τής υποστήριξης τού Στάλιν και επιπροσθέτως τού Γεωργίου Δημητρώφ, τού γηράσκοντος Βουλγάρου πρώην αρχηγού τής Κομιντέρν, ο οποίος επέστρεψε μετά τόν πόλεμο για να γίνει πρωθυπουργός τής πατρίδος του.
Επ’ αυτής δε τής βάσεως, ο Τίτο προέβαλε ένα ευρύτερο σχέδιο: Ήταν απλώς φυσικό ότι μια αυτόνομη Μακεδονία θα έπρεπε να περιλαμβάνει όλα τά μέλη τού Μακεδονικού έθνους, και ως εκ τούτου ήταν φυσικό ότι οι περιοχές τού Βαρδάρη [στη Γιουγκοσλαβία], τού Πιρίν [στη Βουλγαρία] και τελικά η Μακεδονία τού Αιγαίου [στην Ελλάδα] θα έπρεπε να επανενωθούν, αλλά αυτή τήν φορά μέσα σε μια ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία. Θα ήταν εξίσου φυσικό οι Βούλγαροι, που συνδέονται με τούς Γιουγκοσλάβους εξ αίματος και τώρα και διά πολιτικής ιδεολογίας, θα έπρεπε επίσης να ενταχθούν στην ομοσπονδία, πραγματοποιώντας επιτέλους τήν Επικράτεια όλων τών Νότιων Σλάβων, τήν οποία εξ αρχής είχαν κατά νου οι υποστηρικτές τής Γιουγκο-Σλαβικής ιδέας κατά τόν 19οαιώνα. Τότε ίσως θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί τήν προοπτική για μια ευρύτερη συνομοσπονδία, που θα συμπεριελάμβανε όλες τίς Κομμουνιστικές Δημοκρατίες τών Βαλκανίων. […]
Η ιστορία αυτού τού μεγαλοφρόνος σχεδίου, και τής αποτυχίας του, είναι τό κεντρικό θέμα τής περιβόητης ιστορίας τής διαμάχης μεταξύ Τίτο και Στάλιν. Για τούς εν προκειμένω σκοπούς, είναι σημαντικό να σημειωθεί απλώς ότι για τέσσερα χρόνια, από τό 1944 έως τό 1948, τό Βουλγαρικό Κομμουνιστικό καθεστώς εξαναγκάστηκε να δεχθεί τό Γιουγκοσλαβικό επιχείρημα ότι οι Μακεδόνες αποτελούν ένα ξεχωριστό έθνος. Επίσης, ενεργά, αν και απρόθυμα, [οι Βούλγαροι] προετοίμασαν τήν Μακεδονία τού Πιρίν για ενοποίηση με τήν Μακεδονία τού Βαρδάρη μέσα στη Γιουγκοσλαβία, αν και επεδίωξαν [επιτυχώς] να αναβάλουν τήν «ημέρα τού κακού» [evil day] επιμένοντες ότι η ενοποίηση θα μπορούσε να επέλθει μόνο μετά από μιά ομοσπονδία μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας. Αυτή ήταν η ουσία μιας συμφωνίας Τίτο-Ντιμιτρώφ που υπεγράφη στο Bled, στη Σλοβενία, ​​τον Αύγουστο τού 1947, και επικυρώθηκε με μια Γιουγκοσλαβο-Βουλγαρική Συνθήκη Φιλίας που υπεγράφη στη Σόφια όταν ο Τίτο ανταπέδωσε τήν επίσκεψη κατά τόν επόμενο Νοέμβριο. Έκτοτε, ωσάκις οι Βούλγαροι επέσειαν τό φάσμα τού San Stefano, οι Γιουγκοσλάβοι απαντούσαν εκταφιάζοντας τήν Συμφωνία Bled.”
Στην πράξη, ο Μακεδονικός αλυτρωτισμός, όπως επινοήθηκε από τόν Τίτο, είχε ως (αμυντικό) στόχο να αποσταθεροποιήσει τό ιδεοληπτικό έδαφος δύο ανταγωνιστικών αλυτρωτισμών, ενός εσωτερικού(Σερβικού) και ενός άλλου εξωτερικού (Βουλγαρικού), οι οποίοι εν συνδυασμώ συνιστούσαν μια μακροπρόθεσμη απειλή για τήν ακεραιότητα τής Γιουγκοσλαβίας ως ομοσπονδίας: Σύμφωνα με τήν εκδοχή τού Τίτο περί Μακεδονικού αλυτρωτισμού, οι Μακεδόνες δεν είναι ούτε Σέρβοι ούτε Βούλγαροι, αλλά μέλη ενός ξεχωριστού ιστορικού έθνους, που φέρεται ότι δεν έχει ακόμη απελευθερωθεί, τουλάχιστον στο σύνολό του. Σε απάντηση στις επιδιώξεις τού Τίτο, η επίσημη θέση τής Βουλγαρίας ως προς τήν εθνοτική καταγωγή τών Μακεδόνων ήταν μάλλον ανακόλουθη, κυμαινόμενη σε αξιοσημείωτο βαθμό κάθε λίγα χρόνια, κατ’ εκάστοτε περιστασιακή ευθυγράμμισή της με τίς  διπλωματικές ταλαντώσεις στις Σοβιετο-Γιουγκοσλαβικές σχέσεις (Kofos, 1964): (6)   
  “Σε λιγότερο από είκοσι χρόνια από τήν απελευθέρωση, οι Βούλγαροι Κομμουνιστές υιοθέτησαν, πέντε φορές, απόψεις που ήσαν εντελώς αντιφατικές για τό Μακεδονικό ζήτημα. Έτσι, τό 1944-1948 όχι μόνο παραιτήθηκαν από τίς εδαφικές τους διεκδικήσεις σχετικά με τήν Μακεδονία, προς χάριν τών Γιουγκοσλάβων, αλλά επιπροσθέτως αποδέχτηκαν και τήν Γιουγκοσλαβική θεωρία ότι οι Σλάβοι κάτοικοι τής Μακεδονίας εν όλω ήσαν «Μακεδόνες», ήτοι μια νέα εθνοτική ομάδα.
Μετά τήν ρήξη στις σχέσεις Τίτο-Cominform—και ειδικά από τό 1948 έως τό 1954—οι Βούλγαροι πέρασαν στην επίθεση υποστηρίζοντας τήν δημιουργία, υπό τήν αιγίδα τής Βουλγαρίας, ενόςΜακεδονικού ομόσπονδου κράτους μέσα σε μια Βαλκανική Κομμουνιστική συνομοσπονδία. Με εκείνη τήν επίσημη πρόταση, οι «Μακεδόνες» έγιναν και πάλι Βούλγαροι.
Μόνο όταν η νέα Σοβιετική ηγεσία θεώρησε σκόπιμο να προσπαθήσει να επαναφέρει τόν Τίτο πίσω στο Κομμουνιστικό παραπέτασμα τό 1955, η Βουλγαρία εγκατέλειψε τότε τούς προσχηματικούςισχυρισμούς της σχετικά με τήν Μακεδονία και συναίνεσε με τήν αναγνώριση τής ύπαρξης εθνοτικών «Μακεδόνων» ακόμη και εντός τής Βουλγαρίας.
Αλλά αυτό ήταν μόνο μια βραχύβια υποχώρηση, η οποία διήρκεσε μόνο κατά τήν διάρκεια τής νέας Σοβιετο-Γιουγκοσλαβικής επαναπροσέγγισης. Τό 1958, εν μέσω έντονης κριτικής από ολόκληρο τό Σοβιετικό μπλοκ κατά τών  Γιουγκοσλάβων «ρεβιζιονιστών», οι Βούλγαροι δεν έχασαν χρόνο για να διακηρύξουν [και πάλι] τήν ανεξαρτησία τους σχετικά με τό Μακεδονικό ζήτημα, να καλωσορίσουν τόν επανακαθορισμό τών «Μακεδόνων» ως «Βουλγάρων» και να καταργήσουν τήν θεωρία τής «Μακεδονικής εθνικότητας» [«Macedonian nationality»].
Μετέπειτα όμως, οι νέοι διεθνείς προσανατολισμοί τής Μόσχας επέφεραν μια νέα επανασυμφιλίωση τής Σόφιας με τό Βελιγράδι. Κατά συνέπεια, η Σόφια αναγκάσθηκε να εγκαταλείψη ξανά τήν πολεμική της σχετικά με τό Μακεδονικό ζήτημα. Υπήρχαν ενδείξεις ότι μετά τήν συνάντηση Τίτο-Ζίβκωφ στο Βελιγράδι τόν Ιανουάριο τού 1962, οι Βούλγαροι ίσως να σκλήραιναν τότε τήν θέση τους έναντι τών Γιουγκοσλαβικών απαιτήσεων [ως προς τό Μακεδονικό]. Ωστόσο, οι Σοβιετο-Γιουγκοσλαβικές σχέσεις προφανώς δεν είχαν φθάσει σε τέτοιο βαθμό τελειότητας που να εξαναγκάσουν τούς Βούλγαρους να κατασταλάξουν σε μιά οριστική απόφαση περί τού εάν  «Μακεδόνες» πράγματι υφίστανται εκτός τής [Γιουγκοσλαβικής] «Λαϊκής Δημοκρατίας τής Μακεδονίας».”
Εντούτοις, σε κάθε περίπτωση στην Μεταπολεμική εποχή, η Βουλγαρία δεν ακολούθησε τό (Γιουγκοσλαβικό) υπόδειγμα τής (αυθαίρετης) θεσμικής χρήσης τού ονόματος «Μακεδονία» στην περιοχή τής «γεωγραφικής Μακεδονίας» εντός τής Βουλγαρικής επικρατείας: Η Βουλγαρική επαρχία Blagoevgrand διετήρησε τό όνομά της erga omnes για έναν αιώνα τώρα. Ωστόσο, η Ελλάδα άρχισε να χρησιμοποιεί αυτό τό όνομα («Μακεδονία») επίσημα μετά από πολλά χρόνια, τό 1988, μετονομάζοντας τό «Υπουργείο Βορείου Ελλάδος» σε «Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης», ως μια καθυστερημένη απάντηση τής ΕλληνικήςΚυβέρνησης (42 χρόνια μετά τό 1946) στο τότε Συνταγματικό όνομα τής νότιας περιοχής τής Γιουγκοσλαβίας («Σοσιαλιστική Δημοκρατία τής Μακεδονίας»).
5. Διαβαλκανική άτυπη συμπαιγνία 1944-1987
Έκθ. 3­­­
Ο Ανδρέας Παπανδρέου στη Βουλή 24-1-1994
(το video clip εδώ)

Μια σημαντική πτυχή τού ονοματολογικού ζητήματος τής πΓΔΜ από τήν δεκαετία τού 1990 μέχρι σήμερα, είναι ότι για 45 συνεχόμενα χρόνια (1946-1991) η Βουλγαρία και η Ελλάδα δεν είχαν εγείρει επίσημαοποιοδήποτε θέμα (στα Ηνωμένα Έθνη κλπ.) όσον αφορά στη θεσμική ένταξη τής λέξης «Μακεδονία» στο Συνταγματικό όνομα τής νότιας περιοχής τής Γιουγκοσλαβίας—κάθε χώρα για δικούς της διαφορετικούςλόγους, ήτοι:

   
•  Βουλγαρία. Η εν γένει (άν και κυμαινομένη) σιωπηρά συναίνεση τής Βουλγαρίας με τήν πολιτική τού Τίτο σχετικά με τήν ένταξη τής λέξης «Μακεδονία» στο Συνταγματικό όνομα τής νότιας Γιουγκοσλαβίας μετά τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μπορεί να αποδοθεί εν μέρει στην Κομμουνιστική αλληλεγγύη και εν μέρει (αν όχι κυρίως) στη συμμαχία τής Βουλγαρίας με τόν Άξονα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Η συντριπτική ήττα τής Γιουγκοσλαβίας από τήν Γερμανία τό 1941, οφείλετο κυρίως στο γεγονός ότι η Wehrmacht είχε τήν δυνατότητα να εισβάλει στη Γιουγκοσλαβία από όλα τά μέτωπά της, συμπεριλαμβανομένων και τών γιουγκοσλαβικών συνόρων με τήν Ρουμανία και τήν Βουλγαρία, λόγω τής τότε συμμαχίας αυτών τών δύο χωρών με τόν Άξονα. Κατά συνέπεια, στη Μεταπολεμική περίοδο, η Βουλγαρία δεν είχε ούτε τό ηθικό ανάστημα ούτε τήν γεωπολιτική βαρύτητα για να αντιμετωπίσει τόν στρατάρχη Τίτο—διαπρεπή στρατιωτικό ηγέτη τών Συμμάχων και εθνικό ηγέτη με παγκόσμια απήχηση—ειδικά μάλιστα όσον αφορά σε (εσωτερικά) θέματα εμπίπτοντα στην ομοσπονδιακή δικαιοδοσία και στην εθνική κυριαρχία τής Γιουγκοσλαβίας. 
• Ελλάδα. Αντιθέτως, η Ελλάδα, έχοντας πολεμήσει σκληρά παρά τώ πλευρώ τών Συμμάχων, είχε και τό ηθικό ανάστημα και τό γεωπολιτικό βάρος τότε, μετά τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για να εγείρειεπίσημα θέμα όσον αφορά στο όνομα τού νοτίου ομοσπόνδου κράτους τής Γιουγκοσλαβίας. Εντούτοις, η Ελλάδα επέλεξε τότε (και έκτοτε μέχρι τό 1987) να συμμετάσχει και αυτή στη «διαβαλκανική»σιωπηρά συναίνεση με τόν Τίτο επ’ αυτού τού (ονοματολογικού) θέματος, λόγω στρατηγικών υστεροβουλιών: Κατά τήν διάρκεια τού Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1944-1949), αυτό που για τό τότε αντικομμουνιστικό καθεστώς τής Ελλάδας είχε κρίσιμη στρατιωτική σημασία—και κατά συνέπεια αποτελούσε ζήτημα διπλωματικής εστίασης—ήταν η άσκηση διπλωματικής πίεσης στον Τίτο για να κλείσει τά Ελληνο-Γιουγκοσλαβικά σύνορα σε βάρος τών αριστερών ελληνικών αντάρτικων δυνάμεων. Στη συνέχεια, σε γεωστρατηγικό πλαίσιο πειθαρχίας τού Ψυχρού Πολέμου, η Ελλάδα (ως μέλος τού ΝΑΤΟ) δεν έθιξε κανένα σημαντικό θέμα κατά τής αδέσμευτης Γιουγκοσλαβίας, επειδή η επικράτειά της εθεωρείτο από τό ΝΑΤΟ ως μεσολαβούσα περιοχή (μη-Σοβιετική μη-Νατοϊκή «buffer country») κατά τού Σοβιετικού επεκτατισμού. Επιπλέον, σε όλη τήν διάρκεια τού Ψυχρού Πολέμου, εθνικοί λόγοι παρώθησαν τήν Ελλάδα να συνεναίσει ατύπως με τήν Γιουγκοσλαβία ως προς τό όνομα τού νοτίου ομοσπόνδου κράτους τής τελευταίας, τουλάχιστον στον βαθμό που αυτό τό όνομα είχε ως στόχο να αντισταθμίσει τόν Βουλγαρικό αλυτρωτισμό, ο οποίος εθεωρείτο παραδοσιακά από τίς Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις ως πρωταρχικό ζήτημα Εθνικής Ασφαλείας. Μεταφορικά, υπό τό Ελληνικό πρίσμα, τό θέμα τής ονομασίας τής «… Δημοκρατίας τής Μακεδονίας» ήταν κατά κάποιο τρόπο ένα χρήσιμο «τζίνι», τό οποίο ο Τίτο τό κρατούσε με ασφάλεια μέσα στο μπουκάλι (στη Γιουγκοσλαβική ομοσπονδία).
Ενδεικτικά, στο διπλωματικό προσκήνιο τό 2010 προεβλήθη αλυσιτελώς η ιδέα να επανατεθεί αυτό τό τζίνι («… Δημοκρατία τής Μακεδονίας») μέσα σε ένα παρόμοιο (αν και αρκετά μικρότερο) μπουκάλι: Ειδικότερα, αυτή ιδέα υποτίθεται ότι θα μπορούσε ίσως να υλοποιηθεί δια μιας συνταγματικής αναδιάρθρωσης τής πΓΔΜ προς πολιτειακή μετάλλαξή της σε μια ομοσπονδιακή δημοκρατία με 3-4 ημιαυτόνομες περιφέρειες, μία από τίς οποίες θα ονομάζεται «… Δημοκρατία τής Μακεδονίας». Προφανώς επομένως, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, αυτή η μάλλον αναχρονιστική ιδέα προτείνει ουσιαστικά επιστροφή στο status quo ante (1946-1991), κατά τό οποίο η ονομασία «… η Δημοκρατία τής Μακεδονίας» αποδόθηκε σε μια αυτόνομη ομόσπονδη επικράτεια και όχι σε ένα ανεξάρτητο κράτος.
Εν πάση περιπτώσει, τό ιστορικό γεγονός είναι ότι ο λαός αυτής τής περιοχής (πΓΔΜ) αυτοπροσδιορίζετο επί πολλές δεκαετίες, επί σχεδόν μισό αιώνα, ως πολίτες τής «Λαϊκής Δημοκρατίας τής Μακεδονίας» (1946-1963) και στη συνέχεια τής «Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας τής Μακεδονίας» (1963-1991). Εν ολίγοις, αυτοπροσδιορίζοντο ούτως, ως πολίτες μιας ομοσπόνδου επικρατείας τής Γιουγκοσλαβίας, επί μισό αιώνα νομίμως (σύμφωνα με τό διεθνές δίκαιο) και αδιαμφισβητήτως (λόγω τής ατύπου συναινέσεως τόσο τής Βουλγαρίας όσο και τής Ελλάδας με τίς Συνταγματικές διατάξεις τού Τίτο επί αυτού τού θέματος), ενώ η Ελλάδα καθηύδε τον εν πολλοίς «αφάσιο» ύπνο τού διπλωματικώς (ψυχροπολεμικώς) «παράλυτου» επί τού θέματος, λόγω τής εξαναγκαστικής πειθαρχίας τού Ψυχρού Πολέμου αλλά και λόγω στρατηγικών αντιλήψεων τού ελληνικού πολιτικού και στρατιωτικού της κατεστημένου ως προς τόν υποτιθέμενο Βουλγαρικό αλυτρωτισμό—ήτοι έμμονες (βουλγαροφοβικές) αντιλήψεις(7) που ήσαν αντίθετες με τό αντικειμενικά γεγονότα που κατεδείκνυαν ότι ο Τίτο, και όχι οι Βούλγαροι, ήταν ο «ζογκλέρ» τού Μακεδονικού αλυτρωτισμού στον Ψυχρό Πόλεμο.
6. Τό Λάθος τής Ελλάδος
Οι Έλληνες δεν συνειδητοποίησαν ότι οι Βούλγαροι ήσαν οι φυσικοί τους σύμμαχοι στο Μακεδονικό ζήτημα: Η γλωσσική κληρονομιά τής Βουλγαρίας και η ιστορική κληρονομιά τής Ελλάδος ήσαν τά δύο θεμελιώδη δομικά στοιχεία που ο Τίτο πάσχιζε τότε να υφαρπάσει πολιτικώς—ήτοι μονομερώς διά Συνταγματικών διατάξεων τής Γιουγκοσλαβίας, και όχι πολυμερώς διά διεθνών συνθηκών—και να τά οικειοποιηθεί πολιτισμικώς. Ειδικότερα ο Τίτο επεδίωκε να στοιχειοθετήσει εντέχνως και να καθιερώσει διεθνώς τήν ύπαρξη Μακεδονικής γλώσσας (Macedonian language) και Μακεδονικής εθνικότητος(Macedonian nationality),(8) τήν πρώτη σε βάρος τής Βουλγαρίας και τήν δεύτερη σε βάρος τόσον τής Ελλάδος όσον και τής Βουλγαρίας, στο πλαίσιο τής αλυτρωτικής πολιτικής τής Γιουγκοσλαβίας σχετικά με τό υπ’ αυτού επιτηδείως αναμοχλευόμενο Μακεδονικό ζήτημα. Απεναντίας μάλιστα, παρά τίς κατάφωρες μηχανεύσεις τού Τίτο, η Ελλάδα τό μόνο που έβλεπε κατά τήν διάρκεια τού Ψυχρού Πολέμου ήταν η (υποτίθεται) ανάγκη να καλλιεργεί άριστες σχέσεις, κατά τό δυνατόν, με τήν Γιουγκοσλαβία. Παράλληλα η Ελλάδα, αντί να βλέπει τό προφανές (την φυσική της συμμαχία με τήν Βουλγαρία όσον αφορά στις Τιτοϊκές μηχανεύσεις), υπέβλεπε τήν Βουλγαρία με δομική ή και εμμονική καχυποψία: Η Βουλγαρία ευρίσκετο στην άλλη πλευρά τού Σιδηρού Παραπετάσματος. Κι έτσι οι Έλληνες συνέχιζαν να κοιμούνται.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Ο όρος «γεωγραφική Μακεδονία» ήταν ανύπαρκτος μέχρι τήν Συνθήκη τού Βουκουρεστίου (1913), ή και μετέπειτα μέχρι τό τέλος τού Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επομένως δεν μπορεί να λεχθεί ευλόγως ότι «διαμελίσθηκε» (ή «διαμοιράσθηκε») κάτι τό οποίο δεν υφίστατο τότε (1913), ούτε καν ως έννοια, τουλάχιστον σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, ήτοι ρητώς σε κείμενα Διεθνών Συνθηκών, και δη Συνθηκών Ειρήνης.
Συγκεκριμένα, στη Συνθήκη Ειρήνης τού Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) δεν υπάρχει πουθενά ούτε ο όρος «γεωγραφική Μακεδονία» ούτε κάν η λέξη (σχέτη) «Μακεδονία» ή παράγωγά της. Σε εκείνη τήν Συνθήκη, τά νέα Σερβο-Βουλγαρικά και Ελληνο-Βουλγαρικά σύνορα ορίζονται βάσει γεωγραφικών τοπονυμίων (ορέων, κοιλάδων κ.ο.κ.) και μόνον, επί λέξει ως εξής (άρθρα ΙΙΙ και V τής Συνθήκης):
   «ARTICLE III. Between the Kingdom of Bulgaria and the Kingdom of Serbia, the frontier will follow conformably with the procès-verbal drawn up by the respective military delegates and annexed to the Protocol No. 9 of the 25th of July (August 7th), 1913, of the Conference of Bucharest, the following line : The frontier line will start from the old frontier from the summit of Patarica, will follow the old Turco-Bulgarian frontier and the line of the watershed between the Vardar and the Strouma, with the exception of the upper valley of the Stroumitza, which will remain on Serbian territory ; it will terminate at the Belasica Mountain, where it will bend back to the Graeco-Bulgarian frontier. A detailed description of this frontier and its indication on the map 1/200.000 of the Austrian General Staff are annexed to the present article.
    […]
 ARTICLE V. Between the Kingdom of Greece and the Kingdom of Bulgaria the frontier will follow conformably with the procès-verbal drawn up by the respective military Delegates and annexed to the Protocol No. 9 of the 25th of July (August 7th), 1913, of the Conference of Bucharest, the following line : The frontier line shall start from the new Serbo-Bulgarian frontier on the summit ofBelagica planina, to terminate at the mouth of the Mesta on the Aegean Sea. Between these two extreme points, the frontier line will follow the tracing indicated on the map 1/200.000 of the Austrian General Staff and according to the description annexed to the present article.»
Δηλαδή δια τής Συνθήκης Ειρήνης τού Βουκουρεστίου, οι Βαλκάνιοι Σύμμαχοι (Βουλγαρία, Ελλάδα, Σερβία) διεμοίρασαν μεταξύ τους τά συγκεκριμένα και ρητώς προσδιοριζόμενα εδάφη που απελευθέρωσαναπό τον Οθωμανικό ζυγό (και όχι κάποια ανύπαρκτη ή ασαφώς σκιαγραφουμένη «γεωγραφική Μακεδονία
(2) Η συνολική έκταση τής κατά τά ως άνω (Υποσ. 1) «γεωγραφικής Μακεδονίας ανέρχεται συνολικά σε 66.857 km2, επί μέρους ως εξής: 34.556 km2 (51,39%) εντός τής Ελληνικής Επικρατείας, 6.788 km2 (10,15%) εντός τής Βουλγαρικής Επικρατείας, και 25.713 km2 (38,46%) που συναποτελούν τήν εδαφική έκταση τής fYROM.
(3) Πέραν τών αναφερθέντων παραπάνω (Υποσ. 1) όσον αφορά στην Συνθήκη Ειρήνης τού Βουκουρεστίου (1913), η λέξη «Μακεδονία» ή παράγωγά της δεν αναφέρονται πουθενά, ούτε μία φορά, σε όλες τίς άλλες προηγηθείσες συναφείς διεθνείς Συνθήκες, όπως εκείνες τούς Λονδίνου τήν 13/3/1871, τού Σαν Στέφανο τήν 3/3/1878, τού Βερολίνου τήν 13/7/1878 και τού Λονδίνου τήν 17/5/1913. 
(6) Kofos, Evangelos, 1964. Nationalism and Communism in Macedonia (Institute of Balkan Studies: Thessaloniki, Greece), κεφ. II.
(7) Ελληνικές αντιλήψεις ως προς τόν (υποτιθέμενο) Βουλγαρικό αλυτρωτισμό κατά τήν διάρκεια τού Ψυχρού Πολέμου, παρέλυσαν όχι μόνο τήν εξωτερική πολιτική τής Ελλάδος ως προς τόν (πραγματικό) Μακεδονικό αλυτρωτισμό τού Τίτοκαθ’ όλη τήν διάρκεια τής Ψυχροπολεμικής περιόδου (1946-1991), αλλά και τήν εθνική άμυνα τής Ελλάδος κατά τήν διάρκεια τού (πραγματικού) Έλληνο-Τουρκικού πολέμου στην Κύπρο τό 1974: Οι Έλληνες δεν απετόλμησαν να κλιμακώσουν τίς στρατιωτικές τους αντιδράσεις έναντι τής Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο (20 Ιουλίου – 17 Αυγούστου 1974), διότι τότε  η ηγεσία τους κατεβλήθη (διανοητικά και ψυχολογικά) από αυτό που θεωρούσε ως επικείμενη ή πολύ πιθανή Βουλγαρική εισβολή στην Ελληνική Μακεδονία ή και τήν Θράκη σε περίπτωση Ελληνο-Τουρκικού πολέμου. Μπορούμε όμως να υποστηρίξουμε, ευλόγως σήμερα, ότι όλες εκείνες οι βουλγαροφοβικές αντιλήψεις στην Ελλάδα ήσαν μάλλον εμμονικές, αφού μεταξύ άλλων δεν εδράζοντο επί τεκμηριωμένων ενδείξεων (π.χ. μαζική συγκέντρωση Βουλγαρικών στρατευμάτων στα σύνορα), ήτοι επί πραγματικών αποδεικτικών στοιχείων κατά τήν διάρκεια τού Ψυχρού Πολέμου και έκτοτε.
(8) Υπό τό πρίσμα τής Συνθήκης τού Βουκουρεστίου (1913), που ως Συνθήκη Ειρήνης έχει εξεχόντως βαρύνουσα σημασία, αφού αποτελεί τελική έκβαση πολέμου, και μάλιστα μείζονος (διαβαλκανικού) πολέμου, οι μεθοδεύσεις τού Τίτο για τήν διεθνή αναγνώριση τής «Μακεδονικής γλώσσης» (Macedonian language) και τής «Μακεδονικής εθνικότητος» (Macedonian nationality), ή ακόμη και τής «γεωγραφικής Μακεδονίας» (Υποσ. 1), δεν επρόκειτο να έχουν θετική τελική έκβαση—και δεν είχαν—εάν δεν προσδιορίζοντο ρητώς σε όρους μιας νέας διεθνούς Συνθήκης, η οποία θα τροποποιούσε τήν Συνθήκη Ειρήνης τού Βουκουρεστίου (1913).
Μια τέτοια νέα Συνθήκη όμως θα ήταν έγκυρη μόνον εάν συνυπεγράφετο, όχι μόνον από τίς οι δύο χώρες (Ελλάδα και Βουλγαρία) που σχετίζονται άμεσα με τό (Τιτοϊκό) «Μακεδονικό Ζήτημα», αλλά και από όλες τίς άλλες (5) χώρες που συνυπέγραψαν τήν Συνθήκη Ειρήνης τού Βουκουρεστίου (Βουλγαρία, Ελλάδα, Μαυροβούνιο, Ρουμανία, Σερβία,). Tέτοια δε νέα Συνθήκη ουδέποτε συνετάχθη και ουδέποτε συνυπεγράφη, τουλάχιστον μέχρι τό 2018.
Δηλαδή, σε πλαίσιο διεθνούς δικαίου, ο Τίτο απέτυχε πλήρως στις επιδιώξεις του: Απεβίωσε χωρίς να έχει υπογραφεί μια τέτοια νέα Συνθήκη, μετά δε τόν θάνατό του η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε (δια εσωτερικών πολέμων), επίσης χωρίς να έχει υπογραφεί τέτοια νέα Συνθήκη. Επί πλέον, δεκαετίες μετέπειτα, τό νότιο υπόλειμμα τής πρώην Γιουγοσλαβίας συνεχίζει να παραπαίει, ή και να απειλείται με διάλυση, όσον αφορά στις δύο θεμελιώδεις συνιστώσες τής εθνικής ταυτότητας (national identity), ήτοι γλώσσα (language) και εθνικότητα (nationality), αφού μέχρι σήμερα δεν έχει υπογραφεί τέτοια νέα Συνθήκη. 
Σε αυτό τό πλαίσιο, καθίσταται αμέσως κατανοητή η νομική, πολιτική και οικονομική βάση τής βαρύνουσας διακήρυξης, στις 24 Ιανουαρίου 1994, τού τότε Πρωθυπουργού τής Ελλάδος Ανδρέα Παπανδρέου, από τού βήματος τής Βουλής τών Ελλήνων (Έκθ. 3), περί τής  σημασίας  που  έχει  για  τά  «Σκόπια»  η  αναγνώρισή  τους  από  τήν  Ελλάδα,  και  περί  τής  ματαιότητας τών προσπαθειών τους να υπερκεράσουν τήν Ελλάδα, συλλέγοντας (ως υποκατάστατο τής μη-αναγνώρισής τους από τήν Ελλάδα) πλείστες όσες αναγνωρίσεις από τρίτες χώρες:
“ Όποιος γνωρίζει τήν γεωγραφία και τήν ιστορία τής περιοχής αντιλαμβάνεται τήν μοναδική σημασία που έχει για τά Σκόπια η σχέση τους με τήν Ελλάδα, και άρα η αναγνώρισή τους από αυτήν. Τά Σκόπια δεν μπορούν να επιζήσουν οικονομικά χωρίς τήν Ελλάδα, εάν δεν τό θέλει η Ελλάδα, όσες αναγνωρίσεις και άν υπάρξουν.”
Πράγματι δηλαδή, αυτός που τελικά δικαιώθηκε ήταν μάλλον ο Ανδρέας Παπανδρέου παρά ο Τίτο, αφού 23 χρόνια μετά από εκείνη τήν δήλωση, κατά τό 2017, η fYROM αποτελούσε ένα πολιτειακό μόρφωμα στα πρόθυρα τής διαλύσεώς του, παρά τίς 140 «διεθνείς αναγνωρίσεις»  που οι πολιτικοί ταγοί της επαίροντο (ματαίως) ότι έχουν επιτύχει. Τό τί επισυνέβη βέβαια κατά τό επόμενο έτος (2018) είναι ένα άλλο θέμα επέκεινα τής παρούσης μονογραφίας.

istorikathemata

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός11 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις11 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή