Οικονομία
Τα μπαλκόνια της οργής και η αποστολή της Επικοινωνίας
Σοφία Βούλτεψη*
Τρεις ακριβώς εβδομάδες από τότε που στους έρημους δρόμους της Ιταλίας και της Ισπανίας ηχούσαν τραγούδια και μουσικές, τα μπαλκόνια έχουν σιγήσει. Έδωσαν τη θέση τους σε άλλα συναισθήματα και άλλους ήχους: Το αίσθημα της κόπωσης από την κοινωνική απομόνωση, οι… θόρυβοι από τις εσωτερικές μετακινήσεις επίπλων, γυναικείες φωνές από στιγμές ενδοοικογενειακής βίας και κάποιες άλλες, όλο και πιο συχνές: «Πεινάμε, δεν έχουμε να πληρώσουμε»!
Ναι, οι Ιταλοί και οι Ισπανοί δεν εξορκίζουν πια τον φόβο τραγουδώντας από τα μπαλκόνια. Το αίσθημα του φόβου υποχώρησε μπροστά στη νευρικότητα, αλλά και σε μια αυξανόμενη οργή. Έτσι, άλλοι πάνε πέρα δώθε τα έπιπλα αλλάζοντας τη διαρρύθμιση, άλλοι κάνουν εκκαθαρίσεις και γεμίζουν οι δρόμοι με κούτες σαβούρα, αλλά για εκατομμύρια Ιταλούς, γι’ αυτούς που ονομάστηκαν «φτωχοί του κορονοϊού», η ζωή έχει γίνει ακόμη πιο αφόρητη, καθώς δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ούτε τα στοιχειώδη.
Την ίδια ώρα, σε όλον τον κόσμο, αυξάνονται οι μαρτυρίες για κρούσματα ενδοοικογενειακής βίας. Μαρτυρίες ακόμη, καθώς όλοι παραμένουν στο σπίτι και οι γυναίκες δεν βρίσκουν στιγμή απομόνωσης (μέσα στην φυλακή της δικής τους οικογενειακής απομόνωσης) για να σηκώσουν το τηλέφωνο και να καταγγείλουν.
Αυτός είναι ο λόγος που παρατηρείται ακόμη και… ύφεση στην ενδοοικογενειακή βία, καθώς είναι αδύνατον να συγκεντρωθούν στοιχεία. Με αποτέλεσμα ήδη να τίθενται σε εφαρμογή άλλοι τρόποι επικοινωνίας με τα θύματα της βίας.
Κάθε άλλο παρά τυχαία, η υπουργός Εσωτερικών Λουτσιάνα Λαμορτσέζε ανακοίνωσε στις 31 Μαρτίου πως οι γονείς μπορούν να κάνουν σύντομες βόλτες κοντά στο σπίτι με τα παιδιά τους. Για μια ώρα την ημέρα και χωρίς να τρέχουν. Μια «χαλάρωση», όμως, που ο πρωθυπουργός Κόντε την πήρε αμέσως πίσω, λέγοντας πως τα παιδιά μπορούν να συνοδεύουν τους γονείς μόνο στα ψώνια στο σουπερμάρκετ.
Μεγάλο το στρες της κοινωνικής απομόνωσης
Οι επιστήμονες αποφάνθηκαν πως το στρες είναι μεγάλο. Οι φιλόσοφοι θυμίζουν πως για την ανθρώπινη φύση το υπέρτατο αγαθό είναι η Ελευθερία. Στέκει περήφανη πάνω από τον φόβο για τη ζωή – διαφορετικά πώς τόσοι πολλοί από καταβολής κόσμου δεν φοβήθηκαν να θυσιάσουν τη ζωή τους υπέρ του υπέρτατου αγαθού;
Η φυσική τάση του ανθρώπου προς την ελευθερία επικρατεί του φόβου. Η κοινωνική συναναστροφή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ελευθερίας του ανθρώπου.
Εμείς εδώ δεν πολυβγήκαμε στα μπαλκόνια. Αλλά το βασικό συναίσθημα, το αίσθημα της απομόνωσης, υπάρχει. Εκεί βρίσκεται και η εξήγηση για τις εικόνες συνωστισμού που παρακολουθήσαμε. Όχι μόνο συνωστισμού, αλλά και κοινωνικού αυτοματισμού – είδαμε κιόλας ακόμη και χειροδικίες και απειλές μεταξύ πολιτών στις ουρές, αλλά και τις πρώτες αμφισβητήσεις (με την βοήθεια ανόητων θεωριών συνωμοσίας).
Ο Ρουσσώ στον καιρό της καραντίνας και το Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο
«Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος αλλά παντού είναι στις αλυσίδες. Και εκείνος που πιστεύει ότι είναι κύριος άλλων είναι ο ίδιος περισσότερο σκλάβος από αυτούς», έγραψε ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ, που διακήρυσσε ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να απαρνηθεί την ελευθερία του, διότι θα ήταν σα να απαρνείται την ίδια του τη φύση.
Και εδώ έρχεται το Κοινωνικό Συμβόλαιο: Ο άνθρωπος συμφωνεί να παραχωρήσει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του στο κοινωνικό σύνολο και να τις απολαμβάνει μέσω του συνόλου. Και αυτό πρέπει να γίνεται εθελοντικά, αφού αποκτηθεί η συνείδηση ότι η προσωπική επιθυμία είναι μια πρωτόγονη κατάσταση και πλέον το άτομο είναι πολίτης, ανήκει στον λαό και ασκεί εξουσία μέσω των εκπροσώπων του, που ψηφίζουν τους νόμους στο όνομά του.
Σ’ αυτήν την συγκυρία, η Ελλάδα έχει την τύχη να διαθέτει μια κυβέρνηση με ισχυρή εντολή – που εγκαίρως έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα – έναν αποφασιστικό πρωθυπουργό – που στιγμή δεν κοντοστάθηκε μπροστά στο πολιτικό κόστος – και σοβαρούς επιστήμονες – που με την ψυχραιμία και την συγκρατημένη τους αισιοδοξία μάχονται και δίνουν κουράγιο.
Έχουμε επίσης την τύχη να διαθέτουμε λαό προσαρμοστικό και ευέλικτο, που εθελοντικά παραχώρησε την προσωπική του ελευθερία – χωρίς να παραιτείται από την προσήλωσή του στη Δημοκρατία – γνωρίζοντας πως αυτός ο εχθρός δεν πολεμιέται με ηρωικές εξόδους, αλλά με τον, επίσης ηρωικό, αυτοπεριορισμό.
Ωστόσο, το αίσθημα της απώλειας της ελευθερίας παραμένει. Και όταν τα νεύρα είναι τεντωμένα, η ανάγκη για εκτόνωση μπορεί να εκδηλωθεί με απειθαρχία. Και όταν η λαίλαπα θα περάσει και στην προσωπική ζωή του καθενός θα κάνουν την εμφάνισή τους άλλα προβλήματα, η χαρά της καινούργιας ζωής θα φέρει τη λήθη. Η νίκη έχει πολλούς γονείς, μόνο η ήττα έχει έναν.
Αν οργίζεται η Πολιτεία, θα οργιστούν όλοι!
Και εδώ τη λύση μπορεί να τη δώσει μόνο το ανθρώπινο πρόσωπο της Πολιτείας, ου μην αλλά και της δημοσιογραφίας. Χωρίς αυταρχισμό, χωρίς πατερναλισμό, χωρίς επιθέσεις και χαρακτηρισμούς πολιτών, χωρίς στεγνά προσωπεία. Ένας μόνο μπορεί να κουνά το δάχτυλο – όχι όλοι.
Τώρα πια όλοι έχουν καταλάβει πως πρέπει να μείνουν στο σπίτι. Με το καλό, με το κακό, με τα πρόστιμα, με τις απαγορεύσεις, το γνωρίζουν όλοι. Η μάχη τώρα θα δοθεί στο πεδίο της ανθρωπιάς και της κατανόησης. Αν η Πολιτεία δώσει την εντύπωση ότι λειτουργεί συνολικά ως χωροφύλακας, τότε θα γίνουν όλοι χωροφύλακες. Αν η Πολιτεία εμφανίζεται μονίμως οργισμένη, θα οργιστούν όλοι.
Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της επικοινωνίας! Αυτή είναι η αποστολή της! Δεν είναι μόνο το τι λέμε, αλλά και πώς το λέμε! Είναι το ύφος, οι λέξεις, οι κινήσεις, η γλώσσα του σώματος, η δυσφορία που μπορεί να αποπνέει.
Το μήνυμα είναι το μέσο. Και το μήνυμα πρέπει να είναι ένα νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο. «Αν ήμουν ηγεμόνας ή νομοθέτης δεν θα έχανα τον καιρό μου να μιλώ για το τι πρέπει να γίνει. Θα το έκανα και θα σιωπούσα», έλεγε ο Ρουσσώ.
Έλεγε, όμως, και το άλλο: «Ευτυχία δεν είναι να κάνεις αυτό που θέλεις, αλλά να μην κάνεις αυτό που δεν θέλεις». Και το στοίχημα είναι πάντα να πείθουμε αυτούς που αν και δεν θέλουν να κάνουν κάτι, το κάνουν από αντίδραση.
Κι’ αν, όπως λέμε, βρισκόμαστε δυο βδομάδες πίσω από χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία – και πολύ πίσω από την Κίνα – είναι πιθανόν σ’ αυτά που συμβαίνουν τώρα σε διάφορες χώρες να βλέπουμε σκηνές από το μέλλον μας. Το άμεσο μέλλον μας, αλλά και το απώτερο, το μέλλον που περιλαμβάνει μια μακρά και δύσκολη περίοδο, που θα επεκταθεί και μετά την υγειονομική κρίση, όταν θα πρέπει να ξαναπάρει μπροστά η οικονομία.
Οργή ακόμη και στην Κίνα
Ακόμη και στην Κίνα υπάρχουν εκρήξεις οργής. Στις 27 Μαρτίου ξέσπασαν συγκρούσεις στα σύνορα μεταξύ των επαρχιών Χουμπέι και Ζιανξί. Συνέβη μετά την μερική λήξη της καραντίνας στη Χουμπέι – εκτός από την περιοχή της Ουχάν όπου η καραντίνα ισχύει ως τις 8 Απριλίου – καθώς ο κόσμος προσπάθησε κατά χιλιάδες να μετακινηθεί και βρέθηκε αντιμέτωπος με τους αστυνομικούς που είχαν την αποστολή να περιορίσουν τις μαζικές μετακινήσεις.
Σε πρώτη φάση, ξέσπασαν αντιδικίες μεταξύ των αστυνομικών των δύο επαρχιών, καθώς η επαρχία της Ζιανξί επιτρέπει την είσοδο στους κατοίκους της Χουμπέι, αλλά με ιατρικό πιστοποιητικό. Το γεγονός προκάλεσε ένα είδος λαϊκής εξέγερσης πάνω στη γέφυρα του ποταμού Γιαντσέ και χιλιάδες πολίτες, μετά από καραντίνα 62 ημερών, έλαβαν μέρος σε μια γενικευμένη έκρηξη βίας. Για να ηρεμήσουν τα πράγματα χρειάστηκαν η επέμβαση και οι διαβεβαιώσεις για εξεύρεση λύσης από τον τοπικό γενικό γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Οργή ξέσπασε στην Κίνα και όταν οι αξιωματούχοι εμφανίστηκαν να φορούν κατά τις περιοδείες τους τις χειρουργικές μάσκες που προορίζονταν για τα νοσοκομεία των γιατρών. Και τον γύρο του διαδικτύου είχαν κάνει οι φωτογραφίες με τις «κεφαλές του κόμματος» εφοδιασμένες με ειδικές μάσκες που προορίζονταν για τα νοσοκομεία να συνομιλούν με γιατρούς που φορούσαν… απλές μάσκες!
Ξέσπασε σάλος στο διαδίκτυο, με την κυβέρνηση να δικαιολογείται πως τα μέλη της χρησιμοποίησαν τις μάσκες που τους έστειλε ο Ερυθρός Σταυρός Κίνας, ο οποίος βρίσκεται τώρα υπό κατηγορία για την κίνησή του αυτή.
Δράμα χωρίς τέλος στην Ισπανία
Στην Ισπανία, οι συγκρούσεις μεταξύ πολιτών και αστυνομικών είναι συχνές, καθώς και εκεί ο εκνευρισμός προκαλεί εκρήξεις βίας. Πολύ περισσότερο που το καθεστώς των αυτονομιών οδηγεί τους πολίτες σε εκρήξεις κατά του κεντρικού κράτους, αλλά και σε αμφισβήτηση των αποφάσεών του.
Σε πείσμα όσων εδώ στην Ελλάδα αρνούνται να δουν την πραγματικότητα – μόνο και μόνο επειδή τόσον καιρό μας διαφήμιζαν την ακυβερνησία και τις κυβερνήσεις συνεργασίας, διαδίδοντας fake news περί δήθεν διάθεσης τεράστιων ποσοστών επί του ΑΕΠ σε άλλες χώρες – η πραγματικότητα είναι ότι οι περισσότερες χώρες ολιγώρησαν και στη λήψη υγειονομικών μέτρων και στη λήψη μέτρων ανακούφισης του πληθυσμού.
Στην Ισπανία, τα κυβερνητικά μέτρα δεν έχουν λύσει τα προβλήματα, αφού ακόμη και η «νίκη» του Ιγκλέσιας στο θέμα της κατοικίας ήταν πύρρειος. Με μεγάλη καθυστέρηση – και ακόμη μεγαλύτερες διαφωνίες – δεν υπήρξε μείωση ενοικίων, αλλά πάγωμα εξώσεων των ευάλωτων νοικοκυριών για έξι μήνες. Σ’ αυτούς τους τελευταίους δεν δόθηκε η δυνατότητα μείωσης του ενοικίου τους, αλλά υποσχέσεις για μικροπιστώσεις, που θα τους διευκολύνουν να εξοφλούν τους ιδιοκτήτες. Δηλαδή, θα δανείζονται για να καταβάλλουν το σύνολο των ποσών.
Αλλά και στην περίπτωση των εξώσεων, το μέτρο δεν είναι καθολικό, καθώς προβλέπεται πως το προστατευτικό μέτρο θα ισχύσει σε όσους «δεν έχουν εναλλακτική λύση στέγασης». Όσο για την μείωση των ενοικίων, αυτή προβλέπεται μόνο αν ο ιδιοκτήτης διαθέτει πάνω από δέκα ενοικιαζόμενα ακίνητα.
Με την κατάσταση να παραμένει τραγική – και την κυβέρνηση να κατευθύνει τα συντριπτικά μεγαλύτερα ποσά σε εγγυήσεις ή να μεταθέτει τα βάρη στους ιδιώτες, οι οποίοι καλούνται να καταβάλουν τους φόρους κανονικά ενώ η οικονομία έχει σταματήσει – η χώρα βρίσκεται σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Και ο οργή βράζει…
Είναι χαρακτηριστικές οι σκηνές τρόμου που έζησαν 28 ηλικιωμένοι που έχουν προσβληθεί από τον ιό και οι οποίοι μεταφέρονταν με πούλμαν στη Λίνεα ντε λα Κονθεψιόν στη νότια Ισπανία και οι οποίοι έγιναν δεκτοί με πέτρες. Τα επεισόδια εξαπλώθηκαν στην πόλη, επιθέσεις δέχθηκαν και αστυνομικοί, άναψαν φωτιές σε κάδους σκουπιδιών.
Αυτό ως απάντηση σε όσους ασκούν κριτική στα μέτρα που έλαβε η Ελλάδα και τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα να αποφευχθούν δραματικά γεγονότα, οι εικόνες των οποίων θα πολλαπλασίαζαν τον φόβο – επομένως και τις εκδηλώσεις οργής.
Φουντώνει η οργή στην Ιταλία
Στην Ιταλία, η αρχική αλληλεγγύη έχει δώσει τη θέση της σε εκρήξεις οργής και στην αυτοδικία. Τα τραγούδια έχουν δώσει τη θέση τους σε κραυγές από τα μπαλκόνια κατά ηλικιωμένων που μεταφέρονται σε «καθαρές» δομές και σε επιθέσεις κατά πολιτών που περνούν από κάτω. Έχουν ήδη περάσει στην αυτοδικία, με πολίτες να κάνουν έλεγχο των εγγράφων όσων κυκλοφορούν, μιμούμενοι τους αστυνομικούς που διενεργούν τους ελέγχους.
Πολλοί είναι αυτοί που προειδοποιούν ότι η κατάσταση μπορεί να ξεφύγει από τη μια στιγμή στην άλλη.
Πληθαίνουν οι φωνές εκείνων που κινούνταν στον χώρο της μαύρης αγοράς εργασίας ή δούλευαν μεροκάματο εδώ κι’ εκεί και που τώρα φωνάζουν ότι δεν έχουν χρήματα ούτε για τα στοιχειώδη. «Πεινάμε», φωνάζουν όλο και πιο απειλητικά.
Στα σουπερμάρκετ του Παλέρμο προκαλούνται επεισόδια από ανθρώπους χωρίς χρήματα, που αφού γεμίζουν τα καρότσια προσπαθούν να σπάσουν τις μπάρες και να βγουν έξω χωρίς να πληρώσουν.
Σημειώστε ότι στην Σικελία η μαύρη εργασία κάνει θραύση. Το ίδιο και η Μαφία. Ο δήμαρχος του Παλέρμο Λεολούκα Ορλάντο, προερχόμενος από το Δημοκρατικό Κόμμα που μετέχει στον κυβερνητικό συνασπισμό, προειδοποιεί για έκρηξη βίας. «Πολλοί εγκληματίες, κάτι τσακάλια, προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την κρίση για να ξεσηκώσουν τους πιο φτωχούς», λέει. «Τώρα υπάρχει ένα νέο είδος φτώχειας, η φτώχεια του κορονοϊού. Ξέρετε τι λένε; Ότι το κράτος πολεμά τον κορονοϊό κι’ εμείς χάνουμε το ψωμί μας».
Ο φόβος είναι ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες, συνθήκες έλλειψης ρευστότητας, η μαφία μπορεί να επιστρέψει σε μια πόλη που έγινε τέταρτη τουριστική πόλη στη χώρα.
Χωρίς αμφιβολία, το νέο μέτωπο της κρίσης βρίσκεται στο Νότο και είναι διπλό – κορονοϊός (χωρίς την ίδια νοσοκομειακή υποδομή με τον βορρά) και φτώχεια.
Η δημοτική αρχή, για να κατευνάσει τα πνεύματα, πριν από λίγες μέρες αποφάσισε να μοιράσει είδη πρώτης ανάγκης σε 5.00 οικογένειες που βρίσκονται σε απόλυτη ένδεια.
Στο Μπάρι, μια γυναίκα, ιδιοκτήτρια καταστήματος με μπομπονιέρες, επιτέθηκε με φωνές και κλωτσιές σε μια κλειστή τράπεζα, καθώς είχε χάσει την κάρτα της, δεν είχε χρήματα, γύρευε 50 ευρώ για να ψωνίσει και της τα έδωσε ένας περαστικός.
Στη Νάπολη, κόσμος πέταξε έξω από τα εμπορικά κέντρα τους αστυνομικούς, καταστροφές και απόπειρα λεηλασιών καταγράφηκαν στην Πούλια και αλλού.
Η τραγική κατάσταση των ηλικιωμένων που πεθαίνουν εγκαταλελειμμένοι στους οίκους ευγηρίας, έχει προκαλέσει την οργή των συγγενών τους. Πολύ περισσότερο που σε αρκετές περιπτώσεις οι σοροί παραδίδονται στους συγγενείς τους χωρίς… τα τιμαλφή τους!
Το φάσμα της πείνας
Ο Τύπος αναφέρεται σε εκθέσεις μυστικών υπηρεσιών που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι το οργανωμένο έγκλημα μπορεί να εκμεταλλευτεί την κατάσταση και να τροφοδοτήσει εξεγέρσεις.
Υπάρχουν καθημερινές διαμαρτυρίες των ελεύθερων επαγγελματιών, αλλά και υπαλλήλων σε κομμωτήρια και μανικιούρ που δηλώνουν ότι δεν επαρκούν τα 600 ευρώ που τους έδωσε η κυβέρνηση για να πληρώσουν ενοίκια και λογαριασμούς.
Σε όλους αυτούς προστίθενται και οι φοιτητές που προέρχονται από άλλες περιφέρειες της χώρας και έχουν αποκλειστεί στον βορρά και οι οποίοι δούλευαν περιστασιακά και πληρώνονταν «στο χέρι».
Η Ιταλία ανακαλύπτει πόσο εκτεταμένη ήταν η μαύρη εργασία στη χώρα. Υπάρχουν ολόκληρες οικογένειες που ζουν από την μαύρη εργασία.
Η ανθρωπιστική οργάνωση Caritas του Βατικανού, αναφέρει ότι πολλαπλασιάζονται τα αιτήματα για βοήθεια, ότι την πόρτα της χτυπούν άνθρωποι που δεν τους είχαν ξαναδεί στο παρελθόν.
Παράλληλα, έχει δημιουργηθεί και ομάδα στο fb που καλεί σε εξέγερση. Με κάθε είδους απειλές που δεν θέλω να επαναλάβω. Ιδιαίτερα εμπρηστικό ήταν το κείμενο προκηρύξεων που βρέθηκαν σε δρόμους της Κρεμόνα, με συμβουλές κατά του «κορονοϊού του κράτους», στο οποίο επίσης δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς.
Μια ημέρα πριν από την παράταση για άλλες δύο εβδομάδες της απαγόρευσης κυκλοφορίας και διακοπής λειτουργίας όλων των μη ζωτικών επιχειρήσεων, η κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 28 Μαρτίου ότι θα μοιράσει κουπόνια σίτισης συνολικού ποσού 400 εκ. ευρώ – 300 ευρώ ανά οικογένεια μηνιαίως – τα οποία θα διανέμονται από τους Δήμους. Και καθώς τα περιστατικά πολλαπλασιάζονται, τα μεγάλα σουπερμάρκετ στην Ιταλία ανακοίνωσαν έκπτωση 10% σε όσους προσέρχονται με αυτά τα κουπόνια, ώστε να μπορούν να αποκτήσουν περισσότερα είδη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με υπολογισμούς του μεγαλύτερου αγροτικού συνεταιρισμού Coldiretti, εξαιτίας της πανδημίας στα 2,7 εκ. ανθρώπων που σιτίζονταν από φιλανθρωπικά ιδρύματα έχουν προστεθεί μισό εκατομμύριο επιπλέον. Και ήδη έχουν δημιουργήσει τον «Χάρτη της Πείνας» ανά περιφέρεια.
Αλλά η προερχόμενη από το κόμμα «Ζωντανή Ιταλία» του Ρέντσι υπουργός αγροτικής πολιτικής Τερέζα Μπελλανόβα δηλώνει πως θα υπάρξει διατροφική κρίση και τα κουπόνια σίτισης δεν επαρκούν.
Τα διατάγματα δεν χορταίνουν τον κόσμο
Επίσης μόλις στις 28 Μαρτίου, ο πρωθυπουργός Κόντε ανακοίνωσε ότι τα δοθούν προκαταβολικά 4,3 δις ευρώ στους δήμους, αλλά αυτό προκάλεσε την αντίδραση όλων των δημάρχων, ανεξαρτήτως πολιτικής προέλευσης, καθώς πρόκειται για ποσά που η Ρώμη οφείλει και θα έδινε ούτως ή άλλως προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση. «Η κυβέρνηση μοιράζει ελεημοσύνες με τα λεφτά μας», είπαν.
Σύμφωνα με πολλούς εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης, το πρόβλημα είναι πως η κυβέρνηση δεν καθυστέρησε μόνο στην αντιμετώπιση της πανδημίας, αλλά και στην ανακοίνωση των μέτρων. Και πως τα χρήματα πρέπει να φθάσουν γρήγορα στους φτωχούς, που δεν μπορούν να χορτάσουν με ανακοινώσεις και απανωτά διατάγματα.
Πολλοί ζητούν να θεσμοθετηθεί «εισόδημα καραντίνας», την ίδια ώρα που βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακόμη σύγχυση, καθώς διαφορετικά έχουν εκλάβει την έννοια των «ζωτικών επιχειρήσεων» οι περιφέρειες. Με αποτέλεσμα αλλού ένας κλάδος να λειτουργεί και αλλού όχι, την ώρα που στη Λομβαρδία εξακολουθούν να εργάζονται δύο εκατομμύρια άτομα.
Κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι το γεγονός ότι σε πολλές επιχειρήσεις που παραμένουν σε λειτουργία σημειώνονται απεργίες και στάσεις εργασίας, καθώς οι εργαζόμενοι εντοπίζουν κενά στα μέτρα προστασίας και τα συνδικάτα εκδίδουν οργισμένες ανακοινώσεις.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο πρώην πρωθυπουργός και αρχηγός της «Ζωντανής Ιταλίας» Ματτέο Ρέντσι, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων όταν, στις 27 Μαρτίου, με μια συνέντευξή του στην εφημερίδα «Αβενίρε», κάλεσε την κυβέρνηση, την οποία στηρίζει, να ανοίξει τις βιομηχανίες και τα σχολεία πριν από τις 12 Απριλίου, ημέρα του Καθολικού Πάσχα.
«Φτάνει, ας ξανανοίξουμε. Η Ιταλία δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι για άλλον έναν μήνα, διότι θα υπάρξει κοινωνική εξέγερση. Τα μπαλκόνια σύντομα θα γίνουν δίκρανα, τα τραγούδια ελπίδας σε κραυγές απελπισίας», είπε ο Ρέντσι.
Εξεγέρθηκαν επιστήμονες και πολιτικοί, ακόμη και της Κεντροαριστεράς, πολλοί απόρησαν πώς ένας τέτοιος πολιτικός βρέθηκε στο τιμόνι της χώρας, αλλά ο Ρέντσι επέμεινε: «Σε λίγες μέρες όλοι θα λένε πως είχα δίκιο».
«Αν ακολουθήσουμε τις οδηγίες του, τον συμβουλεύουμε να μπει σε ένα μπούνκερ με την οικογένειά του», ήλθε η απάντηση των ειδικών…
*Βουλευτής Β3 Νοτίου Τομέα Αθηνών, Ν.Δ., πρώην υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητική εκπρόσωπος, δημοσιογράφος
Πηγή: Λίμπεραλ
GEOPOLITICO
Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια
Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;
Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.
Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.
Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.
Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.
Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.
Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.
Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.
Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.
Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.
GEOPOLITICO
Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα
Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.
Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.
Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:
- μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
- αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
- εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
- σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
- έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.
Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.
GEOPOLITICO
Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών
Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.
Του Δημήτρη Παπαδογιάννη
Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής
Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.
Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).
Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.
Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ
Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).
Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.
Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.
Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).
Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.
Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση
Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.
Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.
Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.
Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.
Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.
Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.
Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.
Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.
Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;
Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.
Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.
Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.
Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.
Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.
Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.
Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.
Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.
Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.
Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.
Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.
Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.
Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.
Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.
Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό
Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;
Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.
Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος
Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.
Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.
Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα
Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.
Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.
Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων
Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.
Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.
Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.
Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.
Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.
Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.
Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.
Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.
Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.
Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;
Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.
Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.
Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.
Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.
Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.
Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.
Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας