Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μία μεγάλη ευκαιρία ο στρατηγικός διάλογος Αθηνών-Ουάσινγκτον: Εγγυήσεις Ασφάλειας;

Δημοσιεύτηκε στις

File Photo: Ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας (Α), κατά την είσοδό του συνοδευόμενος από τον Αμερικανό ομόλογό του, Μάικ Πομπέο, σε συνάντηση που είχαν, την Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019, στο Στέητ Ντηπάρτμεντ. State Department photo by Ron Przysucha
Του πρέσβη επί τιμή Αλέξανδρου Π. Μαλλιά*
Ο «Στρατηγικός Διάλογος Αθηνών-Ουάσινγκτον» διόλου επηρεάστηκε από την κυβερνητική αλλαγή στην Ελλάδα. Αυτό επιβάλλει ο ρεαλισμός και το αμοιβαίο συμφέρον. Οι φιλοφρονήσεις και τα εύσημα κυρίως από τα εντός των τειχών Αμερικανικά χείλη προς το προηγούμενο κυβερνητικό σχήμα  ξεχάστηκαν. Η επιβεβαίωση ήρθε κατά την πρόσφατη επίσκεψη του κυρίου Υπουργού Εξωτερικών στις ΗΠΑ. Ερώτημα παραμένει ποιος είναι ο κοινός  τελικός στόχος του Στρατηγικού Διαλόγου.
Αν δεν σφάλλω, από την σκοπιά της Ουάσινγκτον είναι κυρίως η αντικατάσταση της ισχύουσας Συμφωνίας Αμυντικής Συνεργασίας με μία συνολική νέα που θα επεκτείνεται σε βάθος χρόνου και θα περιλαμβάνει τη Σούδα, τέτοια εποχή ανανεώνεται η βολική ετήσιας διάρκειας Συμφωνία, καθώς και τις νέες “προσωρινές διευθετήσεις» (military rotations) που παρέχουμε ήδη σε αρκετά σημεία της επικράτειας (Αλεξανδρούπολη, Στεφανοβίκι, Λάρισα). Από την δική μας; Πολιτικο-στρατιωτικά ανταλλάγματα ασφάλειας ή όπως μέχρι τώρα επί δεκαετίες ζητούμε κάποια χρήσιμα  ανταλλακτικά;
Εδώ και χρόνια σταθερά επισημαίνω την θετική συγκυρία -λόγω των εξελίξεων στην περιοχή- για επ’ ωφελεία και της Ελλάδος αναβάθμιση των διμερών Αμυντικών σχέσεων με τις ΗΠΑ.
Το τελικό «προϊόν» του Διαλόγου θα είναι μία Ελληνο-Αμερικανική Συμφωνία Στρατηγικής Συνεργασίας. Το  περιεχόμενο να δικαιολογεί όμως τον όμορφο τίτλο. Ο όρος «στρατηγική» στην Ελλάδα χρησιμοποιείται άστοχα και άσκοπα. Στην πραγματικότητα απουσιάζει τόσο ώστε να  μην σημαίνει τίποτα περισσότερο από το αυτονόητο.
Α. Οι εκτός του καθιερωμένου Αμερικανικού  θεσμικού συστήματος Εθνικής Ασφάλειας προσωπικές επιλογές του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ που αφορούν στο παγκόσμιο συλλογικό και περιφερειακό σύστημα ασφάλειας και συνεργασίας εντείνουν την αβεβαιότητα. Επίσης αμβλύνουν το μέτρο σταθερότητας των θέσεων και διαθέσεων που μας μεταφέρουν οι πολυεπίπεδοι θεσμικοί αμερικανοί  συνομιλητές μας.
Β. Έχουμε επανέλθει στην εποχή της κατίσχυσης των διμερών σχέσεων έναντι της πολυμερούς διπλωματίας. Η αντιπαράθεση της  πολυμερούς διπλωματίας με την  μονομέρεια των ισχυρών κορυφώνεται και στο  πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών. Οι συμμαχίες –ειδικά μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και της Συνθήκης της Βαρσοβίας -δεν αποτελούν μηχανισμό πρόληψης ούτε διαθέτουν ισχυρή βούληση αποτρεπτικής παρέμβασης. Σήμερα, ακόμη και μεταξύ των μελών της Συμμαχίας στο ΝΑΤΟ έχουμε  διαφορετικό προσδιορισμό του εθνικού συμφέροντος.
Η πολιτική των ΗΠΑ (επί Τραμπ) αλλά και ο εναγκαλισμός της Ρωσίας από την  Τουρκία και αντιστρόφως, είναι τα κύρια αλλά όχι αποκλειστικά χαρακτηριστικά παραδείγματα. Σημειώστε ότι η  διαπραγμάτευση της προς υπογραφή Συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ταλιμπάν έγινε ερήμην της νόμιμης και διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης του Αφγανιστάν.
Γ. Η Ελλάδα έκανε την κρίσιμη στιγμή τις σωστές επιλογές. Μέλος της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Σήμερα όμως στις δύο πλευρές του Ατλαντικού βαθαίνει η αίσθηση περί κλονισμού της αντίληψης του ενιαίου και κοινού  συμφέροντος  στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Επιπλέον, ανάλογα συμπτώματα εμφανίζονται στο κοινό  μας Ευρωπαϊκό χώρο με την έλλειψη ενιαίας και κοινής εξωτερικής  πολιτικής. Χαρακτηριστική επίσης η σύγκρουση/διαφοροποίηση για το μεταναστευτικό.
Ορθά διαβάζουμε την πραγματικότητα που διαμορφώνεται λόγω της  κλιμακούμενης  εξ Ανατολών απειλής στην εδαφική μας ακεραιότητα, εθνική μας κυριαρχία και ασφάλεια ειδικά μετά την διάλυση της Συνθήκης της Βαρσοβίας.
Το  Άρθρο 5 της Χάρτας της Συμμαχίας (επίθεση ή απειλή κατά ενός σηματοδοτεί την αλληλεγγύη όλων) δεν ισχύει σε ό,τι αφορά στην βασική απειλή κατά της Ελλάδος. Το  ΝΑΤΟ  μας λέγει εδώ και 45 χρόνια ότι δεν μπορεί/επιθυμεί να καλύψει το μόνο πραγματικό πρόβλημα Εθνικής Ασφάλειας. Την θέση  αυτή είχε αρχικά διατυπώσει στις 29 Μαϊου 1975 ( Βρυξέλλες) προς τον Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή  με αφορμή το Κυπριακό ο τότε Γενικός Γραμματέας του Ζόζεφ Λούνς με τα ακόλουθα λόγια: «…Η Συμμαχία δεν είναι εις θέσιν να λάβει μέτρα εναντίον ενός εκ των μελών της, δηλαδή της Τουρκίας, ελπίζει όμως ότι θα εξευρεθεί μία λύσις έντιμος, η οποία να είναι αποδεκτή από τον ελληνικόν λαόν…
Το ΝΑΤΟ είναι Συμμαχία και όχι δικαστήριον δυνάμενον να κρίνη τον αδικούντα…» (επίσημο Πρακτικό Συνάντησης ). Την ίδια θέση έχει εδώ και 45 χρόνια το ΝΑΤΟ για τις σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος. Σε περίπτωση στρατιωτικής ενέργειας της Τουρκίας  θα είμαστε μόνοι. Τα πλέον αρμόδια χείλη άλλωστε αυτό υποστηρίζουν. Τη στιγμή αυτή η Ελλάδα, πέραν της επείγουσας ενίσχυσης των εθνικών μας δυνατοτήτων, χρειάζεται  ένα συμπληρωματικό πλαίσιο  εγγυήσεων εθνικής ασφάλειας (εδαφικής ακεραιότητας). Το είχε παλιότερα επιδιώξει στην βάση συνεννοήσεων αμοιβαίως επωφελών με σειρά χωρών, πρωτίστως με τις ΗΠΑ. Επίσης, μετά το 1974 με την Γαλλία. Ας μελετήσουμε προσεκτικά τα πρακτικά των συνομιλιών  των Κωνσταντίνου Καραμανλή και Βαλερύ  Ζισκάρ Ντ΄Εσταίν (1975-1976).
Το πράττει τώρα όπως προκύπτει και από την ερμηνεία των προσφάτων δηλώσεων κορυφής στο Προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων.
Η απροθυμία του ΝΑΤΟ να λάβει θέση ακόμη δε λιγότερο να παρέμβει εγγυητικά υπέρ της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδος (σε σχέση με την Τουρκία) σημαίνει ότι η Ελλάδα χρειάζεται σε διμερές επίπεδο Εγγυήσεις Ασφαλείας (security guarantees). Δεν πρόκειται για απλή διαδικασία. Σήμερα όμως είναι εφικτή μέσω της αναδιαπραγμάτευσης και επέκτασης στην βάση του αμοιβαίου συμφέροντος και του κοινού οφέλους της Συμφωνίας για τις αμερικανικές διευκολύνσεις στην Σούδα. Κυρίως εντός του πλαισίου του λεγομένου Στρατηγικού Διαλόγου.
Η ρευστή κατάσταση στις Αμερικανό-Τουρκικές σχέσεις και η αβεβαιότητα στην μεγάλη περιοχή της Ευρασίας καθιστούν τον ελληνικό χώρο κομβικό. Πιθανώς, αναντικατάστατο. Η γεωπολιτική θέση της Ελλάδος  ενισχύεται. Εμείς την αξιοποιούμε; Λίγοι ίσως στάθηκαν στην  αξιοσημείωτη δήλωση του διακεκριμένου κοινοβουλευτικού, Υπουργού Εξωτερικών κ. Νίκου Δένδια κατά την συνάντηση του με τον Αμερικανό ομόλογό του στην Ουάσινγκτον στις 19 Ιουλίου 2019. Η Αθήνα προσπαθεί να αποσπάσει  καθαρή απάντηση για τη στάση των ΗΠΑ σε σχέση με την «τουρκική επιθετικότητα».
Την παραθέτω αυτούσια: “…Τέλος, θα ήθελα να πω, ζήτησα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, να έχουν μία ξεκάθαρη θέση, μία καθαρή στήριξη της Ελλάδας, όσον αφορά τα ζητήματα της τουρκικής επιθετικότητας. Σας ευχαριστώ πολύ”.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Υπουργέ, ποια ήταν η απάντηση στο αίτημά σας το τελευταίο;
Ν. ΔΕΝΔΙΑΣ: Το σημείωσε. Ζητήσαμε από τις Ηνωμένες Πολιτείες να υπάρχει μία καθαρή γραμμή επικοινωνίας σε περίπτωση που υπάρχει οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά τις σχέσεις μας με την Τουρκία, που θα μπορούσε να είναι χρήσιμη η σαφής και άμεση τοποθέτηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Το σημείωσαν και θα μας απαντήσουν σχετικά…”
Η  Ελλάδα υποχρεούται να διεκδικήσει στην βάση του αμοιβαίου συμφέροντος την ανανέωση πολιτικών δεσμεύσεων για την εθνική μας ασφάλεια  και κυριαρχία. Κυρίως όμως την επανάληψη της γραπτής δέσμευσης των ΗΠΑ έναντι της Ελλάδος (Επιστολή Χένρι Κίσσιντζερ, 10 Απριλίου 1976) που περιείχε μεταξύ άλλων και την  διαβεβαίωση ότι : «…  Συνεπώς, αι Ηνωμέναι Πολιτείαι θα αντετάσσοντο ενεργώς και ανεπιφυλάκτως εις την αναζήτησιν υπό εκατέρας πλευράς (Τουρκίας και Ελλάδος) στρατιωτικής επιλύσεως (των διενέξεων) και θα καταβάλουν μείζονα προσπάθεια δια να παρεμποδίσουν μιαν τοιαύτην εξέλιξιν των πραγμάτων».
Για την ιστορία αναφέρω ότι τη διαβεβαίωση αυτή είχε για πρώτη φορά συζητήσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τον (τότε) Πρόεδρο Τζέραλντ Φορντ στη συνάντηση τους στις Βρυξέλλες (29 Μαϊου1975). Εδόθη γραπτώς μετά από συστηματική και έντονη προσπάθεια των Αθηνών ένα χρόνο αργότερα. Η ρητή αυτή διαβεβαίωση, αναγκαία σήμερα όσο και το 1976, απουσιάζει εδώ και καιρό από τις αξιολογούμενες στην Αθήνα ως θετικές τοποθετήσεις αξιωματούχων των ΗΠΑ. Χρήσιμο είναι να επαναληφθεί τώρα. Πολιτικά ανταλλάγματα. Όχι μόνο ανταλλακτικά.
*πρώην πρέσβη της Ελλάδος σε Σκόπια, Τίρανα και Ουάσινγκτον
Πηγή: Μία μεγάλη ευκαιρία ο στρατηγικός διάλογος Αθηνών-Ουάσινγκτον: Εγγυήσεις Ασφάλειας; https://hellasjournal.com/2019/09/mia-megali-eykairia-o-stratigikos-dialogos-athinon-oyasingkton-eggyiseis-asfaleias/

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 λεπτά πριν

Από την Τουρκία τα 60 νέα λεωφορεία των ΜΑΤ!

Ερωτήματα για την προμήθεια 60 λεωφορείων Mercedes-Benz που, σύμφωνα με δημοσίευμα, κατασκευάζονται στην Τουρκία και προορίζονται για τις ειδικές μονάδες...

Αναλύσεις21 λεπτά πριν

Καμπουρίδης: Τι συμβαίνει με Τουρκία και Αλίεφ

Η προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει την επιρροή της στο Μπακού, ο παράγοντας Ισραήλ και οι επιπτώσεις στις τουρκικές επιδιώξεις...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;

Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Δημοφιλή