Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Βενεζουέλα: Διαβολική επανάληψη της ιστορίας 120 χρόνια μετά

Δημοσιεύτηκε στις

Βαγγέλης Γεωργίου

 
Ως «αδιόρθωτο» και «απαίσιο» περιγράφουν οι New York Times, η New York Herald και το Associated Press τον ηγέτη της Βενεζουέλας. Ο τελευταίος «απεχθάνεται τις πιο ιερές αξίες των πολιτισμένων εθνών», γράφουν τα δυτικά ΜΜΕ που υποστηρίζουν τον φιλελεύθερο «επαναστάτη», ο οποίος προσπαθεί να εξουδετερώσει τον «τύραννο». Ο τελευταίος είναι ο πλέον μισητός στον δυτικό κόσμο, το κράτος του, αν και πλούσιο σε πόρους, είναι υπερχρεωμένο, η διακυβέρνηση της χώρας διεκδικείται από έναν επαναστάτη που έχει συγκεντρώσει έναν στρατό και βαδίζει προς το Καράκας.
Θα μπορούσαν όλα αυτά να συμβαίνουν το 2019, αλλά συνέβαιναν στη Βενεζουέλα του 1899, όταν η Δύση έπρεπε να τακτοποιήσει πάλι έναν μισητό δικτάτορα κάπου στην Καραϊβική. Οι ομοιότητες διαβολικές. Η κατάληξη ίδια; Πράγματι, η Βενεζουέλα την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα είχε βυθιστεί σε εμφυλίους οι οποίοι ακύρωναν τις όποιες προσπάθειες είχαν γίνει από τις κυβερνήσεις των φιλελεύθερων των προηγούμενων δεκαετιών.
Τοπικοί πανίσχυροι ηγέτες οι λεγόμενοι caudillos, απολίθωμα της ισπανικής αποικιοκρατίας, ξεπηδούσαν σε όλη τη χώρα, διεκδικώντας την κεντρική εξουσία. Το 1899, νικητής αναδείχτηκε ο δεινός πολέμαρχος Τσιπριάνο Κάστρο. Ο Κάστρο διαθέτοντας ηγετικές ικανότητες, θα κυβερνούσε με πυγμή την κατεστραμμένη από τους πολέμους χώρα. Ωστόσο, είχε μια μεγάλη διαφορά με τους προηγούμενους ηγέτες εκλεγμένους ή μη: Δεν τα πήγαινε καλά με τους ξένους.

Ο Τσιπριάνο Κάστρο εισέρχεται
νικητής στο Καράκας το 1899.

Ήταν εξαιρετικά καχύποπτος με τους πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων, καθώς και με τις μεγάλες εταιρείες που εκμεταλλεύονταν τη χώρα του. Τότε λοιπόν ξέσπασε η σοβαρότερη επανάσταση στη Βενεζουέλα αμφισβήτησης του Κάστρο. Ηγέτης τέθηκε ο μορφωμένος και φιλελεύθερος δημοκράτης Antonio Matos. Ο Matos απεχθανόταν τον αγροίκο δικτάτορα Κάστρο και ήθελε να εγκαθιδρύσει ένα φιλελεύθερο καθεστώς που θα διατηρεί καλές σχέσεις με τη διεθνή κοινότητα. Γι’ αυτό εξάλλου φρόντιζε τη διεθνή του εικόνα, στέλνοντας ενημερώσεις στις μεγάλες εφημερίδες για τον αγώνα του που στρέφεται εναντίον του τυράννου Κάστρο.

Ο Γκουαϊδό του 19ου αιώνα

Antonio Matos

Εσωτερικά, ο Κάστρο ήταν πράγματι αυταρχικός αλλά η αλήθεια όμως ήταν κάπως διαφορετική από αυτή που έδιναν οι αντίπαλοί του. Ο Antonio Matos ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος της Βενεζουέλας, έχοντας στο τσεπάκι του όλο το τραπεζικό σύστημα της χώρας. Όταν ανέλαβε την εξουσία ο Κάστρο ζήτησε από τον συμπατριώτη του Matos χρήματα για να διασωθεί η καταρρέουσα οικονομία της χώρας. Ο μεγαλοτραπεζίτης αρνήθηκε και ο Matos τον εξευτέλισε, φυλακίζοντας τον για ένα μικρό διάστημα και αναγκάζοντάς του να παρελάσει ανάμεσα στο πλήθος. Λίγο καιρό μετά, ο Matos ξεκίνησε ένα ισχυρό κίνημα για να ανατρέψει τον μισητό Κάστρο.
Σε όλη τη διάρκεια είχε την αμέριστη οικονομική και στρατιωτική βοήθεια από τους Ευρωπαίους. Το 1901, ξεκίνησε από την Άντβερπ «βοήθεια» με το πλοίο Ban Righ που ήταν φορτωμένο με… πυρομαχικά. Η χρηματοδότηση της επανάστασης πραγματοποιούνταν μέσω μεταφοράς χρημάτων του αμερικανικού κολοσσού New York & Bermúdez Company.
Η αμερικανική εταιρεία θησαύριζε από την εκμετάλλευση της μεγαλύτερης λίμνης με πίσσα στον κόσμο που βρίσκεται στη Βενεζουέλα, παράγοντας άσφαλτο. Ήθελε, λοιπόν, επειγόντως να εξουδετερώσει τον εχθρικό Κάστρο. Οι δε Βρετανοί παρείχαν καταφύγιο στους επαναστάτες όταν στριμώχνονταν μέσω της γειτονικής αποικίας Τρινιδάδ. Ο Κάστρο είχε πληροφορίες ότι την επανάσταση στήριξε και η γαλλική εταιρεία επικοινωνιών French Cable Company.
Ο Matos, όμως, δίχως να διαθέτει ερείσματα στον λαό της χώρας και έχοντας απέναντί του έναν εξαιρετικά ικανό στρατιωτικά αντίπαλο δεν κατάφερε τον σκοπό του. Ακριβώς σε εκείνο το σημείο παρενέβησαν οι Ευρωπαίοι, αξιώνοντας από την κυβέρνηση της Βενεζουέλας να τους αποπληρώσει τα καθυστερημένα χρέη των προηγούμενων δεκαετιών. Δίχως ακόμα να το γνωρίζει ο Κάστρο, οι Δυτικοί είχαν δημιουργήσει ένα χάος στην πολύπαθη Βενεζουέλα τα προηγούμενα χρόνια, χρηματοδοτώντας μια εξέγερση. Στη συνέχεια θα διεκδικούσαν αποζημιώσεις και αποπληρωμή χρεών από το ίδιο κράτος! Η διπλωματία της κανονιοφόρου μπήκε σε εφαρμογή, και οι μηχανές την ισχυρών θωρηκτών άναψαν.

Η «κατασκευή» υποχρεώσεων

Τσιπριάνο Κάστρο

Οπωσδήποτε η Βενεζουέλα είχε νομικές και οικονομικές υποχρεώσεις απέναντι σε ξένα κράτη. Ωστόσο, αυτές δημιουργήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν με τέτοιο τρόπο από τις Μεγάλες Δυνάμεις που οδηγούσαν ουσιαστικά στην πλήρη υποταγή του αδύναμου λατινοαμερικανικού κράτους.
Ο ίδιος ο Βρετανός επιτετραμμένος στο Καράκας Richard Edwardes είχε ανακαλύψει από τη δεκαετία του 1860 τον μηχανισμό απάτης που είχαν στήσει οι συμπατριώτες του, ώστε να ξεζουμίζουν τη Βενεζουέλα. Οι αποζημιώσεις που απαιτούσαν οι εγκατεστημένοι στη Βενεζουέλα Βρετανοί υπήκοοι, δήθεν για ζημιές που υπέστησαν λόγω των προηγούμενων εμφυλίων στη χώρα, βασίζονταν σε ψεύτικες μαρτυρίες και αυθαίρετους υπολογισμούς. O δε Αμερικανός πληρεξούσιος υπουργός Francis Loomis είχε εμπλακεί στην περίοδο 1897-1901 σε τέτοιες σκανδαλώδεις συμφωνίες, όπως αποκάλυψε ο διάδοχός του. Ο καθηγητής Kelvin Singh περιγράφει πως γινόταν.
Ο Τσιπριάνο Κάστρο ήθελε να βάλει τέλος σε όλη αυτή την αρπαγή. Γι΄αυτό λοιπόν επανέφερε έναν παλαιότερο νόμο που αρνούνταν τη διαμεσολάβηση των ξένων πρεσβειών σε τέτοιου είδους διευθετήσεις. Τις παρέπεμπε κατευθείαν στη Δικαιοσύνη. Και όλα αυτά πριν ακόμα ανακαλυφθεί πετρέλαιο στη Βενεζουέλα, οπότε γίνεται αντιληπτό τι είδους πετρελαϊκή δημοκρατία θα έφερναν οι φιλελεύθεροι της Δύσης στην πολύπαθη λατινοαμερικανική χώρα.

Οι Ευρωπαίοι εξοργίζονται και βομβαρδίζουν

Οι Βρετανοί ήθελαν διακαώς την πλούσια σε κοιτάσματα χρυσού περιοχή Guiana. Ήθελαν να κλειδώσουν την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στον ποταμό Ορινόκο που θα αναδείκνυε το Τρινιδάδ ως μεγάλη αποθήκη για τα προϊόντα που θα προωθούσαν στην αγορά της Βενεζουέλας, της Κολομβίας και της βόρειας Βραζιλίας. Θα διασφάλιζαν την κατάργηση του πρόσθετου φόρου 30% στα προϊόντα που εισάγονταν από τις βρετανικές και ολλανδικές Αντίλλες. Οι Ολλανδοί ήθελαν τα ίδια.
Τα γαλλικά και γερμανικά συμφέροντα ήταν κυρίως οικονομικής φύσεως, αποσκοπώντας στην αποπληρωμή των χρεών στις εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στη Βενεζουέλα. Οι δε Αμερικανικοί επικεντρώνονταν στην παραγωγή ασφάλτου και στο εμπόριο, αν και υποθέσεις τους είχαν πάνω-κάτω διευθετηθεί με την αμερικανο-βενεζουελανή διαιτησία του 1885.

Καταθλιπτική σύγκριση ναυτικών δυνάμεων Βενεζουέλας-Μεγάλων Δυνάμεων.

Είναι γεγονός ότι καμία δύναμη δεν έδωσε προτεραιότητα στο εξωτερικό χρέος της Βενεζουέλας. Απλά ήθελαν να τιμωρήσουν τον πρόεδρο μιας χώρας που δεν διέθετε σε καμία περίπτωση τις ναυτικές δυνάμεις να αντισταθεί στις διπλωματικές τους απαιτήσεις. Ακόμα και όταν ο Κάστρο προθυμοποιήθηκε να ικανοποιήσει σοβαρό μέρος των αιτημάτων τους οι Ευρωπαίοι έμειναν ανικανοποίητοι. Ήθελαν να παρέμβουν άμεσα στα εσωτερικά της χώρας.
Ο Κάστρο γνώριζε ότι ο στόλος του δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να νικήσει τον ενωμένο στόλο των Ευρωπαίων, ενώ στο εσωτερικό της χώρας δεν είχε ακόμα απομακρυνθεί ο κίνδυνος των ανταρτών. Τα λιμάνια La Guayra και Puerto Cabello που ήταν εξαιρετικά σημαντικά για τα έσοδα της κυβέρνησης ήταν εκτεθειμένα στον στόλο των εισβολέων. Γι’ αυτό και αναγκάστηκε να ζητήσει τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ.
Ο Κάστρο πρότεινε σαν συμβιβαστική λύση να αναλάβει η Βενεζουέλα να δώσει αποζημιώσεις μόνο για τις καταστροφές που υπέστησαν οι Ευρωπαίοι στον εμφύλιο του 1898. Εξάλλου δεν άντεχε ο κρατικός προϋπολογισμός κάτι περισσότερο. Ήταν μια πρόταση που οι Μεγάλες Δυνάμεις την επεξεργάστηκαν με κανονιές!
Τον Ιανουάριο του 1903, οι Γερμανοί επιχείρησαν να εισέλθουν στη λίμνη Maracaibo, αλλά το παράκτιο οχυρό Fort San Carlos άνοιξε πυρ, καταστρέφοντας ένα γερμανικό πλοίο. Οι εξοργισμένοι Γερμανοί ύστερα από λίγες ώρες στείλανε ένα πολύ ισχυρότερο πλοίο που κατέστρεψε το οχυρό, το οποίο ήταν κατασκευασμένο τις αρχές του 17ου αιώνα. Αυτό όμως που προκάλεσε τη διεθνή κατακραυγή ήταν ο βομβαρδισμός και της παρακείμενης πόλης, όπου βρήκαν τον θάνατο 25 άμαχοι. Οι Γερμανοί δικαιολογήθηκαν ότι οι «Βενεζουελάνοι έριξαν πρώτοι».
Αντίθετα όμως με σήμερα, την περίοδο εκείνη ο βρετανικός και αμερικανικός Τύπος μόλις βγήκε στην επιφάνεια η μυστική συμφωνία Μεγάλης Βρετανίας και Γερμανίας για τον αποκλεισμό της Βενεζουέλας, εξοργίστηκε.
To οχυρό San Carlos βομβαρδίζεται
από τον γερμανικό στόλο.

Στη Βρετανία η κοινή γνώμη θεωρούσε απαράδεκτο και περιττό να συμμαχεί η κυβέρνηση με τη μισητή Γερμανία για τη συλλογή κάποιων ασήμαντων χρεών στη μακρινή Βενεζουέλα. Στις ΗΠΑ ο κόσμος ξεσηκώθηκε όταν άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες κανονιές από τον αγγλογερμανικό στόλο εναντίον των φρουρίων της Βενεζουέλας

Αμερικανική διαιτησία

Ο Λευκός Οίκος ήταν έτοιμος να στείλει στόλο, καθώς οι Ευρωπαίοι είχαν τραβήξει πολύ το σχοινί. Ακόμα και τα ΜΜΕ της περιόδου εκείνης αποκάλυπταν καλύτερα τον κύκλο συμφερόντων από σήμερα. Μεγάλη μερίδα του διεθνούς Τύπου στάθηκε απέναντι στη διπλωματία των κανονιοφόρων και στην επέμβαση, αντίθετα με σήμερα. Ο Λευκός Οίκος μόλις είδε ότι οι Ευρωπαίοι γίνονταν επικίνδυνα πιεστικοί επενέβη καθώς θεώρησε ότι ίσως να πατούσαν πόδι στο δυτικό ημισφαίριο, μια εξέλιξη πάση θυσία απευκταία.
Τελικά οι δύο πλευρές έφτασαν σε συμφωνία βάσει της οποίας οι Ευρωπαίοι θα άρμεγαν το 30% των εσόδων της Βενεζουέλας από τα δύο σημαντικότερα λιμάνια της, το La Guaira και το Puerto Cabello. Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δικαίωσε τις Μεγάλες Δυνάμεις ως προς την προτιμησιακή μεταχείριση των αιτημάτων τους από τη Βενεζουέλα. Το σημαντικότερο είναι ότι η επέμβαση των Ευρωπαίων νομιμοποίησε την παρεμβατική πολιτική των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική. Μέχρι τότε, με το Δόγμα Μονρόε απαγόρευαν την ευρωπαϊκή επέμβαση στο δυτικό ημισφαίριο. Εκείνη η κρίση όμως άλλαξε τα δεδομένα για την Ουάσινγκτον προς το καλύτερο. Οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν τη Βενεζουέλα, ώστε να δημιουργηθεί ένα προηγούμενο νομιμοποιημένης παρέμβασης.

Γκόμεζ (όρθιος) και Κάστρο την εποχή της φιλίας τους. Το 1908 ο πρώτος θα ανέτρεπε αναίμακτα τον άλλοτε ηγέτη του.

Βάσει του νέου δόγματος του προέδρου Ρούσβελτ (Roosevelt Corollary), οι ΗΠΑ πλέον θα είχαν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν στις οικονομικές υποθέσεις των κρατών της Καραϊβικής και της Κεντρική Αμερικής αν τα τελευταία δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν το εξωτερικό τους χρέος, προκειμένου να αποκλείσουν τυχόν ευρωπαϊκή παρέμβαση.
Ο Κάστρο προσπάθησε να δημιουργήσει ένα συγκεντρωτικό κράτος, θέτοντας για πρώτη φορά τα θεμέλια ενός εθνικού κεντρικού στρατού. Προφανώς διέθετε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του αυταρχικού και υπερσυγκεντρωτικού τοπικού ηγέτη, αλλά όλες του οι πολιτικές είχαν κοινό παρανομαστή την αντίσταση στην εξωτερική εξάρτηση. Τελικά οι μεγάλες δυνάμεις βρήκαν έναν απροσδόκητο σύμμαχο: Την κακή του υγεία. Ο Τσιπριάνο, το 1908 θα έπρεπε να μεταβεί επειγόντως στην Ευρώπη για να νοσηλευτεί, καθώς αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Αυτό ήταν.

Οι Ευρωπαίοι φρόντισαν να μην επιστρέψει ποτέ καθυστερώντας τη διαδικασία της επιστροφής του στη χώρα του. Έτσι δόθηκε ο απαραίτητος χρόνος, την προεδρία της χώρας να υφαρπάξειο άλλοτε πιστός στρατηγός του Κάστρο, ο Γκόμεζ. Ο ηγέτης θα εξελισσόταν στον ιδανικό Βενεζουελάνο πρόεδρο για τις ΗΠΑ, τους Ευρωπαίους και φυσικά τις πετρελαϊκές εταιρείες. Δείτε στο πολύ ενδιαφέρον δημοσίευμα της εποχής τι απέγινε ο πλέον «δίχως πατρίδα» Κάστρο.

Αγαπητός στη Δύση, φρικιαστικός στους Βενεζουελάνους«Τσιπριάνο Κάστρο, άνδρας δίχως πατρίδα» δημοσίευμα σε εφημερίδα των ΗΠΑ μετά την ανατροπή του Κάστρο.

Ας δούμε, όμως, τι συνέβη στη Βενεζουέλα του Γκόμεζ, που ανέβασαν οι Αμερικανοί. Ο στρατηγός Γκόμεζ, κατά τη διάρκεια των 28 ετών της διακυβέρνησής του (1908-1935), συγκέντρωσε μια περιουσία 115 εκατομμυρίων Μπολίβαρ, περίπου 0,6% του ΑΕΠ το 1935. Με την προσωπική του εταιρεία Compañía Ganadera Industrial Venezolana απομύζησε όλον τον κλάδο των βοοειδών πάνω στον οποίο η χώρα είχε παράδοση, προκαλώντας την οργή του κόσμου. Είναι γεγονός ότι μετά τον θάνατο του Γκόμεζ το 1935, το εξοργισμένο πλήθος διέλυσε τα καταστήματα της εταιρείας του δικτάτορα που είχαν κυριολεκτικά βλάψει όλη την αγορά.

Το δίκτυο ασφαλείας του καθεστώτος και οι ιστορίες βιαιότητας συνέβαλαν σίγουρα στο φόβο των Βενεζουέλων για το φρικιαστικό καθεστώς. Ο τρόπος με τον οποίο τα δίκτυα επιχειρήσεων του Γκόμεζ κυριάρχησαν στην κοινωνία, μετατρέποντας τις καθημερινές συναλλαγές σε τελετουργίες υποταγής στο καθεστώς, συνέβαλαν αναμφισβήτητα στην αίσθηση ότι το καθεστώς ήταν υπερβολικά εδραιωμένο για να ανατραπεί. Ο επαναστάτης Emilio Arévalo Cedeño ήταν από τις λίγες περιπτώσεις που εναντιώθηκαν στο βάρβαρο καθεστώς του Γκόμεζ.
Η περίπτωση του Γκόμεζ είναι από τα πρώτα λατινοαμερικανικά υποδείγματα θέσμοποιημένης διαφθοράς. Η κυβέρνηση είχε αγνοήσει σοβαρά κοινωνικά ζητήματα, όπως η εκπαίδευση, η υγεία, οι υποδομές, η γεωργία και οι εγχώριες βιομηχανίες, με αποτέλεσμα η Βενεζουέλα να παραμείνει οπισθοδρομική ακόμα και μετά την οικονομική ώθηση που έδωσε η εκμετάλλευση του πετρελαίου. Η διακυβέρνηση του Γκόμεζ και το ελεύθερο που έδωσε στις ξένες πετρελαϊκές εταιρείες Shell και Standard Oil συνέβαλε στη στρέβλωση της οικονομίας, καθώς δόθηκε βάση μόνο στο πετρέλαιο. Έτσι η αγροτική παραγωγή περιορίστηκε στο 1/10 της εθνικής παραγωγής, ξεσπώντας η περίφημη «Ολλανδική Ασθένεια». Είναι χαρακτηριστικό, όπως έγραψε ο Rufino Blanco Fombona, πως όταν «οι εργαζόμενοι ζήτησαν μια άθλια αύξηση μισθών και αυτοί οι ξανθοί, γαλανομάτηδες που έχουν εκατομμύρια δολάρια, λίρες και φιορίνια σε ευρωπαϊκές και αμερικανικές τράπεζες, αρνήθηκαν» .
Σύμφωνα με τε τον μετέπειτα πρόεδρος της χώρας Rómulo Betancourt «Ο Γκόμεζ ήταν κάτι περισσότερο από ένας τοπικός δεσποτικός ηγέτης, ήταν το όργανο του ξένου ελέγχου της οικονομίας της Βενεζουέλας, σύμμαχος και υπηρέτης των ξένων ισχυρών συμφερόντων». Προφανώς οι επαναλήψεις στην ιστορία πραγματοποιούνται δεδομένων των πολιτικών και τεχνολογικών εξελίξεων. Ο Κάστρο πολέμαρχος και δικτάτορας, ο Μαδούρο εκλεγμένος. Και οι δύο είχαν αμαρτίες. Το ενδιαφέρον όμως των δυτικών δυνάμεων παραμένει από τότε …συγκινητικό, διαβολικά επαναλαμβανόμενο. Στη Βενεζουέλα δεν έχει τόσο σημασία ποιος θα κυβερνήσει στο Καράκας, αλλά πόσο φιλικός είναι στον διεθνή παράγοντα και στις εταιρείες.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO15 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός15 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις16 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO16 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO16 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή