Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Στις φλογές το Ιντλίμπ! Οι πραγματικοί στόχοι της Άγκυρας – Τα πιθανά σενάρια και η στάση της Μόσχας

Μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες οι υποστηριζόμενες από τη Ρωσία δυνάμεις του Άσαντ σκότωσαν 13 Τούρκους στρατιώτες σε δύο επιθέσεις στο Ιντλίμπ

Δημοσιεύτηκε στις

Μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες οι υποστηριζόμενες από τη Ρωσία δυνάμεις του Άσαντ σκότωσαν 13 Τούρκους στρατιώτες σε δύο επιθέσεις στη συριακή επαρχία της Ιντλίμπ.

Αναλυτές του Middle East Eye σημειώνουν πάντως ότι αυτές οι επιθέσεις δεν θα πραγματοποιούνταν χωρίς την έγκριση της Μόσχας, του υποστηρικτή του συριακού καθεστώτος. Όλα αυτά φυσικά σε βάρος της Άγκυρας, η οποία βλέπει με ολοένα και μεγαλύτερη ανησυχία τις εξελίξεις.

Αυτές οι δύο επιθέσεις ουσιαστικά ξεμπρόστιασαν τις αντιθέσεις, τα όρια και τη φύση των σχέσεων Τουρκίας- Ρωσίας, οι οποίες τα τελευταία χρόνια είδαν θεαματική βελτίωση. Παρά την απροσδόκητη χρήση της λέξης “στρατηγική” από ορισμένους Τούρκους αξιωματούχους και εμπειρογνώμονες για την απεικόνιση της φύσης των σχέσεων Μόσχας – Άγκυρας, οι διμερείς σχέσεις τους απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν ιδανικές.

Σύμφωνα με ανάλυση του Middle East Eye, οι ρωσοτουρκικές σχέσεις στην παρούσα τους μορφή είναι προϊόν πολιτικού ρεαλισμού, πραγματισμού και κοινής δυσαρέσκειας για τη Δύση. Τείνει μάλιστα να υπάρχει μεγαλύτερη σαφήνεια από τη ρωσική πλευρά όταν προσδιορίζει τη φύση και την ποιότητα αυτών των σχέσεων, τις οποίες χαρακτηρίζουν καθαρά «ωφελιμιστικές». Από την άλλη η Άγκυρα τείνει να υπερεκτιμά αυτές τις σχέσεις.

Προσδιορίζοντας τη φύση των σχέσεων

Οι διαδικασίες της Αστάνας και του Σότσι δεν έγιναν μόνο για τη Συρία αλλά και για την αναδιατύπωση της φύσης των σχέσεων μεταξύ της Ρωσίας, της Τουρκίας και του Ιράν. Στα συμφραζόμενα όμως της συριακής κρίσης αυτή η αναδιατύπωση αφορούσε κυρίως τη Μόσχα και την Άγκυρα.

Παρά όμως αυτές τις αναδιατυπώσεις, οι στρατηγικές αντιφάσεις και οι γεωπολιτικές αποκλίσεις μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας στη Συρία έχουν παραμείνει εξίσου χαοτικές μετά την πορεία της Αστάνα.

Επιπλέον, εξετάζοντας τη στάσης της Ρωσίας ή τουλάχιστον την απουσία ουσιαστικής απάντησης στις ανησυχίες και τα αιτήματα της Τουρκίας όσον αφορά στην Ιντλίμπ, είναι σαφές ότι οι σχέσεις αυτές δεν βασίζονται στη συμμετρία, όπως συχνά τονίζουν οι Τούρκοι αξιωματούχοι.

Αντίθετα, οι σχέσεις αυτές βασίζονται στην ασυμμετρία προς όφελος της Μόσχας. Τώρα, και με τις δύο πλευρές να εμπλέκονται σε μια κλιμακούμενη ένταση, δοκιμάζονται τα όρια τους στην Ιντλίμπ.

Η Τουρκία έχει σίγουρα μία σειρά επιλογών για να απαντήσει στη Ρωσία και στο καθεστώς Άσαντ. Ωστόσο, καμία από αυτές τις επιλογές δεν είναι καλή. Παρά την εντεινόμενη αυτή κατάσταση όμως, είναι πολύ πιθανό οι τουρκορωσικές σχέσεις να επιβιώσουν από αυτό το επεισόδιο. Αυτές οι σχέσεις εξακολουθούν να είναι πολύ χρήσιμες και για τις δύο πλευρές να εγκαταλείψουν.

Οι πραγματικοί στόχοι

Με το να διατηρεί στρατιωτική παρουσία στην Ιντλίμπ η Τουρκία έχει ως στόχο να επιτύχει μια σειρά από πολιτικούς στόχους. Αρχικά, η πρωταρχική της ανάγκη είναι να ανακόψει τα προσφυγικά κύματα στα σύνορά της. Σύμφωνα με πληροφορίες από τον ΟΗΕ, από την 1η Δεκεμβρίου του 2019, περίπου 700.000 άνθρωποι έχουν φύγει από τα σπίτια τους για τα τουρκικά σύνορα.

Εάν το καθεστώς Άσαντ συνεχίσει την στρατιωτική επιχείρησή του ειδικοί υπολογίζουν ότι οι αριθμοί των προσφύγων θα αυξηθούν σε εκατομμύρια.

Ήδη η κυβέρνηση Ερντογάν αντιμετωπίζει σοβαρό πολιτικό πρόβλημα εντός της Τουρκίας για το θέμα των προσφύγων και είναι αποφασισμένη να τους κρατήσει μακριά από τα σύνορά της. Εντούτοις, κρατώντας τους πρόσφυγες μακριά από τα σύνορά της είναι μεν η καλύτερη διαχείριση της κρίσης, αλλά δεν αποτελεί οριστική λύση στο πρόβλημα.

Κατά δεύτερο, η Τουρκία θέλει να συνδέσει τη μελλοντική στρατιωτική παρουσία της στη Συρία και στην Ιντλίμπ με την πολιτική διαδικασία στη Συρία, προκειμένου να εξασφαλίσει παραχωρήσεις από το καθεστώς. Από αυτή την άποψη, εάν το καθεστώς συνεχίσει να προχωρεί στρατιωτικά στην Ιντλίμπ, ο μοχλός πίεσης της Τουρκίας θα αποδυναμωθεί αρκετά.

Τρίτον, με παρόμοιο τρόπο, η Τουρκία θέλει να αξιοποιήσει το στρατιωτικό της βάρος στη Συρία κατά τη διάρκεια της πολιτικής διαδικασίας, προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τα πολιτικά οφέλη για τους Κούρδους και ειδικότερα θα προσπαθήσει να αποτρέψει τη δημιουργία οποιασδήποτε πολιτικής ή συνταγματικής αναγνώρισης τους.

Τα πιθανά σενάρια

Προκειμένου να επιτύχει αυτούς τους στόχους, η Τουρκία αισθάνεται υποχρεωμένη να προχωρήσει μέχρι τέλους, ιδιαίτερα όταν οι συνομιλίες με τους Ρώσους δεν παράξουν απτά αποτελέσματα. Για το σκοπό αυτό, η Τουρκία έχει αρχίσει να αναπτύσσει μεγάλη στρατιωτική δύναμη στην Ιντλίμπ.

Ταυτόχρονα η Τουρκία διευκολύνει επίσης την ενίσχυση των δυνάμεων της αντιπολίτευσης της Συρίας. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο εναέριος χώρος στη βορειοδυτική Συρία ελέγχεται από τη Ρωσία (και ως εκ τούτου δεν είναι ανοιχτός στην Τουρκία), η στρατιωτική δραστηριότητα της Τουρκίας θα έχει πολλά τρωτά σημεία.

Με δεδομένο αυτό το πλαίσιο, ποιες επιλογές έχει η Τουρκία;

Αρχικά, εάν το καθεστώς Άσαντ και η Ρωσία επιμείνουν στις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις, αυτό θα δημιουργήσει περεταίρω κλιμάκωση μεταξύ των δυνάμεων αυτών και της Τουρκίας. Σε αυτό το σενάριο, η Τουρκία θα ακολουθήσει πιθανώς την πολιτική της πρόκλησης κόστους για τη Μόσχα και τη Δαμασκό και τη διεύρυνση του γεωγραφικού χώρου αυτής της κλιμάκωσης.

Η θέση της Ρωσίας στα ανατολικά του Ευφράτη εξακολουθεί να είναι ευάλωτη. Επιπλέον, η αμερικανική παρουσία σε αυτή την περιοχή μπορεί να αποτελέσει πλεονέκτημα για την Τουρκία. Με την αύξηση του κόστους της κλιμάκωσης για τη Μόσχα και τη Δαμασκό, η Τουρκία ουσιαστικά έχει στόχο να αναγκάσει τη Ρωσία να συνάψει νέα συμφωνία.

Δεύτερον, με παρόμοιο τρόπο, επιδιώκοντας μια ισχυρή στρατιωτική παρουσία στην Ιντλίμπ, η Τουρκία θέλει να αποκαταστήσει την ισορροπία αποτροπής με το συριακό καθεστώς και τη Ρωσία. Πράγματι, η Τουρκία προσπαθεί να στείλει το μήνυμα ότι δεν θα δώσει μια εύκολη νίκη στη Ρωσία και στον Άσαντ. Αντίθετα, η Άγκυρα δείχνει ότι θα κάνει και για τους δύο τη στρατιωτική λύση καταστροφικά δαπανηρή.

Μπαχτσελί: Να είναι έτοιμη η Τουρκία να φτάσει έως τη Δαμασκό

Την ώρα που η ένταση ανάμεσα στην Συρία και την Τουρκία αυξάνεται συνεχώς ο κυβερνητικός εταίρος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ανέφερε ότι η Άγκυρα «θα πρέπει να είναι έτοιμη να φτάσει έως τη Δαμασκό, αν δεν υπάρχει άλλη επιλογή». «Αν χρειαστεί θα πρέπει η Τουρκία να προετοιμαστεί για εισβολή στη Συρία», ανέφερε ο επικεφαλής του εθνικιστικού τουρκικού κόμματος, ο οποίος χαρακτήρισε τον πρόεδρο της Συρίας Μπασάρ αλ Άσαντ ως «εγκληματία και δολοφόνο», σύμφωνα με όσα αναφέρει το cyprustimes.com.

Υπενθυμίζουμε ότι νωρίτερα, Σύροι αντάρτες που υποστηρίζονται από την Τουρκία κατέρριψαν ένα ελικόπτερο που πιστεύεται ότι ανήκει στις ένοπλες δυνάμεις της Συρίας στην πόλη Ναϊράμπ της επαρχίας Ιντλίμπ, όπως μετέδωσε το κρατικό τουρκικό τηλεοπτικό δίκτυο TRT Haber, καθώς συνεχίζονται οι συγκρούσεις μεταξύ των τουρκικών και των συριακών δυνάμεων στη συριακή επαρχία.

Το TRT Haber δεν έδωσε περισσότερες πληροφορίες για το συμβάν, το οποίο έγινε μία ημέρα αφού ο συριακός κυβερνητικός στρατός σκότωσε πέντε Τούρκους στρατιώτες στη βορειοδυτική Συρία, προκαλώντας τα αντίποινα των τουρκικών στρατευμάτων στην περιοχή.

Σύμφωνα με δύο διοικητές των Σύρων ανταρτών, το ελικόπτερο καταρρίφθηκε από πύραυλο εδάφους- αέρος τον οποίο εκτόξευσαν οι δυνάμεις τους.

Το ιστορικό της έντασης

Η ένταση μεταξύ Τουρκίας και Συρίας οξύνθηκε ακόμη περισσότερο χθες με νέες αιματηρές συγκρούσεις να σημειώνονται μεταξύ των στρατιωτικών δυνάμεών τους στην Ιντλίμπ, μια επαρχία που συνορεύει με την Τουρκία και όπου ο συριακός στρατός προελαύνει προκειμένου να θέσει υπό τον έλεγχό του το τελευταίο προπύργιο των τζιχαντιστών.

Από τον Δεκέμβριο τα βίαια επεισόδια στην περιοχή αυτή της βορειοδυτικής Συρίας έχουν προκαλέσει τον εκτοπισμό περίπου 700.000 ανθρώπων, σύμφωνα με τον ΟΗΕ.

Χθες, Δευτέρα, το βράδυ η Άγκυρα, που στηρίζει κάποιες ομάδες των Σύρων ανταρτών και διαθέτει στρατεύματα στην περιοχή, ανακοίνωσε ότι «εξουδετέρωσε» περισσότερους από 100 Σύρους στρατιώτες, απαντώντας στον θάνατο πέντε Τούρκων στρατιωτών που είχαν σκοτωθεί νωρίτερα την ίδια ημέρα.

Οι συγκρούσεις αυτές σημειώθηκαν σε ένα πλαίσιο άνευ προηγουμένου έντασης μεταξύ Άγκυρας και Δαμασκού μία εβδομάδα μετά τις μάχες στις οποίες σκοτώθηκαν περίπου 20 άνδρες και από τις δύο πλευρές στην Ιντλίμπ.

Την προηγούμενη εβδομάδα οκτώ Τούρκοι στρατιωτικοί σκοτώθηκαν σε βομβαρδισμό του συριακού στρατού εναντίον της επαρχίας Ιντλίμπ όπου η Δαμασκός έχει περικυκλώσει τρεις από τις 12 θέσεις παρατήρησης που ελέγχουν οι Τούρκοι στρατιώτες.

Ο Ερντογάν έδωσε διορία στη Δαμασκό να έχει απομακρύνει τα στρατεύματά της από τα τουρκικά σημεία παρατήρησης ως τα τέλη Φεβρουαρίου.

Εξάλλου η Άγκυρα έχει στείλει τις τελευταίες ημέρες ενισχύσεις και τεθωρακισμένα στην Ιντλίμπ.

Λίγο περισσότερη από τη μισή επαρχία Ιντλίμπ και γειτονικές περιοχές στις επαρχίες του Χαλεπιού, της Χάμα και της Λαττάκεια βρίσκονται υπό τον έλεγχο των τζιχαντιστών της Χάγιατ Ταχρίρ αλ Σαμ (πρώην παρακλάδι της αλ Κάιντα στη Συρία).

Στην περιοχή βρίσκονται επίσης και άλλες ομάδες τζιχαντιστών αλλά και Σύρων ανταρτών.

Επίσης, τις προηγούμενες ώρες ένα ελικόπτερο καταρρίφθηκε κοντά στο Nayrab του Idlib της Συρίας. Παραμένει άγνωστο σε ποιες δυνάμεις ανήκει, ωστόσο οι πρώτες πληροφορίες λένε πως ανήκει στο Συριακό στρατό. Το χτύπημα κατά του ελικοπτέρου φέρεται να έγινε με πύραυλο εδάφους – αέρα και συνδέεται με τη δράση εξτρεμιστών που σχετίζονται με την τρομοκρατική οργάνωση αλ-Νούσρα.

Παράλληλα, νέες φωτογραφίες διέρρευσαν χθες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από το συριακό μέτωπο και τις επιχειρήσεις της Τουρκίας. Συγκεκριμένα είδαν το φως της δημοσιότητας εικόνες που φέρονται να είναι από κατεστραμμένο κομβόι του τουρκικού στρατού κοντά στην Ταφτανάζ της Ιντλίμπ μετά από επίθεση του συριακού στρατού.

Συνολικά 51 μονάδες που ανήκουν στον συριακό στρατό, συμπεριλαμβανομένων δύο τανκς, μιας αντιαεροπορικής εγκατάστασης και μιας αποθήκης πυρομαχικών, καταστράφηκαν, ανακοίνωσε την Τρίτη το τουρκικό υπουργείο Άμυνας, σημειώνοντας πως έχει καταληφθεί ένα άρμα.

Νωρίτερα, ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έστειλε αυστηρό μήνυμα προς τη Συρία, μετά τον θάνατο πέντε Τούρκων στρατιωτών στην επαρχία Ιντλίμπ.

Ακόμη 700.000 πρόσφυγες προσπαθούν να διαφύγουν προς την Τουρκία

Οι μεγαλύτερες πληθυσμιακές μετακινήσεις στα εννέα χρόνια του αιματηρού εμφυλίου πολέμου έχουν καταγραφεί τις τελευταίες 10 εβδομάδες στην συριακή επαρχία του Ιντλίμπ, όπου σχεδόν 700.000 άνθρωποι πασχίζουν να διαφύγουν των σφοδρών συγκρούσεων που διεξάγονται ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τους Ρώσους συμμάχους τους και τους ένοπλους τζιχαντιστές και οι οποίες κινδυνεύουν να μετατρέψουν την περιοχή σε νεκροταφείο εάν συνεχισθούν οι εχθροπραξίες, ανακοίνωσαν σήμερα δύο υπηρεσίες του ΟΗΕ.

«Από την 1η Δεκεμβρίου, περίπου 690.000 άνθρωποι μετακινήθηκαν από τα σπίτια τους στο Ιντλίμπ και τις περιβάλλουσες ζώνες», δήλωσε ο Ντέιβιντ Σουάνσον, εκπρόσωπος του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ (OCHA), προσθέτοντας πως «πρόκειται για τον υψηλότερο αριθμό για μία τέτοια περίοδο, αφότου ξεκίνησε, προ εννέα ετών, η συριακή κρίση».

«Είναι η ταχύτερα διογκούμενη μετατόπιση που έχει κταγραφεί στην χώρα», τόνισε από την πλευρά του ο Γενς Λέρκε, από το ίδιο γραφείο, ενημερώνοντας πως στην περιοχή του Ιντλίμπ είναι «η παγκοσμίως μεγαλύτερη συγκέντρωση μετατοπισμένων κατοίκων και απαιτείται άμεσα ένας τερματισμός των εχθροπραξιών, προκειμένου να μην μετατραπεί σε νεκροταφείο».

Άλλοι 280.000 άνθρωποι ενδέχεται να αναζητήσουν διαφυγή από τα αστικά κέντρα σε περίπτωση που οι εχθροπραξίες συνεχισθούν, περιλαμβανομένης και της πόλης του Ιντλίμπ, η οποία έχει υπερκορεσθεί από ανθρώπους που κατέφυγαν εκεί από άλλες περιοχές και η οποία ακόμη δεν έχει βιώσει συγκρούσεις στο κέντρο της.

Οι περισσότεροι από τους μετακινούμενους πληθυσμούς κατευθύνονται προς τα βόρεια της επαρχίας Ιντλίμπ, κοντά στη μεθόριο με την Τουρκία, μία ζώνη που ακόμη δεν έχει πληγεί από σημαντικές συγκρούσεις. Από τα 17 εκατ. του πληθυσμού της Συρίας, τα 5,5 εκατ. ζουν ως πρόσφυγες στην ευρύτερη περιοχή—κατά κύριο λόγο στην Τουρκία—ενώ άλλα 6 εκατ. είναι πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους τη χώρα. Έτσι, οι μισοί από τους τρια εκατ. κατοίκους του Ιντλίμπ είναι Σύροι που έφθασαν εκεί για να διαφύγουν από τις μάχες σε άλλες περιοχές.

«Οι καταυλισμοί των μετατοπισμένων είναι υπερπλήρεις», τονίζει από την πλευρά της η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (HCR). «Πολυάριθμα σχολεία και τεμένη έχουν γεμίσει από μετατοπισμένες οικογένειες. Το να βρει κάποιος στέγη σε κάποιο, υπό κατασκευήν ακόμη, κτήριο, είναι αδύνατον σχεδόν», προσθέτει η ίδια υπηρεσία του ΟΗΕ.

Λίγο περισσότερο από το μισό έδαφος της Ιντλίμπ και οι γειτνιάζοντες τομείς του Χαλεπίου, εξακολουθούν να ελέγχονται από τζιχαντιστές της Χαγιάτ-Ταχρίρ αλ Σαμ.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός18 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις18 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO18 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO18 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή