Ιστορία - Πολιτισμός
Τα Ελληνόπουλα που βρέθηκαν στην Αλβανία τον καιρό του Εμφυλίου
Νέα στοιχεία για το παιδομάζωμα
– Πόσα Ελληνόπουλα βρέθηκαν στην Αλβανία το 1948;
– Η μεταφορά τους σε καταυλισμούς και οι συνθήκες διαβίωσης τους σ’ αυτούς
– Η μετακίνησή τους σε χώρες του τέως ανατολικού μπλοκ και ο επαναπατρισμός τους στην Ελλάδα.
Ένα από τα πλέον συζητημένα θέματα σχετικά με τον Εμφύλιο Πόλεμο στη χώρα μας ήταν το λεγόμενο παιδομάζωμα, με το οποίο είχαμε ασχοληθεί εκτενώς σε άρθρο μας. Το σχετικό άρθρο μας στις 31/5/2020 προκάλεσε πλήθος συζητήσεων και σχολίων. Ένα από τα επιμέρους ζητήματα που σχετίζονται με το παιδομάζωμα είναι τα Ελληνόπουλα που βρέθηκαν στην Αλβανία. Η γειτονική χώρα φιλοξένησε όπως θα δούμε, κάποιες χιλιάδες από τα παιδιά που αρπάχθηκαν βίαια ως επί το πλείστον, φυγαδεύτηκαν και οδηγήθηκαν σ’ αυτή.
Το παιδομάζωμα – Νέα στοιχεία
Τα παιδιά που βρέθηκαν στις χώρες του τέως ανατολικού μπλοκ ήταν τέκνα ανταρτών του ΕΑΜ, ορφανά από έναν ή και τους δύο γονείς τους, παιδιά αγνώστων γονιών, φυλακισμένων, εξόριστων, αγνοουμένων ή εγκλωβισμένων σε άλλη χώρα της Ανατολικής Ευρώπης. Περίπου 300 παιδιά κυρίως από την Ήπειρο και την Καστοριά είτε αποχωρίστηκαν τους γονείς τους στην Ελλάδα και βρέθηκαν ασυνόδευτα είτε οι γονείς τους είχαν πεθάνει και ήταν ορφανά.

Όπως γράφει ο Σταύρος Ντάγιος η απόφαση του παιδομαζώματος -δεν είναι έως τώρα αποδεδειγμένη πώς, πού και πότε-,ελήφθη ακόμα προκειμένου οι γονείς των παιδιών και ιδιαίτερα οι νεαρές μητέρες να αγωνίζονται απρόσκοπτα και με μειωμένο το ενδεχόμενο λιποταξίας. Ήταν μια μορφή ομηρίας, ο πιο σίγουρος τρόπος ώστε ο ΔΣΕ να διασφαλίσει την αφοσίωση του μαχητικού δυναμικού του, ο οποίος στην τελευταία φάση είχε στρατολογηθεί κυρίως διά του ψυχικού εξαναγκασμού ή της σωματικής βίας. Το τελευταίο απόσπασμα προέρχεται από κείμενο του Νίκου Μαραντζίδη στην «Καθημερινή» στις 12/8/2012 με τίτλο «Το παιδομάζωμα στον Εμφύλιο».
Ίσως στην αρχή υπήρξε εθελοντική προσέλευση των γονέων, ήταν όμως περιορισμένη εδαφικά και χρονικά. Από τον Μάρτιο του 1948 και ιδιαίτερα από τα μέσα της χρονιάς εκείνης, καθώς οι περισσότεροι γονείς αρνούνταν πεισματικά να παραδώσουν οικειοθελώς τα παιδιά τους, εφαρμόστηκαν καταναγκαστικοί τρόποι συλλογής, στρατολόγησης και εξορίας. Στην «Καθημερινή» της 5/9/1948 υπάρχει το εξής δημοσίευμα:
«Παραδοθείς εις την περιοχή της Μουργκάνας συμμορίτης καταγόμενος εκ Κουκλίων(σημ: Κουκλιοί, χωριό του Δήμου Πωγωνίου του νομού Ιωαννίνων) περιέγραψε την νυχτερινή αρπαγή των παιδιών ηλικίας από 5-14 ετών των οποίων οι μητέρες υποχρεώθησαν με ξυλοδαρμούς και πυροβολισμούς να τα συνοδέψουν μέχρι το χωριό Κορκοβίτσα (σημ. πρόκειται μάλλον για το παραμεθόριο χωριό της Β. Ηπείρου Κοσοβίτσα) επί του αλβανικού εδάφους όπου και τα εγκατέλειψαν ακουσίως επιστρέψασαι ακολουθίας (γύρισαν με συνοδεία) εις τα ληστοκρατούμενα χωρία των».

Η δραματική πορεία μητέρων και παιδιών προς Αλβανία διήρκεσε δύο μέρες εν μέσω κοπετών (γοερών λυγμών με έντονες κινήσεις των χεριών και σπαρακτικές κραυγές) και θρήνων.
Στα αρχεία του ΔΣΕ στον Γράμμο που εγκαταλείφθηκαν μετά την επικράτηση του Εθνικού Στρατού, ανάμεσα στα άλλα βρέθηκε και μία άκρως ενδιαφέρουσα επιστολή ανώτατου εκπαιδευτικού στελέχους του Δημοκρατικού Στρατού σε επιστολή προς συναγωνιστή του. Ο ελληνικός Τύπος που δημοσίευσε τότε την επιστολή τόνιζε πως και μόνον η επιστολή αυτή καταρρίπτει την προπαγανδιστική επιχειρηματολογία του ΚΚΕ, ότι η απαγωγή γινόταν για την προστασία των παιδιών από τους βομβαρδισμούς της αεροπορίας και του μοναρχοφασιστικού στρατού. Ας δούμε τι γράφει η επιστολή αυτή που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 23/8/1949.
“Μας λέγουν εδώ διάφοροι σύντροφοι ότι δεν κατορθώσατε να ξεπεράσετε τις δυσκολίες που δημιούργησαν στον αγώνα μας οι παράγοντες των ξένων ιμπεριαλιστών. Βλέπουν το κίνημα να είναι πολύ καθυστερημένο. Περίμεναν μεγαλύτερη δράση και ανάπτυξη. Κι εγώ συμφωνώ με αυτές τις απόψεις, γιατί τις βρίσκω πολύ λογικές. Θα έπρεπε να είχε σταλεί στις γειτονικές λαϊκές χώρες τριπλάσιος τουλάχιστον αριθμός παιδιών αντιδραστικών γιατί έτσι θα μπορούσαμε να ενισχύσουμε την προσπάθεια που γίνεται για την οργάνωση και ανάπτυξη του παγκόσμιου προλεταριακού στρατού. Καταλαβαίνετε σ. Τίγρη (σημ. πρόκειται φυσικά για ψευδώνυμο) πόσο ακατάβλητος θα είναι ο στρατός αυτός όταν σε λίγα χρόνια θα πάρει τη θέση του μέσα στη δράση του Παγκόσμιου Προλεταριακού Κινήματος ενάντια στις καπιταλιστικές χώρες και ειδικά της μοναρχοφασιστικής Ελλάδας.
Στο δημοσίευμα που αναφέραμε παραπάνω ο Νίκος Μαραντζίδης γράφει ότι η στρατολογία ήταν άτακτη χρονικά και γεωγραφικά. Στηριζόταν σε αιφνιδιαστικές βραδινές περιπολίες και εισβολές των ανταρτών σε κατοικημένες περιοχές ή σε ενέδρες σε τόπους συναθροίσεων των χωρικών. Οι στρατολόγοι του ΔΣΕ έμπαιναν στα σπίτια αναζητώντας νεαρά άτομα που θα στελέχωναν τις γραμμές του. Οι εντολές της ηγεσίας προς τους στρατολόγους ήταν σαφείς: ενδελεχής έρευνα σε κατοικίες, καμάρες, αποθήκες, αποχωρητήρια, κρυψώνες, αχυρώνες, καλύβες και καταφύγια. Να μην εξαπατώνται και να μην δωροδοκούνται, να χρησιμοποιούν ανάλογα με την περίπτωση δόλο ή και απειλές, βία. Να εξαπατούν τις ανήλικες τις οποίες θα χρησιμοποιούν ως ασπίδες προστασίας, να μην επιδίδονται σε λεηλασίες και καταχρήσεις ενώ ιδιαίτερα οι μαχήτριες να μην είναι ατημέλητες κατά την στρατολόγηση των θυμάτων τους. Στις 13/12/1985 ο Μιχάλης Παρτσαλίδης, ένα προβεβλημένο στέλεχος του ΚΚΕ έστειλε στην «Ελευθεροτυπία» μία επιστολή στην οποία καταγράφει και στιγματίζει την πραγματική αιτία του παιδομαζώματος.

«Η προώθηση των ανήλικων παιδιών (3-14 χρονών) στις χώρες Ανατολικής Ευρώπης που αποκλήθηκε παιδομάζωμα από τη δεξιά προπαγάνδα δεν έγινε για να σπουδάσουν αυτά τα παιδιά όπως λέγεται και γράφεται. Σκοπός του παιδομαζώματος ήταν να δημιουργήσουν ένα φυτώριο έμψυχου υλικού για το αντάρτικο.
Διαφωνώ με τα λόγια κάποιου συνομιλητή της έρευνας που λέει: Δε φέραμε συνάλλαγμα αλλά φέραμε πτυχία. Τα πιστοποιητικά αγνοουμένων και σκοτωμένων παιδιών ηλικίας 15-20 χρονών είναι πολύ περισσότερα από τα πτυχία. Εμπρός στους τόσους νεκρούς Έλληνεςκαι από τις δύο πλευρές τα πτυχία που φέραμε ήταν σταγόνα στον ωκεανό. Γι’ αυτό κι εγώ φωνάζω Ποτέ πια εμφύλιος! Πότε πια παιδομάζωμα. Όλα πρέπει να ξεχαστούν εκτός από το παιδομάζωμα για να μην επαναληφθεί».
Όπως είχαμε αναφέρει στο άρθρο της 31/5/2020, το «παιδομάζωμα», ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1948. Η Αλβανία και η Γιουγκοσλαβία, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, επιλέχθηκαν ως ενδιάμεση σταθμοί και όχι ως χώρες υποδοχής. Η επιχείρηση μεταγωγής Ελληνοπαίδων προς την αλβανική μεθόριο, άρχισε υπό την εποπτεία του Υπολοχαγού του ΔΣΕ Μήτσου Γκουμπίδη, του Λοχαγού Θωμά Λευτέρη, του Βασίλη Σακελλαρίδη και του Σταύρου Κωτσόπουλου, καθώς και στελεχών της πολιτοφυλακής. Από αλβανικής πλευράς, υπεύθυνοι ήταν οι Koco Kapora, Braho Malidi, Fone Gjoka κ.ά. Η φυγάδευση γινόταν από τις μεθοριακές περιοχές της Κρυσταλλοπηγής, τον Γράμμου, του Πωγωνίου, της Μουργκάνας και της Σωπικής (χωριό του Πωγωνίου που ανήκει στην Αλβανία). Όλη η ευρύτερη περιοχή βρισκόταν υπό τον απόλυτο έλεγχο των δυνάμεων του ΔΣΕ και η διέλευση ήταν ελεύθερη. Οι βασικές διαδρομές ήταν τρεις: Κρυσταλλοπηγή-Ελμπασάν, Μουργκάνα-Άγιοι Σαράντα-Δυρράχιο και Σωπική-Αργυρόκαστρο-Φιέρι-Αυλώνα. Οι μεταφορές των παιδιών (5-15 ετών), ως τα σύνορα γίνονταν με φορτηγά και στις δύσβατες περιοχές με ζώα ή με τα πόδια, για αποφυγή αιφνιδιαστικών επιθέσεων.
Στη συνέχεια και αφού έφταναν στην Αλβανία, μεταφέρονταν, κυρίως, σε Σκόδρα, Δυρράχιο, Αυλώνα, Φιέρι και σε μικρότερο βαθμό σε όλα τα υπόλοιπα αστικά κέντρα.
Τον Μάρτη του 1949 ο Λευτέρης Βουτσάς από τα Τίρανα, ενημέρωνε τον Βασίλη Μπαρτζιώτα, ότι οι Αλβανοί είχαν επιστρατεύσει για τις ανάγκες μεταφοράς των παιδιών 40 οδηγούς.
Ο αριθμός των παιδιών που εγκαταστάθηκαν στην Αλβανία και σε χώρες του τέως ανατολικού μπλοκ, δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια.
Στην Αλβανία, εγκαταστάθηκαν περιστασιακά και για μικρό χρονικό διάστημα 4.731 Ελληνόπουλα. Την άνοιξη του 1948, ο αριθμός των παιδιών (5-15 ετών), ήταν 3.980, ενώ υπήρχαν και ενήλικες συνοδοί-κυρίως νεαρές μητέρες. 1.334 βρίσκονταν στη Σκόδρα, 538 στην Αυλώνα, 500 στο Δυρράχιο, 295 στο Φίερι και 774 στο Ελμπασάν. Οι υπόλοιποι σκορπίστηκαν σε μικρότερες ομάδες στην υπόλοιπη χώρα. Τον Απρίλη του 1948, βρέθηκαν για μικρό διάστημα στην Κορυτσά 6.000 Ελληνόπουλα, τα οποία πολύ σύντομα μεταφέρθηκαν στο Μοναστήρι (Μπίτολα) και από εκεί στις Ανατολικές χώρες. Οι προσφυγικές ροές προς τη Γιουγκοσλαβία κυρίως, συνεχίστηκαν ως τον Απρίλιο του 1949. Η Αλβανία, ισχυρίστηκε ότι μπορούσε να δεχτεί μικρό αριθμό Ελληνοπαίδων. Η Βουλγαρία, ενώ αρχικά είχε δεσμευθεί ότι μπορούσε να φιλοξενήσει 3.000 παιδιά, αργότερα δήλωσε πως λόγω της φιλοξενίας και πολλών ενηλίκων Ελλήνων, αδυνατούσε να τηρήσει την υπόσχεσή της. Η Ουγγαρία, αρχικά δήλωνε ανέτοιμη να δεχθεί μικρούς Έλληνες πρόσφυγες, αλλά με την πίεση της Μόσχας, υπαναχώρησε. Το 1949, στην Ανατολική Γερμανία, βρίσκονταν 1.300 Ελληνόπουλα, στην Ουγγαρία 2.500, στην Πολωνία 3.500 και στην ΕΣΣΔ 300 (Κατερίνα Χρυσ. Σουλτανιά, «Η Ελληνική Πολιτική Προσφυγιά»).

Τον Μάιο του 1949, ο Υπουργός Παιδείας και Υγιεινής της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης (ΠΔΚ), Πέτρος Κόκκαλης, ευχαριστούσε τις κυβερνήσεις των Ανατολικών Χωρών για την φιλοξενία των Ελληνόπουλων. Στην αλβανική κυβέρνηση, έγραφε:
«Θα ήθελα να διαβεβαιώσω την Εξοχότητά σας, ότι οι απευθυνόμενες από την κυβέρνηση μας ευχαριστίες, εκφράζουν τα συναισθήματα τόσο των γονέων, που μας εμπιστεύτηκαν τα παιδιά τους, τα οποία απειλούντο από τον μοναρχοφασιστικό κίνδυνο και τους εναέριους βομβαρδισμούς, όσο κι εκ μέρους όλου του ελληνικού λαού, στρατευμένου σε έναν αγώνα αποφασιστικής σημασίας για την εξασφάλιση της εθνικής ανεξαρτησίας, τη δημοκρατία και την ειρήνη».
(AQSH, P.490, (Υπουργικό Συμβούλιο), v.1949, D. 678, Επιστολή Πέτρου Κόκκαλη προς των πρωθυπουργό της Αλβανίας, 25-7-1949).
Την άνοιξη του 1948, συγκροτήθηκε από την αλβανική κυβέρνηση, ειδική συντονιστική επιτροπή για τα Ελληνόπουλα. Τη γενική ευθύνη των καταυλισμών, είχε η Αγγελική Ντούπη, μια συγκρουσιακή και προκλητική προσωπικότητα.
Τα παιδιά που έφταναν στην Αλβανία, προέρχονταν κυρίως από την Ήπειρο, την Καστοριά, τα Γρεβενά και τη Φλώρινα και ήταν αδύναμα, ανήμπορα, υποσιτισμένα, ρακένδυτα, ανυπόδητα και καταθλιπτικά.
Στο βιβλίο της Κατερίνας Τσέκου «Έλληνες πρόσφυγες», υπάρχει κατάλογος με την προέλευση των Ελληνόπουλων που είχαν μεταφερθεί σε άλλες χώρες (πηγή: ΕΕΣ).
3.233 προέρχονταν από τον νομό Έβρου, 622 από τον νομό Θεσπρωτίας, 2.413 από τον νομό Ιωαννίνων, 4.541 από τον νομό Καστοριάς, 414 από τον νομό Λαρίσης, 3.600 από τον νομό Πέλλας, 541 από τον νομό Σερρών, 372 από τον νομό Τρικάλων και 5.878 από τον νομό Φλωρίνης. Στα πρόχειρα εξωτερικά ιατρεία που εξετάζονταν τα παιδιά, πολλά διαγνώστηκαν με ιλαρά, βρογχίτιδα, ψώρα και ελονοσία.
Τους χορηγήθηκαν βιταμίνες από τον Ερυθρό Σταυρό και εμβολιάστηκαν κατά του τύφου, της διφθερίτιδας και της ευλογιάς. Τα περισσότερα προσφυγόπουλα από την Ελλάδα, εγκαταστάθηκαν στη Βόρεια Σκόδρα, μετά από πολύωρο ταξίδι, ακόμα και με ζώα. Στοιβάχτηκαν σε ένα εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο δίπλα στη λίμνη για να πλένουν τα ρούχα τους. Κοιμόντουσαν 60 παιδιά σ’ ένα δωμάτιο 4×5 (!), κάτω, μόνο με δύο κουβέρτες ή σε λίγες ντιβανοκασέλες (σε μια ντιβανοκασέλα κοιμόντουσαν 3-4 παιδιά). Τα παιδιά είχαν μόνο μια αλλαξιά εσώρουχα και προμηθεύτηκαν, με μεγάλη καθυστέρηση, ένα ζευγάρι σανδάλια. Σ΄ ένα πιάτο, έτρωγαν 5 παιδιά. Σύντομα, οι ασθένειες άρχισαν να θερίζουν. 300-400 παιδιά διαγνώστηκαν με ψώρα, 500 με ιλαρά και 200 με χρόνια βρογχίτιδα. Τον Σεπτέμβριο, όλα τα παιδιά είχαν ψείρες, ενώ πολλά υπέφεραν από ελονοσία.

Οι προσπάθειες για εκπαίδευση των Ελληνόπουλων από αλβανικής πλευράς, δεν είχαν πολλά αποτελέσματα.
Μόνο 200 παιδιά στην Αυλώνα και 300 στη Σκόδρα (σε σύνολο 2.000), παρακολουθούσαν μαθήματα. Τα υπόλοιπα, με βρόμικα ρούχα περιφέρονταν άσκοπα στους δρόμους ή ζητιάνευαν.
Εν τω μεταξύ, γυναίκες «Σλαβομακεδόνισσες», αρνούνταν να μένουν στον ίδιο καταυλισμό με τις άλλες Ελληνίδες, ενώ ζητούσαν τα παιδιά τους να διδάσκονται το γλωσσικό τους ιδίωμα. Η διοίκηση του καταυλισμού της Σκόδρας ανησύχησε και εισηγήθηκε την απομόνωση των γυναικών «σλαβομακεδονικής» καταγωγής, με την αιτιολογία της διατάραξης της ηρεμίας και της παραβίασης των πειθαρχικών κανόνων καταυλισμού. Στη συνέχεια επέβαλε τιμωρίες για πειθαρχικά παραπτώματα.
Στο Ελμπασάν, εγκαταστάθηκαν αρχικά 774 «παιδιά-πρόσφυγες». Ελλείψει επαρκών οικισμών, οι αλβανικές Αρχές μετακίνησαν στη Γιουγκοσλαβία μέσω Qafe Thane, 500 παιδιά. Ως καταλύματα για τα παιδιά χρησιμοποιήθηκαν σπίτια, από τα καλύτερα της πόλης, που είχαν δημευτεί ως περιουσίες πρώην αστών και εχθρών του λαού, με εσωτερική παροχή νερού και ηλεκτρικό ρεύμα. Σε κάθε δωμάτιο με εμβαδόν 4×5, κοιμόντουσαν, στο πάτωμα, 8-10 παιδιά με δύο κουβέρτες ή μία κουβέρτα κι ένα σεντόνι. Κι εδώ, οι συνθήκες, ήταν παρόμοιες με τον καταυλισμό της Σκόδρας.
Στο Φίερι, εγκαταστάθηκαν 514 μικροί πρόσφυγες και στην Αυλώνα 538 (AQSH, F. 490, V. 1949, D. 626).
Η Αλβανία, που τότε είχε πολύ υψηλούς δείκτες παιδικής θνησιμότητας, δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες φιλοξενίας των παιδιών. Στο Δυρράχιο πέθαναν δύο Ελληνόπουλα, στο Φίερι ένα μωρό 17 μηνών από υποσιτισμό, ενώ θάνατοι ανηλίκων καταγράφηκαν και στη Σκόδρα. Αυτό βεβαίωσαν και οι ρουμανικές αρχές, όταν παρέλαβαν Ελληνόπουλα από την Αλβανία.
Η αντίδραση των διεθνών οργανισμών

Ωστόσο, ο Πέτρος Κόκκαλης, σε τετρασέλιδη ανακοίνωσή του, διατυμπάνιζε ότι «τα παιδιά μας ζουν ευτυχισμένα στις Λαϊκές Δημοκρατίες» (ΑΠ 1/4/56/511/217 φάκελος του ΥΠΕΞ). Όπως αναφέραμε και σε ξεχωριστό άρθρο, η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε έντονα στο «παιδομάζωμα», ενώ καθοριστική ήταν η παρέμβαση της Βασίλισσας Φρειδερίκης με την ίδρυση των παιδοπόλεων. Η Κυβέρνηση της χώρας μας, διαμαρτυρήθηκε έντονα στη Βαλκανική Επιτροπή για απαγωγή ανηλίκων. Διερευνητική Επιτροπή, υιοθέτησε την άποψη ότι υπήρχε προμελετημένο σχέδιο απαγωγής των ανηλίκων από τους Έλληνες κομμουνιστές με τη βοήθεια των κυβερνήσεων των Ανατολικών χωρών. Μετά από έκθεση Ειδικής Επιτροπής, στις 27/11/1948, ο Ο.Η.Ε. ενέκρινε ψήφισμα με το οποίο προειδοποιούσε αυστηρά την Αλβανία για την παρεχόμενη βοήθεια στους Έλληνες αντάρτες και ζητούσε από τα Τίρανα στην άμεση επιστροφή των απαχθέντων ανηλίκων. Η αλβανική απάντηση ήταν αντιφατική. Δήλωνε αρχικά ότι στην Αλβανία δεν υπήρχαν απαχθέντα παιδιά, ενώ στη συνέχεια δικαιολογούσε τη στάση της με το επιχείρημα ότι η βοήθεια προς τους Ελληνόπαιδες ήταν ανθρωπιστική πράξη (!). Ακολούθησαν δύο ακόμα αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε. (1949 και 1950), ενώ στις 4/1/1949, ο ΓΓ του Ο.Η.Ε., Νορβηγός Trygue Halvdan Lie (Λι), με επιστολές του προς τις κυβερνήσεις της Αλβανίας, της Βουλγαρίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Ουγγαρίας, της Ρουμανίας, της Τσεχοσλοβακίας αλλά και της Ελλάδας, τις προσκαλούσε να συμβάλλουν στον επαναπατρισμό των Ελληνόπουλων. Η διεθνοποίηση του προβλήματος και η εμπλοκή του Ο.Η.Ε., ήταν σοβαρότατο πλήγμα για το Κ.Κ.Ε. και την ΠΔΚ. Τον Αύγουστο του 1949 στη Γενεύη, οι αιτήσεις γονέων ή συγγενών προς τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό για επαναπατρισμό των παιδιών τους, ήταν μόλις 6.000. Αριθμός που δείχνει ότι χιλιάδες παιδιά σκοτώθηκαν ή και εξαφανίστηκαν…
Επαναπροώθηση και επαναπατρισμός

Το ζήτημα της επιστροφής των παιδιών στην Ελλάδα, δεν ήταν καθόλου εύκολο. Υπήρχαν, εκτός των άλλων και αντιδράσεις από τις Ανατολικές χώρες. Το σοβιετικό πρακτορείο ΤΑΣΣ, στις 29 Δεκεμβρίου 1949, εκφραζόταν εναντίον του επαναπατρισμού των Ελληνόπουλων, κατηγορώντας τους «μοναρχοφασίστες» της Αθήνας, ότι επιδίωκαν να οδηγήσουν τα ορφανά και τα υπόλοιπα θύματα του πολέμου στη Μακρόνησο και τη σφαγή. Σταδιακά, άρχισε ο επαναπατρισμός των παιδιών. Η Βουλγαρία εκδήλωσε την πρόθεση να επιστρέψουν στην Ελλάδα 138 απ’ αυτά. Η Γιουγκοσλαβία, εκδήλωσε την πρόθεση να επιστρέψει 144 παιδιά.
Ωστόσο, θεωρούσε πολλά παιδιά «Μακεδονόπουλα» και επιδίωκε τον εκσλαβισμό τους. Η εφημερίδα «Η Φωνή του Αιγαίου», συνέκρινε την πολιτική του ΚΚΕ μ’ εκείνη των Οθωμανών, γράφοντας ότι μόνο οι σουλτάνοι χώριζαν τα παιδιά απ’ τους γονείς τους. Κατηγορούσε ως κύριο υπεύθυνο της τραγωδίας ονομαστικά τον Νίκο Ζαχαριάδη και χαρακτήριζε τις απόψεις του υποκριτικές. Η Αλβανία, διαισθανόμενη ότι απειλείται η εδαφική της ακεραιότητα και ότι αδυνατούσε να φιλοξενήσει χιλιάδες Ελληνόπουλα, προσπαθούσε να φιλοξενήσει χιλιάδες Ελληνόπουλα, προσπαθούσε να απαλλαγεί απ’ αυτά. Πολλά παιδιά μεταφέρθηκαν στις Ανατολικές χώρες. Στις 30/11/1948, ο Κώτσο Καπόρα, παρέδωσε στου Βασίλη Σακελλαρίδη. 1.202 Ελληνόπουλα (ΑΣΚΙ (Αρχείο Κ.Κ.Ε.), Κ.353, Φ. 20/3/23).
Στις 10/12/1948, έκλεινε ο καταυλισμός της Σκόδρας και 1.232 παιδιά μεταφέρθηκαν στην Κεντρική Αλβανία.
Στις 12/12/1948, 274 Ελληνόπουλα μεταφέρθηκαν από το Ελμπασάν, όπου έκλεισε ο εκεί καταυλισμός.
Στις 13/12/1948 εκκενώθηκε ο καταυλισμός της Αυλώνας, με 660 παιδιά και στις 15/12/1948, οι καταυλισμοί του Φίερι με 514 παιδιά και του Δυρραχίου με 700 παιδιά. Στο Δυρράχιο παρέμειναν 45 Ελληνίδες και 5 άρρωστα παιδιά.

Τα περισσότερα παιδιά από την Αλβανία, μεταφέρθηκαν στη Γιουγκοσλαβία και την Πολωνία. Μέχρι πρόσφατα, υπήρχε η άποψη ότι στην Αλβανία μετά το 1949, δεν έμειναν Ελληνόπουλα. Όπως αποκαλύπτει όμως ο Σταύρος Ντάγιος, κάτι τέτοιο δεν ισχύει, καθώς το καλοκαίρι του 1949, οι Αρχές της Σκόδρας έδιναν εντολές να ετοιμαστούν σχολεία για 500 Ελληνόπουλα και της Αυλώνας για 400. Σύμφωνα με πηγές του ΕΕΣ, τα Ελληνόπουλα στην Αλβανία τον Γενάρη του 1950, ήταν περίπου 2.000. Πολλά απ’ αυτά οδηγήθηκαν στις Ανατολικές χώρες και κάποια υιοθετήθηκαν από αλβανικές οικογένειες. Έτσι, το 1952, μόνο 32 ελληνικές οικογένειες αναζητούσαν τα παιδιά τους στην Αλβανία, η οποία χαρακτήριζε τα στοιχεία που υπήρχαν στα καταδικαστικά ψηφίσματα του Ο.Η.Ε. , κακοήθειες.
Όπως έγραφε στις 18/9/1952 η εφημερίδα «Εμπρός»:
«Πολλά παιδιά τα οποία απήχθησαν προ τριετίας από τους κομμουνιστοσυμμορίτες προ τριετίας, βρίσκονται τώρα στη Λ.Δ. της Γερμανίας και εκπαιδεύονται για μελλοντική ανταρτική δράση κατά της Ελλάδας… Στη Βουδαπέστη υπάρχει κεντρικό γραφείο υπό την αιγίδα του πρώην καθηγητή Κόκκαλη, το οποίο συντονίζει όλα τα στρατόπεδα των Ελληνοπαίδων».
Η πλέον ειδεχθής πτυχή του Εμφυλίου, ήταν το «παιδομάζωμα». Πολλά παιδιά, μεταφερόμενα στις Ανατολικές χώρες, έχασαν τη ζωή τους από κακουχίες και βομβαρδισμούς, ενώ άλλα βιάστηκαν, σύμφωνα με μαρτυρίες του Τύπου της εποχής. Κάποια επέστρεψαν στην Ελλάδα, πολέμησαν και σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν.
Στα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, υπάρχουν αναφορές για ανήλικους έγκλειστους σε στρατόπεδα και φυλακές. Γι’ αυτό τον λόγο, ειδικά σήμερα, η φράση του Μιχάλη Παρτσαλίδη «Ποτέ πια εμφύλιος», είναι περισσότερο επίκαιρη από ποτέ…
Βασική πηγή μας για το άρθρο, ήταν το βιβλίο του Δρα Σταύρου Ντάγιου «ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ», Εκδόσεις Literatus, 2017.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
GEOPOLITICO
Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας
Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.
Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.
Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα
Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.
Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.
Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.
Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.
Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ
Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).
Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.
Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.
Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.
Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.
Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού
Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.
Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.
Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.
Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.
Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.
Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές
Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.
Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.
Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.
Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.
Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.
Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας
Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.
Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.
Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.
Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.
Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.
Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.
Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.
Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών
Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.
Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.
Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.
Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.
Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.
Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.
Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές
Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.
Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.
Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.
Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.
Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
