Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η μεγάλη δοκιμασία των χριστιανών της Μέσης Ανατολής

Δημοσιεύτηκε στις

Σταύρος Τζήμας

Μπορεί οι πολεμικές συγκρούσεις στη Συρία και στο Ιράκ να περιορίστηκαν και η απειλή του Ισλαμικού Κράτους να έχει αμβυνθεί, όμως στη ρευστή μεταπολεμική πραγματικότητα, με το ισλάμ σε πρωτοφανή θέση ισχύος και τα γεωπολιτικά παιχνίδια σε πλήρη εξέλιξη, το μέλλον για τους δοκιμαζόμενους χριστιανικούς πληθυσμούς της Μέσης Ανατολής μόνο ευοίωνο δεν προοιωνίζεται.

Παραμονές Χριστουγέννων, άγιες ημέρες των απανταχού χριστιανών, δύο πανεπιστημιακοί, ο καθηγητής των Αβρααμικών Σπουδών στο Κέμπριτζ της Μεγάλης Βρετανίας Γκαρθ Φόουντεν και ο ομόλογός του (ομότιμος πλέον) των Ελληνοαραβικών Σπουδών στο Γέιλ των ΗΠΑ Δημήτρης Γούτας, μιλούν στην «Κ» για την τύχη των χριστιανικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή και στη Μεσοποταμία. Και δεν εμφανίζονται αισιόδοξοι. Θεωρούν τους χριστιανούς στη γη της Βίβλου ακούσια πιόνια στη μεγάλη γεωπολιτική σκακιέρα και τη χριστιανική Δύση κυρίως υπαίτια για το δράμα τους.

– Πώς βλέπετε το μέλλον των χριστιανικών πληθυσμών στη μεταπολεμική Μέση Ανατολή; Το διαμορφούμενο στάτους εγγυάται την ασφάλεια και τα θρησκευτικά τους δικαιώματα; 
Γκαρθ Φόουντεν: Δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξουν για τους χριστιανούς εγγυήσεις. Ολα είναι στα χέρια των μεγάλων δυνάμεων, των Ιρανών από τη μια και από την άλλη των Αμερικανών, είναι και η Ρωσία και η Τουρκία στο παιχνίδι. Και όλοι κάνουν ό,τι θέλουν στη βάση των συμφερόντων τους. Βλέπουμε φοβερούς παραλληλισμούς με την αρχαιότητα και ειδικά με τη Σασανιδική εποχή, τον 3ο και τον 7ο αιώνα, όταν το Ιράν προσπαθούσε να επεκταθεί στη Μεσόγειο Θάλασσα. Σήμερα διαπιστώνουμε ότι επιχειρείται κάτι παρόμοιο και στην Αραβία και στον Λίβανο, στη Συρία, στο Ιράκ. Ο ιρανικός παράγοντας είναι σε πολύ ισχυρή θέση αυτή τη στιγμή και προσπαθεί να φτιάξει ένα ιρανικό τόξο, ένα σιιτικό τόξο, εκμεταλλευόμενο τις σιιτικές κοινότητες του Λιβάνου, της Υεμένης, του Ιράκ βεβαίως και της Συρίας  κ.λπ. Αυτό δεν διαμηνύει κάτι αισιόδοξο για την επιβίωση των χριστιανών.

– Εσείς, κ. Γούτα, είστε αισιόδοξος ότι ο χριστιανικός πολιτισμός θ’ ανθίσει και πάλι;
Δημήτρης Γούτας: Μάλλον όχι, η κατάσταση είναι πολύ ασταθής και διαμορφώνεται ανάλογα με το πού φυσάει ο άνεμος. Οι δυνάμεις των ισχυρών παικτών θα μεταχειριστούν οποιοδήποτε μέσο μπορούν για να πάρουν μια καλύτερη θέση στη μεγάλη γεωπολιτική σκακιέρα στην περιοχή. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι χριστιανικές μειονότητες είναι και αυτές ένα από τα «στρατιωτάκια», οπότε δεν μπορεί να έχεις βεβαιότητα στο τι θα συμβεί.

Γκ. Φ.: Η φυγή των χριστιανών υπήρξε μεγάλη. Εξ όσων γνωρίζουμε δεν υπάρχουν πλέον στο Χαλέπι συμπαγείς χριστιανικές κοινότητες, έχουν φύγει προς την Ευρώπη και κυρίως προς τη Βηρυτό. Η εικόνα παραμένει ασαφής. Στη Συρία το κράτος έχει διαλυθεί και οι συνθήκες επιβίωσης είναι πάρα πολύ αρνητικές. Το Ιράκ σπαράσσεται στον νότο από αιματηρές ταραχές, γίνονται φοβέρες φασαρίες και είναι όλα ρευστά. Το μόνο μέρος όπου εξακολουθεί να υπάρχει πλέον μια πάρα πολύ μεγάλη και συμπαγής χριστιανική μειονότητα, είναι η Αίγυπτος. Αλλά και εκεί η ισχύς υπερβάλλεται από τους ίδιους τους χριστιανούς και υποβαθμίζεται από την κρατική εξουσία. Δεν ξέρουμε δηλαδή πόσοι ακριβώς είναι οι χριστιανοί. Είναι δέκα εκατομμύρια που λένε οι κόπτες ή πέντε εκατομμύρια που ισχυρίζεται ο πρόεδρος Σίσι; Σε κάθε περίπτωση μόνο στην Αίγυπτο υπάρχει μια πολύ συμπαγής κοινότητα, η οποία δεν θα έπρεπε να κινδυνεύει, αλλά βλέπουμε ότι και εκεί οι χριστιανοί διακατέχονται και δικαίως από μια τρομερή ανασφάλεια.

– Η χριστιανική Δύση νομίζετε ότι έκανε το χρέος της σε αυτή τη δοκιμασία των αδελφών της Ανατολής;
Δ. Γ.: Καθόλου, ο Μπους έδωσε το Ιράκ στους σιίτες οι οποίοι προσπαθούσαν να έρθουν στην εξουσία από τον 10ο αιώνα και δεν τα κατάφεραν στη διαμάχη με τους σουνίτες. Και τώρα, ξαφνικά, δέκα αιώνες μετά έρχεται ο Μπους, διώχνει τους σουνίτες και δίνει την εξουσία (σ.σ. γελάει) στους σιίτες. Βεβαίως το Ιράν εκμεταλλεύθηκε αυτή την κατάσταση και έφθασε σε θέση ισχύος. Οπότε οι άλλες μειονότητες εκεί πέρα, θρησκευτικές και μη έπεσαν θύματα, χρησιμοποιήθηκαν και θα εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται ως πιόνια στη σκακιέρα ανάλογα με το πώς θα πάει το ρεύμα.

Εξετάζοντας γεωπολιτικά και οικονομικά την όλη υπόθεση βλέπω ότι οι χριστιανοί της Δύσης, καθολικοί και προτεστάντες, δεν ενδιαφέρονται για τους χριστιανούς της Μέσης Ανατολής καθόλου. Κανείς δεν μιλάει για τη συρρίκνωση του χριστιανικού στοιχείου στην Παλαιστίνη όπου ο χριστιανικός πληθυσμός, ορθόδοξος κυρίως, έχει μειωθεί κατά 50%. Εχουμε τη δραματική μείωση των πληθυσμών στο Ιράκ στη Συρία, όλα αυτά ως αποτέλεσμα των πολέμων που ξεκίνησαν οι Αμερικανοί. Δεν καίγεται καρφί στους Αμερικανούς ότι χάνονται αυτοί οι χριστιανικοί πληθυσμοί εκεί πέρα, αυτοί συνεχίζουν τον χαβά τους. Οπότε, επαναλαμβάνω, δεν βλέπω καθόλου ρόδινο το μέλλον, αλλά ας μην στεναχωριόμαστε γιατί εμείς είμαστε υπαίτιοι γι’ αυτό. Επομένως, πρέπει να δούμε και εμείς τις ευθύνες μας. Οι Δυτικοί που θα έπρεπε να ενδιαφέρονται για την τύχη τους όχι μόνο δεν το κάνουν, αλλά είναι οι πραγματικοί υπαίτιοι και για τα δεινά τους.


Ο καθηγητής Ελληνοαραβικών Σπουδών στο Γέιλ Δημήτρης Γούτας και ο καθηγητής Αβρααμικών Σπουδών στο Κέμπριτζ Γκαρθ Φόουντεν.

– Είχε θρησκευτικές διαστάσεις αυτή η πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή;
Δ. Γ.: Ελαβε και θρησκευτικές διαστάσεις, καθώς οι μουσουλμάνοι που αισθάνθηκαν ότι στο Ιράκ βρίσκονται υπό κατοχή, πλέον ως προσφορότερο τρόπο συσπείρωσης και άμυνας βρήκαν τη θρησκεία. Η πολιτική διένεξη εξελίχθηκε αναγκαστικά σε θρησκευτική. Ο Μπους γκρέμισε όλο το σύστημα των σουνιτών και του Σαντάμ, κατεδάφισε τον στρατό τους, έδωσε στους σιίτες την εξουσία. Και τι έγινε λοιπόν; Ενα κομμάτι του σουνιτικού στρατού του Σαντάμ έφτιαξε το ISIS και ένα κομμάτι του σουνιτικού πληθυσμού αισθάνθηκε την ανάγκη να αμυνθεί απέναντι στην επέλαση των Αμερικανών. Τα αποτελέσματα γνωστά. Δημιουργήθηκε η θρησκευτική διένεξη σουνιτών-σιιτών χωρίς να υπάρχουν γηγενείς λόγοι, και προκλήθηκαν συσπειρώσεις σε θρησκευτική βάση. Οι Ιρανοί σιίτες μπήκαν στο Ιράκ, ενεπλάκησαν στην Υεμένη, η Χεζμπολάχ είναι δικό τους παιδί, στη Συρία βοήθησαν στρατιωτικά τον Ασαντ που και αυτός είναι σιίτης Αλεβίτης. Από το τίποτα η πολιτική αυτή σύρραξη έλαβε και θρησκευτικά χαρακτηριστικά. Ηταν ο μόνος τρόπος άμυνας που είχαν οι πληθυσμοί εκεί απέναντι στην επέλαση των Αμερικανών.

– Από τους πρόσφατους πολέμους το σιιτικό Ισλάμ βγαίνει ενισχυμένο. Συνιστά αυτό επιπλέον απειλή για τους χριστιανικούς πληθυσμούς ή μπορεί να έχουν καλύτερη αντιμετώπιση από ό,τι θα είχαν με σουνιτική κυριαρχία;
Γκ. Φ.: Κοιτάξτε, στο σιιτικό Ιράν οι χριστιανοί είναι σε μια ασφαλή θέση. Δεν υποφέρουν από το ιρανικό καθεστώς και βρίσκονται σε καλύτερη θέση για παράδειγμα από τους ζωροάστρες, που είναι πολύ πιο λίγοι και καταφρονούνται από το Ισλάμ γιατί δεν αναφέρονται στο Κοράνι ως λαός της Βίβλου. Σε αντίθεση με τους χριστιανούς αναφέρονται και προστατεύονται, όπως και οι Εβραίοι. Πάλι τονίζω ότι μιλάω θεωρητικά, αλλά δεν βλέπω τον λόγο να κινδυνεύουν ιδιαίτερα οι χριστιανοί από αυτή τη σιιτική ηγεμονία. Θα δούμε όμως.

Δ. Γ.: Οχι, δεν νομίζω, γιατί και ιστορικά δεν έχουμε τέτοιες αποδείξεις, σε αντίθεση με τους σουνίτες που προσπαθούσαν να μειώσουν τη θρησκευτική χριστιανική παρουσία σε όλα τα επίπεδα, θρησκευτικό πολιτισμικό, κ.α. Οι σιίτες δεν είχαν τέτοιες τάσεις, είναι πιο ανεκτικοί σ’ αυτά τα θέματα από τους σουνίτες. Οπως τώρα στον Λίβανο, όπου παίζεται σκληρό παιχνίδι, από τη μια οι σιίτες, από την άλλη οι σουνίτες και κάπου στη μέση οι χριστιανοί, πολλές χριστιανικές μειονότητες υποστηρίζουν τη Χεζμπολάχ. Οπωσδήποτε οι ορθόδοξοι αλλά και οι μαρωνίτες θέλοντας και μη γιατί η Χεζμπολάχ μάχεται για την ανεξαρτησία του Λιβάνου για να μην τεθεί υπό ισραηλινή κατοχή.

– Eχουμε εικόνα για τις καταστροφές που υπέστησαν τα χριστιανικά μνημεία; Xάθηκαν κειμήλια;
Γκ. Φ.: Είχαμε προβλέψει με την έναρξη του πολέμου ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει και είχαμε καταβάλει μεγάλη προσπάθεια ειδικά στο βόρειο Ιράκ ώστε να καταγραφούν χειρόγραφα. Υπάρχουν χειρόγραφα που έχουν σκαναριστεί, καταγραφεί. Ενα σημαντικό κομμάτι αυτού του πλούτου έχει σωθεί με αυτή τη μορφή. Στο Χαλέπι στη Συρία, για παράδειγμα, υπήρχε ένα μοναδικό χειρόγραφο του Μιχαήλ του Σύρου, ιστορικού χρονογράφου του 13ου αιώνα, το οποίο ήταν μία από τις βασικές μας πηγές για την ιστορία του χριστιανισμού της Μέσης Ανατολής στην ύστερη αρχαιότητα και την προ ισλάμ εποχή. Ενα πολύ όμορφο χειρόγραφο, το οποίο είχα την τύχη να δω το 1996. Το είχαν σε ασφαλές μέρος σε μια εκκλησία, που ανοίγει με τρία διαφορετικά κλειδιά, όπως στις θυρίδες στις τράπεζες. Το χειρόγραφο αυτό φωτογραφήθηκε και εκδόθηκε στις ΗΠΑ. Αυτό σώθηκε με αυτή τη μορφή, το τι έγινε το πρωτότυπο δεν γνωρίζουμε.

Μπορεί να το πήγαν στη Βηρυτό, ίσως κάπου αλλού. Ενα σημαντικό κομμάτι αυτού του πλούτου έχει σωθεί υπό κάποια μορφή. Το άλλο σημαντικό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι πάρα πολλοί άνθρωποι χριστιανοί έχουν φύγει και έχουν εγκατασταθεί στην Ευρώπη και στην Αμερική όπου έχουν φτιάξει εκκλησίες και μοναστήρια. Στην Ολλανδία για παράδειγμα ίδρυσαν μοναστήρι Συροορθοδόξων. Συνεισφέρουν σημαντικά στο επιστημονικό επίπεδο, όπου πλέον δεν ασχολούνται μόνο Ευρωπαίοι, γιατί μπαίνουν στην επιστήμη, στην έρευνα, άνθρωποι που ήρθαν από τη Μέση Ανατολή, έχουν ένα υπόβαθρο και ξέρουν πάρα πολύ καλά τις γλώσσες της περιοχής. Μελετούν τη δική τους παράδοση και ενδεχομένως να μην είχε συμβεί αυτό εάν οι κοινότητές τους δεν βρίσκονταν υπό πίεση. 

Οι θαρραλέοι Ελληνες της Μοζαμβίκης που έσωσαν δύο εκκλησίες

Οταν μετά την αποχώρηση των Πορτογάλων το μαρξιστικό καθεστώς που εγκαταστάθηκε στην ανεξάρτητη πλέον Μοζαμβίκη κρατικοποίησε τα πάντα στη χώρα, στο στόχαστρό του μπήκαν και οι ελληνορθόδοξες εκκλησίες. Στη μακρινή αυτή χώρα της υποσαχάριας Αφρικής δεν είχαν απομείνει παρά μόνο ελάχιστοι Ελληνες από τις 2.500 που ζούσαν εκεί, αρμονικά με τους ντόπιους πριν από την ανεξαρτησία –με τη συντριπτική πλειονότητα να την έχει εγκαταλείψει υπό τον φόβο εμφυλίου πολέμου–, και που ασκούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα σε δύο όλες κι όλες εκκλησίες.

Η 78χρονη σήμερα Μαρία Τσιχλάκη και ο σύζυγός της Γιώργος, τότε επίτιμος πρόξενος της Ελλάδας, υπερασπίστηκαν με αυταπάρνηση –και τελικά διέσωσαν– τις δύο εκκλησίες, τις οποίες επιχείρησε το καθεστώς να κλείσει.

«Είχαμε δύο εκκλησίες, στην πρωτεύουσα Μαπούτο των Ταξιαρχών και της Αγίας Τριάδος που είναι και η πιο παλιά ελληνορθόδοξη στην υποσαχάρια Αφρική, στην πόλη Μπαΐρα. Τις είχαν χτίσει Ελληνες και κινδυνέψαμε να μας τις πάρουν», αφηγήθηκε στην «Κ» με αφορμή τη βράβευσή της πρόσφατα στην Αθήνα από τη Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού.

«Στο Μαπούτο ήθελαν να την κάνουν σινεμά. Παλέψαμε. Αλλά μας πήραν το “Αθήναιον” που ήταν η λέσχη των Ελλήνων και το ονόμασαν “παλάτι των γραμμάτων”. Μια μέρα ήρθε η αστυνομία και επιχείρησε να σπάσει τις πόρτες της εκκλησίας. Τρέξαμε με τον σύζυγό μου να τους εμποδίσουμε. Εκείνος μπήκε μπροστά και τους είπε ότι θα σπάσουν την πόρτα μόνο εάν τον σκοτώσουν. Δεν τόλμησαν λόγω της διπλωματικής του ιδιότητας. Εκοψαν όμως το ηλεκτρικό ρεύμα και το νερό. Σφράγισαν την κεντρική πόρτα και δεν μας επέτρεπαν να εκκλησιαστούμε και έτσι αναγκαζόμασταν να μπαίνουμε από μια μικρή άλλη πόρτα από τα πλάγια για ν’ ανάψουμε ένα κερί. Η κατάσταση ήταν δύσκολη. Στην Μπαΐρα την εκκλησία υπερασπίστηκε ένας άλλος σπουδαίος άνθρωπος ο κ. Μαυρής, ο οποίος παρότι είχε ένα πόδι πήγαινε καθημερινά εκεί στηριζόμενος σε δεκανίκια και τη φρουρούσε. Τελικά τις σώσαμε και είμαστε περήφανοι ως χριστιανοί γι’ αυτό».

Σήμερα οι χριστιανοί ασκούν απρόσκοπτα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, αλλά στη χώρα έχουν αρχίσει να συσσωρεύονται σύννεφα του ισλαμικού εξτρεμισμού, όχι άσχετα με το πετρέλαιο και τα διαμάντια. Οπως λέει η κ. Τσιχλάκη, η οποία εξακολουθεί να ζει στο Μαπούτο, στη βόρεια Μοζαμβίκη έχουν αρχίσει οι συγκρούσεις του στρατού με δυνάμεις τζιχαντιστών που επιδίδονται σε σφαγές. «Υπάρχει πρόβλημα στις επαρχίες που συνορεύουν με την Τανζανία όπου έχουμε τζιχάντ. Από τότε που βρήκαν πετρέλαιο και αέριο άρχισαν συγκρούσεις. Μέχρι τότε ήταν ήσυχα. Οι μουσουλμάνοι στο κέντρο και στον νότο είναι ήσυχοι, γίνονται ακόμα και γάμοι μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. Τώρα όμως αρχίζουν και αγριεύουν οι μουσουλμάνοι. Διακυβεύονται συμφέροντα.

Υπάρχουν πολλοί Κινέζοι που έχουν αγοράσει σχεδόν τη μισή Μοζαμβίκη, οι Ρώσοι είναι εκεί από την αρχή της ανεξαρτησίας αλλά έχουν χάσει έδαφος από τους Κινέζους. Από τότε που το φυσικό αέριο πέρασε στους Αμερικανούς και βρέθηκαν και διαμάντια άρχισε το τζιχάντ. Οι εκκλησίες μας πάντως λειτουργούν κανονικά. Ελληνες χριστιανοί από τους παλιούς είμαστε γύρω στα εξήντα άτομα, υπάρχουν όμως πολλοί ντόπιοι. Εχουμε δεσπότη Ελληνα και ιερείς Μοζαμβικανούς. Υπάρχει φτώχεια και πείνα, ενώ έχουν αρχίσει και επιθέσεις εναντίον των χριστιανών, τώρα έχει γεμίσει η Μοζαμβίκη με τζαμιά. Εχουν μπει δυνατά η Τουρκία, που έχει χτίσει σχολεία, και η Σαουδική Αραβία». 

Πηγή: Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Flydubai: Επίθεση αυτοκτονίας στο Τελ Αβίβ ετοίμαζε ο συγκυβερνήτης της πτήσης

Ο δράστης, που κατάγεται από το Ομάν, σκόπευε να πραγματοποιήσει επίθεση αυτοκτονίας, εμπνευσμένος από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2002 στις ΗΠΑ, ανέφερε ο γενικός εισαγγελέας των ΗΑΕ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

A flydubai airplane on the runway

Ο συγκυβερνήτης της πτήσης της flydubai από το Ντουμπάι για το Τελ Αβίβ, που στις 30 Σεπτεμβρίου επιτέθηκε στον κυβερνήτη πριν να τον εξουδετερώσουν οι επιβάτες, σχεδίαζε να καταλάβει το αεροπλάνο και να το ρίξει στο διεθνές αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν, σύμφωνα με τις εισαγγελικές αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.

Ο δράστης, που κατάγεται από το Ομάν, σκόπευε να πραγματοποιήσει επίθεση αυτοκτονίας, εμπνευσμένος από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2002 στις ΗΠΑ, ανέφερε ο γενικός εισαγγελέας των ΗΑΕ. Ομολόγησε ότι έδρασε μόνος αλλά η έρευνα συνεχίζεται για τον εντοπισμό τυχόν συνεργών ή άλλων διασυνδέσεών του. Ο συγκυβερνήτης χρησιμοποίησε δύο προηγούμενες πτήσεις με προορισμό το Τελ Αβίβ για να ελέγξει τη διαδρομή και το αεροδρόμιο.

Ο ύποπτος πληρούσε τις απαιτήσεις ασφαλείας και προϋπηρεσίας ώστε να προσληφθεί από τη flydubai. Οι έλεγχοι που έγιναν από την εταιρεία τότε δεν αποκάλυψαν κάποια ένδειξη για τις φερόμενες «εξτρεμιστικές απόψεις» ή τρομοκρατικά σχέδιά του. Η «στροφή» του προς τον εξτρεμισμό και την τρομοκρατία αναδύθηκε για πρώτη φορά το 2017, πρόσθεσε ο εισαγγελέας, σύμφωνα με το επίσημο ειδησεογραφικό πρακτορείο των Εμιράτων.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Συνέχεια ανάγνωσης

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ

Ρωγμές στη συμμαχία Ερντογάν–Αλίγεφ: Η ισλαμική μαντίλα και το Ισραήλ δοκιμάζουν τις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν

Το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη», πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι στενές σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, βρίσκεται αντιμέτωπο με νέες πολιτικές και ιδεολογικές εντάσεις. Ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγεφ διαμηνύει ότι δεν αποδέχεται ξένη κηδεμονία στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας του, την ώρα που στην Τουρκία εντείνονται οι αντιδράσεις για τους περιορισμούς στην ισλαμική μαντίλα και τη στρατηγική συνεργασία του Μπακού με το Ισραήλ. Οι εξελίξεις αναδεικνύουν τις διαφορετικές προτεραιότητες δύο στενών συμμάχων, με σημαντικές προεκτάσεις για τον Νότιο Καύκασο και τη Μέση Ανατολή.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Νέα ερωτήματα για τα όρια της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν δημιουργούν οι τελευταίες τοποθετήσεις του Ιλχάμ Αλίγεφ, ο οποίος εμφανίζεται αποφασισμένος να υπερασπιστεί την αυτονομία της χώρας του απέναντι σε εξωτερικές πολιτικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις.

Η αντιπαράθεση έχει δύο βασικές διαστάσεις: την αντιμετώπιση της ισλαμικής μαντίλας στο κοσμικό κράτος του Αζερμπαϊτζάν και τη διατήρηση της στενής αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας του Μπακού με το Ισραήλ.

Τα δύο αυτά ζητήματα δημιουργούν τριβές με πολιτικούς και θρησκευτικούς κύκλους της Τουρκίας, ιδιαίτερα όσους βρίσκονται κοντά στο κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Το μήνυμα Αλίγεφ: Καμία ξένη κηδεμονία

Η ένταση ήρθε στο προσκήνιο μετά την ομιλία του Αλίγεφ στο 8ο συνέδριο του κυβερνώντος Κόμματος Νέου Αζερμπαϊτζάν, στις 2 Οκτωβρίου 2026.

Ο Αζέρος πρόεδρος αναφέρθηκε στην ανάγκη προστασίας της λεγόμενης «ιδεολογικής ασφάλειας» της χώρας του, υπογραμμίζοντας ότι το Αζερμπαϊτζάν δεν χρειάζεται καθοδήγηση από ξένες δυνάμεις.

«Ας ξέρει ο καθένας τη θέση του, ας μην ανακατεύονται στις υποθέσεις μας, ας μη χώνουν τη μύτη τους στον τρόπο ζωής μας», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Ο Αλίγεφ δεν κατονόμασε την Τουρκία. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία των δηλώσεων και η αυξανόμενη κριτική που ασκείται από τουρκικούς κύκλους στην εσωτερική πολιτική του Αζερμπαϊτζάν οδήγησαν στην ερμηνεία ότι το μήνυμα απευθυνόταν, τουλάχιστον εν μέρει, προς την Άγκυρα.

Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει ένα βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής του Μπακού: την επιδίωξη διατήρησης της εθνικής κυριαρχίας και της αυτονομίας των αποφάσεών του, ακόμη και έναντι του στενότερου στρατηγικού του συμμάχου.

Η μαντίλα προκαλεί αντιδράσεις στην Τουρκία

Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρίσκονται οι περιορισμοί στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας, του χιτζάμπ, στα δημόσια σχολεία του Αζερμπαϊτζάν.

Οι σχετικές ρυθμίσεις έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από τουρκικά μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο των θρησκευτικών δικαιωμάτων.

Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία για την κυβέρνηση Ερντογάν.

Στην Τουρκία, η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στην εκπαίδευση, στον δημόσιο τομέα και σε κρατικούς θεσμούς αποτέλεσε επί δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα πεδία αντιπαράθεσης μεταξύ ισλαμιστικών και κεμαλικών πολιτικών δυνάμεων.

Η σταδιακή άρση των περιορισμών από τις κυβερνήσεις του AKP αναδείχθηκε σε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του Ερντογάν.

Η διαφορετική στάση του Αζερμπαϊτζάν επαναφέρει αυτή την ιδεολογική διαφορά στο εσωτερικό του τουρκογενούς κόσμου.

Κατά την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο, ο Τούρκος πρόεδρος επέκρινε τους περιορισμούς στη χρήση της μαντίλας, χαρακτηρίζοντάς τους «επίθεση στα πιο θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών».

Συνέδεσε μάλιστα το ζήτημα με την ισλαμοφοβία, την οποία κατηγόρησε ότι εξαπλώνεται στη Δύση.

Παρότι δεν αναφέρθηκε ονομαστικά στο Αζερμπαϊτζάν, οι δηλώσεις ερμηνεύτηκαν από ορισμένους ως έμμεση αναφορά στις πολιτικές του Μπακού.

Διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολη κατά του Αλίγεφ

Η ένταση αποτυπώθηκε και στον δρόμο.

Στις 3 Οκτωβρίου, η τουρκική οργάνωση Özgür-Der πραγματοποίησε διαδήλωση έξω από το προξενείο του Αζερμπαϊτζάν στην Κωνσταντινούπολη, απαιτώντας την άρση των περιορισμών στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας.

Κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης, ορισμένοι ομιλητές αμφισβήτησαν ακόμη και το παραδοσιακό αφήγημα περί αδελφικής σχέσης των δύο χωρών.

Ο Αχμέτ Κερίμ Αρτούκ επέκρινε το Μπακού τόσο για την εσωτερική του πολιτική όσο και για τη συνεργασία του με το Ισραήλ.

«Λόγω του κοσμικού αυταρχισμού της, της ισλαμοφοβίας της και της συνεργασίας της με τους σιωνιστές καταπιεστές στην εξωτερική πολιτική, αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρείται αδελφική. Η κυβέρνηση του Μπακού πρόσθεσε τα δάκρυα των Αζέρων αδελφών μας που φορούν μαντίλα στο αίμα των μαρτύρων μας στη Γάζα», δήλωσε.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αντανακλά την οπτική των διαδηλωτών και δεν αποτελεί επίσημη θέση του τουρκικού κράτους.

Η Χιουλιά Σεκερτζί, από την ίδια οργάνωση, συνέδεσε επίσης το ζήτημα του χιτζάμπ με τον πόλεμο στη Γάζα, υποστηρίζοντας ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών στο Αζερμπαϊτζάν και η υποστήριξη των Παλαιστινίων αποτελούν μέρος του ίδιου αγώνα.

Το Ισραήλ: Ο στρατηγικός εταίρος που ενοχλεί την Άγκυρα

Эксперт: «Азербайджан и Израиль поддерживают доверительные отношения» - STMEGI

Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα αφορά τη διαχρονική συνεργασία του Αζερμπαϊτζάν με το Ισραήλ.

Σε αντίθεση με την Τουρκία, η οποία έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα επικριτική στάση απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, το Μπακού έχει διατηρήσει στενούς αμυντικούς και ενεργειακούς δεσμούς με το Τελ Αβίβ.

Η σχέση αυτή στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες.

Ο πρώτος είναι η εξαγωγή αζερικού πετρελαίου προς το Ισραήλ, το οποίο καλύπτει μέσω αυτών των προμηθειών σημαντικό μέρος των ενεργειακών του αναγκών.

Ο δεύτερος είναι η προμήθεια προηγμένων ισραηλινών οπλικών συστημάτων από το Αζερμπαϊτζάν.

Τα ισραηλινά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα συστήματα αναγνώρισης και άλλα προηγμένα οπλικά μέσα έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό των αζερικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Η συνεργασία έχει περιγραφεί συχνά από αναλυτές ως σχέση «πετρέλαιο έναντι όπλων».

Η σύνδεση αυτή έχει αποκτήσει πρόσθετη σημασία εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης του Αζερμπαϊτζάν, το οποίο συνορεύει με το Ιράν, έναν από τους βασικούς στρατηγικούς αντιπάλους του Ισραήλ.

Για το Μπακού, η σχέση με το Τελ Αβίβ προσφέρει πρόσβαση σε προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία και διευρύνει τις διεθνείς συνεργασίες του.

Για την Τουρκία, ωστόσο, η συνεργασία αυτή δημιουργεί πολιτικές αντιφάσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ερντογάν έχει θέσει την αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση στο επίκεντρο της περιφερειακής του ρητορικής.

Ναγκόρνο-Καραμπάχ: «Νικήσαμε μόνοι μας»

COP29 Azerbaïdjan : Ilham Aliyev envoie une lettre d'invitation au président turc Erdogan

Ακόμη μία σημαντική πτυχή της αντιπαράθεσης αφορά τη διαφορετική αποτίμηση του πολέμου στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Η Τουρκία είχε παράσχει εκτεταμένη πολιτική, στρατιωτική και τεχνική υποστήριξη στο Αζερμπαϊτζάν κατά τον πόλεμο του 2020, ενώ η συνεργασία των δύο χωρών ενισχύθηκε περαιτέρω με τη Διακήρυξη της Σούσα το 2021.

Ωστόσο, κατά την ομιλία του στις 2 Οκτωβρίου, ο Αλίγεφ υπογράμμισε ότι το Αζερμπαϊτζάν πέτυχε τη στρατιωτική του νίκη με δικές του δυνάμεις, προσθέτοντας ότι ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε είχε αγοραστεί με αζερικούς πόρους.

Οι τοποθετήσεις του ερμηνεύτηκαν από ορισμένους Τούρκους σχολιαστές ως υποβάθμιση της τουρκικής συμβολής.

Η εφημερίδα Cumhuriyet επισήμανε στις 4 Οκτωβρίου ότι οι αναφορές στην ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και στην αγορά όπλων με εθνικούς πόρους προκάλεσαν συζητήσεις στην Τουρκία.

Η συγκεκριμένη διαφωνία αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η νίκη του Αζερμπαϊτζάν το 2020 παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση Ερντογάν ως σημαντική επιτυχία της τουρκικής στρατιωτικής και εξωτερικής πολιτικής.

Από την πλευρά του, το Μπακού επιδιώκει να κατοχυρώσει την εικόνα μιας χώρας που αποφασίζει αυτόνομα και δεν οφείλει τις στρατηγικές επιτυχίες της σε ξένη κηδεμονία.

Το Αρμενικό και οι διαφορετικές διπλωματικές προτεραιότητες

Οι σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν επηρεάζονται επίσης από τις εξελίξεις στο Αρμενικό.

Η Άγκυρα διατηρεί κλειστά τα χερσαία σύνορά της με την Αρμενία, συνδέοντας την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων με τις εξελίξεις μεταξύ Μπακού και Γερεβάν.

Ωστόσο, οι προσπάθειες προσέγγισης Τουρκίας–Αρμενίας έχουν κατά καιρούς δημιουργήσει προβληματισμό στο Αζερμπαϊτζάν, το οποίο επιδιώκει να διατηρήσει καθοριστικό λόγο στις περιφερειακές διευθετήσεις.

Η στάση αυτή δείχνει ότι, ακόμη και μεταξύ δύο στενών συμμάχων, οι εθνικές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται απολύτως.

Ομέρ Τσελίκ: Αδελφική σχέση Ερντογάν–Αλίγεφ

Η τουρκική κυβέρνηση επιχειρεί να διατηρήσει χαμηλούς τόνους απέναντι στη δημόσια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί.

Ο εκπρόσωπος του AKP, Ομέρ Τσελίκ, υπογράμμισε ότι οι σχέσεις Ερντογάν και Αλίγεφ χαρακτηρίζονται από πραγματική αδελφική συνεργασία.

Παράλληλα, κατηγόρησε τρίτες χώρες και κύκλους που, κατά την εκτίμησή του, επιχειρούν να προκαλέσουν εντάσεις μεταξύ των δύο κρατών.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δείχνει ότι η Άγκυρα δεν επιθυμεί τη μετατροπή των δημόσιων αντιπαραθέσεων σε επίσημη διπλωματική κρίση.

Εξάλλου, οι δύο χώρες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικές στρατιωτικές, ενεργειακές και οικονομικές σχέσεις, οι οποίες δημιουργούν ισχυρά κίνητρα για τη συνέχιση της συνεργασίας τους.

Η κρίσιμη διάκριση: Συμμαχία χωρίς ταύτιση συμφερόντων

Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το χιτζάμπ και τις σχέσεις με το Ισραήλ αποκαλύπτει ότι το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη» δεν εξαλείφει τις διαφορές εθνικών συμφερόντων και πολιτικής ταυτότητας.

Για την Τουρκία του Ερντογάν, η υπεράσπιση της ισλαμικής μαντίλας και η αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση αποτελούν βασικά στοιχεία του δημόσιου πολιτικού της λόγου.

Για το Αζερμπαϊτζάν, η διατήρηση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους και η συνεργασία με το Ισραήλ συνδέονται με εσωτερικές επιλογές και μακροχρόνιους στρατηγικούς υπολογισμούς.

Πάντως, υπάρχει μια σημαντική διευκρίνιση ως προς τις δηλώσεις Αλίγεφ: στο πλήρες κείμενο της ομιλίας του δεν κατονομάζεται η Τουρκία ως στόχος των προειδοποιήσεών του. Ορισμένοι σχολιαστές εκτιμούν ότι αναφερόταν επίσης —ή κυρίως— σε πιέσεις που προέρχονται από το Ιράν.

Αντίστοιχα, η ρύθμιση της 21ης Σεπτεμβρίου για τις σχολικές ενδυμασίες στο Αζερμπαϊτζάν δεν αναφέρει ρητά τη λέξη «χιτζάμπ», αλλά απαγορεύει πρόσθετα ενδύματα που θεωρούνται ασύμβατα με την κοσμική αρχή της δημόσιας εκπαίδευσης. Η εφαρμογή της έχει ερμηνευθεί ως περιορισμός της ισλαμικής μαντίλας.

Οι παραπάνω διακρίσεις δεν αναιρούν την ύπαρξη πολιτικών τριβών, αλλά δείχνουν ότι δεν έχει τεκμηριωθεί ανοιχτή ρήξη ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις.

Το βασικό γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι το Μπακού επιχειρεί να διατηρήσει τη στρατηγική συμμαχία του με την Άγκυρα, χωρίς να εγκαταλείψει τη συνεργασία του με το Ισραήλ ή να αποδεχθεί εξωτερικές υποδείξεις για την εσωτερική του πολιτική.

Για την Τουρκία, η διαχείριση αυτών των διαφορών αποτελεί δοκιμασία της ικανότητάς της να συνδυάζει τη στενή συνεργασία με το Αζερμπαϊτζάν και τις δικές της ιδεολογικές και περιφερειακές προτεραιότητες.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO23 λεπτά πριν

Παπαδάτος: Φόβοι για συμβιβασμούς εις βάρος της Ελλάδας – Το παρασκήνιο και το καλώδιο

Ο ιστορικός Νίκος Παπαδάτος αμφισβητεί την αισιοδοξία μετά την επίσκεψη Ρούμπιο, προειδοποιεί για συμβιβασμούς εις βάρος των ελληνικών θέσεων και...

GEOPOLITICO54 λεπτά πριν

Ρούμπιο στην Πνύκα: Τι μας είπε για την Ελλάδα και τη Δύση — και τι δεν μας είπε, αλλά άφησε να εννοηθεί

Του Θεόδωρου Ατματζίδη Ο Ρούμπιο δεν επέλεξε τυχαία την Πνύκα για να απευθυνθεί στην Ευρώπη και στον δυτικό κόσμο. Από...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Ο δρόμος του Τραμπ, το Ιράν, τα γαλλικά δάνεια και οι νέες συνδέσεις στον Καύκασο

Η προοπτική σιδηροδρομικής σύνδεσης με το Καπάν, τα γαλλικά δάνεια για μεταρρυθμίσεις και στέγαση εκτοπισμένων και οι επαφές με την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Δεν αρκεί απλά να περάσει το καλώδιο – Τι διακυβεύεται στο Αιγαίο

Ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών προειδοποιεί για την τουρκική επιδίωξη αλλαγής συνόρων και ζητά εθνικό σχέδιο, ουσιαστικά ευρωπαϊκά αντίμετρα και έμπρακτη...

Δημοφιλή