Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι αποφάσεις Διεθνών Δικαστηρίων για τις ΑΟΖ – τι σημαίνουν για την Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

Τι προβλέπει η Σύμβαση για το Διεθνές Δίκαιο της θάλασσας- Τα Διεθνή Δικαστήρια και η οριοθέτηση της ΑΟΖ από αυτά- Οι περιπτώσεις που απασχόλησαν τα Διεθνή Δικαστήρια και η συσχέτισή τους με τα ζητήματα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Μιχάλης Στούκας

Στις 5/5/2019 είχαμε γράψει ένα άρθρο στο protothema.gr με τίτλο ‘’Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (Α.Ο.Ζ.) και το Καστελλόριζο’’. Στο τέλος του μακροσκελούς αυτού άρθρου είχαμε υποσχεθεί ότι θα ασχοληθούμε με τις αποφάσεις των Διεθνών Δικαστηρίων για την κήρυξη Α.Ο.Ζ. μεταξύ διαφόρων κρατών. Αυτό κάνουμε στο σημερινό μας άρθρο. Να σημειώσουμε ότι πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο και εξειδικευμένο θέμα και όπως θα δούμε στη συνέχεια οι αποφάσεις των Διεθνών Δικαστηρίων για παρόμοια ζητήματα έχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους.

Τρόποι επίλυσης των διαφορών

Η σύμβαση για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 όρισε στο άρθρο 83 ότι με ειρηνικές αποκλειστικά μεθόδους πρέπει να επιλύονται τυχόν διαφορές μεταξύ των κρατών. Έτσι τα κράτη υποχρεώνονται στην ειρηνική διευθέτηση της διαφοράς τους με τρόπους τους οποίους αυτά τα ίδια επιλέγουν και τις διαδικασίες που επιδιώκουν να ακολουθήσουν. Παράλληλα υποδεικνύεται η ανάγκη για ανταλλαγή απόψεων και συνεννοήσεων. Αν όμως οι προσπάθειες αποτύχουν ,συνιστάται να οδηγηθούν σε συμβιβασμό με διαδικασία την οποία η σύμβαση ορίζει, δηλαδή με γραπτή πρόσκληση του ενός κράτους προς το άλλο κλπ.

Αν όμως δεν επιτευχθεί επίλυση της διαφοράς με οποιονδήποτε από τους παραπάνω τρόπους ,οποιοδήποτε κράτος μπορεί να εισαγάγει την υπόθεση στην κρίση ενός από τα ακόλουθα δικαστήρια:

α) Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (International Court of Justice) (στο εξής Δ.Δ.Χ.)

β) Διεθνές Δικαστήριο Δικαίου Θαλάσσης του Αμβούργου (International Tribune for the Law of the Sea)(στο εξής Δ.Δ.Δ.Θ.).
γ) Διαιτητικό Δικαστήριο

δ) Ειδικό Διαιτητικό Δικαστήριο για μία ή περισσότερες κατηγορίες διαφορών.

Εάν ένα από τα διαφιλονικούντα κράτη δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση, αλλά συμφωνεί με το άλλο για την επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς από το Δ.Δ.Χ., η προσφυγή διενεργείται σύμφωνα με το Καταστατικό αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο μεταξύ άλλων επιβάλλει και την υποβολή ‘’συνυποσχετικού’’ εκ μέρους των διαδίκων.

Πώς γίνεται η οριοθέτηση της Α.Ο.Ζ.

Ας δούμε τι γίνεται με την καθιέρωση της Α.Ο.Ζ. από ένα παράκτιο κράτος, όπως η χώρα μας. Σε αντίθεση με την υφαλοκρηπίδα, η οποία υφίσταται ως ‘’φυσικό δικαίωμα’’ ανεξάρτητα από τη βούληση του παράκτιου κράτους να την αποκτήσει, στην περίπτωση της Α.Ο.Ζ. το κράτος πρέπει να εκδηλώσει τη βούληση να αποκτήσει αυτή τη ζώνη μέσα από μια εθνική πράξη κήρυξης. Από τη στιγμή που το κράτος εκφράσει αυτή τη βούληση, αποκτά όλα τα δικαιώματα που το Διεθνές Δίκαιο του δίνει ,σε μια περιοχή που εκτείνεται ως τα 200 ν.μ. από την ακτή με την προϋπόθεση βέβαια ότι το εύρος της θάλασσας στην περιοχή, του παρέχει μια τέτοια δυνατότητα.

Όταν όμως υπάρχει γεωγραφική στενότητα και υπάρχουν ‘’αντικείμενα’’ ή όμορα (γειτονικά, παρακείμενα) κράτη σε απόσταση μικρότερη από τα 400 ν.μ. τότε θα πρέπει να υπάρξει οριοθέτηση της Α.Ο.Ζ.
Οι διατάξεις της οριοθέτησης της Α.Ο.Ζ. και της υφαλοκρηπίδας που περιέχονται στη Σύμβαση του Montego Bay δεν προσδιορίζουν ακριβώς τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που εφαρμόζονται σε περιπτώσεις γεωγραφικής στενότητας έτσι ώστε τα κράτη να γνωρίζουν τους όρους που θέτει το δίκαιο για τους όρους συμφωνίας οριοθέτησης. Έτσι τα κράτη είναι ελεύθερα να αναζητήσουν το περιεχόμενο της συμφωνίας τους με μοναδικό προορισμό η οριοθέτηση αυτή να οδηγεί σε δίκαια λύση.

Όπως είναι γνωστό η χωρική θάλασσα, η συνορεύουσα ζώνη, η Α.Ο.Ζ. και η υφαλοκρηπίδα καθορίζονται με τους ίδιους ακριβώς κανόνες με τους οποίους καθορίζονται οι αντίστοιχες ζώνες πέρα από τις ηπειρωτικές ακτές (άρθρο 121, παρ. 2 της Σύμβασης για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας στο εξής Δ.Δ.Θ.).

Αντίθετα οι βράχοι οι οποίοι δεν μπορούν να συντηρούν ανθρώπινη κατοίκηση ή οικονομική ζωή με δικές τους δυνάμεις δεν δικαιούνται υφαλοκρηπίδα και Α.Ο.Ζ. (άρθρο 121, παρ.3 της Δ.Δ.Θ.)

Στη διεθνή νομολογία των οριοθετήσεων ,από τη δεκαετία του ’70 ως τις αρχές της δεκαετίας του ’90 επικρατούσε η τάση να υπάρχει διακριτική μεταχείριση των νησιών, να υπολογίζεται δηλαδή ότι έχουν ‘’μισή επήρεια’’ (half effect) στις οριοθετήσεις. Δεν αποδιδόταν δηλαδή στα νησιά η πλήρης αναλογία τους στις υπό οριοθέτηση θαλάσσιες ζώνες. Όμως στις αρχές της δεκαετίας του ’90 με τη διαιτητική απόφαση της 10ης Ιουνίου 1992 για την Οριοθέτηση των Θαλασσίων Ζωνών των νησιών Saint-Pierre και Miquelon, αλλά κυρίως με την απόφαση του Δ.Δ.Χ. για τη θαλάσσια οριοθέτηση στην περιοχή μεταξύ Γροιλανδίας και Jan Mayen η θεωρία της μειωμένης επήρειας των νησιών στις οριοθετήσεις υποχώρησε. Ωστόσο καθώς κάθε απόφαση είναι μοναδική δεν μπορεί να προβλεφθεί η επήρεια των νησιών στις οριοθετήσεις της υφαλοκρηπίδας και της Α.Ο.Ζ.

Η διεθνής νομολογία έχει δεχτεί ότι οι αρχές που διατυπώνονται στα άρθρα 74 και 83 της Δ.Δ.Θ. αντανακλούν διεθνές εθιμικό δίκαιο και κατά συνέπεια το περιεχόμενό τους δεσμεύει τόσο τα μέρη της Σύμβασης μεταξύ τους όσο και τα τρίτα κράτη (μη- μέρη).

Δεν υπάρχει συνήθως διαφορά ανάμεσα στην Α.Ο.Ζ. και στην υφαλοκρηπίδα. Συνήθως υπάρχει κοινή οριοθέτηση των δύο αυτών θαλάσσιων ζωνών χωρίς όμως αυτή να έχει γενικευθεί.

Η μέθοδος οριοθέτησης που έχει επικρατήσει ,περιλαμβάνει ένα προκριματικό στάδιο και τα τρία κύρια στάδια για την οριστικοποίηση της οριοθέτησης. Στο προκριματικό στάδιο γίνεται αναζήτηση των ακτών που σχετίζονται με την οριοθέτηση, των ακτών δηλαδή εκείνων των οποίων η προβολή στη θάλασσα δημιουργεί επικάλυψη με την προβολή των ακτών του αντικείμενου/γειτονικού κράτους. Η διακρίβωση του μήκους των ακτών που εμπλέκονται στην οριοθέτηση είναι κρίσιμο μέγεθος, γιατί καθορίζει τη θαλάσσια περιοχή που θα οριοθετηθεί ως Α.Ο.Ζ. ή υφαλοκρηπίδα.

Τα κύρια στάδια της οριοθέτησης, αφού προσδιοριστούν οι σχετικές ακτές και η σχετική θαλάσσια περιοχή, είναι τρία:

α) Στο πρώτο στάδιο, το Δικαστήριο ορίζει μια προσωρινή γραμμή ανάμεσα στα σχετικά εδάφη, περιλαμβανομένων και των νησιών. Αυτή η γραμμή, είναι η μέση γραμμή (για αντικείμενα κράτη) ή η γραμμή μέσης απόστασης (για γειτονικά κράτη). Στις περισσότερες περιπτώσεις που συγκροτούν τη νομολογία, ο ορισμός της μέσης γραμμής είναι γεωγραφικά εφικτός.

β) Στο δεύτερο στάδιο, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον υπάρχουν σχετικές περιστάσεις (relevant circumstances), που απαιτούν την προσαρμογή και την τροπολογία της προσωρινής μέσης γραμμής ή γραμμής ίσης απόστασης, ώστε με αυτό τον τρόπο να επιτευχθεί ένα δίκαιο οριοθετικό αποτέλεσμα.

Το τρίτο και τελευταίο ,στάδιο οριοθέτησης είναι το στάδιο της επαλήθευσης της επίτευξης ενός δίκαιου αποτελέσματος.
Οριοθετήσεις Α.Ο.Ζ. και υφαλοκρηπίδας από τα Διεθνή Δικαστήρια.

Το ΔΔΧ, έχει ασχοληθεί με 14 περιπτώσεις οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και το ΔΔΔΘ με μία, δημιουργώντας σημαντική νομολογία, η οποία όμως δεν λαμβάνεται υπόψη αυτούσια σε κάθε περίπτωση οριοθέτησης, όπως έχει καταλήξει το ΔΔΧ σε σχετική γνωμάτευσή του.

Ας δούμε μερικές από αυτές τις περιπτώσεις.

Τον Οκτώβριο του 1967, Δανία, Ολλανδία και η, τότε, Δυτική Γερμανία, προσέφυγαν στο ΔΔΧ, σε σχέση με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας αφενός μεταξύ των δύο πρώτων χωρών, οι οποίες είχαν ήδη επικυρώσει τη Σύμβαση της Γενεύης του 1958 και αφετέρου της τρίτης (τέως ΟΔΓ), η οποία δεν την είχε επικυρώσει.

Η απόφαση εκδόθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1969 και διαμόρφωσε βαρύνουσα νομολογία ως προς τα ανάλογα ζητήματα οριοθετήσεων της υφαλοκρηπίδας. Η απόφαση αυτή επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τις εργασίες της Γ’ Διπλωματικής Διάσκεψης κατά την κατάρτιση της Σύμβασης για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του 1982.

Αναφέρουμε ένα απόσπασμα από την απόφαση του ΔΔΧ: «Είναι απαραίτητο να εξετάσει κανείς στενά τη γεωγραφική διαμόρφωση της ακτογραμμής των χωρών… διότι το έδαφος είναι η νομική πηγή ισχύος η οποία μπορεί να ασκηθεί πάνω σε εδαφικές εκτάσεις προς τη θάλασσα (και έτσι) θα πρέπει πρώτα να καθοριστεί με σαφήνεια ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά τα οποία στην πραγματικότητα συνιστούν τέτοιες εκτάσεις».

Πολύ σημαντική είναι η υπόθεση της υφαλοκρηπίδας της θάλασσας της Μάγχης (1977). Γαλλία και Μ. Βρετανία είχαν απευθυνθεί σε πενταμελές Διαιτητικό Δικαστήριο και ζητούσαν να οριοθετήσει η υφαλοκρηπίδα στο Στενό της Μάγχης (ή Βρετανικό Δίαυλο) και στη Θάλασσα Iroise, μεταξύ των ΒΔ ακτών της Γαλλίας και των νότιων ακτών της Γαλλίας, λόγω της παρουσίας: i) των αγγλονορμανδικών νησιών ή Channel Islands, που τελούν υπό την επικυριαρχία της Μ. Βρετανίας και βρίσκονται μέσα στον Κόλπο Granville της Γαλλίας, ii) της νήσου Ile de Quessant που ανήκει στη Γαλλία και βρίσκεται δυτικά και κοντά στις γαλλικές ακτές στη Βρετάνη (δυτικότερες ακτές της Γαλλίας στον Ατλαντικό Ωκεανό) και ii) των νησίδων Scilly, που ανήκουν στη Μ. Βρετανία και βρίσκονται πέρα από τις νοτιοδυτικές ακτές της Κορνουάλης (νοτιοδυτικότερες της Μ. Βρετανίας στον Ατλαντικό).

Το Δικαστήριο βασίστηκε τόσο στη Σύμβαση της Γενεύης του 1958 περί υφαλοκρηπίδας, όσο και στην απόφαση του ΔΔΧ, ως προς τις υποθέσεις της Βόρειας Θάλασσας.

Το σύμπλεγμα των Channel Islands (Τζέρσεϊ, Γκάρνσεϊ, Σαρκ, Ολντέρνεϊ κ.ά.), έχει έκταση 195 τ. χλμ. και πληθυσμό, περίπου 170.000 κατοίκους. Τα κύρια νησιά είναι 6, ενώ τα υπόλοιπα νησιά του συμπλέγματος είναι ακατοίκητες νησίδες και βράχοι. Όμως, το Δικαστήριο, επισήμανε ότι: «Η περίπτωση είναι πολύ διαφορετική… από την περίπτωση όπου πολυάριθμα νησιά εκτείνονται το ένα μετά το άλλο σε μεγάλη απόσταση από την ηπειρωτική χώρα»(παρ.199).

Ως τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να θεωρηθεί το σύμπλεγμα των νησιών του Αιγαίου, τα οποία συγκροτούν ένα συμπαγές σύνολο που συνέχεται με το ηπειρωτικό έδαφος με αδιάσπαστο τρόπο (Κρατερός Ιωάννου – Αναστασία Στρατή, «ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ»).

Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο αντιμετώπισε τις βρετανικές και γαλλικές ακτές ως μία περίπτωση «ευρείας γεωγραφικής αναλογίας», την οποία διατάρασσε η παρουσία των αγγλονορμανδικών νησιών.
Αυτό ακριβώς το στοιχείο, επέστρεψε τη χάραξη μιας μέσης γραμμής μεταξύ των «ηπειρωτικών» ακτών των δύο κρατών (mid-Channel median Line) και στη συνέχεια την υιοθέτηση μιας ειδικής λύσης ,αυτή του «θύλακα» υφαλοκρηπίδας για τα νησιά.

Επίσης, το Διαιτητικό Δικαστήριο, απέδωσε «μισή επήρεια» στα νησιά Scilly Isles της Μ. Βρετανίας στον Ατλαντικό, κρίνοντας ότι η προβολή τους επέβαλε μια οροθετική γραμμή, διαφορετική απ’ τη γραμμή της ίσης απόστασης.

Το νησιωτικό αυτό σύμπλεγμα, αποτελείται από 48 νησιά, από τα οποία 6 είναι ακατοίκητα. Αντίθετα, το Δικαστήριο αναγνώρισε πλήρη επήρεια στα νησιά Isle of Wight (Μ. Βρετανία) και Ile de Quessant (Γαλλία), ακόμα και στον βράχο Eddystone Rock (Μ. Βρετανία), το νομικό καθεστώς του οποίου αμφισβητούσε η Γαλλία, υποστηρίζοντας ότι είναι σκόπελος που βρίσκεται πέρα από το εξωτερικό όριο της αιγιαλίτιδας ζώνης. Το Δικαστήριο, αν και δεν αποφάνθηκε για το νομικό καθεστώς του βράχου, του απέδωσε πλήρη επήρεια, διαπιστώνοντας ότι η Γαλλία τον είχε αποδεχθεί ως σημείο βάσης για τα αλιευτικά όρια της Μ. Βρετανίας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Αλιείας του 1964 (παρ.140) (Κ. Ιωάννου – Α. Στρατή, «ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ»)

Στην υπόθεση, για την υφαλοκρηπίδα Λιβύης-Μάλτας(1985), το ΔΔΧ, εφάρμοσε το «δίκαιο» κριτήριο της «αναλογικότητας» (proportionality criterion), σύμφωνα με το οποίο, υπάρχει συνεκτίμηση του παράγοντα «έκταση των ακτών των αντίστοιχων κρατών (length of relevant coasts), στην προς οριοθέτηση περιοχή, σε σχέση με τις αποδιδόμενες εκτάσεις (relevant areas) στο κάθε κράτος», το μήκος των ακτών μπορεί να συνεκτιμηθεί σε σχετική περίπτωση, ενώ δεν δίνεται απάντηση στο ερώτηση αν υπάρχει ακριβής μαθηματική σχέση μεταξύ του συνολικού μήκους των ακτών και της τελικής οριοθέτησης σε ποσοστό επί τοις εκατό.

Είχε προηγηθεί στις 24/2/1982, η απόφαση του ΔΔΧ, για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Λιβύης και Τυνησίας. Η διαφορά των δύο κρατών, προέκυψε κυρίως λόγω της παρουσίας των νησίδων Κερκενάχ και της νήσου Τζέρμπα της Τυνησίας κοντά στις ακτές της Λιβύης, και της άρνησης (της Λιβύης) να ληφθούν αυτές υπόψη κατά την οριοθέτηση, επειδή η οριογραμμή θα μετατοπιζόταν σε βάρος της. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν δίκαιος ο αποκλεισμός της Τζέρμπα και των νησίδων Κερκενάχ κατά τους υπολογισμούς της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας, γιατί η πρώτη δεν αλλοίωνε τη γενική κατεύθυνση της ακτής, ενώ οι δεύτερες αποτελούσαν «σημαντικό γεγονός».

Ωστόσο, δεν δέχθηκε τη σύνδεση των νησίδων Κερκευάχ με ευθεία γραμμή, με τις κοντινές τους τυνησιακές ακτές, αλλά τελικά μετατόπισε την οριοθετική γραμμή προς τα δυτικά, σε όφελος της Λιβύης και μάλιστα υπέδειξε ενδεικτική οριοθετική γραμμή.

Το 1983, οριοθετήθηκαν τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ Γουινέας και Γουινέας – Μπισάου. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις που επικρατούσαν στην περιοχή (κοιλότητα των ακτών των κρατών, κοίλη διαμόρφωση των ακτών της Δυτικής Αφρικής και ύπαρξη ορισμένων νησιών στην προς οριοθέτηση περιοχή), απέρριψε την εφαρμογή της μεθόδου ίσης απόστασης, καθώς εκτίμησε ότι δεν επέφερε δίκαιο αποτέλεσμα (equitable result).

Αποφάσεις των Δικαστηρίων μετά το 1990 – Προσέγγιση με τις διατάξεις της Σύμβασης του Montego Bay

Με την απόφαση της 10/6/1992για την οριοθέτηση των Θαλάσσιων Ζωνών των νησιών Saint-Pierre και Miquelon, αναθεωρήθηκε η άποψη για μειωμένη επήρεια των νησιών. Πρόκειται για σύμπλεγμα δύο νησιών και λίγων παρακείμενων νησίδων, που βρίσκονται 2.200 ν.μ. μακριά απ’ τη Γαλλία, στην οποία ανήκουν, και πολύ κοντά στον Καναδά. Παρ’ όλα αυτά, το Δικαστήριο αναγνώρισε στα νησιά Θαλάσσιες και Υποθαλάσσιες Ζώνες 200 ν.μ. Η απόφαση αυτή, έχει μεγάλη σημασία για την Ελλάδα, καθώς τα γαλλικά νησιά αποτελούν συναφή περίπτωση με το Καστελλόριζο, με μια διαφορά (υπέρ της χώρας μας). Το νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης, απέχει από τη Ρόδο γύρω στα 60 ν.μ., πολύ λιγότερο από τα 2.200 ν.μ. των γαλλικών νησιών.

Ο Τούρκος ερευνητής Acer, το 2007, προσπαθώντας να αιτιολογήσει γιατί το Καστελλόριζο δεν αποτελεί ίδια περίπτωση με τα γαλλικά νησιά, παραθέτει μία σειρά από επιχειρήματα, όπως ότι στο Αιγαίο επικρατούν διαφορετικές συνθήκες, ότι θα ήταν καταστροφικά για την Τουρκία αν δινόταν οποιαδήποτε «επιρροή» στα ελληνικά νησιά, ότι νησιά του Αιγαίου που ανήκουν στην Ελλάδα λόγω μεγέθους και πληθυσμού, δεν μπορούν να έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ κλπ. (εκτενές απόσπασμα στα αγγλικά υπάρχει στο βιβλίο «ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ, σελ. 326). Νομικοί δεν είμαστε, αλλά τα τουρκικά επιχειρήματα σε οποιοδήποτε ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ και ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ Δικαστήριο, θα κατέρρεαν σε χρόνο dt…

Με την απόφαση της 14/6/1993, για τη Θαλάσσια Οριοθέτηση στην περιοχή μεταξύ Γροιλανδίας και νήσου Jan Mayen (Νορβηγία), το ΔΔΧ, δέχθηκε ότι το να δοθεί μειωμένη επήρεια στο συγκεκριμένο νησί με αντίστοιχη πλήρη επήρεια στην απέναντι ακτή της Γροιλανδίας, θα ήταν αντίθετο όχι μόνο με το εθιμικό δίκαιο που αναγνωρίζει θαλάσσιες ζώνες στα νησιά μέχρι 200 ν.μ. από τις γραμμές βάσης, αλλά και αντίθετο στις απαιτήσεις της ευθυδικίας (παρ. 70).

Μετά την εφαρμογή της Σύμβασης για το ΔΔΘ (1994)

Η Σύμβαση για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, τέθηκε σε ισχύ στις 16/12/1994, ενώ για πρώτη φορά εφαρμόστηκαν οι διατάξεις της σε διαφορά οριοθέτησης, στην απόφαση της 17/12/1999 για τις θαλάσσιες ζώνες Ερυθραίας-Υεμένης. Με αυτήν, αναγνώρισε πλήρη επήρεια σε νησιά που βρίσκονται κοντά στις ακτές, ενώ δεν έλαβε καθόλου υπόψη τα νησιά της Υεμένης Jabal al-Tayr και al-Zubayr (σύμπλεγμα νήσων), που βρίσκονται μεσοπέλαγα και είναι ακατοίκητα. Το Δικαστήριο, αναγνώρισε ανεπιφύλακτα το δικαίωμα όλων των νησιών νησίδων και βράχων σε αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ν.μ., απορρίπτοντας μεταξύ άλλων, το επιχείρημα της Υεμένης, περί μειωμένης επήρειας των νησιών της Ερυθραίας που βρίσκονταν πέρα από το όριο των 12 ν.μ. από την ακτή. (παρ. 156-157).

Με την απόφαση του ΔΔΧ στις 16/3/2001 για τη Θαλάσσια Οριοθέτηση και τα Εδαφικά Ζητήματα μεταξύ του Κατάρ και του Μπαχρέιν, ανασκευάζονται ορισμένα σημεία της απόφασης του 1999 για Ερυθραία – Υεμένη, τα οποία είχαν αμφισβητηθεί έντονα. Ως ειδική περίπτωση χαρακτηρίστηκε από το ΔΔΧ ένα μικρό, ακατοίκητο και έρημο νησί, το Qit’ at Jaradah, στο μέσο της απόστασης μεταξύ του κύριου νησιού του Μπαχρέιν και του Κατάρ και το Fashtal Jarim, ένας εκτενής σχηματισμός που βρίσκεται εν μέρει στην αιγιαλίτιδα ζώνη του Μπαχρέιν, αλλά ένα μικρό μόνο τμήμα του βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, ενδεχόμενος συνυπολογισμός τους θα απέδιδε «δυσανάλογη» σημασία σε ασήμαντους νησιωτικούς σχηματισμούς, διαστρεβλώνοντας το θαλάσσιο όριο.

Η απόφαση για τη νήσο Serpent της Μαύρης Θάλασσας

Το νησί Serpent (ή Νήσος των Όφεων ή Φιδονήσι), βρίσκεται στη Μαύρη Θάλασσα και ανήκει στην Ουκρανία. Έχει έκταση 0,17 χλμ. ενώ κατοικήθηκε για πρώτη φορά το 2004 από 100 άτομα. Στις 16/9/2004 η ρουμανική πλευρά έφερε στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης ,το θέμα των θαλάσσιων συνόρων με την Ουκρανία. Στο νησί Serpent που απέχει περισσότερο από 20 ν.μ. από τα σύνορα Ρουμανίας-Ουκρανίας αναγνωρίστηκαν μόνο τα δικαιώματα ενός βράχου, δηλαδή τα χωρικά ύδατα, γιατί σύμφωνα με το Δικαστήριο διαφορετικά θα είχαμε έναν «επαναπροσδιορισμό της γεωγραφίας» (“judical refashioning of geography”) που δεν επιτρέπεται από το δίκαιο της οριοθέτησης και τη διεθνή πρακτική.

Στις 8/10/2007 το ΔΔΧ γνωμοδότησε για την Εδαφική και Θαλάσσια Διαφορά μεταξύ Νικαράγουας και Ονδούρας και δεν απέδωσε στα 4 νησιά που επιδικάστηκαν στην Ονδούρα, δυσανάλογα μεγαλύτερο τμήμα της αμφισβητούμενης περιοχής.

Η πρώτη υπόθεση οριοθέτησης από το ΔΔΔΘ

Στις 4/3/2012 εκδόθηκε η πρώτη απόφαση του ΔΔΔΘ για την Οριοθέτηση του Θαλασσίου Συνόρου μεταξύ του Μπανγκλαντές και της Μιανμάρ στον Κόλπο της Βεγγάλης. Μεγάλη σημασία δόθηκε στο νησί St. Martin που βρίσκεται εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης του Μπανγκλαντές. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι το νησί αυτό είναι σημαντικός νησιωτικός σχηματισμός λόγω του μεγέθους του (8 τ.χλμ.), του πληθυσμού του (7.000) και της οικονομικής του ζώνης, αναγνωρίζοντάς του πλήρη επήρεια και παράλληλα επιβεβαίωσε την πάγια πλέον νομολογία περί υπεροχής της αιγιαλίτιδας ζώνης έναντι της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ γειτονικού κράτους.
Μετά τις «προβληματικές» αποφάσεις για το νησί Serpent και το νησί St. Martin, όπου γινόταν έμμεση αναφορά σε «ανώτερο δικαίωμα» των ηπειρωτικών εδαφών έναντι των νησιωτικών, στην υπόθεση της Εδαφικής Διαφοράς και Θαλάσσιας Οριοθέτησης Νικαράγουας-Κολομβίας, με την απόφαση της 19/11/2012, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε κατηγορηματικά ότι τα νησιά έχουν κατ’ αρχήν ίσα δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες με τα ηπειρωτικά εδάφη.

Η γεωγραφική θέση των νησιών της Κολομβίας (η κυριαρχία της οποίας σ’ αυτά επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο) είναι ακριβώς αντίστροφη από τη θέση των ελληνικών νησιών στο Αιγαίο. Τα νησιά της Κολομβίας βρίσκονται ανατολικά των ακτών της Νικαράγουας ,σε απόσταση μεγαλύτερη των 100 ν.μ. και των 388 ν.μ. από το ηπειρωτικό έδαφος της Κολομβίας αντίστοιχα, ενώ τα ελληνικά νησιά δυτικά των ακτών της Τουρκίας (με αδιάκοπη όμως συνέχεια ηπειρωτικού νησιωτικού εδάφους).

Επίλογος

Το άρθρο αυτό ίσως είναι το πιο εξειδικευμένο από όλα όσα έχουμε γράψει. Θελήσαμε όμως να παρουσιάσουμε όλες τις αποφάσεις των Διεθνών Δικαστηρίων για θέματα Α.Ο.Ζ. και υφαλοκρηπίδας. Εκείνο που μπορούμε να συμπεράνουμε είναι ότι μετά το 1990, τα νησιά εξομοιώνονται με τα ηπειρωτικά εδάφη στα δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες. Οι αποφάσεις είναι συχνά διαφορετικές, δεν υπάρχει δεδικασμένο και φαίνεται ότι τα Διεθνή Δικαστήρια προσπαθούν να δυσαρεστήσουν τους αντίδικους όσο γίνεται λιγότερο. Κανένα κράτος δεν πήρε το 100% απ’ όσα ζητούσε και κανένα όμως δεν έφυγε με άδεια χέρια. Πολιτικές σκοπιμότητες, έξωθεν πιέσεις, γεωστρατηγικοί παράγοντες κ.ά. έπαιξαν και θα παίξουν σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις των Δικαστηρίων. Ας το έχουμε υπόψη μας αν χρειαστεί να καταφύγουμε σ’ αυτά…

Πηγές:

ΚΡΑΤΕΡΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ-ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΣΤΡΑΤΗ, «ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ», ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 2012

ΧΡΗΣΤΟΣ Λ. ΡΟΖΑΚΗΣ, «Η ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΖΩΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, 2013

ΠΑΥΛΟΣ ΦΩΤΙΟΥ, «ΟΙ ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΖΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΜΕΣΟΓΕΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΦΑΛΟΚΡΗΠΙΔΑΣ (ΥΦΑΛ) ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΖΩΝΗΣ (ΑΟΖ)», στο συλλογικό έργο «ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΜΕΛΛΟΝ», ΕΛ.ΙΣ.ΜΕ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΗΜ. Ν. ΠΑΠΑΔΗΜΑ, 2017

ΛΑΜΠΡΟΣ Δ. ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ, «ΥΦΑΛΟΚΡΗΠΙΔΑ-Α.Ο.Ζ. ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ, 2019

Δρ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΥΣΟΧΟΥ, «ΟΙ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΘΑΛΛΑΣΙΩΝ ΖΩΝΩΝ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ: ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ, ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ Η ΔΙΑΜΟΡΦΟΥΜΕΝΗ ΤΑΣΗ», Academia.edu

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή