Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι Τούρκοι εκβιάζουν Ρωσία και ΗΠΑ μέσω Λιβύης – Οι κίνδυνοι για την Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

«Πλούσιο» το παρασκήνιο καθώς Τούρκοι, Ρώσοι και Αμερικανοί προετοιμάζουν το έδαφος για τις επόμενες κινήσεις τους στο λιβυκό μέτωπο με το βλέμμα στραμμένο συνολικά στη Μεσόγειο

Γιώργος Σκαφιδάς
Ο Γεβγκένι Μαξίμοβιτς Πριμακόφ δεν είναι πια εδώ. Σε λίγες ημέρες συμπληρώνονται πέντε χρόνια από τον θάνατό του. Η πολιτική παρακαταθήκη του Πριμακόφ συνεχίζει ωστόσο να «πλαισιώνει» τη ρωσική εξωτερική πολιτική όπως εκείνη έχει (ανα)διαμορφωθεί από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα.

Τον (άλλοτε υπουργό Εξωτερικών και έπειτα πρωθυπουργό της Ρωσίας) Γεβγκένι Πριμακόφ πολλοί ίσως να τον θυμούνται για την καλούμενη «αναστροφή» πάνω από τον Ατλαντικό. Ήταν Μάρτιος του 1999 όταν εκείνος, τότε ως πρωθυπουργός της Ρωσικής Ομοσπονδίας, μπήκε στο αεροπλάνο με προορισμό την Ουάσιγκτον όπου ήταν προγραμματισμένο να πραγματοποιήσει επίσημη επίσκεψη… μια επίσκεψη που όμως δεν θα πραγματοποιείτο ποτέ. Ο Πριμακόφ λέγεται πως πληροφορήθηκε εν πτήσει, ενώ βρισκόταν ήδη πάνω από τον Ατλαντικό, ότι είχαν μόλις ξεκινήσει οι ΝΑΤΟικοί βομβαρδισμοί κατά της Γιουγκοσλαβίας… με αποτέλεσμα να δώσει εντολή για αναστροφή και επιστροφή πίσω στην πατρίδα ακυρώνοντας έτσι την επίσκεψη.

Περίπου δύο δεκαετίες μετά, θα ήταν η σειρά των Ρώσων υπουργών Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, και Άμυνας, Σεργκέι Σοϊγκού, να… αναβάλουν ξαφνικά την επίσκεψή τους στην Κωνσταντινούπολη, με τις φήμες μάλιστα να αφήνουν να εννοηθεί ότι το ρωσικό κυβερνητικό αεροσκάφος με τους υπουργούς είχε απογειωθεί για την Τουρκία προτού κάνει… αναστροφή πάνω από τον Εύξεινο Πόντο και γυρίσει πίσω στη Ρωσία…    

«Αναστροφές» σε Ατλαντικό και Εύξεινο Πόντο

Ανεξάρτητα από το εάν όντως υπήρξε αναστροφή ή όχι, το γεγονός παραμένει: Ρώσοι και Τούρκοι είχαν προγραμματίσει συνομιλίες για τις 14 Ιουνίου στην Κωνσταντινούπολη, συνομιλίες που τελικώς δεν πραγματοποιήθηκαν, με τη σχετική είδηση μάλιστα της αναπάντεχης αναβολής τους να «σκάει» κυριολεκτικά την ύστατη στιγμή, αφήνοντας να διαφανούν εάν όχι ρήγματα τότε οπωσδήποτε αρρυθμίες στις σχέσεις μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας. Δεδομένου ότι επρόκειτο για συνομιλίες που θα περιστρέφονταν γύρω από τις εξελίξεις σε Λιβύη και Συρία, το ερώτημα επανέρχεται δριμύ: Μπορούν Τούρκοι και Ρώσοι να βρουν ένα modus «συνύπαρξης» στα ανοιχτά μέτωπα της υφηλίου όπου εκείνοι στηρίζουν αντιμαχόμενα στρατόπεδα; Το ερώτημα επανέρχεται όμως δριμύ όχι μόνο λόγω των συνομιλιών που αναβλήθηκαν αλλά και στη σκιά των ουκ ολίγων αποκλινουσών δηλώσεων που είχαν προηγηθεί.

Οι Τούρκοι στρέφονται στις ΗΠΑ μέσω Λιβύης

Στις 8 Ιουνίου, έπειτα από σχετική τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο Τούρκος ηγέτης Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βγήκε δημοσίως και προανήγγειλε την έλευση μιας «νέας εποχής» στις σχέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας, σημειώνοντας μάλιστα με νόημα ότι το εφαλτήριο αυτής της «νέας εποχής» θα είναι η διαχείριση της λιβυκής κρίσης. Τρία 24ωρα αργότερα, στις 11 Ιουνίου, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου θα έβγαινε ανοιχτά και θα καλούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες «να παίξουν έναν πιο ενεργό ρόλο στη Λιβύη» υπογραμμίζοντας και εκείνος με νόημα ότι η μεγαλύτερη εμπλοκή των ΗΠΑ στο συγκεκριμένο μέτωπο είναι «σημαντική» και «για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του ΝΑΤΟ»…  

Διαβάζοντας τις τουρκικές δηλώσεις θα μπορούσε να υποθέσει κανείς πολλά:

  • ότι οι Τούρκοι ίσως να αναζητούν πλέον μια κάποια αμερικανική/ΝΑΤΟική «κάλυψη» στη Λιβύη,
  • ότι ίσως να θέλουν να «νομιμοποιήσουν» την εκεί τουρκική στρατιωτική παρουσία μέσω του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, διεκδικώντας οι ίδιοι ρόλο άτυπου εκπροσώπου της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας στο λιβυκό μέτωπο ενάντια σε Ρώσους και Άραβες,
  • ότι ίσως να επιθυμούν να ενισχύσουν – μέσω των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ – τη διαπραγματευτική τους θέση απέναντι στο αντίπαλο λιβυκό στρατόπεδο (Ακίλα Σαλέχ, Λιβυκός Εθνικός Στρατός LNA, Χαλίφα Χάφταρ) και όλους εκείνους που επιμένουν να το στηρίζουν (Ρωσία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Αίγυπτος κ.ά.),
  • ότι ίσως να επιδιώκουν και να εκβιάσουν – μέσω Λιβύης – εάν όχι τη στήριξη τότε τουλάχιστον την ανοχή των ΗΠΑ για τα επεκτατικά σχέδια της Τουρκίας στη Μεσόγειο (βλέπε τουρκολιβυκό μνημόνιο), γνωρίζοντας ότι πρόκειται για σχέδια που οδηγούν την Τουρκία σε σύγκρουση με άλλες ΝΑΤΟικές δυνάμεις (Γαλλία, Ελλάδα)
  • ότι μπορεί να τρέχουν να προλάβουν και ένα τυχόν «άδειασμά» τους από τις ΗΠΑ, εάν η Ουάσιγκτον προτιμήσει για παράδειγμα να πάρει στη λιβυκή κρίση θέση στο πλευρό της Αιγύπτου και όχι της Τουρκίας (πράγμα δύσκολο). 

«Από τη Συρία έως τη Λιβύη, από τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Μεσόγειο, ο Ερντογάν τώρα εκτιμά ότι η Τουρκία χρειάζεται την Αμερική πολιτικά και στρατηγικά περισσότερο από όσο τη χρειαζόταν προ μηνών», γράφει ο πολύπειρος Τούρκος δημοσιογράφος Τζενγκίζ Τζαντάρ, υπογραμμίζοντας μάλιστα με νόημα ότι «η Τουρκία χρειάζεται την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών για να εφαρμόσει την περιφερειακή της (σ.σ. τουρκική) ατζέντα» όχι μόνο στη Λιβύη αλλά και «παραπέρα».   

Η Λιβύη πιθανό «κλειδί» για τα σχέδια των ΗΠΑ στη Μεσόγειο

Οι Αμερικανοί πάντως από την πλευρά τους φαίνεται σε έναν βαθμό να «ανταποκρίνονται»: εκφράζοντας για παράδειγμα την πρόθεση να ενισχύσουν μέσω Τυνησίας τη στρατιωτική τους παρουσία στην Αφρική (United States Africa Command), επικρίνοντας τις ρωσικές γεωπολιτικές φιλοδοξίες στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου («Η Ρωσία σαφώς και προσπαθεί να γείρει τη ζυγαριά υπέρ της στη Λιβύη», θα δήλωνε πρόσφατα ο Αμερικανός στρατηγός Στίβεν Τάουνσεντ), και παρουσιάζοντας «ντοκουμέντα» που φέρονται να αποδεικνύουν τη στρατιωτική εμπλοκή της Μόσχας στο εμφυλιοπολεμικό-proxy λιβυκό μέτωπο.

Να σημειωθεί ότι στο τιμόνι της αποστολής των Ηνωμένων Εθνών για τη Λιβύη, στη θέση του παραιτηθέντα Λιβανέζου Γκασάν Σαλαμέ, βρίσκεται επί του παρόντος (μέσα Ιουνίου του 2020) μια Αμερικανίδα, η Στέφανι Γουίλιαμς, η οποία φέρεται μάλιστα να έχει ιδιαίτερα καλές σχέσεις και με ισλαμιστές πολιτικούς της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας (GNA) του τουρκόφιλου Φαγιέζ αλ Σάρατζ όπως είναι για παράδειγμα ο υπουργός Εσωτερικών Φάτι Μπασάγκα. Για την ιστορία, ο Μπασάγκα είναι ο πολιτικός που είχε προ ημερών διαμηνύσει ότι οι υποστηριζόμενες από την Τουρκία και τους εισαγόμενους από τη Συρία ισλαμιστές-μισθοφόρους δυνάμεις του GNA δεν πρόκειται να σταματήσουν την προέλασή τους εάν δεν καταλάβουν πρώτα τη (στρατηγικά τοποθετημένη κοντά στα terminals των ενεργειακών εξαγωγών) Σύρτη καθώς και την αεροπορική βάση της αλ Τζούφρα.  

Εάν πιστέψουμε μάλιστα όσα δήλωσε Τούρκος αξιωματούχος υπό καθεστώς ανωνυμίας στο πρακτορείο Reuters, τότε ήταν ακριβώς αυτή η επαπειλούμενη επίθεση στη Σύρτη από τις υποστηριζόμενες από την Τουρκία δυνάμεις του GNA που οδήγησε στην ξαφνική αναβολή της προγραμματισμένης για τις 14 Ιουνίου επίσκεψης των Λαβρόφ και Σοϊγκού στην Κωνσταντινούπολη.   

Οι εξελίξεις στη Λιβύη «απαιτούν πιο ενεργή ανάμειξη από την πλευρά των ΗΠΑ», γράφει από την πλευρά του ο Μπεν Φίσμαν στην ιστοσελίδα του Washington Institute For Near East Policy, σημειώνοντας μάλιστα με νόημα ότι «τις τελευταίες εβδομάδες η κυβέρνηση Τραμπ έχει αναλάβει μεγαλύτερη διπλωματική δράση στη Λιβύη σε επίπεδο ανώτερων αξιωματούχων από ό, τι είχε συνολικά τους προηγούμενους δεκατρείς μήνες».

Αξιοποιώντας τη Λιβύη όχι μόνο ως εφαλτήριο ή αφορμή αλλά και ως μοχλό πίεσης, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε παράλληλα να προωθήσει και μια σειρά από συμφωνίες ευρύτερα στην περιοχή της Μεσογείου με απώτερο στόχο τον περιορισμό όχι μόνο της ρωσικής αλλά και της κινεζικής επιρροής. Κατά «σύμπτωση», υπάρχουν ήδη φωνές στις ΗΠΑ που πιέζουν προς μια τέτοια κατεύθυνση, διακινώντας ιδέες που είχαν ακουστεί και στο πρόσφατο παρελθόν περί συμμετοχής της Τουρκίας στο Eastern Mediterranean Gas Forum ή ακόμη και περί αλλαγών στη «γλώσσα» του Eastern Mediterranean Security and Energy Partnership Act των Ρούμπιο και Μενέντεζ ώστε να μπορούν να ενταχθούν σε αυτό ως «σημαντικές» για την Αμερική και άλλες χώρες της περιοχής πέρα από την Ελλάδα και την Κύπρο.

Στην (αντ)επίθεση η Μόσχα

Όσο για τη Μόσχα, εκείνη φροντίζει να… ανταποδίδει τα πυρά. Μιλώντας σε δημοσιογράφους στις 4 Ιουνίου, η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα, εξέφρασε τη «βαθιά ανησυχία» της ρωσικής κυβέρνησης για τον «αυξημένο αριθμό των εγκλημάτων» που διαπράττονται πια στη δυτική Λιβύη από ένοπλους τζιχαντιστές που έχουν προέλθει από τη Συρία… 

Ο ειδικός εκπρόσωπος του Βλάντιμιρ Πούτιν για τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, υφυπουργός Εξωτερικών Μιχαήλ Μπογκντάνοφ, παραχώρησε προ ημερών συνέντευξη στην αιγυπτιακή εφημερίδα Al-Ahram. «Η Αίγυπτος είναι ένας από τους κυρίους εταίρους και συμμάχους μας όταν πρόκειται για τη συμβολή σε μια λιβυκή διευθέτηση. Συντονίσαμε στενά τις θέσεις μας με τους Αιγύπτιους συναδέλφους μας πριν από τη Διάσκεψη του Βερολίνου. Οι χώρες μας βρίσκονται επίσης σε τακτική επαφή στο υψηλότερο επίπεδο για το Λιβυκό ζήτημα», δήλωσε μεταξύ άλλων ο Μπογκντάνοφ υπογραμμίζοντας παράλληλα και τους «στρατηγικούς δεσμούς» μεταξύ των δύο χωρών που συνεχίζουν να αναπτύσσονται, με την Αίγυπτο μάλιστα να ξεχωρίζει και ως ο μεγαλύτερος εμπορικός/οικονομικός εταίρος της Ρωσίας σε Αφρική και αραβικό κόσμο. Σημειώνεται ότι τις περασμένες ημέρες ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ είχε τηλεφωνικές συνομιλίες με τον πρόεδρο του λιβυκού Κοινοβουλίου Ακίλα Σαλέχ και με τον υπουργό Εξωτερικών της Αιγύπτου Σάμεχ Σούκρι ενώ στις 16 Ιουνίου εκείνος υποδέχεται στη Ρωσία και τον Ιρανό ΥΠΕΞ Τζαβάντ Ζαρίφ.  

Πλούσια σε μηνύματα ήταν ωστόσο και η συνέντευξη που παραχώρησε προ ημερών ο Ρώσος πρέσβης στην Ελλάδα Αντρέι Μάσλοφ στο Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, μια συνέντευξη στο πλαίσιο της οποίας ο Ρώσος διπλωμάτης δήλωσε: 

  • ότι τα ελληνικά νησιά έχουν δικαίωμα σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα βάσει του Άρθρου 121 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας,
  • καθώς και ότι η Ελλάδα «δικαιούται να συμμετέχει πλήρως στις πολυμερείς προσπάθειες για την επίλυση της σύγκρουσης στη Λιβύη».

Τα ρωσοτουρκικά αγκάθια που παραμένουν

Το ότι οι σχέσεις ανάμεσα στη Ρωσία και την Τουρκία είναι σήμερα καλύτερες από ό,τι ήταν στο παρελθόν, δεν το αμφισβητεί κανείς. «Όσο για τις σχέσεις μας με την Τουρκία, αυτές είναι εποικοδομητικές και αναπτύσσονται δυναμικά», σημείωσε σχετικά ο Ρώσος πρέσβης, Αντρέι Μάσλοφ, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Υπάρχουν όμως παράλληλα και αγκάθια που παραμένουν, όχι μόνο στη Συρία και στη Λιβύη αλλά και σε άλλες περιοχές όπως είναι ο Εύξεινος Πόντος και ο νότιος Καύκασος. Παράλληλα, δεν θα πρέπει να παραβλέψει κανείς και το γεγονός ότι η Μόσχα συνεχίζει να διατηρεί εξαιρετικές σχέσεις με «εχθρούς» της Τουρκίας του Ερντογάν όπως είναι για παράδειγμα οι Μπασάρ αλ Άσαντ, Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι κ.ά.

Στον αντίποδα, βέβαια, και η Άγκυρα αναπτύσσει δεσμούς με χώρες όπως είναι για παράδειγμα η Ουκρανία (Ukrspecexport-Baykar Makina κ.ά.), η Γεωργία (από όπου περνά και ο αγωγός TANAP), το Αζερμπαϊτζάν (από το οποίο η Τουρκία εισήγαγε τους τελευταίους μήνες περισσότερο φυσικό αέριο από ό,τι από τη Ρωσία) αλλά και η Ρουμανία για παράδειγμα που προσφάτως κατέταξε τη Ρωσία μεταξύ των «απειλών» για την περίοδο 2020-2024.  

Ρώσοι και Τούρκοι έχουν βρεθεί, όμως, το τελευταίο διάστημα να ανταλλάσσουν και… επικοινωνιακά πυρά, με την τουρκόφωνη έκδοση του ρωσικού ειδησεογραφικού δικτύου Sputnik (Sputnik Turkiye) να αποδομεί τουρκικές θέσεις μέσα από σειρά δημοσιευμάτων, και την Άγκυρα να «απαντά»… από τη μία συλλαμβάνοντας δημοσιογράφους του Sputnik Turkiye (ενδεικτική η περίπτωση του Mahir Boztepe) και από την άλλη λανσάροντας μια νέα δική της ρωσόφωνη έκδοση του τουρκικού TRT.

«Το διευρυμένο στρατιωτικό αποτύπωμα της Μόσχας στη Συρία, στην Αρμενία, στις αποσχισθείσες περιοχές της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας, και στη χερσόνησο της Κριμαίας τροφοδοτεί τους τουρκικούς φόβους περί περικύκλωσης […] Η ρωσική στρατιωτική παρουσία έχει αυξηθεί παντού: στην Κριμαία, στην Αρμενία, στην Ανατολική Μεσόγειο», σημειώνει σε παλαιότερη μακροσκελή ανάλυσή του το International Crisis Group, εστιάζοντας κυρίως στον Εύξεινο Πόντο. Είναι εκεί άλλωστε όπου η ρωσική στρατιωτική παρουσία έχει όντως αυξηθεί σημαντικά έπειτα από το 2014 και την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσική Ομοσπονδία, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε πολλοί Τούρκοι αξιωματούχοι να ανησυχούν μήπως η Μαύρη Θάλασσα μετατραπεί σε «ρωσική λίμνη».

Οι τουρκικές ανησυχίες αποτυπώνονται παράλληλα και στις θέσεις Τούρκων ακαδημαϊκών. Οι Μιτάτ Τσελίκπαλα και Έμρε Έρσεν έβλεπαν για παράδειγμα με ανησυχία ήδη από το 2018, μέσα από τις σελίδες του 23ου τεύχους της έκδοσης PERCEPTIONS του Κέντρου Στρατηγικής Έρευνας SAM του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, τη Ρωσία να διαμορφώνει τουλάχιστον «τρεις σφαίρες anti-access/area denial A2/AD» γύρω από τουρκικά εδάφη. Κι όλα αυτά… σε μια περίοδο κατά την οποία το τουρκικό πολεμικό ναυτικό επίσης απλώνεται ανοίγοντας επεκτατικά «πανιά» από τη Μεσόγειο έως και τη Μαύρη Θάλασσα στο όνομα της καλούμενης «Γαλάζιας Πατρίδας»…

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ωστόσο και ένα δημοσίευμα της Wall Street Journal (με ημερομηνία δημοσίευσης τη 15η Ιουνίου) σύμφωνα με το οποίο τουρκικές εταιρείες χρωστούν σχεδόν… 2 δισεκατομμύρια δολάρια στη ρωσική Gazprom. «Η Gazprom ζητά να πληρωθεί αλλά το χρέος είναι τεράστιο», εμφανίζεται να δηλώνει Τούρκος αξιωματούχος αναφερόμενος στο συγκεκριμένο θέμα.

Πηγή: Έθνος

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO45 λεπτά πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή