Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο Ελληνισμός της Τουρκίας και τα πάθη του μετά τη Συνθήκη της Λοζάνης

Δημοσιεύτηκε στις

Φώτης Καρύδας

Με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στην Τουρκία, αλλά και την επικείμενη συνάντηση του υπουργού άμυνας με τον Τούρκο ομόλογό του, πολλοί είναι εκείνοι που βλέπουν μία επαναπροσέγγιση των δύο λαών, καθώς και μια βελτίωση των διμερών σχέσεων. Επειδή όμως και στο παρελθόν ζήσαμε αρκετές τέτοιες προσεγγίσεις και φιλίες, οι οποίες όχι μόνο δεν ωφέλησαν τον ελληνισμό της Τουρκίας, αλλά αντίθετα επιταχύνθηκε ο ξεριζωμός του.

Είναι γνωστό ότι ο ελληνισμός είχε μια λαμπρή και μακραίωνη παρουσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς οι Έλληνες στελέχωναν τις κρίσιμες θέσεις της κρατικής γραφειοκρατίας, ενώ μαζί με τους Εβραίους και τους Αρμένιους διεξήγαγαν όλη την εμπορική και οικονομική δραστηριότητα.
Η φθίνουσα πορεία του ελληνισμού ξεκινά με τη Μικρασιατική καταστροφή, όταν η Σύμβαση «περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών», που υπογράφηκε στη Λοζάνη στις 30 Ιανουαρίου 1923, όριζε την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, μεταξύ των δύο κρατών. Βέβαια, με βάση το Άρθρο 2 της Σύμβασης, εξαιρούνταν από την ανταλλαγή οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινούπολής και οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. 

Επίσης, με το Άρθρο 14 της Συνθήκης της Λοζάνης, που υπογράφηκε έξι μήνες αργότερα, δικαιούνταν να παραμείνουν στις εστίες τους οι Έλληνες κάτοικοι των νήσων Ίμβρου και Τενέδου. Αν και με την υπογραφή της Συνθήκης, ο ελληνικός πληθυσμός των παραπάνω περιοχών ήταν μεγαλύτερος των 250.000, η μείωσή του ξεκίνησε από την επόμενη ημέρα, καθώς η τουρκική κυβέρνηση, επιδιώκοντας τη δημιουργία ενός κράτους εθνικά αμιγούς, σύμφωνα με τις επιταγές του Ατατούρκ, αρχίζει να δημιουργεί τεράστια προβλήματα τόσο στις μειονότητες όσο και στους ξένους υπηκόους. 

Σε αυτό το πλαίσιο υποβαθμίζεται ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μπαίνουν περιορισμοί στην ελεύθερη λατρεία, ενώ οι Έλληνες αρχίζουν να διαπιστώνουν συνεχή προβλήματα τόσο στον επαγγελματικό τους χώρο όσο και στις σχέσεις τους με το κράτος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός μεταναστευτικού ρεύματος προς την Ελλάδα ή τη Δυτική Ευρώπη, με αποτέλεσμα κατά την απογραφή του 1927, ο ελληνισμός να ανέρχεται σε 135.000, από τους οποίους οι 25.000 ήταν Έλληνες υπήκοοι και οι υπόλοιποι Ρωμιοί της Πόλης. 

Όμως, τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο ελληνικός πληθυσμός γίνονταν, μέρα με την ημέρα όλο και πιο έντονα. Έτσι, παρά την ελληνοτουρκική προσέγγιση και «φιλία», που καθιερώθηκε προκειμένου να εξαλειφθούν προβλήματα και να ξεθωριάσουν οι αρνητικές μνήμες προς όφελος της ειρήνης και της ευημερίας, η κατάσταση του ελληνικού πληθυσμού συνεχίζει να επιδεινώνεται. Με τον νόμο 2007/1932 απαγορεύεται η άσκηση 20 επαγγελμάτων από τους ξένους υπηκόους της Τουρκίας, με αποτέλεσμα να πληγεί άμεσα το ελληνικό στοιχείο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, οι μισοί από τους 25.000 Έλληνες υπηκόους να επιστρέψουν στην Ελλάδα μέσα στην επόμενη διετία.

Το επόμενο χτύπημα εναντίον του ελληνισμού έλαβε χώρα το 1941, αμέσως μετά την κατάληψη της χώρας μας από τις δυνάμεις του Άξονα. Η τουρκική κυβέρνηση επιστρατεύει 20 κλάσεις ομογενών, ηλικίας από 25 έως 45 ετών και τους στέλνει στα βάθη της Ανατολίας, στα λεγόμενα τάγματα εργασίας (amele taburlari). Εκεί οι Έλληνες υποχρεώνονταν σε καταναγκαστική εργασία υπό απάνθρωπες συνθήκες για την πραγματοποίηση εργασιών οδοποιίας, εκβραχισμών, εκχιονισμών κλπ, με αποτέλεσμα τον θάνατο ή τη μόνιμη αναπηρία πολλών εξ’ αυτών.

Όμως, τα σκληρά και απάνθρωπα αντι-μειονοτικά μέτρα δεν σταμάτησαν εδώ. Το 1942, η τουρκική Εθνοσυνέλευση επινόησε τον φόρο της ευμάρειας (varlik vergisi), για όλους τους υπηκόους, με το πρόσχημα να καταπολεμηθεί η μαύρη αγορά που δημιουργήθηκε εξαιτίας του πολέμου στις γειτονικές χώρες. Τελικά, η φορολογία αυτή επιβλήθηκε μόνο στις μειονότητες (Έλληνες, Εβραίους και Αρμένιους) και το ύψος της καθοριζόταν αυθαίρετα από τον τοπικό κομματάρχη του Λαϊκού Κόμματος, χωρίς να δίνεται το δικαίωμα ένστασης. Τις περισσότερες φορές δε, ξεπερνούσε κατά πολύ την αξία της περιουσίας, ενώ αν δεν εξοφλείτο εντός 15 ημερών, η περιουσία του οφειλέτη οδηγείτο σε πλειστηριασμό. Αν παρόλα αυτά έμενε και οφειλή, τότε ο οφειλέτης οδηγείτο σε καταναγκαστικά έργα προκειμένου να εξοφλήσει το χρέος του. Βέβαια, για την τήρηση των προσχημάτων ο φόρος επιβλήθηκε και σε κάποιους επιλεγμένους Τούρκους. Η συγκεκριμένη φορολογία εξόντωσε οικονομικά το εύρωστο ελληνικό στοιχείο και οδήγησε χιλιάδες οικογένειες στην απόγνωση. Επιπλέον, πολλοί από εκείνους που υποχρεώθηκαν σε καταναγκαστική εργασία έχασαν τη ζωή τους ή έμειναν ανάπηροι. 

Η παραπάνω εξοντωτική φορολογία διήρκεσε μέχρι το 1944, οπότε η κυβέρνηση την απέσυρε, αφού έβλεπε ότι η πλάστιγγα των διεθνών εξελίξεων έγερνε υπέρ των συμμάχων. Είχε όμως επιτελέσει τον σκοπό της. Στα επόμενα χρόνια, λόγω των ασφυκτικών πιέσεων που ασκούσαν οι ΗΠΑ, το καθεστώς αρχίζει να γίνεται πιο φιλελεύθερο, ενώ διενεργούνται εκλογές, καταργείται ο μονοκομματισμός και οι ψήφοι των μειονοτήτων γίνονται στόχος των πολιτικών κομμάτων. Όσον αφορά στην οικονομία, αρχίζει να πνέει ένας άνεμος φιλελευθερισμού, ενώ για πρώτη φορά αμφισβητείται ο κρατικός οικονομικός υπερσυγκεντρωτισμός. 

Σε αυτό το πλαίσιο, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι Ελλάδα και Τουρκία είναι πλέον σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ, το ελληνικό στοιχείο αρχίζει να «αναπνέει» οικονομικά, να ασχολείται, εκ νέου, με τις οικονομικές δραστηριότητες του παρελθόντος και γρήγορα να ανακτά τις περιουσίες που είχε απολέσει από την επιβολή του φόρου ευμάρειας. Αυτή η ανάκαμψη δημιούργησε φθόνο μεταξύ του εξαθλιωμένου τουρκικού πληθυσμού, ο οποίος εργαλειοποιήθηκε κατάλληλα από την τουρκική κυβέρνηση. Όμως, η κατάσταση έφτασε στα άκρα με την ανάδειξη του Κυπριακού προβλήματος και τη θετική στάση της κυβέρνησης Παπάγου απέναντι στον αγώνα των Κυπρίων, που επιθυμούσαν να ενωθούν με την Ελλάδα. Η κυβέρνηση Μεντερές εκμεταλλεύεται την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ τον Απρίλιο του 1955 και πιέζει, χωρίς αποτέλεσμα, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα να τον καταδικάσει δημόσια. Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα τη στοχοποίηση του ελληνικού στοιχείου της Τουρκίας. 

Η κατάσταση συνεχίζει να κλιμακώνεται μέχρι τη νύχτα της 5ης προς 6 Σεπτεμβρίου 1955, όταν εκρήγνυται βόμβα στο τουρκικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, το οποίο στεγαζόταν στο σπίτι που υποτίθεται ότι γεννήθηκε ο Κεμάλ Ατατούρκ. Η παραπάνω ενέργεια αποδείχτηκε ότι ήταν προβοκάτσια και είχε προσχεδιαστεί προκειμένου να δοθεί η αφορμή για την έναρξη θηριωδιών εναντίον του ελληνικού στοιχείου της Πόλης. Έτσι, τη νύχτα της 6ης προς 7 Σεπτεμβρίου 1955, ο μαινόμενος τουρκικός όχλος ξεχύθηκε και άρχισε να λεηλατεί τις ελληνικές συνοικίες. Στην πραγματικότητα, αυτή η ενέργεια δεν ήταν αυθόρμητη, αλλά αποτέλεσμα ενός σχεδίου που είχε εκπονηθεί από τη Διεύθυνση Ειδικού Πολέμου του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Βάσει αυτού του σχεδίου, είχαν επισημανθεί από πριν οι κατοικίες και οι επαγγελματικοί χώροι των Ελλήνων, ενώ οι ενέργειες του πλήθους ήταν συντονισμένες και κεντρικά κατευθυνόμενες. Ο τραγικός απολογισμός αυτής της λεηλασίας ήταν η ολική καταστροφή 1.000 ελληνικών σπιτιών και η εκτεταμένη φθορά άλλων 2.500 και η καταστροφή εκατοντάδων καταστημάτων, βιοτεχνιών, πολιτιστικών συλλόγων και εκκλησιών. 

Από το μένος του πλήθους δεν γλίτωσαν και τα νεκροταφεία, αφού συλήθηκαν ακόμα και τάφοι ομογενών, ενώ σκοτώθηκαν τουλάχιστον 30 Έλληνες. Τα παραπάνω γεγονότα έδωσαν τη χαριστική βολή στο ελληνικό στοιχείο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο καταστράφηκε οικονομικά και πάρα πολλοί αναγκάστηκαν να φύγουν για την Ελλάδα, υπό το κλίμα τρομοκρατίας που δημιουργήθηκε.

Το τελειωτικό χτύπημα στον ελληνισμό της Τουρκίας αποτέλεσαν οι απελάσεις του 1964 – 65, βάσει ενός σχεδίου που είχε προετοιμαστεί από το 1957 και εφαρμόστηκε με αφορμή τις διακοινοτικές συγκρούσεις, που ξεκίνησαν στην Κύπρο τα Χριστούγεννα του 1963. Η τουρκική κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε τα γεγονότα στην Κύπρο προκειμένου να εξοντώσει το ελληνικό στοιχείο της Πόλης, αλλά και να χτυπήσει τον ελληνισμό της Ίμβρου και της Τενέδου. Εκείνη την περίοδο κατηγορήθηκαν εκατοντάδες ομογενείς για κατασκοπεία κατά της Τουρκίας και εξωθήθηκαν σε απέλαση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αστυνομία υποχρέωνε τους ομογενείς να υπογράφουν έγγραφα, τα οποία απαγορευόταν να τα διαβάσουν. Έτσι, με χαλκευμένες κατηγορίες υποχρεώθηκαν σε απέλαση χιλιάδες Έλληνες.

Σε όλα τα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε και διάφορες άλλες πολιτικές, οι οποίες δυσχέραιναν τη ζωή στην Τουρκία. Κορυφαίο παράδειγμα είναι το κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, το 1971, μιας Σχολής που αποτελούσε το φυτώριο των κληρικών που στελεχώνουν το Πατριαρχείο. Με αυτή την ενέργεια οι Τούρκοι αποσκοπούσαν στον αφανισμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου τις επόμενες δεκαετίες.

Σήμερα, το άλλοτε ακμαίο ελληνικό στοιχείο της Π όλης, της Ίμβρου και Τενέδου, αριθμεί μόλις 2.000 έως 3.000 κατοίκους, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι μεγάλης ηλικίας και με αμελητέα οικονομική δραστηριότητα. Συγκρίνοντας αυτούς τους αριθμούς με τις δεκάδες χιλιάδες ομογενών που ζούσαν εκεί μερικές δεκαετίες πριν και αποτελούσαν έναν πανίσχυρο οικονομικό παράγοντα, μόνο θλίψη μπορούμε να αισθανθούμε. Αν επιπλέον δούμε και την πενιχρή στελέχωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του φάρου της Ορθοδοξίας, δεν μένουν περιθώρια αισιοδοξίας. 

Όμως, αυτό που εξοργίζει περισσότερο τον ελληνικό λαό είναι ότι οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης απολαμβάνουν όλα τα προνόμια που τους παρέχει η Συνθήκη της Λοζάνης. Όλα αυτά λοιπόν πρέπει να τα έχει κατά νου η κυβέρνηση όταν προγραμματίζονται επισκέψεις στην Τουρκία ή συναντήσεις κυβερνητικών αξιωματούχων. Γιατί διπλωματία και άσκηση εξωτερικής πολιτικής χωρίς γνώση της ιστορίας δεν υπάρχει.

* Ο Φώτης Καρύδας είναι δημοσιογράφος

Πηγή: Πρώτο Θέμα

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός34 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις45 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO46 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

Δημοφιλή