Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η κληρονομιά των Sykes – Picot 100 χρόνια μετά: από την δόμηση της Μέσης Ανατολής στην αποδόμησή της;

Δημοσιεύτηκε στις

Όταν ο Sharif
της Μέκκας, Χουσεΐν, κήρυξε μαζικό τζιχάντ τον Ιούνιο του 1916,
καλώντας τους Άραβες της χερσονήσου, του Ιράκ και της Εύφορης Ημισελήνου
σε ξεσηκωμό κατά της «άπιστης» κυβέρνησης των Νεότουρκων, διάβαινε εν
γνώσει του τον δικό του Ρουβίκωνα: εκείνος ο παλιός κόσμος δε θα ήταν
ποτέ πια ο ίδιος, αφού η διάρρηξη των δεσμών μεταξύ των δύο κύριων
εθνοτικών συνιστωσών του ηγετικού μουσουλμανικού millet, ενεργοποίησε την διαδικασία πολιτικής χειραφέτησης των Αράβων από τους Οθωμανούς κυριάρχους τους.

Πάνος Κουργιώτης*
Ωστόσο αυτό που δεν γνώριζε ήταν, ότι μόλις λίγες ημέρες πριν (19 Μαΐου) τόσο οι Βρετανοί, όσο και οι Γάλλοι δια των αντιπροσώπων τους Sykes και Picot αντίστοιχα, είχαν προβεί σε μυστικές διαπραγματεύσεις μεταξύ τους με αντικείμενο τη νομή των αραβόφωνων, οθωμανικών εδαφών, μετά από μία πιθανή συντριβή της αυτοκρατορίας.

Επομένως, επί ποιών ακριβώς θα ηγεμόνευε ο μετέπειτα «βασιλιάς της Χετζάζης» και ποιά θα ήταν η μεταπολεμική μορφή της αραβικής πολιτικής χειραφέτησης[1] ; Μήπως αυτή μιας νέας σχέσης εξάρτησης από τις δυνάμεις της Entente; Εν πάση περιπτώσει, οι Sykes – Picot με τις παρασκηνιακές τους μεθοδεύσεις δημιούργησαν τη σύγχρονη Μέση Ανατολή, όπως την αναγνωρίζουμε σήμερα στους χάρτες.

sykes picot

Αρχικά ως προτεκτοράτα εντός του συστήματος Εντολών της Κοινωνίας των Εθνών και στη συνέχεια ως ανεξάρτητα κράτη, οι νέες οντότητες επέδειξαν μία αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα στον χρόνο, παρά τα πλείστα εσωτερικά τους προβλήματα, τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς και τους συχνούς πολέμους με το Ισραήλ. Μόνη (και τραγική) εξαίρεση υπήρξε η Εντολή της Παλαιστίνης, που απλώς «σβήστηκε από τον χάρτη», αλλά αυτή είναι μία περίπτωση, που δεν εμπίπτει στην εδώ ανάλυσή μας.

Σήμερα, περίπου εκατό χρόνια μετά την υπογραφή της μυστικής συμφωνίας, οι κρατικοί δρώντες της Μέσης Ανατολής προετοιμάζονται για την αποφράδα μεν, γενέθλιο δε επέτειο – συνώνυμο της προδοσίας της Δύσης, εν μέσω συνθηκών αποδόμησης δύο εξ’ αυτών: της Συρίας και του Ιράκ. Υπαρξιακής σημασίας ερώτημα για τα κράτη αυτά παραμένει το αν θα καταφέρουν να συμπληρώσουν εκατό χρόνια ζωής ως ενιαίες οντότητες ή αν τελικά θα υποδεχτούν την επέτειο της χάραξης των συνόρων ως failed states. Και τα δύο (Γαλλική Εντολή της Συρίας 1920 – 1946 και Βρετανική Εντολή του Ιράκ 1920 – 1930) κληρονόμησαν από τους αρχιτέκτονες της σύγχρονης Μέσης Ανατολής το πρόβλημα της διοίκησης ανομοιογενών εθνικά και θρησκευτικά πληθυσμών, καθώς και τα αυτοκρατορικά εργαλεία διαχείρισης του προβλήματος αυτού. Πολύ απλά, οι δημιουργοί της Συρίας και του Ιράκ, έπραξαν αυτό για το οποίο τους ανατέθηκαν οι Εντολές: δίδαξαν στους κυβερνώμενους πως να κυβερνήσουν και τους ανέθεσαν την ευθύνη της βιωσιμότητας των κρατών τους[2] . Ό,τι ακριβώς έπραξαν εκ νέου και οι Αμερικανοί στην περίπτωση των μη προνομιούχων σιιτών του Ιράκ, μετά την εισβολή τους το 2003.

Δεκαετίες μετά το 1916, τα – ελεγχόμενα από μειονότητες – μπααθικά καθεστώτα προσπάθησαν να «παγώσουν» τις προνεωτερικές διαιρέσεις των κοινωνιών τους, μέσω του ριζοσπαστικού αραβικού εθνικισμού και μιας αυταρχικά επιβαλλόμενης, εκκοσμίκευσης και ανεξιθρησκίας, ωστόσο γρήγορα παλινδρόμησαν προς τις αποικιακές πολιτικές του Μεσοπολέμου. Επρόκειτο άραγε για μια νοσταλγία του ιμπεριαλισμού, που τόσο κατακεραύνωσαν οι Παναραβιστές; Οι δυνάμεις καταστολής που συγκρότησαν οι Γάλλοι στη Συρία (Troupes Speciales du Levant), στρατολογώντας Κιρκάσιους, Αρμένιους, Αλαουίτες, Δρούζους και Κούρδους ή τα βρετανικά παραστρατιωτικά τάγματα (Iraq Levies), που απαρτίζονταν από Τουρκμένους, Κούρδους και κυρίως μονοφυσίτες Ασσύριους, από πολύ νωρίς δηλητηρίασαν την διαδικασία εθνικής συγκρότησης, δημιουργώντας μια επικίνδυνη παράδοση ρεβανσισμών μεταξύ των κοινοτήτων, εντάσεων μέσα στους εθνικούς στρατούς και προσκόλλησης στη σέχτα ως μέσου προστασίας των πληθυσμών. Ειδικά κατά το διάστημα από την επιβολή του εμπάργκο στο Ιράκ το 1991 έως την πτώση του Σαντάμ, εξαϋλώθηκε κάθε έννοια εθνικής ενότητας στην χώρα[3] , ενώ σε λιγότερο από μία δεκαετία θα ερχόταν και η σειρά της Συρίας. Έτσι λοιπόν σήμερα, οι σιιτικές, κουρδικές, ακόμη και χριστιανικές – στην περίπτωση των Ιρακινών χαλδαίων[4] – πολιτοφυλακές, χρησιμοποιούνται από την Δαμασκό και τη Βαγδάτη με αμείωτη ένταση ενάντια σε ένα συρφετό από ένοπλες σουνιτικές ομάδες, διασπασμένες και αυτές ως προς τα κίνητρα ή την ιδεολογική τους κατεύθυνση. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη απόδειξη της καθεστωτικής συναίνεσης στην αποδόμηση των ίδιων των κρατών που κληρονόμησαν, ακόμη και αν οι συγκρούσεις διεξάγονται στο όνομα της ανάκτησης του «έθνους». Προφανώς εδώ υπάρχει μία αδυσώπητη αναντιστοιχία μεταξύ του μεταποικιακού κράτους και του «έθνους» που του αναλογεί.

Βέβαια, σε μία τόσο σύνθετη και δυσεπίλυτη κρίση, οι απόπειρες αποδόμησης της Μέσης Ανατολής δε μπορούν να χρεωθούν αποκλειστικά στις επιδόσεις του ιρανορωσικού δορυφόρου (καθεστώς Μπασάρ αλ Άσαντ) και του αμερικανοϊρανικού (σιιτικές κυβερνήσεις του Ιράκ) ή του προκατόχου του (καθεστώς Σαντάμ Χουσεΐν). Αντιθέτως, υπάρχουν και άλλοι εξωγενείς παράγοντες, που αλληλεπιδρούν πεισματικά με σχήματα υπονομευτικά ως προς την έννοια του «έθνους», όπως η φυλή, η σέχτα, η κοινότητα της πίστης ή η αφοσιώση σε κάποιο «εμιράτο». Ειδικά υπό το βάρος των αποσταθεροποιητικών επιπτώσεων της εξαγωγής των αραβικών εξεγέρσεων του 2011 από τη βόρειο Αφρική στη Μέση Ανατολή και του εκφυλισμού τους σε πολυμέτωπες εμφύλιες συρράξεις, κάποια κράτη της περιοχής συνεχίζουν να εμπλέκονται ενεργά στην παραγωγή του χάους, διεκδικώντας διαπιστευτήρια περιφερειακής δύναμης και επιζητώντας μία μεταβολή του χάρτη των Sykes – Picot, παρά το γεγονός, ότι επίσημα εκφράζονται υπέρ της ακεραιότητας των υφιστάμενων συνόρων. Η μόνη δύναμη που καυχιέται, ότι κατήργησε τα αποικιακά σύνορα των Sykes-Picot, ενώνοντας την ανατολική Συρία με το δυτικό Ιράκ και τους συμπαγείς σουνιτικούς τους πληθυσμούς ένθεν κακείθεν είναι το ISIS[5] , το οποίο δεν είναι βέβαια κράτος, άσχετα αν διατρανώνει την αξίωση του να γίνει, ενώ – τουλάχιστον σε επίπεδο επίσημων δηλώσεων – καμία αραβική, σουνιτική δύναμη δεν εγκρίνει την δράση του. Εκτός κι αν το ISIS έχει (ή είχε) αναλάβει ένα συγκεκριμένο έργο για λογαριασμό άλλων: την προετοιμασία ενός αμιγούς σουνιτικού θύλακα, που θα τέμνει κάθετα το φιλοϊρανικό μπλοκ από τη Μεσόγειο έως τη Βαγδάτη.

Αυτοί οι μικρομεγαλοϊδεατισμοί των γειτόνων συνέβαλαν ιδιαίτερα στην μετατροπή της συριακής επικράτειας και του κοινωνικού της ιστού σε εστίες πολυεπίπεδων συγκρούσεων (Άσαντ εναντίον αντιπολίτευσης, αντιπολίτευση εναντίον ISIS, αντιπολίτευση εναντίον αντιπολίτευσης, Άραβες εναντίον Κούρδων, ISIS εναντίον Κούρδων, κ.α.), οι οποίες με τη σειρά τους προσβλέπουν στην παγίωση κάποιων – εν πολλοίς ρευστών ακόμα – μελλοντικών ζωνών επιρροής, έως ότου γίνει το τελικό ξεκαθάρισμα. Ουσιαστικά ό,τι έπραττε η τότε κυρίαρχη Συρία, εμπλεκόμενη στον εμφύλιο του μικρού Λιβάνου το 1975 (τον οποίο διχοτόμησε de facto από κοινού με τον αντίπαλό της, το Ισραήλ), τώρα το εισπράττει υπό τη μορφή παρεμβάσεων από την πλευρά της Τουρκίας, του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας και της Ιορδανίας[6] . Εν ολίγοις, η Συρία αποτελεί το αντικείμενο διαπραγμάτευσης ενός νέου Sykes – Picot, με τη μόνη διαφορά, ότι τώρα τα ενδιαφερόμενα μέρη είναι τα ίδια τα πρώην αποικιακά δημιουργήματα και λοιπά προτεκτοράτα.

Η Τουρκία για παράδειγμα, αντιμετωπίζει τον συριακό εμφύλιο ως μια ευκαιρία αναθεώρησης της μετά Sykes – Picot θέσης της στην πρώην αυτοκρατορική της επαρχία. Η προοπτική δημιουργίας της περιβόητης ασφαλούς ζώνης στη βόρεια Συρία φέρει μία αύρα ανασύστασης της οθωμανικής αραβοτουρκικής ενότητας και εξυπηρετεί έναν διττό στόχο: την ύπαρξη ενός αναχώματος στην κουρδική Rojava και την δημιουργία τετελεσμένων εν όψει ενός μελλοντικού διακανονισμού, οποτεδήποτε και αν προκύψει, μέσω της γονιμοποίησης ενός πρώτου κυτάρρου μεταβατικής πολιτικής οργάνωσης. Αρωγός αυτής της προσπάθειας παραμένει το μακρινό Κατάρ, το οποίο παρά το μικρό του μέγεθος, από το 2012 αναβαθμίστηκε γεωπολιτικά, εισερχόμενο σε έναν δαπανηρό ανταγωνισμό με τη Σαουδική Αραβία για την πατρωνία της υπό μετάβαση Αιγύπτου και Λιβύης. Οι δύο δυνάμεις αποτελούν προνομιακούς εταίρους της εξόριστης συριακής αντιπολίτευσης και θεωρούν, ότι μπορούν να πάρουν τη ρεβάνς για την ανατροπή του ισλαμιστή Μόρσι, δεδομένης της σχετικής απομόνωσης της Σαουδικής Αραβίας στο συριακό, εξαιτίας της επικέντρωσής της στο «Βιετνάμ» της Υεμένης και της συνεχιζόμενης καχυποψίας της απέναντι στην επαναπροσέγγιση ΗΠΑ – Ιράν[7] .

Από την άλλη, συλλογικά οι αραβικές μοναρχίες ανέλαβαν την διαχείριση του συριακού ζητήματος από τη θέση των πολιτικών νικητών της Αραβικής Άνοιξης. Έχοντας αναχαιτίσει την επανάσταση προ των πυλών των οίκων τους (Μπαχρέιν 2011), οι ελέω Θεού δυναστείες χρησιμοποιούν την αποσύνθεση της Συρίας ως φόβητρο στο εσωτερικό τους και άλλοθι για την ενίσχυση της απολυταρχίας τους. Σε περιφερειακό επίπεδο, η δυναστεία των Χασεμιτών, η οποία ανάγει την καταγωγή της στον οίκο του Προφήτη (Bani Hashem), παραδοσιακά ενδιαφερόταν να καρπωθεί ολόκληρη την κληρονομιά των Sykes – Picot, ακόμη και υπό αυστηρή βρετανική κηδεμονία[8] : ο Χουσεΐν έγινε πράγματι για κάποιο διάστημα βασιλιάς, μέχρι να του αρπάξει ο ανταγωνιστικός οίκος των Σαούντ τη Χετζάζη το 1925, ο ένας του γιος ο Φάισαλ κυβέρνησε μόλις μετά βίας τη Συρία μεταξύ 1918 – 1920, και στη συνέχεια πήρε ως αποζημίωση τον θρόνο του Ιράκ μέχρι το 1958, όταν τον ανέτρεψαν νασεριστές αξιωματικοί και μόνον ο δεύτερος γιος ο Αμπντάλα κατάφερε να διατηρηθεί στην Υπεριορδανία, το βασίλειο που δημιούργησαν και του έδωσαν ως προίκα οι Βρετανοί το 1921.

Σήμερα οι Χασεμίτες, από κοινού με τους πρώην αντιπάλους τους Σαούντ, έχουν πάρει εν μέρει εκδίκηση από τα ριζοσπαστικά, αραβικά καθεστώτα, που τότε τους αποκήρυτταν ως «αντιδραστικούς» συνεργάτες της Δύσης, ενώ και αυτοί προσπαθούν να αντιστρέψουν τα δεδομένα των Sykes – Picot προς όφελος τους. Βρισκόμενη μεταξύ των δύο σημαντικότερων αντιϊρανικών δυνάμεων, του Ισραήλ, που επιθυμεί μία ασφαλή, αραβική διευθέτηση του συριακού και της Σαουδικής Αραβίας[9] , που θεωρεί, ότι πρέπει να αποτελεί κύριο μέρος οποιουδήποτε διακανονισμού μαζί με την Τουρκία και το Κατάρ, ενώ ταυτόχρονα προβαίνει σε αντιπερισπασμούς (επαφές με Χαμάς, Ρωσία), η Ιορδανία ως όμορο κράτος επίσης δέχεται τεράστιους αριθμούς Σύρων προσφύγων και φαίνεται να διεκδικεί έναν ρόλο παρόμοιο με αυτόν της Τουρκίας. Σημαντικό ρόλο ως προς την αξίωσή της αυτή παίζει το γεγονός, ότι μπορεί να επηρεάσει τα πράγματα από την θέση του μέλους του υπό σύσταση αραβικού ΝΑΤΟ. Επιπλέον, νομιμοποιείται να ζητά διαρκώς χρήματα και στρατιωτικό εξοπλισμό από την Δύση, λόγω της θέσης της ως νότιου αναχώματος του ISIS[10] .

Συνοψίζοντας, η κληρονομιά των Sykes – Picot εκατό χρόνια μετά, αποτελεί μία αναπόδραστη εμπειρία για όλα τα κράτη της περιοχής, στα οποία ούτως ή άλλως ιστορικά ανήκει. Οι ερμηνείες της βέβαια ποικίλουν, αναλόγως της θέσης του καθενός. Η αποδόμηση ενός κράτους παρουσιάζεται ως προϊόν μιας νεοαποικιοκρατικής συνωμοσίας από τις χρεοκοπημένες του ελίτ, παράλληλα όμως ερμηνεύεται και ως μία νεοηγεμονική προσδοκία ευρύτερης αναδόμησης της περιοχής, χάρη στις πρωτοβουλίες μετρίου βεληνεκούς δυνάμεων. Παραμένει άξιο απορίας το πως οι δυνάμεις αυτές θα αναλάμβαναν τους ίδιους ρόλους, αν δεν είχε προηγηθεί η μεσανατολική εκδοχή της Αραβικής Άνοιξης. Το μόνο σίγουρο είναι, ότι η προσπάθεια αναδόμησης της Μέσης Ανατολής από τους πρώην αποικιοκρατούμενους, χωρίς την απαραίτητη αλλαγή πολιτικής αντίληψης, είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Και αυτό διότι η αλαζονική εμμονή των σταθερών κρατών να χρησιμοποιούν τα ίδια παρωχημένα, αποσταθεροποιητικά εργαλεία εκτός του οίκου τους ήδη απελευθερώνει διαδικασίες, που υπερβαίνουν κατά πολύ τις δυνατότητες και τα μεγέθη τους. Εκτός και αν πράγματι πιστεύουν, ότι η Θεία Πρόνοια θα συνεχίσει να εγγυάται την ανοσία τους από την αμμοθύελλα.

*Μεταδιδακτορικός ερευνητής ΠΑΜΑΚ

Όλοι οι σύνδεσμοι προσπελάστηκαν στις 29/8/2015

[1] Για την εθνικιστική αφύπνιση των Αράβων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, Shaw, Stanford J. και Kural, Ezel, History of the Ottoman Empire and Modern Turkey – Volume II: Reform, Revolution and Republic, Cambridge University Press, 1977, σσ. 259 – 260, 304 & Tibi, Bassam, Arab Nationalism – Between Islam and the Nation-State, New York: St. Martin’s Press, 1997, σσ. 109 – 110.
[2] Williams, Ann, Britain and France in the Middle East and North Africa, New York: St. Martin’s Press, 1968, σ. 32.
[3] Kepel, Gilles, Beyond Terror and Martyrdom: The Future of the Middle East, Cambridge, Massachusetts and London: Harvard University Press, 2008, σ. 35.
[4] Salloum, Saad, ‘‘Iraqi christians take up arms to regain lost land’’, Al-Monitor, (19/8/2015) http://www.al-monitor.com/pulse/en/originals/2015/08/iraq-nineveh-christians-armed-militias.html 
[5] The Guardian, ‘‘Isis announces Islamic caliphate in area straddling  Iraq and Syria”, (30/6/2014) http://www.theguardian.com/world/2014/jun/30/isis-announces-islamic-caliphate-iraq-syria
[6] J. Tabler, Andrew, «Το νέο μεγάλο παιχνίδι: πώς οι περιφερειακές δυνάμεις μοιράζουν τη Συρία», Foreign Affairs the Hellenic Edition, (14/8/2015) http://www.foreignaffairs.gr/articles/70458/andrew-j-tabler/to-neo-megalo-paixnidi?page=show 
[7] Για την αναβάθμιση του τουρκικού παράγοντα, Ρούσσος, Σωτήρης, «Η νέα αμερικανική πολιτική, η Τουρκία και ο συριακός εμφύλιος», Η Εφημερίδα των Συντακτών, (13/8/2015) http://www.efsyn.gr/arthro/i-nea-amerikaniki-politiki-i-toyrkia-kai-o-syriakos-emfylios 
[8] Η ιδέα μιας Μεγάλης Συρίας
αποσκοπούσε να ικανοποιήσει τους Χασεμίτες πελάτες των Βρετανών και να
θέσει υπό έλεγχο το αραβικό εθνικιστικό κίνημα, παράλληλα με την έξοδο
των Γάλλων από τη Μέση Ανατολή. Public Record Office. Memorandum. Secret. Resolutions of the Middle Eastern War Council on the Political Situation in the Middle East. Jun. 17, 1943. 4, CAB/66/57/47.
[9]
Ephraim Sneh, ‘‘Hoping to counter Iran, former Israeli defense official
calls on Riyadh to add ‘security annex’ to Arab Peace Initiative’’, Al-Monitor, (25/8/2015) http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2015/08/arab-peace-initiative-security-annex-saudi-arabia.html 
[10] Abu-Rish, Ziad, ‘‘Manufacturing Silence on Jordan’s ISIS War, Arab Authoritarianism and the US Empire’’, Jadaliyya, (14/2/2015) http://www.jadaliyya.com/pages/index/20856/manufacturing-silence_on-jordans-isis-war-arab-aut  

ΚΕΜΜΙΣ Κεντρο Μεσογειακων, Μεσανατολικων και Ισλαμικων Σπουδων

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή