Διεθνή
Πρόβλημα Επιβίωσης για την Ε.Ε. το 2019

άρθρου είναι ο πρόεδρος του Ρωσικού Κέντρου Συστημάτων Ανάλυσης και
Πρόγνωσης και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του
συνίσταται στο ότι παρουσιάζει
την εικόνα της «Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης» όπως ειδικό ρωσικό όργανο έρευνας ,
ανάλυσης και πρόγνωσης την εκθέτει -προφανώς και στους
υπεύθυνους κατάστρωσης της ρωσικής πολιτικής. Για το ιστορικό της γένεσης της
ΕΕ και την διάγνωση της υπαρξιακής κρίσης που διέρχεται τώρα, αδέκαστος Δυτικός ιστορικός ερευνητής θα δυσκολευτεί να διαφωνήσει. Η πραγματικότητα , πίσω από το πανηγυρικό
σκηνικό περί την κοσμογονία της «Ενωμένης Ευρώπης» είναι όπως εκτίθεται – διπλωματικά καλλωπισμένη. ΄Οσο για την ρωσική
άποψη, για την σωστή πορεία αποφυγής της
επερχόμενης «σύγκρουσης του σκάφους της ΕΕ στα βράχια», αυτή εκτίθεται βέβαια
σε συζήτηση και στην κρίση του αναγνώστη.]
Ευρωπαϊκή
΄Ενωση μπαίνει στο 2019 με ένα πλήθος άλυτων προβλημάτων, και επιπλέον σπαρασσόμενη από οξύτατες
αντιφάσεις.
πρώτο
και κύριο πρόβλημα είναι ότι η ΕΕ δημιουργήθηκε ως ένας από τους αμερικανικούς
μηχανισμούς ελέγχου της Δυτικής Ευρώπης.
Χωρίς το αμερικανικό Σχέδιο Μάρσαλ χωρίς το άνοιγμα των αμερικανικών αγορών
στα ευρωπαϊκά προϊόντα, χωρίς τα αμερικανικά στρατεύματα στην ευρωπαϊκή ήπειρο,
χωρίς το ΝΑΤΟ τελικά, η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση δεν θα ήταν δυνατή.
που λέγεται ότι το σχέδιο της ενωμένης Ευρώπης
ήταν, μεταξύ άλλων, στην σκέψη αυτών που το συνέλαβαν, ένας τρόπος άρσης των γάλλο-γερμανικών αντιθέσεων,
προκειμένου να αποτραπούν μελλοντικές συγκρούσεις, σαν αυτές που οδήγησαν στους
δύο παγκοσμίους πολέμους.
Αλλά θα πρέπει
να έχει κανείς στον νου του ότι η γάλλο-γερμανική ενότητα ήταν αναγκαία και αποκλειστικά εξυπηρετική για τις ΗΠΑ.
Η
Βρετανία, αντίθετα, , σε όλη την ιστορία της αγωνιζόταν να κρατήσει την Ευρώπη
διαιρεμένη και να αποτρέψει κατάσταση όπου
ένα κράτος ή μιας συμμαχία κρατών θα μπορούσε να κυριαρχήσει στην ήπειρο.
στενά. Επιπλέον αυτές ήταν πολύ ισχυρότερες από ότι ήταν η Βρετανία στην ακμή
της ισχύος της. Μια ισχυρή και ενωμένη
Ευρώπη ήταν αναγκαία στις ΗΠΑ σαν σύμμαχος στην αναμέτρηση με την Σοβιετική
΄Ενωση. Και αυτή η εκτίμηση εξασφάλιζε εμπορικές προτιμήσεις και στρατιωτική
προστασία στην Ευρώπη. Με άλλα λόγια οι ΗΠΑ επέτρεψαν στην ΕΕ να κερδίζει
χρήματα στην αγορά τους, μοιράζονταν τα οφέλη από την νεοαποικιακή της πολιτική
και σε αντάλλαγμα επωμίζονταν το κύριο βάρος της ένοπλης προστασίας της,
απαλλάσσοντας την Ευρώπη από σημαντικό μέρος των αμυντικών δαπανών της.
Από την άλλη πλευρά όμως, η
Ευρώπη γινόταν ένα θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων στον πυρηνικό Αρμαγεδδώνα που
ετοιμαζόταν, επιτρέποντας στις ΗΠΑ να μείνουν άλλη μια φορά σε ασφαλή απόσταση..
Τουλάχιστον έτσι σκεφτόταν η Ουάσιγκτον.
21ο Αιώνα η κατάσταση άρχισε να αλλάζει σιγά-σιγά και το 2017, με
την άνοδο του Τραμπ στην εξουσία στις ΗΠΑ, η κατάσταση άλλαξε άμεσα και
δραματικά.
Οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν ένα έλλειμμα πόρων, το οποίο αρχικά
ενόμιζαν πως θα μπορούσε να καλυφτεί με την λεηλασία της Ρωσίας και της Κίνας.
Αλλά όταν έγινε φανερό πως αυτό το σχέδιο δεν είναι εφαρμόσιμο, οι περικοπές των αμερικανικών
δαπανών στην Ευρώπη έγιναν ο μόνος τρόπος μείωσης του ελλείμματος.
Επιπλέον, από την αρχή της δεκαετίας του
2010, η Ουάσιγκτον άρχισε να θεωρεί τους Ευρωπαίους συμμάχους σαν μιαν νόμιμη
λεία. Η λεηλασία της ΕΕ θα μπορούσε επίσης να λύσει, προσωρινά και εν μέρει, το
αμερικανικό πρόβλημα του ελλείμματος διαθέσιμων πόρων.
των συντηρητικών δυνάμεων που αμφισβητούν την εξουσία των οπαδών της
παγκοσμιοποίησης . Και καθώς αυτοί έκλιναν προς τις ΗΠΑ και ζητούσαν την
υποστήριξη της Ουάσιγκτον, οι συντηρητικοί, τουλάχιστον ορισμένοι από αυτούς,
άρχισαν να στρέφουν την κεφαλή τους προς την Ρωσία.
διάβρωση των θεμελίων της Ευρω-Αμερικανικής ΄Ενωσης, όπως και ο διχασμός των
ευρωπαϊκών ηγετικών τάξεων («ελίτ») και ο αναπροσανατολισμός ορισμένων από
αυτές προς την Ρωσία, οδήγησε στην (ολική ή μερική) απώλεια από την Ουάσιγκτον
των μηχανισμών που της επέτρεπαν να ελέγχει την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση.
Ο
κίνδυνος της μεταστροφής της ΕΕ προς μιαν οικονομική και αργότερα
στρατιωτικό-πολιτική ένωση με την Ρωσία επικαιροποίησε για τις ΗΠΑ την παλιά βρετανική
ιδέα μιας τεμαχισμένης Ευρώπης. Η Ουάσιγκτον δεν είχε ούτε έχει καμιάν επιθυμία
να παραχωρήσει στην Μόσχα έναν τόσο αποτελεσματικό μηχανισμό διαχείρισης της
Ευρώπης όσο η ΕΕ.
Και με αυτή την οπτική
η Ουάσιγκτον άρχισε την αποσυναρμολόγηση
της ΕΕ.
Γαλλία και στην Ουγγαρία και οι απόπειρες
να επεκταθεί αυτή η αναστάτωση στην Γερμανία (μέχρι τώρα ανεπιτυχείς), η
ενεργοποίηση από την Βαρσοβία των πολωνό-γερμανικών αντιθέσεων, γενικά ή όρθωση
της Ανατολικής Ευρώπης κατά της Δυτικής (Πολωνό-Βαλτικό-Ρουμανικό στρατόπεδο
εναντίον γερμανό-γαλλικού). Και σε αυτό
το φόντο, υπάρχουν και οι αντιθέσεις
μεταξύ της ομάδας των πλουσίων του Βορρά και των πτωχών του Νότου, οι οποίες κυριαρχούσαν μέχρι πρόσφατα στην ΕΕ, ξεθώριασαν
προσωρινά στο περιθώριο, αλλά θα αναφλεγούν με νέα ορμή, ανά πάσα στιγμή.
να ισχυριστούμε με βεβαιότητα ότι οι
ενδο-ευρωπαϊκές αντινομίες είναι πάρα πολύ ισχυρές και ότι οι
κεντρομόλες δυνάμεις δεν διαθέτουν αξιόλογη υπεροχή έναντι των κεντρόφυγων
δυνάμεων.
Και γι’ αυτό η διατηρήσιμη και σταθερή ανάπτυξη της ΕΕ είναι δυνατή μόνο υπό
συνθήκες όπου η ιδέα μιας Ενωμένης Ευρώπης και οι δυνάμεις εφαρμογής της
διαθέτουν την πολιτική υποστήριξη ενός ισχυρού εξωτερικού συμμάχου, ενδιαφερόμενου
για την ενότητα της Ευρώπης.
Σήμερα μόνον η Ρωσία μπορεί να είναι ένας τέτοιος
σύμμαχος, ιδιαίτερα όταν η Μόσχα βλέπει τα πλεονεκτήματα μιας συμμαχίας με την
ΕΕ όχι στο να πληρώνει την Ευρώπη για μιαν αυτό-καταστρεπτική πολιτική, αλλά
για την επίτευξη ενός σωρευτικού αποτελέσματος οικονομικής διαδραστικής
συνύπαρξης.
Ρωσία άπλωσε το χέρι προς την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση επί περισσότερο της εικοσαετίας.
Ωστόσο, παραδόσεις ευρωκεντρισμού, πολιτική αδράνεια, ιδεολογική μυωπία και επίσης
μια αρχική έλλειψη εμπιστοσύνης προς την ικανότητα της Ρωσίας να ανακτήσει την
θέση της ως παγκόσμιας δύναμης εμπόδισαν την ΕΕ να στραφεί προς την συνεργασία
με την Ρωσία.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η στιγμή όπου η Ευρώπη θα μπορούσε μάλλον ανώδυνα,
χωρίς βιασύνη, και αθόρυβα να
πραγματοποιήσει μια στρατηγική στροφή, χάθηκε αδέξια από τους ευρω-πολιτικούς
και την ευρω-γραφειοκρατία.
η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση υφίσταται τριπλή πίεση
πρόκειται για την γενική πίεση των λαών, που δεν ανέχονται την αναπόφευκτη
μείωση του επιπέδου διαβίωσης. Είχαν συνηθίσει να θεωρούν εαυτούς ως το «άλας της γης» και είναι πεπεισμένοι
ότι δικαιούνται υψηλά κοινωνικά αγαθά.
Είναι επίσης η πίεση των εθνικών κρατών, που τραβούν προς διαφορετικές
κατευθύνσεις.
σε μιαν πολιτική παγκοσμιοποίησης με δαπάνες των ΗΠΑ, η ευρω-γραφειοκρατία
άρχισε να γίνεται ενδιαφέρουσα για τις εθνικές κυβερνήσεις. Αλλά βγάζει πολλά βελάσματα, αλλά δεν έχει
αρκετό μαλλί. Αντίστοιχα, οι εθνικές αντινομίες, που στο παρελθόν μαλάκωναν με
την πανευρωπαϊκή πολιτική, έρχονται ξανά σε
πρώτη γραμμή, σχίζοντας σε
λωρίδες την «Ενωμένη Ευρώπη».
ΗΠΑ δεν ενδιαφέρονται πια για την διατήρηση ενός υψηλού βιοτικού επιπέδου στην
ΕΕ, της κλείνουν τις αγορές τους και
προσπαθούν να στραγγαλίσουν την ευρωπαϊκή βιομηχανία ως ανταγωνιστική της δικής
τους. Η Ουάσιγκτον σχεδιάζει επίσης την αναδιανομή υπέρ της ίδιας των
πλουτοπαραγωγικών πηγών που ελέγχει η Ευρώπη. Και τέλος, βλέποντας τον κίνδυνο
της εν κινήσει (έστω βραδείας) στροφής της ΕΕ προς την Ρωσία, οι ΗΠΑ δεν θέλουν
να αφήσουν στην Μόσχα μιαν ενιαία
Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, η οποία μπορεί να ανορθωθεί μάλλον γρήγορα. Η πολιτική της
Ουάσιγκτον τα δυο τελευταία χρόνια αποβλέπει στην καταστροφή της ΕΕ.
τι θα συμβεί στην συνέχεια εξαρτάται από την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση. Η σωτηρία της
βρίσκεται στην επιτάχυνση του αναπροσανατολισμού της προς την
πολιτικο-οικονομική συνεργασία της με
την Ρωσία. Η αμερικανική πίεση δεν μπορεί να διεισδύσει σε ένα
ευρω-ρωσικό δεσμό.
από τις «Ευρω-Ατλαντικές δομές», οι οποίες δεν έχουν θέση στον νέο ευρωπαϊκό
κόσμο. Και αυτές είναι οι χιλιάδες πολιτικοί
και στρατιωτικοί με επιρροή όπως και οι αντιπρόσωποι της γραφειοκρατίας
της παγκοσμιοποίησης. Άτομα που έχτισαν την
καριέρα τους τα τελευταία 20-30 χρόνια στην άνευ όρων υποταγή της
Ευρώπης τα συμφέροντα των ΗΠΑ δεν μπορούν να αλλάξουν την πολιτική τους. Αυτό θα ήταν αντίθετο με το συμφέρον τους και
επιπλέον έχουν περάσει από μιαν αρνητική επιλογή και τα διανοητικά χαρακτηριστικά τους απλά δεν τους επιτρέπουν να αντιληφθούν τον
κίνδυνο που διατρέχει η Ευρώπη.
τους υπερασπιστές του έθνους-κράτους
επιταχύνεται στην Ευρώπη. Ακόμη και ο σημαιοφόρος της παγκοσμιοποίησης
Μακρόν αναγκάζεται να εφαρμόσει ιδέες
συντηρητικών εθνικιστών. Αλλά δεν είναι ακόμη σαφές εάν η αντικατάσταση των ελίτ (κατεστημένου) θα έχει τον χρόνο να
εδραιωθεί και εάν η νέα πολιτική ηγεσία θα μπορέσει ή όχι να αλλάξει την πορεία
του ευρωπαϊκού σκάφους, προτού τελικά συντριβεί στα βράχια.
θα εξαρτηθούν από τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2019.
οι εθνικιστές επιτύχουν να εξασφαλίσουν μια πλειοψηφία στην Ευρωπαϊκή Βουλή και
στην συνέχεια να εξοστρακίσουν τους οπαδούς της παγκοσμιοποίησης από τα υψηλά
αξιώματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και άλλες ηγετικές δομές της ΕΕ, τότε η
Ευρωπαϊκή ΄Ενωση μπορεί να έχει ελπίδα. Εάν η σημερινή κατάσταση πραγμάτων
συνεχιστεί αμετάβλητη, τότε το πιθανότερο είναι ότι θα αναγκαστούμε να
ξεχάσουμε για μιαν ενωμένη Ευρώπη για πολύ καιρό και να αρχίσουμε να
οικοδομούμε ένα σύστημα ενώσεων ορισμένων κρατών –ειδικώτερα με την Γερμανία.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

