Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πούτιν: Η G20 να γίνει βάση ουσιαστικής συνεργασίας και επίλυσης των παγκόσμιων οικονομικών προβλημάτων

Δημοσιεύτηκε στις

Λίγο πριν από τη νέα Σύνοδο Κορυφής της G20, ο Βλαντίμιρ Πούτιν παραχώρησε συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στο ειδησεογραφικό πρακτορείο, TASS, μιλώντας αφενός μεν για τη χρησιμότητα του Οργανισμού, αφετέρου για τις ριζικές αλλαγές που πρέπει να γίνουν.
Πούτιν: Η G20 να γίνει βάση ουσιαστικής συνεργασίας και επίλυσης των παγκόσμιων οικονομικών προβλημάτων
Πηγή: Mikhail Klimentiev / RIA Novosti
14 Νοεμβρίου 2014, 12:00, Βλαδιβοστόκ. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν απάντησε στις ερωτήσεις του ρωσικού ειδησεογραφικού πρακτορείου TASS σχετικά με την επικείμενη Σύνοδο Κορυφής της G20 στο Μπρίσμπεϊν της Αυστραλίας.
Αναλυτικά, η συνέντευξη έχει ως εξής: 

TASS: Κατά πόσο το σχήμα των «Είκοσι» εξακολουθεί να είναι απαραίτητο και επίκαιρο; Επίσης, πόσο λογικό είναι, οι χώρες της G20, οι οποίες διακηρύσσουν ότι στόχος τους είναι να συνεργάζονται και να αναπτύσσουν την παγκόσμια οικονομία, να επιβάλλουν κυρώσεις σε ένα από τα μέλη τους;
Β. Πούτιν: Αν αυτό το σχήμα είναι αναγκαίο ή όχι; Νομίζω ότι είναι αναγκαίο. Για ποιο λόγο; Επειδή η G20 είναι το πεδίο εκείνο όπου μπορούμε να συναντηθούμε, να συζητήσουμε και τις διμερείς σχέσεις και τα παγκόσμια προβλήματα, και να αναπτύξουμε έστω κάποια κοινή αντίληψη για το ποιο είναι το πρόβλημα και πώς μπορεί να επιλυθεί, ώστε να ανοίξουμε το δρόμο για κοινή εργασία. Αυτό είναι το κυριότερο, επειδή το να πιστεύουμε πως ό,τι συζητείται εκεί θα εφαρμοστεί, είναι απολύτως μη ρεαλιστικό, από την άποψη ότι και οι ίδιες αποφάσεις δεν είναι δεσμευτικές. Και εν μέρει, δεν εφαρμόζονται.
Δεν εφαρμόζονται, βέβαια, κυρίως όταν δεν συμβαδίζουν με τα συμφέροντα ως επί το πλέιστον των μεγάλων, παγκοσμίων παικτών. Για παράδειγμα, σε μια από τις Συνόδους της G20 είχε αποφασιστεί να ενισχυθεί ο ρόλος των αναδυόμενων οικονομιών στο ΔΝΤ και να αναθεωρηθούν οι ποσοστώσεις (quotas) συμμετοχής. Το αμερικανικό Κογκρέσο μπλόκαρε αυτή την απόφαση, και τέρμα… Από τη μεριά τους, οι εταίροι μας λένε: “Eμείς υπογράψαμε, πήραμε την απόφαση, αλλά το Κογκρέσο δεν το αφήνει να περάσει”. Να ποια τύχη έχουν οι αποφάσεις.
Τα Δυτικά ΜΜΕ «πνίγουν» τις ειδήσεις
Παρόλα αυτά, το γεγονός και μόνο ότι μια τέτοια απόφαση έφτασε να διατυπωθεί και όλοι οι μετέχοντες στο διεθνές γίγνεσθαι θεώρησαν μέσα στα πλαίσια των «Είκοσι» ότι αυτό είναι σωστό και δίκαιο, και ανταποκρίνεται στη σημερινή πραγματικότητα, προδιαθέτει –σε κάποιο βαθμό- τη διεθνή κοινή γνώμη και τις «δεξαμενές σκέψης» των ειδικών, με αποτέλεσμα αναγκαστικά άπαντες να ασχοληθούν με αυτό. Να σημειωθεί πάντως, πως το γεγονός ότι το Κογκρέσο των ΗΠΑ αρνήθηκε να επικυρώσει αυτή την απόφαση δείχνει ότι οι ΗΠΑ θέλουν να βγουν από αυτό το γενικό πλαίσιο επίλυσης των προβλημάτων, ενώπιον των οποίων βρίσκεται η διεθνής κοινότητα. Και αυτό το ξεχνούν κάποιοι, οι οποίοι στηριζόμενοι στο μονοπώλιο τους στα παγκόσμια ΜΜΕ, πνίγουν αυτή την πληροφορία, λες και δεν υπήρξε.
Βλέπετε, όλοι αναφέρονται σε κάποια σημερινά προβλήματα, μεταξύ αυτών και στις κυρώσεις απέναντι στη Ρωσία, αλλά στην πραγματικότητα σε παγκόσμιο επίπεδο, στην προκειμένη περίπτωση οι ΗΠΑ, δεν εκπληρώνουν όσα αποφασίζονται. Πρόκειται για ένα ζήτημα θεμελιώδους σημασίας. Όπως και να’ χει πάντως, κάτι τέτοιο επ’ ουδενί σημαίνει ότι η G20 είναι ένα άχρηστο σχήμα. Εξήγησα ήδη, γιατί. Υπάρχει όφελος.
ΕΡ: Ίσως να γίνουν αυτές οι αποφάσεις δεσμευτικές…
ΑΠ: Αυτό είναι αδύνατο. Ανάλογα παραδείγματα δεν υπάρχουν στη διεθνή πρακτική, εκτός από τα θέματα που επιλύονται στο Συμβούλιο Ασφαλείας στον τομέα της διεθνούς ασφάλειας. Αλλά αυτό διαμορφώθηκε μέσα από τις πολύ δύσκολες συνθήκες του αιματηρού Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Το να περιμένουμε ότι σήμερα θα διαμορφωθούν ανάλογοι νέοι μηχανισμοί, οι οποίοι θα εξασφαλίσουν την υλοποίηση αποφάσεων, ειδικά στον τομέα της οικονομίας, είναι απλά μη ρεαλιστικό. Επαναλαμβάνω όμως, πως, ως προς το πνεύμα της, η G20 φέρει πολιτικό και οικονομικό χαρακτήρα. Από μόνο του το γεγονός αυτό, είναι θετικό.
Το οξύμωρο των κυρώσεων
Τώρα, όσον αφορά ότι ορισμένες χώρες από τις «Είκοσι» υϊοθετούν κυρώσεις κατά της Ρωσίας, αυτό φυσικά, όχι μόνον είναι αντίθετο με τις ίδιες τις αρχές λειτουργίας της G20, αλλά και με το διεθνές Δίκαιο. Κι’ αυτό διότι κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν στα πλαίσια του ΟΗΕ και του Συμβουλίου Ασφαλείας του. Συν τοις άλλοις, αντιβαίνει στις αρχές του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) και στη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου, τη λεγόμενη GATT. Οι ΗΠΑ δημιούργησαν κάποτε αυτό τον Οργανισμό και τώρα οι ίδιες παραβιάζουν χονδροειδώς τις αρχές του. Αυτό είναι επιβλαβές και φυσικά μας προκαλεί κάποια ζημιά. Αλλά και γι’ αυτούς είναι επιζήμιο, αφού ουσιαστικά υπονομεύει ολόκληρο το σύστημα των διεθνών οικονομικών σχέσεων. Ελπίζω ότι, τελικά, θα γίνει αντιληπτό και θα αποτελέσει παρελθόν.
ΕΡ: Στην G20 έχει διαμορφωθεί μια συγκεκριμένη ισορροπία δυνάμεων. Από τη μια, είναι η Ομάδα των Επτά (G7), από την άλλη οι χώρες της BRICS και ορισμένα κράτη που έχουν συνταχθεί μαζί της. Με δεδομένο ότι, όπως αναφέρατε, καθένας προασπίζεται τα δικά του συμφέροντα, πώς εκλαμβάνετε αυτή την ισορροπία δυνάμεων; Είναι μια διαμάχη, μέσα από την οποία θα γεννηθεί κάτι νέο, ή πρόκειται για μια νέα αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο μπλοκ;
ΑΠ: Νομίζω ότι θα ήταν πολύ άσχημο αν αρχίζαμε πάλι να σχηματίζουμε κάποια μπλοκ. Δεν είναι καθόλου εποικοδομητικό, ενώ είναι επιζήμιο για την παγκόσμια οικονομία. Άλλωστε, για την οικονομία δεν μιλάμε αυτή τη στιγμή;
ΕΡ: Για την οικονομία, στην οποία σήμερα παρεμβαίνει ολοένα περισσότερο η πολιτική.
ΑΠ: Αυτό είναι αλήθεια. Παρόλα αυτά όμως, η G20 είναι πρώτα απ’ όλα ένα οικονομικό φόρουμ και προτείνω να μετατοπίσουμε εκεί το κέντρο βάρους της συζήτησής μας. Να τι είναι αυτό στο οποίο θα ήθελα να στρέψω την προσοχή: Αναφέρθηκα ήδη στον ΠΟΕ, ο οποίος διαμόρφωσε συγκεκριμένους κανόνες στο παιχνίδι. Δημιουργήθηκε και ένας μηχανισμός όπως το ΔΝΤ. Γίνονται, επίσης, συζητήσεις για την τελειοποίηση των διεθνών οικονομικών μηχανισμών, και των εμπορικών συμφωνιών.
Αναπτυσσόμενες και αναπτυγμένες χώρες
Γνωρίζετε, βέβαια, ότι ο λεγόμενος γύρος διαπραγματεύσεων της Ντόχα στα πλαίσια του ΠΟΕ βρίσκεται ουσιαστικά σε αδιέξοδο. Γιατί; Εξαιτίας της διαφοράς των προσεγγίσεων και της διαφοράς των συμφερόντων μεταξύ των αναδυόμενων οικονομιών και των ανεπτυγμένων οικονομιών. Μεταξύ του ότι, στη μια περίπτωση προκύπτει ανισορροπία στον τομέα του κεφαλαίου, ενώ στην άλλη προκύπτουν ανισορροπίες στον τομέα των εμπορικών ροών. Στις αναπτυγμένες οικονομίες υπάρχει πολύ ελεύθερο κεφάλαιο και το ζήτημα βρίσκεται στην τοποθέτηση, στην αποτελεσματική, αξιόπιστη και ασφαλή τοποθέτηση αυτών των κεφαλαίων σε εκείνες τις περιοχές και σε εκείνες τις οικονομίες του κόσμου, οι οποίες θα διασφαλίσουν τη σταθερότητα, θα προστατέψουν την ιδιοκτησία και θα αποφέρουν κάποιο κέρδος, το οποίο θα φέρει κάποιο επίπεδο εσόδων στις ανεπτυγμένες οικονομίες.
Γι’ αυτό οι συγκεκριμένες χώρες εξάγουν κεφάλαιο, ενώ οι αναπτυσσόμενες χώρες διαμορφώνουν τις εμπορικές ροές. Οι μεν πρέπει να είναι βέβαιες ότι τα κεφάλαιά τους θα τοποθετηθούν με σιγουριά, και οι δε, οι οποίες είναι οι αποδέκτες αυτών των κεφαλαίων, πρέπει να είναι βέβαιες ότι οι κανόνες του παιχνιδιού δεν πρόκειται να αλλάξουν με το «έτσι θέλω» εκείνων που εξάγουν το κεφάλαιο, ανάμεσα στα άλλα και για πολιτικούς λόγους.
Πρέπει όλοι όμως, να καταλάβουν ότι στην παγκόσμια οικονομία, και γενικότερα στα οικονομικά, υπάρχει σήμερα απόλυτη εξάρτηση του ενός από τον άλλο. Στη δική μας περίπτωση, μας περιόρισαν την πρόσβαση των χρηματοπιστωτικών μας ιδρυμάτων στις διεθνείς πιστωτικές αγορές. Με την προσέλκυση κεφαλαίων από τις διεθνείς πιστωτικές αγορές, τα χρηματοπιστωτικά μας ιδρύματα χρηματοδοτούν τις εταιρίες μας, οι οποίες στη συνέχεια αγοράζουν έτοιμα προϊόντα από αυτές τις ανεπτυγμένες οικονομίες, στηρίζοντας έτσι και τις θέσεις εργασίας σε αυτές τις χώρες, και τον κοινωνικό τομέα, και την ανάπτυξη της οικονομίας. Αν εμείς δεν το κάνουμε αυτό, σημαίνει ότι σε αυτές τις χώρες θα υπάρξουν προβλήματα. Πρόκειται για ζητήματα που έχουν βάθος και εκ πρώτης όψεως ίσως δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά.
Για παράδειγμα, χάρις στη συνεργασία μας με τη Γερμανία, εκεί έχουν εξασφαλιστεί 300 χιλιάδες θέσεις εργασίας. Αν, όμως, δεν δώσουμε παραγγελίες εκεί, … τέλος. Ίσως, βέβαια, αναπροσανατολιστούν σε κάτι άλλο, αλλά δεν είναι κάτι το τόσο απλό και εύκολο.
Αμερικανική ανισορροπία
Θα πρέπει, λοιπόν, να βρίσκουμε και να δίνουμε από κοινού τις λύσεις στα όποια προβλήματα παρουσιάζονται. Αν, αντίθετα, ακολουθήσουμε τον άλλο δρόμο …; Σήμερα οι ΗΠΑ κάνουν λόγο για τη δημιουργία δυο Συνεργασιών: Μιας Διατλαντικής και μιας Δια-Ειρηνικής. Αν πρόκειται, όμως, να είναι κάποιες κλειστές ομάδες, τότε δεν θα εξαλειφθούν, αλλά θα μεγαλώσουν οι ανισορροπίες στην παγκόσμια οικονομία. Είμαστε φυσικά υπέρ του να μην υπάρχουν αυτές οι ανισορροπίες, αλλά αυτά τα ζητήματα μπορούν να επιλυθούν μόνον από κοινού.
Γιατί λέω με τόση βεβαιότητα ότι μόνο από κοινού μπορούμε να τα επιλύσουμε; Από απόψεως ισοτιμίας της αγοραστικής ικανότητας, το ενωμένο ΑΕΠ των χωρών της BRICS είναι πλέον μεγαλύτερο απ’ ότι ο συντελεστής αυτός στις χώρες της G7. Αν της BRICS είναι νομίζω 37,4 τρις. δολάρια, των χωρών της G7 είναι 34,5. Να πούμε λοιπόν τώρα, «Όχι, θα κάνουμε χωριστά αυτό κι εκείνο, κι εσείς κάνετε εκεί όπως θέλετε;». Το μόνο που θα υπάρξει, είναι περαιτέρω ανισορροπία. Θέλουμε λύσεις; Πρέπει να το κάνουμε μαζί.
ΕΡ: Γίνεται λόγος για την εμφάνιση μιας νέας Ομάδας των Επτά, η οποία θα περιλαμβάνει τις χώρες της BRICS, την Ινδονησία, την Τουρκία και το Μεξικό. Θεωρείτε ότι έχει μέλλον ένα τέτοιο σχήμα;
ΑΠ: Ανέφερα ήδη ότι πρέπει να αποφασίζουμε από κοινού, επειδή όλα είναι αλληλένδετα στο σύγχρονο κόσμο, και αν δημιουργούμε κάποιες περιφερειακές ενώσεις, όπως την Ευρασιατική Οικονομική Ένωση με τη Λευκορωσία και το  Καζακστάν, αυτό γίνεται μόνο σαν προσθήκη στους υφιστάμενους παγκόσμιους μηχανισμούς, οι οποίοι πρέπει να λειτουργούν βάσει αυτών των παγκόσμιων κανόνων.
Η συνέντευξη πρωτοδημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα ITAR-TASS.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός9 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή