Διεθνή
«Μήλον της Εριδος» 6 χώρες της πρώην ΕΣΣΔ
Η ελληνική διάσταση που προσέλαβε η τέταρτη σύνοδος κορυφής της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης με τη μετάβαση του Ελληνα πρωθυπουργού στη Ρίγα της Λεττονίας αναπόφευκτα επισκίασε το περιεχόμενό της: τη σχέση της Ε.Ε. με έξι χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης (Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Γεωργία, Λευκορωσία, Μολδαβία και Ουκρανία).
Εν ολίγοις, τη σχέση της Ευρώπης με έξι χώρες προερχόμενες από τη σφαίρα επιρροής της Μόσχας, η οποία εξακολουθεί να τις διεκδικεί μέσω της Ευρασιατικής Οικονομικής Ενωσης, δηλαδή του ρωσικού αντίβαρου στην Ε.Ε.
Ωστόσο, πέραν του δανείου, ύψους 1,8 δισ. ευρώ της Ε.Ε. στην Ουκρανία και των 200 εκατ. ευρώ που θα διαθέσει η Ε.Ε. για τις έξι χώρες, τα αποτελέσματα από τη σύνοδο ήταν περιορισμένα.
Ετσι, μπορεί τρεις από αυτές (Ουκρανία, Γεωργία, Μολδαβία) να έχουν υπογράψει συμφωνίες σύνδεσης με την Ε.Ε. στη διάρκεια του περασμένου έτους, δύο άλλες, όμως, και συγκεκριμένα η Λευκορωσία και η Αρμενία, έχουν προσχωρήσει στην Ευρασιατική Οικονομική Ενωση, που τυπικά υφίσταται εδώ και ένα χρόνο με τη σχετική συμφωνία Ρωσίας, Λευκορωσίας και Καζαχστάν. Οι τρεις χώρες, πλούσιες σε πρώτες ύλες, αντιπροσωπεύουν ένα άθροισμα οικονομιών ύψους 2,7 τρισ. δολαρίων για ένα άθροισμα πληθυσμών που φθάνει τα 170 εκατ. άτομα. Ανασταλτικός παράγοντας στην περαιτέρω προσέγγιση ορισμένων εκ των χωρών αυτών με την Ευρώπη είναι σαφώς ώς ένα βαθμό η επώδυνη τροπή που πήρε για την Ουκρανία η προσέγγισή της με την Ευρώπη, καθώς το εναρκτήριο λάκτισμα για τον εμφύλιο δόθηκε στην αμέσως προηγούμενη σύνοδο στο Βίλνιους της Λιθουανίας, τον Νοέμβριο του 2013, όταν ο τότε πρόεδρος της Ουκρανίας, Βίκτορ Γιανουκόβις, αρνήθηκε να υπογράψει τη συμφωνία σύνδεσης.
Παραμένει αμφίβολο το αν έχουν επωφεληθεί οι οικονομίες όσων χωρών έχουν προσχωρήσει στην Ευρασιατική Οικονομική Ενωση. Σύμφωνα με τη ρωσική εφημερίδα Kommersant, η Οικονομική Επιτροπή της ανέφερε πέρυσι μείωση κατά 13% των μεταξύ τους εμπορικών συναλλαγών. Η Αρμενία, όμως, πέραν των όποιων κινήτρων αμυντικής φύσης εξαιτίας της μόνιμης διένεξής της με το Αζερμπαϊτζάν για τον διαφιλονικούμενο θύλακο του Ναγκόρνο Καραμπάχ, έχει παράλληλα και κίνητρα οικονομικής φύσης. Εχοντας γνωρίσει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 12% από το 2000 έως και το 2007, δέχθηκε καίριο πλήγμα από την παγκόσμια κρίση το 2009, όταν το ΑΕΠ της συρρικνώθηκε κατά περισσότερο από 14%. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, το περασμένο έτος το ΑΕΠ της αυξήθηκε κατά μόλις 2,6%, ενώ φέτος ο ρυθμός ανάπτυξης δεν θα υπερβεί το 3,3%. Τώρα προσβλέπει σε σημαντικά έσοδα από δασμούς, που αντλεί από την κοινή δεξαμενή δασμών της Ευρασιατικής Ενωσης. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, τα έσοδα αυτά ενδέχεται να φθάνουν εφ’ εξής σε τουλάχιστον 250 εκατ. δολ. τον χρόνο. Η Ρωσία αποτελεί ήδη τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της Αρμενίας και αντιπροσωπεύει πάνω από το 50% των ξένων επενδύσεων στο έδαφός της.
Ενεργειακή ασφάλεια
Από την αρχή του έτους, οπότε και αποτελεί επισήμως μέλος της Ευρασιατικής Ενωσης, η Αρμενία έχει διασφαλίσει προνομιακό καθεστώς για 752 προϊόντα της για την επόμενη πενταετία. Και μολονότι η Ε.Ε. εξακολουθεί να αποτελεί ισχυρό κίνητρο, καθώς μπορεί να προσφέρει στην Αρμενία πρόσβαση σε μια τεράστια αγορά 500 εκατ. ατόμων, δύσκολα θα μπορούσε να ανταγωνιστεί στις ευρωπαϊκές αγορές, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών της είναι πρώτες ύλες και όχι ολοκληρωμένα προϊόντα. Στα κίνητρά της για την προσέγγιση με την Ευρασιατική Οικονομική Ενωση συγκαταλέγονται και τα όποια προνόμια μπορεί να εξασφαλίσει για τους εκατοντάδες χιλιάδες Αρμενίους που εργάζονται στη Ρωσία και συνεισφέρουν στο ΑΕΠ της κατά 1,5 δισ. δολάρια ετησίως με τα εμβάσματα που στέλνουν στις οικογένειές τους.
Η προσχώρηση της Αρμενίας στην Ευρασιατική Οικονομική Ενωση είναι άλλωστε συνώνυμο και με την ενεργειακή ασφάλεια: η χώρα εξαρτάται πλήρως από το φυσικό αέριο της Ρωσίας. Εχει, όμως, εξασφαλίσει προνομιακές τιμές τουλάχιστον μέχρι το 2018.
Απεξάρτηση Ευρώπης από Μόσχα μέσω Μπακού
Σε οικονομικούς όρους, η σημαντικότερη από τις χώρες της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης είναι το Αζερμπαϊτζάν. Κομβικής σημασίας για τα σχέδια της Ευρώπης να εξασφαλίσει εναλλακτικές πηγές ενέργειας και να απεξαρτηθεί από τη Ρωσία, το Αζερμπαϊτζάν δεν έχει λάβει επίσημη πρόσκληση από το αντίπαλον δέος της Ευρασιατικής Οικονομικής Ενωσης. Ωστόσο, το ίδιο δεν κρύβει τη φιλοδοξία του να διεκδικήσει θέση σημαντικού εταίρου της Ευρώπης. Την προδίδουν ακόμη και τα χαρτονομίσματά του, που φέρουν ένα χάρτη της χώρας αλλά στην κάτω αριστερή τους γωνία υπάρχει ένας άλλος χάρτης που εμφανίζει το Αζερμπαϊτζάν ως τμήμα της Ευρώπης.
Η Ευρώπη αποτελεί, σχεδόν, την αποκλειστική προέλευση των εισαγωγών του αλλά και την αποκλειστική αγορά για τις εξαγωγές του με περίπου το 95% των εξαγωγών του να αποτελείται από πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Την εξάρτησή του από τις εμπορικές σχέσεις με την Ευρώπη σκιαγραφεί το εξαιρετικά μικρό ποσοστό των εμπορικών του σχέσεων με την Κίνα, τη δεύτερη οικονομία στον κόσμο, που ενώ αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο ίσως των περισσότερων χωρών στον κόσμο, αντιπροσωπεύει μόλις το 5,3% των εισαγωγών του Αζερμπαϊτζάν, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.
Μολονότι το Μπακού ανήκει στους χαμένους από την πτώση της τιμής του πετρελαίου, ο ενεργειακός πλούτος της χώρας τής έχει προσφέρει τη δυνατότητα μεγάλης ανάπτυξης σε μικρό χρονικό διάστημα. Μόλις πριν από εννέα χρόνια, το 2006, το Sofaz, το κρατικό επενδυτικό ταμείο που συγκεντρώνει τα έσοδα από τους υδρογονάνθρακες, είχε κεφάλαια ύψους 1,2 δισ. δολαρίων και επένδυε μόνο σε ομόλογα. Σήμερα τα υπό διαχείριση κεφάλαια του Sofaz ανέρχονται σε 37 δισ. δολάρια και το χαρτοφυλάκιό του περιλαμβάνει κάθε είδους τοποθέτηση, μέχρι ακίνητα στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στη Μόσχα, αλλά και μετοχές και χρυσό. Το Sofaz, που στεγάζεται πλέον σε ένα εκτυφλωτικό κτίριο αξίας 107 εκατ. ευρώ, είναι το 29ο μεγαλύτερο κρατικό επενδυτικό ταμείο στον κόσμο. Ετοιμάζεται, άλλωστε, να προχωρήσει σε επενδύσεις στην Κίνα καθώς πριν από μερικούς μήνες έλαβε τη σχετική έγκριση του Πεκίνου για μία επένδυση ύψους τριών δισ. γουάν.
Τα έσοδα από το πετρέλαιο έχουν, άλλωστε, δώσει τη δυνατότητα στην κεντρική τράπεζα της χώρας να συγκεντρώσει συναλλαγματικά διαθέσιμα ύψους περίπου 11 δισ. δολαρίων. Αναμφίβολα η ραγδαία πτώση που σημείωσαν οι τιμές του πετρελαίου τον τελευταίο σχεδόν ένα χρόνο έχουν θέσει σε δοκιμασία την οικονομία του Αζερμπαϊτζάν, έχουν ανακόψει τους άλλοτε θεαματικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ στα τέλη Φεβρουαρίου ανάγκασαν την κυβέρνηση να υποτιμήσει το εθνικό νόμισμα της χώρας, το μανάτ, κατά περίπου 30% έναντι του δολαρίου και του ευρώ. Η οικονομία του Αζερμπαϊτζάν αντιμετωπίζει ίσως τα μεγαλύτερα προβλήματα των τελευταίων τουλάχιστον 10 ετών και για να τη στηρίξει η κυβέρνηση αναγκάζεται να καταφύγει στα κεφάλαια του Sofaz για πρώτη φορά από το 1999, οπότε και ιδρύθηκε το κρατικό επενδυτικό ταμείο.
Ισως, όμως, η μεγαλύτερη στήριξη στην οικονομία του να έρθει την κρίσιμη στιγμή από την Κίνα, στην αρωγή της οποίας προσβλέπουν τελευταία πολλές χειμαζόμενες οικονομίες. Στην περίπτωση του Αζερμπαϊτζάν, πάντως, τα οφέλη θα προκύψουν μάλλον από τη φιλοδοξία του Πεκίνου να αποκαταστήσει τον παλιό «δρόμο του μεταξιού», που θα συνδέει την Κίνα με την Ευρώπη. Προσφάτως ο Κινέζος πρόεδρος, Σι Τζινπίνγκ, ανακοίνωσε ότι το Πεκίνο δεσμεύει 40 δισ. δολάρια από τα οποία θα χρηματοδοτηθεί η ανέγερση και η βελτίωση της υποδομής στον δρόμο που θα διασχίζει την Κεντρική Ασία και τον Καύκασο. Την ίδια στιγμή προσβλέπει σε αύξηση της παραγωγής του σε φυσικό αέριο, αλλά και στην υλοποίηση του Νότιου Διαδρόμου, του αγωγού που έχει σχεδιαστεί για να διοχετεύει το φυσικό του αέριο από το κολοσσιαίο κοίτασμα Σαχ Ντενίζ 2 απευθείας στην Ευρώπη, αρχής γενομένης από το 2020. Το σχέδιο, κόστους 45 δισ. δολαρίων, προσκρούει σε αρκετά προβλήματα καθώς το έχουν ήδη εγκαταλείψει οι βασικοί εταίροι, οι ενεργειακοί κολοσσοί Total και Statoil, που πούλησαν τα μερίδιά τους εκφράζοντας φόβους για την κερδοφορία του σχεδίου.
Παράγοντες της αγοράς αλλά και του ίδιου του Αζερμπαϊτζάν παραδέχονται, άλλωστε, ότι το σχέδιο θα είναι όντως πολύ λιγότερο ελκυστικό ως επένδυση εάν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν χαμηλές. Εκτιμούν συγκεκριμένα πως θα ισοσκελίζει έσοδα και έξοδα λειτουργίας με μια τιμή του πετρελαίου στα 60 δολάρια το βαρέλι, κάτι που όμως δεν έχει ακόμη διασφαλιστεί. Παρά την πρόσφατη ανατίμησή του, ο «μαύρος χρυσός» έχει και πάλι υποχωρήσει σε επίπεδα κάτω από τα 60 δολάρια το βαρέλι και η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας εκτιμά πως η προσφορά θα παραμείνει πλεονασματική στην παγκόσμια αγορά συμπιέζοντας τις τιμές.
Αδύναμο και φτωχό το Κιργιζιστάν
Στις αρχές Μαΐου υπέγραψε την προσχώρησή του στην Ευρασιατική Οικονομική Ενωση το Κιργιζιστάν, μία από τις πλέον αδύναμες πολιτικά και οικονομικά χώρες της περιοχής, που προσβλέπει στην υπόσχεση της Μόσχας για οικονομική ενίσχυση ύψους 1,2 δισ. δολαρίων. Στο εσωτερικό της χώρας εξακολουθεί να εκφράζεται ισχυρός πολιτικός αντίλογος στην επιλογή αυτή της κυβέρνησης. Η οικονομία του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα εμβάσματα των μεταναστών στη Ρωσία, όπου σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία απασχολούνται τουλάχιστον 500.000 Κιργίζιοι σε σύνολο πληθυσμού μόλις 5,7 εκατ. Τα εμβάσματα των μεταναστών υπολογίζεται ότι αντιπροσωπεύουν το 25% με 30% του ΑΕΠ της χώρας, ενώ σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα πάνω από 2,1 εκατ. Κιργίζιοι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Το ποσοστό αυξάνεται, όμως, καθώς επιστρέφουν στη χώρα πολλοί μετανάστες εξαιτίας των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετωπίζει η Ρωσία. Σύμφωνα, άλλωστε, με στοιχεία της Ασιατικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, έχει υποτιμηθεί το νόμισμα της χώρας, το σομ, κατά 19% με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί ο πληθωρισμός στο 7,5%, που αναμένεται πως θα επιταχυνθεί περαιτέρω στο 10% στη διάρκεια του έτους. Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη της οικονομίας της, προβλέπεται πως φέτος δεν πρόκειται να υπερβεί το 1,7% εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων που αφορούν κυρίως την κρίση στις γειτονικές οικονομίες της Ρωσίας και του Καζαχστάν, από τις οποίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό.
Kathimerini
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
