Οικονομία
Συνέδριο για την ενέργεια στη Μεσόγειο στο SAIS – Η σύγκρουση Καρυώτη με Λιάκουρα-Σιτιλίδη
Συνέδριο με θέμα τα κρίσιμα ζητήματα στην Ανατολική Μεσόγειο
“Conference on Critical Issues in the Eastern Mediterranean”
πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου, στην Ουάσιγκτον. Το συνέδριο,
μια πρωτοβουλία του Επίκουρου Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων, Αριστοτέλη
Τζιαμπίρη, συνδιοργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο Πειραιά, το Begin-Cadat
Center και τη Σχολή Ανώτατων Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Johns
Hopkins (SAIS).
Τα θέματα που απασχόλησαν το Συνέδριο ήταν η αστάθεια της Ανατολικής Μεσογείου, οι ενεργειακές πολιτικές στην περιοχή, τα ζητήματα ασφάλειας, ενώ στο τέλος υπήρξε μία ανοιχτή συζήτηση των συντονιστών των διάφορων πάνελ γύρω από τη μετάβαση της ανατολικής Μεσογείου στο εγγύς μέλλον, σε ενεργειακό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.
Η πρώτη ενότητα του συνεδρίου με τίτλο “Assessing Regional Instability” ξεκίνησε με τον καθηγητή του πανεπιστημίου Bar-Ilan, Efraim Inbar, o οποίος μίλησε για τον ρόλο της νοτιοανατολικής Μεσογείου τόσο σε τοπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, δεδομένων των εξελίξεων της εξάπλωσης του Ισλαμικού Κράτους εις βάρος των χωρών της Μέσης Ανατολής, καθώς και της ανάπτυξης της δύναμής του, δημιουργώντας έναν υπαρκτό κίνδυνο για τις χώρες της Δύσης.
Ο ρόλος των ΗΠΑ στην περιοχή μειώνεται, σύμφωνα με τον καθηγητή, προσέγγιση με την οποία συμφώνησαν όλα τα μέλη του πάνελ, δημιουργώντας έτσι μία ανάγκη κάλυψης του κενού δύναμης που δημιουργείται. Η επιθυμία αύξησης της δύναμης της Τουρκίας είναι απόρροια αυτού του κενού, η οποία εκφράζεται και ενεργειακά και οικονομικά. Οι εξελίξεις αυτές έχουν πλήξει σαφώς τις σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ-Ισραήλ.
Μεγάλη έμφαση δόθηκε και στην τριμερή συνεργασία μεταξύ Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ. Σύμφωνα με τον καθηγητή, οι συνεργασίες σε επίπεδο ενέργειας θα έπρεπε να ενδυναμωθούν περαιτέρω, με δημιουργία τριμερών συνεργασιών και σε άλλα ενεργειακά θέματα καθώς και σε ζητήματα ΑΟΖ. Επιπλέον, είναι καίριας σημασίας η προσέγγιση της Αιγύπτου, ώστε να εξελιχθεί σε ενεργειακό σύμμαχο.
Στη συνέχεια τον λόγο πήρε ο καθηγητής του SAIS Camille Pecastaing, ο οποίος παρουσίασε μια διαφορετική προσέγγιση γύρω από το ζήτημα του Ισλαμικού Kράτους και των τζιχαντιστών. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι τα ΜΜΕ δίνουν υπερβολική κάλυψη στο ζήτημα του ISIS, μία οργάνωση η οποία, παρόλο που είναι πολυπληθής και χρησιμοποιεί αποτελεσματικά την προπαγάνδα για προσηλυτισμό, δεν διαθέτει τα κατάλληλα εχέγγυα ώστε να μπορέσουμε να μιλάμε για κίνδυνο σε μακροπρόθεσμο επίπεδο. Η έλλειψη δυνατότητας αυτοσυντήρησης, τόσο σε οπλισμό όσο και σε παραγωγικότητα, θέτουν τον μακροπρόθεσμο χαρακτήρα του υπό αμφισβήτηση.
Συνεχίζοντας, ο κ. Pecastaing, έκανε λόγο για έλλειψη ουσιαστικών τοπικών δυνάμεων, θεωρώντας πως τόσο ο ρόλος της ΕΕ όσο και αυτός της Ελλάδας και του Ισραήλ είναι αισθητά μειωμένος στην περιοχή. Ακόμη και η Τουρκία, παρά την οικονομική της ανάπτυξη και την αύξηση της δύναμής της, δεν είναι σε θέση να επηρεάσει ουσιαστικά τις εξελίξεις στην περιοχή, καθώς δεν λαμβάνει καμία δράση. Αντιθέτως, για τον ίδιο η ανάπτυξη της Κίνας και της Ινδία, καθώς και η όλο και μεγαλύτερη επιρροή της Ρωσίας, αποτελούν θέματα με τα οποία πρέπει να ασχοληθούμε.
Τον λόγο πήρε, έπειτα, ο Καθηγητής Στρατηγικής του Πανεπιστημίου Πειραιά, κ. Πλατιάς, ο οποίος απαντώντας στον κ. Pecastaing, ανέφερε ότι, για τον ίδιο, η Ελλάδα έχει παίξει και θα παίξει στο εγγύς μέλλον σημαντικό ρόλο στην περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου.
Συνεχίζοντας τη διάλεξη του, ο κ. Πλατιάς, έκανε και αυτός λόγο για την δημιουργία ενός κενού δύναμης, λόγω της αποχώρησης των ΗΠΑ από την περιοχή της Μέσης Ανατολής, για λόγους στρατηγικούς, τεχνολογικούς και οικονομικούς. Στο κενό αυτό ο καθηγητής θεωρεί ότι δεν μπορεί να εισέλθει η Ρωσία, καθώς δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε τόσο μεγάλο επίπεδο, ενώ ο ρόλος της ΕΕ δεν θα μπορέσει σε καμία περίπτωση να αντικαταστήσει το κενό αυτό. Η συνεχιζόμενη πολιτική αστάθεια της Ανατολικής Μεσογείου θα ασκήσει πιέσεις στην ΕΕ τα επόμενα χρόνια, με πιθανό αποτέλεσμα την υιοθέτηση ενός μοντέλου σκληρού πυρήνα κρατών-μελών που μπορεί να σημαίνει μέχρι και έξοδο κάποιων χωρών από αυτήν. Οι χώρες οι οποίες θα μπορούσαν να παίξουν κομβικό ρόλο στο νέο σύστημα δυνάμεων, μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από την περιοχή, είναι η Τουρκία και το Ιράν..
Ο τελευταίος ομιλητής του πρώτου μέρους του συνεδρίου, καθηγητής του SAIS Svante Cornell, εστίασε την προσοχή του αποκλειστικά στην Τουρκία και την πολιτική της στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία εμφανίζεται ασυνεπής και απρόβλεπτη στην εξωτερική της πολιτική, γεγονός που απορρέει από το προσωποκεντρικό σύστημα του Ερντογάν. Η πολιτική της Τουρκίας, υπό την καθοδήγηση Ερντογάν- Νταβούτογλου, παρουσιάζει ένα χαρακτήρα πανισλαμισμού, πράγμα που φαίνεται και από τη συγγένεια του ΑΚΡ με το αντίστοιχο κόμμα των Αδελφών Μουσουλμάνων, καθώς και από την άρνηση της Τουρκίας να καταδικάσει τις πράξεις του ISIS. Κλείνοντας, ο Cornell σημείωσε ότι στην περίπτωση οικονομικής κρίσης-που δεν είναι καθόλου απίθανη-η Τουρκία διαθέτει πολύ λίγους πόρους για να την αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Εξάλλου, δεν είναι καθόλου απίθανο να αυξηθεί η δύναμη του Στρατού στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Στην ενότητα ‘The Regional Politics of Energy’ το βασικό ερώτημα που έθεσε ο συντονιστής Πρέσβης Eric Edelman, επισκέπτης καθηγητής στο SAIS, είναι το κατά πόσο οι νέες ενεργειακές ανακαλύψεις στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου θα συμβάλλουν στη συνεργασία των χωρών της περιοχής ή στη σύγκρουση. Η περιοχή ήδη βαρύνεται από αποσχιστικές τάσεις στο εσωτερικό των κρατών, συγκρούσεις κρατών με μη κρατικούς δρώντες, κινητοποίηση μεγάλων στρατιωτικών πόρων, ενώ τα ενεργειακά σχέδια αμφισβητούνται από την Τουρκία με την επεκτατική θεώρηση της ΑΟΖ της.
Ο κ. Simon Henderson, υπότροφος του Washington Institute for Near East Policy, μίλησε για χαμένες ευκαιρίες όσον αφορά στην εκμετάλλευση του φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου και υποστήριξε ότι είναι αυταπάτη να θεωρούμε ότι το φυσικό αέριο θα συμβάλει στην λύση πολιτικών προβλημάτων όπως το Κυπριακό. Χωρίς αποφάσεις δεν προκύπτουν ευκαιρίες για καμία χώρα της Ανατολικής Μεσογείου να εκμεταλλευτεί το φυσικό αέριο. Χρειάζονται συμφωνίες για την οριοθέτηση των ΑΟΖ μεταξύ Λιβάνου-Ισραήλ-Κύπρου, ξεκάθαρα πλαίσια επενδύσεων, κάτι που δεν ισχύει για το Ισραήλ, και πολιτική σταθερότητα. Η αδυναμία πολιτικής λύσης του Κυπριακού λειτουργεί αποθαρρυντικά για την προσέλκυση εταιρειών εξόρυξης, καθώς και το γεγονός ότι η Κύπρος διαψεύστηκε στις αρχικές της εκτιμήσεις σχετικά με την ποσότητα φυσικού αερίου που διαθέτει, αν και κατάφερε να πείσει τη ιταλική ENI. Δε βοηθά επίσης ότι στο Λίβανο το Κοινοβούλιο της χώρας δεν μπορεί να ψηφίζει για τις αδειοδοτήσεις εξόρυξης. Επιπλέον, τα εν λόγω κοιτάσματα βρίσκονται σε μεγάλο βάθος (6.000 πόδια) και εκτός του ότι η εξόρυξη τους αποτελεί εξαιρετικά κοστοβόρα επιχείρηση απαιτεί παράλληλα και μεγάλο επιχειρηματικό ρίσκο διότι δεν μπορείς να γνωρίζεις την ύπαρξη και την ποσότητα του φυσικού αερίου παρά μόνον αν μπει το τρυπάνι. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι μόνο η Noble Energy δραστηριοποιείται στην περιοχή.
Ο κ. Νικόλαος Φαραντούρης, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά, παρουσίασε τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες στην ενέργεια που συνίστανται στην ενσωμάτωση της αγοράς ενέργειας και στην διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας. Στα πλαίσια αυτά ανέδειξε τον ιδιαίτερο ρόλο που θα διαδραματίσει η Ελλάδα ως ενεργειακός κόμβο της Ευρώπης με τον Νότιο Διάδρομο που θα μεταφέρει φυσικό αέριο από την Κασπία στην Ευρώπη και με τον Αγωγό Ανατολικής Μεσογείου που θα μεταφέρει τα κοιτάσματα φυσικού αερίου από το οικόπεδο Λεβιάθαν και Αφροδίτη. Επισήμανε επίσης την ανάγκη συνεργειών για την ενέργεια στην Ευρώπη, δημιουργία διασυνδετήριων αγωγών, πλωτών σταθμών υγροποίησης και κυρίως εκμετάλλευσης των ίδιων πόρων δεδομένου ότι η ζήτηση της Ευρώπης για ενέργεια έως το 2035 θα φτάσει το 65%.
Ο κ. Πέτρος Λιάκουρας, Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς, εξήγησε το τοπίο των ΑΟΖ των χωρών στην Ανατολική Μεσόγειο όπου συμπίπτουν με σημαντικά οικόπεδα φυσικού αερίου όπως το Λεβιάθαν, Ταμάρ, Νταλίτ, Αφροδίτη. Συγκεκριμένα, η Κύπρος οριοθέτησε την ΑΟΖ της με την Αίγυπτο το 2003, με το Λίβανο το 2009 που όμως δεν έχει επικυρώσει τη συμφωνία, και με το Ισραήλ το 2010. Ωστόσο, η πλήρης εκμετάλλευση της περιοχής μπλοκάρεται διότι ο Λίβανος αμφισβητεί τη συμφωνία οριοθέτησης της ΑΟΖ του με το Ισραήλ και κυρίως διότι η Τουρκία αμφισβητεί όλες τις υπεράκτιες συμφωνίες οριοθέτησης της Κύπρου, καθώς ισχυρίζεται ότι παραβιάζουν την τουρκική υφαλοκρηπίδα. Μάλιστα, η δραστηριοποίηση του τουρκικού ερευνητικού πλοίου Barbaros σε συνεργασία με την SHELL στο θαλάσσιο χώρο μεταξύ Τουρκίας και ΤΔΒΚ αποτελεί παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου. Ενώ νότια της Κύπρου, σύμφωνα και με την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου, η Τουρκία δεν μπορεί να έχει καμία αξίωση.
Σε ερώτηση του κ. Θεόδωρου Καρυώτη, καθηγητή Οικονομικών του Πανεπιστημίου του Maryland ως προς το γιατί η Ελλάδα δεν έχει ανακηρύξει την ΑΟΖ της ακόμα, ο κ. Λιάκουρας απάντησε ότι τους πραγματικούς λόγους τους γνωρίζει μόνο η ελληνική κυβέρνηση και ότι πιο έξυπνο θα ήταν να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Κύπρου οριοθετώντας πρώτα την ΑΟΖ μας με τους γείτονες, ώστε να μπορούμε να ασκούμε τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή χωρίς αμφισβήτηση.
Ήταν τέτοιο το ατόπημα του κ. Λιάκουρα που ο καθηγητής Καρυώτης προτίμησε να σιωπήσει παρά να αναγκαστεί δημόσια να του εξηγήσει το τραγικό του λάθος. Είναι βέβαια σε όλους μας γνωστό ότι η κυβέρνηση Κληρίδη οριοθέτησε ΑΟΖ με την Αίγυπτο χωρίς να την έχει ανακηρύξει και ανάγκασε τον Τάσσο Παπαδόπουλο να διορθώσει το λάθος του Κληρίδη. Έτσι, όταν ανακήρυξε την Κυπριακή ΑΟΖ την έθεσε σε ισχύ αναδρομικά από την ημερομηνία της οριοθέτησης της Κύπρου με την Αίγυπτο. Όλοι γνωρίζουμε πλέον την διαφορά ανάμεσα σε ανακήρυξη και οριοθέτηση της ΑΟΖ. Η ανακήρυξη είναι μια μονομερής πράξη ενώ η οριοθέτηση είναι μια διμερής πράξη. Οριοθέτηση δεν μπορεί να υπάρξει εάν δεν υπάρξει πρώτα ανακήρυξη της ΑΟΖ.
Αναφέρθηκε επίσης από τον κ. Henderson ότι για τα κοιτάσματα στην Κρήτη και τα Ιόνια νησιά, δύσκολα θα βρεθεί εταιρεία να διενεργήσει όλες τις κοστοβόρες έρευνες και ότι ίσως αλλαγή παιχνιδιού θα υπάρξει εφόσον ανακαλυφθεί πετρέλαιο στην περιοχή.
Σε ερώτηση αν το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο θα βρει αγοραστές, ο κ. Henderson, απάντησε ότι είναι πολύ πιθανό αυτό να διοχετευτεί στην αγορά της Ευρώπης και μερικώς στη Μέση Ανατολή, και συγκεκριμένα την Παλαιστίνη και τον Λίβανο. Χαρακτήρισε μάλιστα το φυσικό αέριο της Ανατολικής Μεσογείου ‘παγιδευμένο στην διπλωματία’ διότι υπάρχει πιθανότητα να μην αξίζει τόσο εμπορικά, με την έννοια ότι μεγάλες επενδύσεις για έρευνα, εξορύξεις κλπ. θα γίνουν εκεί που οι τιμές συμφέρουν όπως η Αυστραλία, το Κατάρ κλπ. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, ο κ. Φαραντούρης απάντησε ότι είναι εξαιρετικά απίθανο να μην ενδιαφέρονται οι παραγωγοί φυσικού αερίου/πετρελαίου να έχουν παρουσία στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.
Την τρίτη ενότητα του συνεδρίου με τίτλο “Regional security arrangements and responses” άνοιξε ο Ισραηλινός ταξίαρχος Yaakov Amidror πρώην σύμβουλος εθνικής άμυνας του Ισραήλ, ο οποίος επεσήμανε καταρχάς τις δυνάμεις αποσταθεροποίησης που ενεργούν τα τελευταία χρόνια στην Ανατολική Μεσόγειο. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στην αραβική άνοιξη που παρά την ευφορία που προκάλεσε στη Δύση τελικά δεν είναι σαφές το πού οδηγεί, το μεσανατολικό ζήτημα, καθώς και τις τρέχουσες συγκρούσεις στη Συρία στο πλαίσιο του εμφυλίου και της προέλασης του Ισλαμικού Κράτους. Η προσέγγιση της περιοχής αυτής πρέπει να γίνεται με βάση αυτές τις συγκρούσεις, υποστήριξε ο Amidror, και όχι με βάση τις πρόσφατες ενεργειακές εξελίξεις. Η ανακάλυψη κοιτασμάτων φυσικού αερίου αποτελεί άλλη μια πρόκληση στην περιοχή και δεν επηρεάζει τα περιφερειακά ζητήματα παρά μάλλον επηρεάζεται από αυτά.
Αναφερόμενος στην προσέγγιση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, τη χαρακτήρισε πολύ σημαντική εξέλιξη, η οποία όμως δεν ξέρουμε ακόμα πού θα οδηγήσει. Υπογραμμίζοντας ότι η σχέση αυτή δεν πρέπει να στρέφεται ενάντια στην Τουρκία, υποστήριξε ότι υπάρχει η δυναμική, ώστε να μεταλλαχθεί ολόκληρη η περιοχή προς το καλύτερο. Πρότεινε ακόμη ότι θα πρέπει να προστεθεί και η Αίγυπτος στις τρεις άλλες χώρες, πράγμα που δεν θα είναι εύκολο, αλλά στο μέλλον θα είναι πολύ ωφέλιμο.
Μιλώντας για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το ισραήλ στον τομέα της ασφάλειας, έκανε λόγο για τρεις βασικές απειλές: αυτές που προέρχονται από οργανώσεις, όπως η Χεζμπολάχ, αυτές που προέρχονται από κράτη της περιοχής, όπως η Συρία και ο Λίβανος και αυτές που προέχονται από κράτη εκτός περιοχής, όπως το Ιράν. Το Ισραήλ, σημείωσε, προετοιμάζεται, ώστε να είναι σε θέση να προστατεύσει την υποδομή που θα δημιουργηθεί για την εκμετάλλευση του φυσικού του αερίου από πιθανές τρομοκρατικές απειλές.
Στη συνέχεια το λόγο πήρε η καθηγήτρια του παν/μίου Πειραιά, κ. Μαίρη Μπόση, η οποία μίλησε για το ζήτημα της μετανάστευσης στην Ανατολική Μεσόγειο και τις επιπλοκές του στο ζήτημα της τρομοκρατίας. Σύμφωνα με την κ. Μπόση, η μετανάστευση-και δη η παράνομη- έχει προστεθεί στην ατζέντα ασφαλείας και τρομοκρατίας, με αποτέλεσμα οι μετανάστες να γίνονται αντιληπτοί ως απειλές τόσο από τους φορείς πολιτικής όσο και από τις κοινωνίες. Ωστόσο, η σύνδεση μεταξύ παράνομης μετανάστευσης και τρομοκρατίας είναι μια κατασκευασμένη και όχι μια αντικειμενική πραγματικότητα που οδηγεί στην αποξένωση και τον αποκλεισμό των μεταναστών στις κοινωνίες υποδοχής, αποτέλεσμα που έχει και η κατασκευασμένη σύνδεση μετανάστευσης και εγκληματικότητας.
Το εξαιρετικά ανησυχητικό φαινόμενο της εποχής, σύμφωνα με την κ. Μπόση, είναι οι λεγόμενοι ξένοι μαχητές, ήτοι πολίτες που έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει στη Δύση και αποφασίζουν να μεταβούν σε ζώνες συγκρούσεων και να πολεμήσουν στο πλευρό των φονταμενταλιστών. Σύμφωνα με στοιχεία, περίπου χίλιοι ξένοι μαχητές το μήνα μεταβαίνουν σε ζώνες συγκρούσεων από Ευρώπη και Αμερική. Πολλοί από αυτούς αποτελούν μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, οι οποίοι δεν έγιναν ποτέ αποδεκτοί από τις χώρες υποδοχής, με αποτέλεσμα να ριζοσπαστικοποιηθούν από εξτρεμιστές, υιοθετώντας την τρομοκρατική τους ατζέντα. Μέγα ζήτημα γενάται όταν αυτοί οι μαχητές επιστρέφουν στις χώρες προέλευσης έτοιμοι και εκπαιδευμένοι να διαπράξουν τρομοκρατικές ενέργειες. Ένα ακόμα πρόβλημα που έχει αναδειχθεί με τα γεγονότα στη Συρία είναι οι πρόσφυγες, κάποιοι από τους οποίους μπορεί να χρησιμεύσουν ως «δούρειος ίππος» των τρομοκρατών στην Ευρώπη. Σε όλο αυτό το σκηνικό η Τουρκία παίζει προβληματικό ρόλο, καθώς επιτρέπει την είσοδο στο έδαφός της πολιτκών από χώρες, όπου υπάρχουν εξτρεμιστές. Η κ. Μπόση ανέφερε ακόμη ότι συνελήφθησαν τζιχαντιστές στις Βρυξέλλες αφού είχαν πρώτα περάσει από Ελλάδα. Επαναλαμβάνοντας ότι δεν υπάρχει φυσικός δεσμός μεταξύ μετανάστευσης και τρομοκρατίας και ότι πλέον οι εξτρεμιστές μουσουλμάνοι τρομοκράτες μπορεί να έχουν γεννηθεί σε δυτικές χώρες, σημείωσε, ωστόσο, ότι αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχει έλεγχος συνόρων.
Στη συνέχεια ο John Sitilides σύμβουλος στρατηγικής πολιτικής, μίλησε για το πώς βλέπουν οι ΗΠΑ την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Καταρχάς, αναφερόμενος στην Τουρκία, σημείωσε ότι οι ΗΠΑ, υπό το φως των εξελίξεων των τελευταίων χρόνων, επαναξιολογούν τη στάση τους απέναντι στην Τουρκία και το ρόλο της ως μέλους του ΝΑΤΟ. Η Τουρκία δυσκολεύει πολύ τις ΗΠΑ με τη συμπεριφορά της, ωστόσο, το γεγονός ότι είναι αναμεμειγμένη σε όλα τα περιφερειακά ζητήματα αναγκάζει τις ΗΠΑ να συνομιλούν μα ζί της, να τη συμβουλεύονται και να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους τη θέση της. Μιλώντας για την στρατηγική προσέγγιση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, υπογράμμισε τη σημασία της, αλλά εξέφρασε τη διαφωνία του με τη σύνδεση της εκμετάλλευσης του φυσικού αερίου από την Κύπρο με τη επίλυση του Κυπριακού. Τέτοιοι εξωτερικοί παράγοντες που δημιουργούν την αίσθηση του επείγοντος για τη διευθέτηση του Κυπριακού είνα παραπλανητικοί και πιέζουν για πρόωρες λύσεις, όπως συνέβη και το 2004. Πρότασή του προς την αμερικανική κυβέρνηση είναι η αποσύνδεση του φυσικού αερίου από το Κυπριακό ζήτημα. Η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της Νήσου πρέπει να είναι ανεξάρτητη και να ακολουθήσει την πορεία της οικονομίας της αγοράς.
Αναφερόμενος ειδικότερα στα ενεργειακά ζητήματα Κύπρου και Ελλάδας ως προς την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και ως προς τις απειλητικές τάσεις της Τουρκίας, υποστήριξε ότι η τελευταία, σύμφωνα με την προσωπική του κρίση, δεν υπάρχει περίπτωση να υποχωρήσει ως προς τις αξιώσεις της, ούτε να αποκλειστεί από το ενεργειακό «παιχνίδι» της περιοχής, ό,τι κι αν επιτάσσει το διεθνές δίκαιο. Παρουσιάζοντας το χάρτη ΑΟΖ που Έλληνες ειδικοί έχουν φτιάξει με βάση τον οποίον οι ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου ενώνονται νότια του Καστελόριζου και αφήνουν στην Τουρκία μικρή σχετικά ΑΟΖ στη Μεσόγειο, υπογράμμισε ότι η Τουρκία δεν θα το δεχθεί ποτέ αυτό και παρουσίασε τον αντίστοιχο τουρκικό χάρτη ΑΟΖ, όπου ούτε το Καστελόριζο λαμβάνεται υπόψη ούτε αναγνωρίζεται η Δημοκρατία της Κύπρου.
Ο καθηγητής Θεόδωρος Καρυώτης, καθαρά εκνευρισμένος με την προκλητική -όπως την χαρακτήρισε- φιλοτουρκική στάση του κ. Sitilidεs τον ερώτησε γιατί αφού είναι ελληνικής καταγωγής προβάλλει τις τουρκικές θέσεις και ο Ελληνοαμερικανός ερευνητής δήλωσε ότι δεν πρόβαλε τις δικές του απόψεις αλλά αυτές της Τουρκίας. Σύμφωνα με τον κ. Καρυώτη, η πλειοψηφία του ακροατηρίου τα έχασε με αυτή τη στάση του κ. Sitilides, και ιδιαίτερα με το γεγονός ότι δεν αποδεχόταν τα δικαιώματα του Καστελόριζου.
Ο Sitilides αναφέρθηκε και σε άλλους παίκτες της περιοχής. Για τη Λιβύη σημείωσε ότι βρίσκεται σε ακυβερνησία, εμφύλιο πόλεμο και χαοτική κατάσταση, όπου ευνοείται η ανάπτυξη δυνάμεων της Αλ Κάιντα. Για την Αίγυπτο επεσήμανε ότι διαδραματίζει-και τώρα και στο μέλλον-σημαντικό ρόλο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου (μόνο η σημασία της διώρυγας του Σουέζ, η οποία πρόκειται να διαπλατυνθεί για να μπορεί να φιλοξενεί περισσότερες εμπορικές μετακινήσεις, τα λέει όλα), αλλά προβληματική παραμένει η εξωτερική της πολιτική (βλ. προσέγγιση Ρωσίας). Εξάλλου, ο ρόλος της στο τρίγωνο Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ, στη βάση εξυπηρέτησης αμοιβαίων συμφερόντων, μπορεί να αποδειχθεί καίριος, δεδομένου ότι διαθέτει ήδη μονάδες LNG, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για το κυπριακό αέριο. Τέλος, για τη Ρωσία σημείωσε ότι ήταν πάντα παρούσα στην περιοχή και εξακολουθεί να έχει συμφέρον να βρίσκεται εκεί (βλ. ναυτική βάση στη Συρία), τη στιγμή που ο ρόλος της στην ενεργειακή ασφάλεια εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα σημαντικός.
Στην τέταρτη και τελευταία ενότητα του συνεδρίου, ομιλητές των προηγούμενων ενοτήτων παρέθεσαν καταληκτικά σχόλια. Ο πρέσβης Eric Edelman στάθηκε σε τέσσερα σημεία. Πρώτον, η υπαναχώρηση των ΗΠΑ από την περιοχή δημιουργεί πολιτικό κενό, το οποίο φαίνεται να γεμίζουν νοσηρά στοιχεία. Ωστόσο, η επανεπιβεβαίωση της αμερικανικής ηγεσίας στην περιοχή είναι πιθανή. Δεύτερον, υπάρχει κινητικότητα με την ανάδειξη νέων παικτών, όπως η συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, αλλά και την αδιαμφισβήτητη παρουσία Τουρκίας και Αιγύπτου. Τρίτον, τα ενεργειακά κοιτάσματα που ανακαλύφθηκαν στην Ανατολική Μεσόγειο είναι σχετικά μικρά όταν συγκριθούν με τα παγκόσμια αποθέματα. Οι ενεργειακές αυτές εξελίξεις δεν θα λύσουν καμία περιφερειακή σύγκρουση, ούτε πρέπει να χρησιμοποιηθούν με αυτό το σκοπό. Αντίθετα, θα ενισχύσουν υπάρχοντες ανταγωνισμούς. Δεν θα δημιουργήσουν όμως νέες συγκρούσεις, αν και οι πλατφόρμες φυσικού αερίου μπορεί να αποτελέσουν πειρασμό ως στόχοι τρομοκρατών. Τέταρτον, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι ο ρόλος τρίτων χωρών μπορεί να είναι αποδομητικός και προβληματικός, όπως λόγου χάρη αυτός της Ρωσίας και αυτός του Ιράν, ιδιαίτερα αν το τελευταίο αποκτήσει πυρηνικές δυνατότητες.
Ο καθηγητής Τζιαμπίρης επίσης προέβη σε τέσσερις παρατηρήσεις. Η θεωρητική του παρατήρηση ήταν ότι οι περιφέρειες ως μονάδες ανάλυσης και άσκησης διεθνούς πολιτικής αποκτούν αυξανόμενη σημασία. Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου δικαιούται να γίνεται αντιληπτή ως ξεχωριστή περιφέρεια, ως το πιο ανατολικό τμήμα του δυτικού κόσμου, αλλά και για λόγους που σχετίζονται με την τρομοκρατία και τις συγκρούσεις. Η απαισιόδοξη παρατήρησή του ήταν ότι η πιθανότητα επιδείνωσης της σταθερότητας της περιοχής είναι μεγάλη. Η παρατήρησή του σε σχέση με την Ελλάδα ήταν ότι είναι εξαιρετικής σημασίας ότι έχει αναπτύξει μεγάλη δραστηριότητα στην περιοχή τα τελευταία χρόνια, παρά την οικονομική κρίση. Τέλος, η αισιόδοξη παρατήρησή του ήταν ότι οι συνεργασίες που διαμορφώνονται στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου φέρνουν κοντά λαούς από διαφορετικούς θρησκευτικούς κόσμους, χριστιανούς, μουσουλμάνους και εβραίους.
Ο ταξίαρχος Amidror εξέφρασε την απαισιοδοξία του λόγω της επιμονής των αποσταθεροποιητικών δυνάμεων που παρατηρούνται στην περιοχή εδώ και πολλά χρόνια. Οι αλλαγές στον αραβικό κόσμο έχουν θέσει σε κίνηση μια μετάλλαξη, η οποία όμως θα πάρει χρόνια να ολοκληρωθεί και την οποία δεν μπορεί να επηρεάσει ούτε η Αμερική ούτε η συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ ούτε το φυσικό αέριο. Οι πολιτικές που διαμορφώνονται πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τις ριζοσπαστικές δυνάμεις της περιοχής, με σκοπό να τις αντιμετωπίσουν. Αν βέβαια το Ιράν αποκτήσει πυρηνικά όπλα, τότε τα πράγματα θα είναι πολύ πιο δύσκολα.
Τέλος, ο αναλυτής του German Marshall Fund, Michael Leigh, που προστέθηκε στο πάνελ έκανε μια άκρως ρεαλιστική τοποθέτηση σχετικά με τη σημασία των κοιτασμάτων φυσικού αερίου της Κύπρου, υπογραμμίζοντας ότι δεν αποτελούν από μηχανής θεό για την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος. Η όλη συζήτηση σχετικά με τα κοιτάσματα είναι ακόμα ασκήσεις επί χάρτου, καθώς δεν έχει εξακριβωθεί επακριβώς το μέγεθός τους και εξαρτώνται από τις αποφάσεις των επενδυτών όταν έρθει εκείνη η ώρα. Εξάλλου, το φυσικό αέριο που έχει βρεθεί στην Κύπρο αποτελεί μικρό ποσοστό της ευρωπαϊκής κατανάλωσης, ενώ τα προβλήματα μεταφοράς του είναι σχεδόν ανυπέρβλητα. Βέβαια, τα ευρήματα αυτά είναι πολύ σημαντικά για την ίδια την Κύπρο και όταν καταστούν εκμεταλλεύσιμα θα αποφέρουν μεγάλο κέρδος στο νησί. Στα θετικά συγκαταλέγεται και η στροφή εταιριών φυσικού αερίου στην περιοχή, όπως η Noble Energy.
http://www.merrillcenter.sais-jhu.edu/#!conference-on-the-eastern-mediterranean-/c1y6u
mignatiou.com Photo via @SAISHopkins
GEOPOLITICO
Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια
Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;
Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.
Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.
Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.
Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.
Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.
Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.
Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.
Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.
Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.
GEOPOLITICO
Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα
Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.
Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.
Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:
- μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
- αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
- εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
- σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
- έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.
Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.
GEOPOLITICO
Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών
Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.
Του Δημήτρη Παπαδογιάννη
Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής
Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.
Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).
Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.
Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ
Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).
Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.
Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.
Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).
Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.
Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση
Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.
Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.
Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.
Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.
Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.
Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.
Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.
Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.
Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;
Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.
Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.
Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.
Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.
Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.
Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.
Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.
Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.
Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.
Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.
Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.
Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.
Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.
Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.
Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό
Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;
Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.
Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος
Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.
Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.
Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα
Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.
Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.
Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων
Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.
Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.
Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.
Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.
Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.
Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.
Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.
Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.
Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.
Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;
Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.
Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.
Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.
Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.
Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.
Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.
Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας