Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν: « L’État, c’est moi » – Ο Σουλτάνος με τις Υπερεξουσίες!

Δημοσιεύτηκε στις

Του Ιωάννη Αθ. Μπαλτζώη*
Οι εκλογές στην Τουρκία με το νέο Σύνταγμα και την ανάληψη της προεδρίας από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αποτελούν την αρχή της νέας εποχής για την Τουρκία (της Νέας Τουρκίας), ένα νέο σύστημα διακυβέρνησης του ενός ανδρός (OneManShow).
«Το Κράτος είμαι εγώ», διακήρυττε με αλαζονεία ο βασιλιάς της Γαλλίας, Λουδοβίκος XIV και κάπως έτσι θα σκέφτεται και ο Σουλτάνος Ερντογάν σήμερα. Ο «Βασιλιάς Ήλιος» της Γαλλίας που οι αριστοκράτες θεωρούσαν προνόμιο να τον βλέπουν να αφοδεύει, να ξυρίζεται ή να σπάει το αυγό του.

Λειτουργούσε ο Λουδοβίκος XIV, ως ο απόλυτος μονάρχης και δεν του ξέφευγε τίποτα, από την εθνική θρησκεία μέχρι και τη συντήρηση των δέντρων!! Θέσπισε νέους νόμους, εξαπέλυσε πολέμους, όρισε νέα πλαίσια στην τέχνη και τη λογοτεχνία, όλα με σκοπό να προβληθεί ο ίδιος.«Το κυρίαρχο πάθος μου είναι σίγουρα η αγάπη μου για τη δόξα», παραδέχτηκε κάποτε. Εδώ οι απόψεις των δύο, ταυτίζονται πλήρως.


Ο νέος Ατατούρκ
Ένας δημοφιλής στην Τουρκία χιουμοριστικός ιστότοπος, ο Zaytung, που δημοσιεύει «ειδήσεις» με επίγραμμα «Τίμιες, Αμερόληπτες, Ανήθικες Ειδήσεις», δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Το προεδρικό σύστημα επηρεάζει την Φενέρμπαχτσε», την δημοφιλή ποδοσφαιρική ομάδα της Κωνσταντινούπολης, που οπαδός της είναι και ο πρόεδρος Ερντογάν.
Το άρθρο ανέφερε ότι στο τελευταίο προεδρικό διάταγμα που υπογράφτηκε από τον Πρόεδρο Ερντογάν, υπαγορεύει και εντέλει την Φενερμπαχτσέ, ότι από τούδε η ομάδα θα έπρεπε να εμφανίζεται στο γήπεδο με έναν αμυντικό μέσο, αντί για δύο, ως μέχρι τούδε, με προφανή χιουμοριστική διάθεση και για να καταδείξει ότι ο πρόεδρος Ερντογάν έχει άποψη για τα πάντα και θα παρεμβαίνει με προεδρικά διατάγματα για τα πάντα, ακόμη και για θέματα τακτικής μιας ποδοσφαιρικής ομάδας.
Ο Ερντογάν κυριαρχεί στην Τουρκία για περίπου 16 χρόνια, αλλά γι ‘αυτόν, αυτό δεν αρκεί. Με τις διπλές εκλογές της 24ης Ιουνίου 2018 (προεδρικές και κοινοβουλευτικές), αφού κέρδισε την προεδρία και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία με την συνεργασία του κόμματός του ΑΚΠ με το ακροδεξιό κόμμα ΜΗΡ, στην ουσία μετέτρεψε το κοινοβουλευτικό σύστημα της Τουρκίας σε ένα εκτελεστικό προεδρικό σύστημα, χωρίς σχεδόν καθόλου έλεγχο και ισορροπία.
Ο Ερντογάν, είναι αναμφίβολα ο πιο δημοφιλής, αλλά ταυτόχρονα και ο πιο διχαστικός ηγέτης στη σύγχρονη τουρκική ιστορία. Έχει ήδη κυριαρχήσει στη χώρα περισσότερο και από τον Μουσταφά Κεμάλ, τον ιδρυτή της σύγχρονης, κοσμικής Τουρκίας, τον επονομαζόμενο Ατατούρκ (πατέρας των Τούρκων).
Το 2023, όταν θα λήξει η προεδρική του θητεία, ο Ερντογάν θα έχει κυβερνήσει την Τουρκία για 21 χρόνια, σε σύγκριση με το 15 του Μουσταφά Κεμάλ, άρα θα γίνει ο νέος Ατατούρκ και μάλιστα πολύ καλύτερος του αρχικού. Και το 2023 ο Ερντογάν θα είναι ξανά υποψήφιος για μια άλλη πενταετή θητεία. Και ποιος αμφισβητεί ότι δεν θα κερδίσει ξανά, όταν μέχρι τώρα σε 14 εκλογικές αναμετρήσεις είναι ο απόλυτος κυρίαρχος και νικητής;


Η νέα διακυβέρνηση
Ο Ερντογάν, πραγματικός Σουλτάνος, είναι επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας και διορίζει τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου όπως επιθυμεί, ακόμη και με ανθρώπους εκτός βουλής. Έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα έκδοσης προεδρικών διαταγμάτων, τα οποία έχουν ισχύ νόμου, ενώ ο ίδιος θα μπορεί να επιλέγει και να διορίζει την ηγεσία του δικαστικού σώματος.
Η χώρα διοικείται πλέον από τον ίδιο, με την βοήθεια 16 υπουργείων, 9 επιτροπών και 4 ειδικών γραφείων που ιδρύονται με το νέο σύστημα.Ουσιαστικά καταργείται το Σύνταγμα, καθώς και η διάκριση των εξουσιών, ενώ δεν υπάρχει κανένας θεσμικός έλεγχος στις πράξεις και στις εξουσίες του υπερ-προέδρου. Το νέο υπουργικό συμβούλιο του Ερντογάν αποτελείται κυρίως από νεοφερμένους και όχι απαραίτητα πολιτικών προσώπων.
Έτσι μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται τέσσερις επιχειρηματίες. Συγκεκριμένα, ένας ταξιδιωτικός πράκτορας, ως Υπουργός τουρισμού, ένας ιδιοκτήτης κολεγίου ως υπουργός παιδείας, ένας επιχειρηματίας ως υπουργός εμπορίου και ένας ιδιοκτήτης νοσοκομείου ως υπουργός Υγείας, όλοι φίλοι και υποστηρικτές του προέδρου Ερντογάν. Οι περισσότεροι άλλοι νέοι υπουργοί είναι βασικά τεχνοκράτες.
Μόνο δύο βασικές θέσεις του υπουργικού συμβουλίου παρέμειναν αμετάβλητες. Ο υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου και ο υπουργός Εσωτερικών Σουλειμάν Σοϋλού διατήρησαν τα χαρτοφυλάκιά των, αφού είναι δύο άτομα, της απολύτου εμπιστοσύνης και του στενού περιβάλλοντος του Ερντογάν.
Ο μεν Τσαβούσογλου ενεργούσε μέχρι τώρα περισσότερο ως «γραμματέας» και εντολοδόχος του προέδρου και όχι ως υπουργός χάραξης εξωτερικής πολιτικής και προφανώς έτσι θα συνεχίσει. Από την άλλη ο Σοϋλού, αντιπρόεδρος του ΑΚΠ, θεωρείται «γεράκι» στον πόλεμο κατά του Κουρδικού ΡΚΚ, καθώς και των Κούρδων της Συρίας (YPG).
Μαζί με τον αρχηγό της Στρατοχωροφυλακής (Τζαντάρμα) στρατηγό Αρίφ Τσετίν, διεξήγαγαν μαζί τον Τουρκικό Στρατό, δύο στρατιωτικές επιχειρήσεις (την «Ασπίδα του Ευφράτη» το 2016 και «Κλάδος Ελαίας» το 2018) κατά των Κούρδων της Συρίας, με εισβολή, κατάληψη και κατοχή εδαφών στην Βόρεια Συρία.
Οι επιχειρήσεις θεωρήθηκαν επιτυχείς, αφού κατελήφθησαν συριακά εδάφη στην περιοχή της Γιαραμπλούς και στο Κουρδικό καντόνι του Αφρίν στα Βόρεια της Συρίας, με ελάχιστες απώλειες για την Τουρκία, για άλλους λόγους, παρά για την στρατιωτική δεξιότητα και ικανότητα των Τουρκικών Ε.Δ., πλην όμως δεν είναι του παρόντος. Έτσι η διατήρηση του Σοϋλού στην θέση του και την τοποθέτηση του πρώην Αρχηγού του γενικού Επιτελείου στρατηγού Χουλουσί Ακάρ ως Υπουργού Άμυνας, εκφράζει την θέληση και την συνέχεια της επιθετικής πολιτικής του Ερντογάν κατά των Κούρδων στην Συρία.


Οι εξουσίες Ερντογάν 

Ο Ερντογάν, είναι τώρα αρχηγός κράτους, της κυβέρνησης και του κυβερνώντος κόμματος, ελέγχοντας και τις τρεις εξουσίες. Σε πρόσφατο άρθρο του στο Ισραηλινό ThinkTankBESA,ο δημοσιογράφος BurakBekdil από την Άγκυρα , αναφέρεται στις υπερεξουσίες του Ερντογάν αναλυτικά, προκαλώντας έκπληξη για το πόσα πράγματα έχει αρμοδιότητα ο νέος πρόεδρος, δηλαδή ο Σουλτάνος Ερντογάν.

Το νέο σύστημα παρέχει τρομακτικές υπερεξουσίες στον επικεφαλής του κράτους τις οποίες κανένας ηγέτης της Τουρκίας μέχρι σήμερα δεν διέθετε. Ούτε καν ο ιδρυτής της χώρας, ο Μουσταφά Κεμάλ. Στο σύστημα αυτό δεν υπάρχει πρωθυπουργός, ένας θεσμός που υπήρχε για πάνω από χίλια χρόνια στο σύστημα διακυβέρνησης της χώρας, από την εποχή των Σελτζούκων, στην εποχή των Οθωμανών και στην εποχή της Δημοκρατίας από το 1923 και ο ρόλος του υπουργικού συμβουλίου στη διακυβέρνηση της χώρας αλλάζει και υποβιβάζεται.
Θα είναι επικεφαλής, εκτός από το υπουργικό συμβούλιο, σε πλήθος προεδρικών συμβουλίων που θα συστήνουν την πολιτική του κράτους για την επιστήμη, την τεχνολογία και την καινοτομία, την εκπαίδευση, την οικονομία, την ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική, την δικαιοσύνη, τον πολιτισμό και τις τέχνες, την υγεία και την ασφάλεια των τροφίμων, τις κοινωνικές πολιτικές, καθώς και την τοπική διοίκηση.
Θα είναι ακόμη υπεύθυνος για την εθνική κληρονομιά, τις Ένοπλες Δυνάμεις, την αμυντική βιομηχανία, τις θρησκευτικές υποθέσεις, το κυβερνητικό ταμείο πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, το κρατικό συμβούλιο επιθεώρησης και τη διεύθυνση επικοινωνιών.
Αλλά αυτό δεν αρκεί. Μπορεί να ακούγεται σαν αστείο, αλλά ο Τούρκος πρόεδρος θα έχει επίσης την εξουσία να καθορίζει τις τιμές των φαρμακευτικών προϊόντων, καθώς και τα πρόστιμα για τους αυτοκινητιστές που οδηγούν χωρίς χειμερινά ελαστικά σε χιονισμένους δρόμους. Θα έχει αρμοδιότητα να επιθεωρεί και να επιβάλει απαγορεύσεις πτήσεων και να καθορίσει συντελεστές για επιθεωρήσεις οχημάτων, να διορίζει τα μέλη των συμβουλίων οδικής ασφάλειας, να αποφασίζει για τα επενδυτικά κίνητρα και να καθορίζει τους τόπους των ζωνών ελεύθερου εμπορίου!!
Επιπλέον, ο Ερντογάν θα έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να διορίζει τους προέδρους και τα μέλη της Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων, του Συμβουλίου Ανώτατης Εκπαίδευσης, των πανεπιστημίων, του Εθνικού Πανεπιστημιακού Εξεταστικού Συμβουλίου, του κρατικού ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού TRT, του Εθνικού Οργανισμού Πληροφοριών, του Κρατικού Επιθεωρητικού Συμβουλίου, των μελών της Αμυντικής Βιομηχανίας, τα όργανα κοινωνικής ασφάλισης, την υπηρεσία συνεργασίας και ανάπτυξης της Τουρκίας, το κρατικό στατιστικό ίδρυμα, τα συμβούλια επιθεώρησης των υπουργείων, την κρατική κατοικία, την κρατική υπηρεσία διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, τον Τουρκικό Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας, τους οργανισμούς περιφερειακής ανάπτυξης και το κρατικό ερευνητικό ίδρυμα TUBITAK.
Όταν ο ιστότοπος αναφέρθηκε ακόμη και στο σύστημα και την ποδοσφαιρική τακτική της Φενέρμπαχτσέ, που καθορίστηκε με προεδρικό διάταγμα του Ερντογάν, πολλοί το θεώρησαν, ως ένα ακόμη χιουμοριστικό δημοσίευμα, στην πραγματικότητα είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Τουρκία και πόσο παντοδύναμος είναι ο Ερντογάν.
Επίλογος
Το Ερντογανικής έμπνευσης διοικητικό αυτό μοντέλο της Τουρκίας, δεν μοιάζει καθόλου με τα συστήματα των ΗΠΑ και της Γαλλίας παρά το ότι ο ελεγχόμενος συστημικός Τουρκικός τύπος επιχειρεί να το προπαγανδίσει ως παρόμοιο με αυτά. Πρόκειται ξεκάθαρα για μια απολυταρχικού τύπου κρατική διακυβέρνηση, η οποία καλύπτεται από έναν εκλογικό δημοκρατικό μανδύα, σε μια αμφιλεγόμενη από πολλούς παρατηρητές εκλογική διαδικασία.
Με δύο διαφορετικές ψηφοφορίες, η πρώτη τον Απρίλιο του 2017 και η δεύτερη τον Ιούνιο του 2018, οι Τούρκοι επέλεξαν να αλλάξουν ριζικά το υφιστάμενο καθεστώς, θεωρώντας ότι προχωρούν έτσι το δημοκρατικό σύστημα. Έχουν επιλέξει έναν ισχυρό και παντοδύναμο εκτελεστικό πρόεδρο και έναν γκροτέσκο σύστημα ενός ανδρός αρχή, πάνω από ένα κοινοβουλευτικό σύστημα με ελέγχους και ισορροπίες. Ειρωνικά θα λέγαμε ότι ψήφισαν δημοκρατικά υπέρ ενός αντιδημοκρατικού και απολυταρχικού καθεστώτος.
Οι εκλογές αυτές αποκάλυψαν αυτό που χαρακτηρίζει σήμερα την Τουρκία. Μια ανομοιογενή τριχοτομημένη χώρα. Από την μια ο Σουλτάνος Ερντογάν, που κυριάρχησε σε ολόκληρη την κεντρική Τουρκία και στις λαϊκές μάζες των μουσουλμάνων και από την άλλη πλευρά η κοσμική ελίτ των μεγάλων πόλεων, των παραλίων της Δυτικής Τουρκίας, τελείως διαφορετική από την μεγάλη μάζα των σουνιτών μουσουλμάνων, που απεχθάνονται τον Ερντογάν και την πολιτική του, αλλά δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά.
Και φυσικά το τρίτο μέρος αποτελούν οι Κούρδοι, που απέχουν από τα μεγαλοϊδεατικά εθνικιστικά οράματα του Σουλτάνου, ακόμη αντέχουν, αντιστέκονται και έχουν το δικό τους όραμα: Την δημιουργία του Κουρδικού τους κράτους. Τρεις κόσμοι διαφορετικοί ιδεολογικά και το κυριότερο πολιτισμικά και κυρίαρχος όλων και παντοδύναμος ο Σουλτάνος Ερντογάν.
Η ψηφοφορία στις 24 Ιουνίου έκανε την de facto εκτελεστική προεδρία του Ερντογάν σε εκτελεστική προεδρία de jure. Ο Ερντογάν είναι πολύ ευτυχισμένος, όπως και οι πιστοί οπαδοί του. Μία ερώτηση παραμένει, ωστόσο, αναπάντητη. Τι θα συμβεί μετά τον Ερντογάν; Ποιος θα κυβερνήσει την Τουρκία και πώς, με τέτοια υπερβολική εξουσία στα χέρια του;
Ο ίδιος ο Ερντογάν δεν έχει καμία απάντηση σε αυτό. Ούτε και κανένας άλλος δεν μπορεί να απαντήσει, όσο ζει και κυβερνάει ο Ερντογάν. Αν του συμβεί κάτι, τότε τα γεγονότα και οι εξελίξεις για την Τουρκία θα είναι καταιγιστικές, επικίνδυνες και ενδεχομένως διασπαστικές. Ως τότε, ο Σουλτάνος Ερντογάν, ως σύγχρονος Λουδοβίκος XIV με έπαρση, αλαζονεία, έλλειψη του μέτρου και με νεοοθωμανικά εθνικιστικά οράματα και αντιλήψεις θα αναφωνεί σε κάθε ευκαιρία:    «L’État, c’est moi » (To Κράτος είμαι Εγώ).
*Ο Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης είναι Αντ/γος (ε.α.) και Γεωπολιτικός Αναλυτής, Δίπλωμα Tactical Intelligence School (U.S. Army), κάτοχος Μεταπτυχιακού (M.Sc.)στην Γεωπολιτική Ανάλυση-Γεωστρατηγική Σύνθεση του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μέλος ΔΣ Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ).
Πηγές: https://twitter.com/zaytung/following?lang=el
BESA Center Perspectives Paper No. 910, July 30, 2018

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή