Διεθνή
Συμφωνία Ελλάδας και Αιγύπτου: Προς αφελείς… η ισχύς των όπλων έχει πλέον τον λόγο
Σύμφωνα με όσες πληροφορίες έχουν καταστεί διαθέσιμες μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν αφήνεται καμία αμφιβολία σχετικά με το ότι η Ελλάδα έκανε μία σειρά συμβιβασμών με σημαντικό κόστος (το οποίο μένει να δούμε στην πλήρη έκτασή του στο μέλλον…), αλλά και συγκεκριμένο όφελος. Δεν θα ασχοληθούμε με αυτό στο συγκεκριμένο σχόλιο. Είναι δουλειά των πιο ειδικών να το κάνουν. Θα αναλύσουμε τα ευκόλως εννοούμενα. Που δεν είναι και τόσο απλά ούτε ευκόλως κατανοητά στην Ελλάδα. Ωστόσο, όπως και να έχει, οφείλουμε περισσότερο από κάθε άλλη φορά να είμαστε προετοιμασμένοι.
Του Στέργιου Δ. Θεοφανίδη
Διαβάζοντας τα σχόλια του Νίκου Μελέτη (Η συμφωνία με την Αίγυπτο ήταν η λιγότερο κακή και αναγκαία επιλογή για την Ελλάδα) και του Θεόδωρου Καρυώτη (Τραγωδία η τμηματική οριοθέτηση με την Αίγυπτο) που αναδημοσιεύσαμε, διαπιστώνουμε σε πρώτη φάση ότι η από κοινού οριοθέτηση (έστω και μερική…) της ΑΟΖ Ελλάδας και Αιγύπτου, είναι αυτή που ακυρώνει στην πράξη, ή τουλάχιστον εξισορροπεί, όχι μόνο το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, αλλά δυνητικά και αυτή καθαυτή την εμπλοκή και παρουσία της Τουρκίας στη Λιβύη.
Και αυτό γιατί το επιχείρημα εδώ είναι, ότι όχι μόνο ο στρατάρχης Χαφτάρ αλλά και ο ίδιος ο Σάρατζ, έχει συμφέρον να συνταχθεί με την ελληνική και αιγυπτιακή πλευρά και να εμπλακεί σε μια διαδικασία ειρηνικής επίλυσης της διένεξης, σύμφωνα με όσα επιτάσσει η Χάρτα του ΟΗΕ. Σε κάθε περίπτωση μία ενιαία και διεθνώς αναγνωρισμένη μελλοντική κυβέρνηση στη Λιβύη, θα έχει μέσα από μία τέτοια διαδικασία τη δυνατότητα να “παράξει” ένα καθόλα νόμιμο και επωφελές αποτέλεσμα.
Μία πρώτη εκτίμηση επομένως είναι, ότι ανεξαρτήτως των ενστάσεων γι το περιεχόμενο της συμφωνίας, η ελληνική εξωτερική πολιτική κινήθηκε γρήγορα και με απόλυτη μυστικότητα, έχοντας δει το δάσος και όχι το δέντρο…
Δεν ήταν μόνο ο κίνδυνος της παγίωσης των τουρκικών βλέψεων που την ανάγκασε σε συμβιβασμό με την Αίγυπτο. Ήταν και τα “μηνύματα” που λάμβανε από την “Ενωμένη” Ευρώπη, αναφορικά με τα περιθώρια ανοχής απέναντι στην τουρκική αυθαιρεσία. Απέτρεψε το ενδεχόμενο νέων τετελεσμένων από την πλευρά της Τουρκίας και διά της παθητικής στάσης και του “συμμαχικού” παράγοντα! Κάτι ομολογουμένως πολύ σημαντικό.
Συμβιβασμοί στις διακρατικές σχέσεις πάντα θα γίνονται… Και δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν μπορεί κανείς να πει με απόλυτη βεβαιότητα, αν η Ελλάδα μπορούσε να τους καταστήσει πιο επωφελείς για να φέρει το αποτέλεσμα που επεδίωκε, εντός των χρονικών πλαισίων που το επιθυμούσε.
Οι επείγουσες συνθήκες διαμορφώθηκαν αφενός λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας, του εξαιρετικά επικίνδυνου εξ ανατολών γείτονά της, αλλά και της παραδοσιακής διστακτικότητας -στην καλύτερη περίπτωση- της ελληνικής διπλωματίας να πάρει αποφάσεις εγκαίρως, επιχειρώντας να διαμορφώσει το περιβάλλον στο οποίο κινείται η χώρα και όχι να αντιδρά στις πρωτοβουλίες άλλων που το διαμορφώνουν.
Οι Αιγύπτιοι απλά εκμεταλλεύτηκαν αυτά τα δεδομένα και σε κάποιο βαθμό το ίδιο έκαναν και οι Ιταλοί. Η διαχρονική συμπεριφορά του κράτους διαμορφώνει την πεποίθηση και τη διαπραγματευτική στρατηγική της άλλης πλευράς… Βασικός στόχος ήταν όμως η Τουρκία, που για μια ακόμη φορά κινείται… με σπασμένα τα φρένα.
Αυτό τον σχεδιασμό της Τουρκίας αποτρέπει – παρεμβάλλει ως πρώτο βήμα η συμφωνία Ελλάδας – Αιγύπτου. Το αμέσως επόμενο είναι η προβολή και αξιοποίηση της ισχύος των όπλων, καθώς ουδείς πιστεύει ότι ο Ερντογάν μπορεί να χωνέψει εύκολα την τρίτη κατά σειρά κατά κράτος ήττα των σχεδιασμών του: Στον Έβρο, στην πρόσφατη αποφασιστική ανάπτυξη του Στόλου και τώρα τη Συμφωνία μερικής οριοθέτησης με την Αίγυπτο…
Σε ό,τι αφορά στη Λιβύη βέβαια, τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Εκεί η Ελλάδα μπορεί να κερδίσει κάποια από αυτά που έχασε στη συμφωνία της με την Αίγυπτο. Αρκεί να αλλάξει συμπεριφορά. Και να κατανοήσει έστω και την υστάτη ώρα, ότι είναι η ισχύς των όπλων μόνη εγγύηση επιτυχούς ολοκλήρωσης της διαδικασίας καθορισμού των ορίων της ελληνικής ΑΟΖ…
Και εδώ είναι που ερχόμαστε στο ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ. Που είναι το ίδιο κάθε φορά… Η τουρκική αντίδραση στην ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία θα έχει τη μορφή κατακόρυφης αύξησης των προκλήσεων σε όλα τα γεωγραφικά σημεία “επαφής” και σε όλα τα επίπεδα. Είναι μία εξέλιξη που η Ελλάδα περιμένει. Όπως περιμένει και το ότι η Τουρκία θα ενεργήσει χωρίς να επιδείξει τον παραμικρό σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και ό,τι αυτό προβλέπει.
Οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις κατά συνέπεια θα είναι αυτές που θα κληθούν να προστατέψουν την εφαρμογή και να επιβάλλουν διαχρονικά την ισχύ της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας. Διότι όταν υπογράφεις μια συμφωνία, ο κακός γείτονας θα προσπαθήσει να την απαξιώσει στην πράξη, όπως πάντα έκανε.
Η υπογραφή από μόνη της δεν εξασφαλίζει τίποτα. Πρέπει να εμφανιστείς έτοιμος να προασπίσεις τα νόμιμα συμφέροντά σου που στόχος ο οποίος εξυπηρετήθηκε από τη σύναψη αυτής της συμφωνίας, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά της.
Για την ελληνική πλευρά, κομβικό ζητούμενο παραμένει η ισχυροποίηση του Πολεμικού Ναυτικού και της Πολεμικής Αεροπορίας. Όχι μόνο σε μέσα αλλά κυρίως σε όπλα. Είναι πράγματα που έχουμε γράψει και τονίσει κατ’ επανάληψη. Τα επαναλαμβάνουμε με τις καταστάσεις και τις συνθήκες να είναι πολύ πιο πιεστικές.
Για την Πολεμική Αεροπορία η άμεση απόφαση αναβάθμισης και των σχεδόν 40 τον αριθμό F-16C/D Block 50 είναι ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ. Όσο την καθυστερούμε ως διαδικασία τόσο επιδεινώνουμε τη θέση μας έναντι της Τουρκίας στο ορατό μέλλον.
Όπως και στην περίπτωση των Belh@rra, δεν μπορεί να σταθεί το επιχείρημα “θα αργήσουν πολύ…”. Δεν είναι καν επιχείρημα για τον πολύ απλό λόγο ότι η τουρκική συμπεριφορά και απειλή θα είναι πάντα δεδομένες. Μετά από πέντε, δέκα, ή όσα θέλετε, χρόνια.
Οι εναλλακτικές που έχουμε είναι εξαιρετικά περιορισμένες δεδομένου ότι τα οικονομικά μας δεν είναι “ικανά” να καλύψουν την προμήθεια νέων μαχητικών για πολλά ακόμη χρόνια. Χρειαζόμαστε επομένως επαρκή αριθμό μαχητικών 4+ γενιάς.
Μονόδρομος είναι επίσης και ο ΣΟΒΑΡΟΣ εκσυγχρονισμός των τεσσάρων MEKO 200HN του Πολεμικού Ναυτικού. Και όταν λέμε “εκσυγχρονισμός” δεν ευνοούμε φυσικά αυτό που θα επιχειρηθεί να γίνει με τη δαπάνη 160 μόλις εκατομμυρίων ευρώ! 40 εκατομμυρίων ευρώ ανά σκάφος δηλαδή… Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς πρώτα από όλα απέναντι στον εαυτό μας, μόνο εκσυγχρονισμός ΔΕΝ μπορεί να γίνει με αυτά τα κονδύλια.
Το ίδιο άμεσα με τον εκσυγχρονισμό των ΜΕΚΟ 200ΗΝ, είναι ανάγκη να υλοποιηθεί ένα πρόγραμμα αναβάθμισης των αντιπλοϊκών MM-40 Block II του Πολεμικού Ναυτικού τουλάχιστον, στο επίπεδο Block IIIC. Για όλες τις μονάδες επιφανείας του ΠΝ και τις παράκτιες συστοιχίες του. Αναφερόμαστε στους Exocet μόνο, για τον πολύ απλό λόγο ότι οι ΗΠΑ δεν φέρονται διατεθειμένες να αποδεσμεύσουν στη χώρα μας τον Harpoon Block II ή τον SLAM-ER.
Σχετικά με το ζήτημα αυτό, η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε και απολύτως σαφή εικόνα των θέσεων της ελληνικής πλευράς. Δεν γνωρίζουμε δηλαδή αν έχει επισήμως αιτηθεί την προμήθεια αντιπλοϊκών όπλων από τις ΗΠΑ ή όχι… Όπως δεν γνωρίζουμε και το ποια ήταν, ή θα ήταν, η επίσημη απάντηση σε ένα τέτοιο ελληνικό αίτημα.
Μάλλον δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Τουρκία αποφάσισε την αυτόνομη (;) ανάπτυξη του ακτίνας 200 χιλιομέτρων ATMACA, ο οποίος, εξωτερικά τουλάχιστον, έχει πολλές ομοιότητες με τον Harpoon.
Όσο και αν έχουμε αναφερθεί στο ζήτημα επίσης, δεν παύει να μας κάνει εντύπωση ο “ιπποτισμός” που έχει επιδείξει η Ελλάδα έναντι της Τουρκίας… Αναφερόμαστε στο θέμα των νέων τορπιλών βαρέως τύπου φυσικά.
Έχοντας εντάξει σε υπηρεσία τέσσερα νέα υποβρύχια Type 214 κλάσης “Παπανικολής”, μαζί με το εκσυγχρονισμένο “Ωκεανός”, η χώρα μας καθυστερεί αδικαιολόγητα εδώ και χρόνια να προμηθευτεί τέτοια όπλα για τον εξοπλισμό τους. Προφανώς περιμένει να ρίξουν και οι Τούρκοι στο νερό τα δικά τους έξι Type 214! Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση…
Ακόμη και αν ασπαστούμε απόλυτα την άποψη ότι λόγω των εξαιρετικά περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων μας, δεν υπάρχει άλλη επιλογή από τις χρηματοδοτήσεις FMF των αμερικανικών προγραμμάτων FMS, το σενάριο “μπάζει” από παντού. Για ποιον λόγο, επί παραδείγματι, η ελληνική πλευρά δεν έχει προβεί στην προμήθεια σύγχρονων συστημάτων στοχοποίησης για το στόλο των F-16, μέσω FMF;
Για ποιον λόγο δεν περιέλαβε και τα F-16C/D Block 50 τουλάχιστον (γιατί θα μπορούσε να περιλάβει και τα Block 30 δεδομένου ότι η Ταϊβάν εκσυγχρόνισε στο επίπεδο V, αεροσκάφη των Block 20 και 25!) στο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού σε – V; Έχει τη δυνατότητα, ή θα την έχει, να τα αντικαταστήσει εντός της δεκαετίας; Όχι, εξ όσων γνωρίζουμε…
Η ελληνική πλευρά δανείστηκε 1,528 δισεκατομμύρια δολάρια για την υλοποίηση του προγράμματος εκσυγχρονισμού των 84 F–16C/D Block 52+ και Block 52+ Advanced. Στα 2,4 δισεκατομμύρια είχε υπολογιστεί το ύψος του προγράμματος περιλαμβανομένων και των Block 50.
Με αυτά τα 900 εκατομμύρια δολάρια που αρνήθηκε να καταβάλει επιπλέον, επικαλούμενη δημοσιονομικούς περιορισμούς, θα μπορέσει να τα αντικαταστήσει εντός της επόμενης πενταετίας ή δεκαετίας; ΟΧΙ βέβαια, είναι – και πάλι – η απάντηση…
Για ποιον λόγο η ελληνική πλευρά δεν έβαλε ως προϋπόθεση για τον εκσυγχρονισμό των P-3B Οrion σε P-3H, την παράλληλη προμήθεια αερομεταφερόμενων αντιπλοϊκών AGM-84 Harpoon Block II ή του εκδόχου (ακόμα μεγαλύτερης ακτίνας…) SLAM-ER; Ήταν το πρόσθετο κόστος ο ανασταλτικός παράγοντας;
Το Πολεμικό Ναυτικό έχει καταργήσει από τις μονάδες επιφανείας του τον αντιπλοϊκό πύραυλο Penguin. To όπλο παραμένει σε υπηρεσία στα ανθυποβρυχιακά ελικόπτερα Aegean Hawk της Διοίκησης Ελικοπτέρων Ναυτικού στην αερομεταφερόμενη έκδοσή του (AGM-119Mk.II Mod.7) με ακτίνα 35 περίπου χιλιομέτρων.
Στην έκδοση Mk.3 το όπλο έχει αυξημένη ακτίνα στα 55 τουλάχιστον χιλιόμετρα. Η οποία και πάλι απέχει σημαντικά από την ακτίνα των 180+ χιλιομέτρων του νέας γενιάς NSM (Naval Strike Missile). Για ποιον λόγο δεν τέθηκε ως προϋπόθεση για την προμήθεια των MH-60R, η παράλληλη αγορά του εν λόγω όπλου; Και εδώ έμπαινε θέμα πρόσθετου κόστους;
Στο παιχνίδι που παίζεται στην ανατολική Μεσόγειο η Ελλάδα κινδυνεύει να μείνει απλός παρατηρητής και τις αποφάσεις να τις λαμβάνουν άλλοι. Αυτό τον ρόλο τουλάχιστον της επιφυλάσσουν κάποιοι από τους συμμάχους και εταίρους της στην Ε.Ε., χωρίς καν να το κρύβουν. Παρότι η γεωγραφία την έχει θέσει στο επίκεντρο μιας κατάστασης που βρίθει κινδύνων, αλλά και μεγάλων ευκαιριών.
Η δε πρόσφατη συμφωνία με την Αίγυπτο αποκαλύπτει μεταξύ άλλων, ότι η διαδικασία καθορισμού ορίων ΑΟΖ είναι αντικείμενο σκληρής διαπραγμάτευσης. Ακόμα και μεταξύ χωρών με φιλικές σχέσεις μεταξύ τους, κοινά συμφέροντα και απειλές. Όλες οι πλευρές διεκδικούν το μεγαλύτερο δυνατό όφελος.
Με άλλα λόγια δεν υπάρχουν εύκολα σύμμαχοι σε αυτή την υπόθεση, αν θέλουμε να τη δούμε στις πραγματικές της διαστάσεις. Επομένως δεν έχουμε απέναντί μας ΜΟΝΟ με την Τουρκία! Τόσο η συμφωνία με την Αίγυπτο, όσο και η διακηρυσσόμενη πρόθεση προάσπισης των νομίμων δικαιωμάτων της χώρας δεν έχουν καμία πρακτική αξία, το παραμικρό αντίκρισμα, αν δεν μπορούμε να το υλοποιήσουμε μέσω της ισχύος των όπλων.
Αν δεν ληφθούν δηλαδή ΤΩΡΑ αποφάσεις πραγματικής, άμεσης και μεσομακροπρόθεσμης ενίσχυσης του Πολεμικού Ναυτικού και της Πολεμικής Αεροπορίας, η ρητορική της Ελλάδας θα κινδυνεύσει να παραμείνει αυτό ακριβώς. Ρητορική…
Προς την κατεύθυνση αυτή, όπως όλα δείχνουν, οι μόνες πραγματικές εναλλακτικές μας σε ό,τι αφορά στα όπλα που θα καθορίσουν την έκβαση μίας κατά κύριο λόγο αεροναυτικής αντιπαράθεσης, είναι η Γαλλία και το Ισραήλ. Αν το κόστος είναι το πρόβλημα, η Ελλάδα οφείλει να αναζητήσει και να βρει λύσεις και ΟΧΙ δικαιολογίες…
Μετά από 15 ολόκληρα χρόνια αποχής από οποιαδήποτε ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ εξοπλιστική ενέργεια και ενώ σε όλες τις κυβερνήσεις ανεξαιρέτως βρίσκονταν πολιτικά “φρούτα”, που είτε φοβούμενα και τον ίσκιο τους είτε εξυπηρετώντας οικονομικά συμφέροντα πολιτικών χρηματοδοτών τους, υπονομεύοντας πρωτοβουλίες που θα διασφάλιζαν την επιβίωση της χώρας, η ώρα της αλήθειας έχει φτάσει για την Ελλάδα. Χώρος για πολιτικά ανδρείκελα δεν υπάρχει. Μόνο για πραγματικούς ηγέτες.
www.defencepoint.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
