Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Πόσο σκάνδαλο ήταν το «σκάνδαλο» του Χρηματιστηρίου;

Δημοσιεύτηκε στις

Ανεπανάληπτη χρηματιστηριακή ευφορία! Αυτό ήταν το στίγμα του καλοκαιριού το 1999. Ηταν τότε που οι περισσότεροι Ελληνες νομίζαμε πως ανακαλύφθηκε η κότα που γεννά χρυσά αυγά και παρακολουθούσαμε τις κινήσεις των μετοχών από τις ξαπλώστρες της παραλίας, πιο φανατικά κι από το «Survivor».

Eπειτα προσγειωθήκαμε ανώμαλα, όλοι! Στις 17 Σεπτεμβρίου 1999 η φούσκα έσκασε, οι περισσότεροι βρεθήκαμε χαμένοι με τις αποταμιεύσεις μας συρρικνωμένες. Η ιστορία της χρηματιστηριακής φούσκας του 1999 σημάδεψε εκείνην την περίοδο κι έμεινε στη συλλογική μνήμη ως «σκάνδαλο του χρηματιστηρίου».

Ακόμη σήμερα «σκάνδαλο» αποκαλείται, λες και υπήρξε κάποιος κεντρικός σχεδιασμός που στόχευε στην αναδιανομή του πλούτου εις βάρος των νοικοκυριών και επ’ ωφελεία «των επιτήδειων». Κεντρικός σχεδιασμός βέβαια δεν υπήρξε και για αυτό δεν υπήρξε και σκάνδαλο. Υπήρξαν όμως χιλιάδες μικρές ή μεγαλύτερες απάτες –στημένα χρηματιστηριακά «παιγνίδια»- από εκείνα που πάντα βρίσκουν εύφορο έδαφος κατά την περίοδο της δημιουργίας μιας χρηματοοικονομικής φούσκας, τροφοδοτούμενα από την ανθρώπινη απληστία και το κυνήγι του εύκολου κέρδους.

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική κοινωνία έλαβε εντατικά μαθήματα στον τρόπο λειτουργίας των αγορών. Σήμερα που γνωρίζουμε περισσότερα, μπορούμε, ίσως, να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη το 1999. Για παράδειγμα, τότε οι δηλώσεις/κομπασμοί υψηλόβαθμων κυβερνητικών προσώπων πως η άνοδος του χρηματιστηρίου αντανακλά τη βελτίωση στα θεμελιώδη της ελληνικής οικονομίας χρεώθηκε ως παρακίνηση και έμμεση ώθηση στη δημιουργία της φούσκας και μάλιστα με δόλο.

Όμως και σήμερα που μας κυβερνάνε οι πιο «αριστεροί» από τους «αριστερούς» και διαπρύσιοι κατήγοροι των χρηματαγορών και των κερδοσκόπων, πάλι βλέπουμε τους κυβερνητικούς να κομπάζουν για τη μείωση των spreads, να συνδέουν τη μείωση με τη βελτίωση στα θεμελιώδη της ελληνικής οικονομίας και να αυτοπιστώνονται τις κινήσεις των χρηματαγορών ως εύσημα της οικονομικής τους πολιτικής. Μήπως και τότε, όπως και τώρα, δεν υπήρχε κανένα σχέδιο και κανένας δόλος και, απλώς οι πολιτικοί προσπαθούσαν να ανεβάσουν τις μετοχές τους στο πολιτικό χρηματιστήριο; Στο κάτω-κάτω, τότε κόμπαζε μια κυβέρνηση που είχε μόλις καταφέρει να βάλει την Ελλάδα στο club των ισχυρών, στην Ευρωζώνη. Ενώ σήμερα, κομπάζει για την άνοδο στις αγορές μια κυβέρνηση που παρ’ ολίγο να ακυρώσει και τις δύο μεγάλες επιτυχίες της χώρας: και την ένταξη στην Ε.Ε. και την ένταξη στην Ευρωζώνη.

Τι πραγματικά συνέβη το 1999

1. Η φούσκα της Αμερικής

Στη Μέκκα των χρηματαγορών, στις ΗΠΑ, είχαμε την κορύφωση μιας μεγάλης χρηματιστηριακής φούσκας από εκείνες που συμβαίνουν 2-3 φορές τον αιώνα.

Xrimatistirio_Parti

Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στον πίνακα Ι, όπου για επιλεγμένα έτη της περιόδου 1964-2016 (52 έτη) δίνεται η τιμή του δείκτη βαρόμετρου «Dow Jones Industrial Average» γνωστού και ως «Dow Jones».

  • Στα 17 χρόνια της περιόδου 1964-1981 ο Dow Jones παρέμεινε αμετάβλητος.
  • Στα 17 χρόνια της περιόδου 1999-2016 ο Dow Jones αυξήθηκε κατά 72%.
  • Στα 18 χρόνια της περιόδου 1981-1999 ο Dow Jones εκτινάχθηκε κατά 1.214%!!

Το 1999 ήταν ιδιαίτερη χρονιά για τις ΗΠΑ. Ηταν η κορύφωση ενός μακροπρόθεσμου χρηματιστηριακού κύκλου, μιας τεράστιας ανοδικής κίνησης που διήρκεσε 18 χρόνια και υπερδεκαπλασίασε την τιμή του χρηματιστηριακού δείκτη Dow Jones. (Διάγραμμα IΙ). Αυτό δεν ήταν συνηθισμένο, όπως φαίνεται και από την περίοδο που προηγήθηκε (Διάγραμμα Ι) και από αυτήν που ακολούθησε (Διάγραμμα ΙΙΙ).

Xrimatistirio_Parti_DownJones


Το πρώτο στοιχείο, λοιπόν, που κρατάμε από τη διεθνή συγκυρία είναι ότι το 1999 κορυφώθηκε στις ΗΠΑ η φούσκα μισού αιώνα!
2. Η παγκοσμιοποίηση της φούσκας

Στη δεκαετία του ’90, οι περιορισμοί στη διακίνηση κεφαλαίων χαλάρωσαν σημαντικά. H ψηφιακή επανάσταση και το διαδίκτυο διευκόλυναν ακόμα περισσότερο τη διακίνηση των κεφαλαίων, την πρόσβαση στην πληροφόρηση, τη μείωση του ρίσκου.

Οι χρηματιστηριακές φούσκες δημιουργούν εύκολα κέρδη. Έπειτα τα κέρδη αναζητούν νέες ευκαιρίες για ακόμα μεγαλύτερα κέρδη – έτσι λειτουργούν οι χρηματιστηριακές φούσκες. Τα εύκολα λεφτά που βγήκαν στη Νέα Υόρκη αναζήτησαν ευκαιρίες στο Παρίσι, τη Φρανκφούρτη, το Μιλάνο… Τα πρώτα κέρδη στις αγορές αυτές κινητοποίησαν τα εγχώρια κεφάλαια που, με τη σειρά τους, επένδυσαν στα τοπικά χρηματιστήρια τροφοδοτώντας περαιτέρω την άνοδο των χρηματιστηρίων.

Όλα τα χρηματιστήρια ήταν μια σειρά συγκοινωνούντων δοχείων. Το μεγάλο δοχείο της κοχλάζουσας Wall Street τροφοδοτούσε τον κόσμο με κεφάλαια και κέφι για ρίσκο, και η ροή κεφαλαίων μεταδιδόταν με μεγαλύτερη ορμή στα στενότερα δοχεία.

Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δημιουργήθηκαν χρηματιστηριακές φούσκες στα περισσότερα χρηματιστήρια του κόσμου. (Διαγράμματα IV-IX)

Xrimatistirio_Parti_JENERALx6

Και όλες οι φούσκες εκτονώθηκαν την τριετία 2000-2002. (Ο δείκτης Dow Jones που περιέχει τις μεγαλύτερες εταιρείες του κόσμου – τα παγκόσμια blue chips- ήταν πιο ανθεκτικός, αλλά και αυτός ακόμα έχασε στην πτώση 30-35%).

Το δεύτερο στοιχείο που κρατάμε για το 1999 είναι ότι η χρηματιστηριακή φούσκα είχαμε σε όλο τον κόσμο, όχι μόνο στην Αθήνα. Χρήματα δεν έχασαν μόνο οι μικροεπενδυτές στο ελληνικό χρηματιστήριο αλλά σε όλο τον κόσμο.

3. Το μέγεθος της ελληνικής φούσκας

Οσοι μυήθηκαν στα χρηματιστηριακά δρώμενα γνωρίζουν πως τα blue chips είναι πιο «βαριές» μετοχές, έχουν μικρότερες διακυμάνσεις, ανεβαίνουν ή υποχωρούν λιγότερο. Αντίθετα, στις περιφερειακές μετοχές οι διακυμάνσεις είναι μεγαλύτερες, οι κινήσεις πιο βίαιες είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω. Επιπροσθέτως, οι μικρές περιφερειακές μετοχές είναι τελευταίες στην αλυσίδα προσέλκυσης κεφαλαίων και επενδυτικού ενδιαφέροντος. Η άνοδος μιας αγοράς ξεκινάει από τα blue chips και στη συνέχεια μεταδίδεται στις περιφερειακές μετοχές με χρονική υστέρηση.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα χρηματιστήρια. Όσο πιο μικρά και ρηχά, τόσο πιο βίαιες οι κινήσεις, τόσο πιο αργά μεταδίδεται η χρηματιστηριακή ευφορία και η ροή κεφαλαίων. Η άνοδος του χρηματιστηρίου της Αθήνας φαντάζει εντυπωσιακά μεγαλύτερη από τα υπόλοιπα χρηματιστήρια του κόσμου, αν εστιάσουμε στην τριετία 1997-’99. Δεν είναι όμως ουσιωδώς διαφορετική, αν επεκτείνουμε το χρονικό διάστημα παρατήρησης στη δεκαετία 1990-’99 (πίνακας ΙΙ).

Xrimatistirio_Parti_2

4. Το «στόρυ» της σύγκλισης

Οι αγορές στην περίοδο της ευφορίας λατρεύουν τα «stories», δηλαδή εκείνο το αφήγημα που κάνει μια συγκεκριμένη επένδυση ελκυστική, επειδή αλλάζουν ουσιωδώς (προς το καλύτερο) τα θεμελιώδη του υποκείμενου της επένδυσης. Ένα πειστικό «στόρυ» προσελκύει το ενδιαφέρον και τα κεφάλαια των επενδυτών, προκαλεί και τροφοδοτεί την ανοδική κίνηση μιας μετοχής ή μιας ολόκληρης αγοράς.

Το παγκόσμιο bubble της δεκαετίας του ’90 που ξεκίνησε στις ΗΠΑ, στο τελευταίο και πιο απότομο κομμάτι της ανόδου της, στηρίχτηκε στο «στόρυ» της ψηφιακής οικονομίας που θα οδηγούσε σε μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας εις το διηνεκές.

Οι χώρες του Νότου της Ευρώπης (Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα) είχαν ένα δικό τους «στόρυ»: την ένταξη στο ευρώ και τη σύγκλιση (μείωση) των επιτοκίων δανεισμού αυτών των χωρών προς τα πολύ χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού των ισχυρών οικονομιών της Ευρωζώνης.

Το στοίχημα της σύγκλισης «παίχτηκε» αρχικά σε Ισπανία και Πορτογαλία. Διότι αυτές οι χώρες, παρά το ότι ακολούθησαν την Ελλάδα στην ένταξη στην ΕΕ, εξασφάλισαν νωρίτερα το εισιτήριο της ένταξης στην Ευρωζώνη. (Μια ακόμα υπενθύμιση πως η υστέρηση της χώρας έναντι της Πορτογαλίας είχε ήδη ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1980). Τη διετία 1996-1997, Ισπανία & Πορτογαλία ήταν πρωταθλήτριες στην Ευρωζώνη των 12 σε χρηματιστηριακές αποδόσεις, επειδή τα ξένα επενδυτικά κεφάλαια (αρχικά) στοιχημάτισαν στη σύγκλιση των χωρών αυτών με τις ισχυρές οικονομίες της Ευρωζώνης.

Αυτό το στοίχημα της σύγκλισης υπήρξε πολύ αποδοτικό για τα επενδυτικά κεφάλαια. Τα οποία στη συνέχεια στράφηκαν στην Ελλάδα με μεγαλύτερη ένταση. Η Ελλάδα προσέλκυσε με καθυστέρηση το ενδιαφέρον των διεθνών επενδυτών, όταν διαφάνηκε πως μπορούσε να επιτύχει τη ένταξη στην ΟΝΕ. Υπό αυτήν την έννοια, αν υπήρξε ένας κεντρικός σχεδιασμός που συνέβαλε στη δημιουργία της φούσκας του 1999, ήταν ο σχεδιασμός επίτευξης των κριτηρίων σύγκλισης της ΟΝΕ εδώ, το νοικοκύρεμα των δημοσιονομικών, ο περιορισμός των ελλειμμάτων, η τιθάσευση του πληθωρισμού και η σταθεροποίηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής. Αυτό το σχέδιο, το πολύ θετικό για τη χώρα μας, πέτυχε την ένταξή της στην ΟΝΕ αλλά ταυτόχρονα την έβαλε και στα ραντάρ των αγορών.

Xrimatistirio_Parti_trapezikos_D

Το «στόρυ» της σύγκλισης ήταν εύλογο και ευοίωνο. Είχε πραγματικό αντίκρισμα: η μείωση των επιτοκίων, ο περιορισμός του πληθωρισμού και η σταθεροποίηση της ισοτιμίας μπορούσαν να δώσουν αναπτυξιακή ώθηση στη χώρα. Οι τραπεζικές εργασίες, ο κλάδος των τραπεζών, η ναυαρχίδα του ελληνικού χρηματιστηρίου θα ήταν ο πιο ωφελημένος κλάδος από την αναμενόμενη μείωση των επιτοκίων. Οι προοπτικές ήταν πολύ θετικές. Υπό αυτήν την έννοια πράγματι η άνοδος του χρηματιστηρίου (που ξεκίνησε το 1997 και συνεχίστηκε το 1998 με ατμομηχανή τις τράπεζες) αντανακλούσε τη βελτίωση των θεμελιωδών της ελληνικής οικονομίας, τη σύγκλιση και την ένταξη στην ΟΝΕ. Έτσι, τα επόμενα χρόνια ο τραπεζικός κλάδος αναπτύχθηκε, τα κέρδη διογκώθηκαν, και οι μετοχές των τραπεζών μετά τη διόρθωση του 2000-2002 επέστρεψαν τη διετία 2006-2007 στα υψηλά του 1999 (διάγραμμα IX).

5. Η φούσκα της περιφέρειας

Τα πολλά χρήματα των μικροεπενδυτών δε χάθηκαν στα blue chips και στις τράπεζες, όπως δε χάθηκαν και στον ΟΤΕ. To 2007 η μετοχή του ΟΤΕ διαπραγματευόταν 10% χαμηλότερα από τα υψηλά του 1999. Ακόμη και σήμερα, μετά την κατάρρευση της οικονομίας, η μετοχή του ΟΤΕ διατηρεί το 1/3 της μέγιστης τιμής που είχε στην κορύφωση της φούσκας του ’99, ενώ, αντίστοιχα, η Deutche Telekom και η France Telekom σήμερα διαπραγματεύονται στο 1/7 και στο 1/10 της μέγιστης τιμής που έλαβαν το Μάρτιο του 2000.

Τα λεφτά των μικροεπενδυτών χάθηκαν κυρίως στις περιφερειακές μετοχές. Εκεί τοποθετήθηκαν μαζικά κι εκεί χάθηκαν. Κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας φούσκας, σε πολλές χώρες σημειώθηκαν πολλές «σφαγές» σε περιφερειακές μετοχές, κυρίως σε μετοχές του κλάδου της τεχνολογίας. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της «Neuer Markt» στη Γερμανία.

Στις 10/3/1997 στη Γερμανία δημιουργήθηκε μια νέα χρηματιστηριακή αγορά «Neuer Markt» –παρακλάδι της κύριας αγοράς- με αντικείμενο τη νέα οικονομία, όπου αρχικά εισήχθησαν δύο μετοχές. Μέχρι το 2000 στη Neuer Markt εισήχθησαν 339 εταιρείες. Η κεφαλαιοποίηση της αγοράς σκαρφάλωσε από 26 δις. € στο τέλος του 1998 σε 234 δις.€ στις 10/3/2000 για να προσγειωθεί στα 29 δις.€ στις 24/9/2002. Μέσα σε 30 μήνες χάθηκαν πάνω από 200 δις.€ εδώ & εδώ.

Ο σχετικός δείκτης Nemax all shares από 1000 μονάδες στις 31/12/1997 ανήλθε στις 9666 μονάδες στις 10/3/2000. Και μόλις 31 μήνες αργότερα, 9/10/2002, η τιμή του δείκτη προσγειώθηκε στις 318 μονάδες. Πτώση μεγαλύτερη από 96%!

Λίγα χρόνια αργότερα, μόνο το 1/3 των εταιρειών που εισήχθησαν στη Neuer Markt είχαν επιβιώσει εδώ. Το ξεφούσκωμα του bubble της νέας οικονομίας συνοδεύτηκε από ιστορίες χρηματιστηριακής απάτης, inside trading, χειραγώγησης τιμών & πλασματικών κερδών.

Με λίγα λόγια, η δημιουργία μιας τεράστιας φούσκας σε μικρές περιφερειακές μετοχές και η επακόλουθη απώλεια εκατοντάδων δισεκατομμυρίων € από τους μικροεπενδυτές δεν ήταν φαινόμενο ελληνικό. Ο πυρετός που δημιουργεί το εύκολο κέρδος μιας χρηματιστηριακής φούσκας είναι ίδιος παντού και πάντα.

Αυτό που κάνει, ίσως, μοναδική την ελληνική περίπτωση είναι η ένταση και η μαζικότητα, με την οποία οι Έλληνες μικροεπενδυτές επένδυσαν (τζόγαραν) τις αποταμιεύσεις τους στις περιφερειακές μετοχές-καζίνο. Η εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί κυρίως στο εκρηκτικό «ταπεραμέντο» του Έλληνα και στην πλήρη άγνοια των επενδυτών για τα χρηματοοικονομικά. Κι όχι μόνο των επενδυτών. Και για κάποιους επαγγελματίες των επνδύσεων, η έννοια του ρίσκου των μετοχών ήταν τότε θολή και απροσδιόριστη, η διαφορά μεταξύ blue chips και περιφερειακών μετοχών εντελώς δυσδιάκριτη.

6. Ανοχύρωτη πολιτεία

Οι εποπτικοί μηχανισμοί ήταν ανύπαρκτοι, το θεσμικό πλαίσιο διάτρητο, η χώρα απροετοίμαστη γι αυτό που συνέβη. Όχι πως θ’ άλλαζαν ουσιωδώς τα πράγματα, αν το σύστημα μπορούσε να δουλέψει ως τροχονόμος των διακινούμενων κεφαλαίων. Η ορμή της φούσκας και ο αέρας του κέρδους πάντα βρίσκουν δίοδο να παρακάμψουν τα εποπτικά μπλόκα. Ακόμα και στις ΗΠΑ, όταν ο κεντρικός τραπεζίτης Alan Greenspan προειδοποίησε τους επενδυτές στις 5 Δεκεμβρίου 1996 πως οι τιμές των μετοχών είχαν φουσκώσει υπερβολικά, οι αγορές τον αγνόησαν εδώ. Συνέχισαν να σκαρφαλώνουν ψηλότερα και τρία χρόνια αργότερα ο Dow Jones είχε διπλασιάσει την τιμή του.

Αυτό έλειψε στην Ελλάδα, οι καθαρές φωνές της λογικής και της γνώσης των θεσμικών παραγόντων που μάλλον δε θα έσωζαν τις αποταμιεύσεις των μικροεπενδυτών, θα διέσωζαν όμως την τιμή των θεσμών. (Ένα ελαφρυντικό ίσως που πρέπει να αναγνωρίσουμε στους θεσμικούς παράγοντες είναι πως η ασύλληπτη φούσκα της περιφέρειας, ο απόλυτος παραλογισμός, έλαβε χώρα μέσα σε μόλις 3 μήνες και μάλιστα καλοκαιρινούς…)

Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε πόσο παρθένα, άπειρη και ..άμαθη ήταν τότε η χώρα μας. Ένα παράδειγμα ίσως βοηθήσει να καταλάβουμε…

Σήμερα οι περισσότεροι γνωρίζουμε ότι τα ομόλογα έχουν ρίσκο, οι τιμές τους έχουν διακυμάνσεις. Το μάθαμε καλά στην ελληνική κρίση. Αυτό που σήμερα γνωρίζει ο μέσος πολίτης η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς το 1998 έμοιαζε να αγνοεί. Τότε όλα τα ομολογιακά αμοιβαία κεφάλαια (Α/Κ) αποτιμούσαν τα ομόλογα που κατείχαν σταθερά στο 100% της ονομαστικής τους τιμής. Αυτός ήταν ο κανόνας αποτίμησης που είχε ορίσει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Εντελώς λάνθασμένος και παράλογος κανόνας, πέρα από κάθε πρακτική και λογική αποτίμησης των Α/Κ διεθνώς. Και είχε ως αποτέλεσμα οι επενδυτές των Α/Κ να αγοράζουν (έμμεσα) τα ομόλογα των χαρτοφυλακίων των Α/Κ σε τιμές διαφορετικές από εκείνες της αγοράς. Για να αντιληφθούμε πόσο λάθος ήταν αυτός ο κανόνας, αξίζει να θυμηθούμε το 2007, όταν η υπόνοια πως τα ασφαλιστικά ταμεία αγόραζαν ομόλογα του ελληνικού δημοσίου σε τιμές διαφορετικές (υψηλότερες) από αυτές που επικρατούσαν στην αγορά, προκάλεσε το «σκάνδαλο των δομημένων ομολόγων» εδώ. Αν αυτό το θεσμικό πλαίσιο ίσχυε και σήμερα, τα κουρεμένα ομόλογα του PSI θα αποτιμώνταν από τα εγχώρια Α/Κ σα να μην είχε υπάρξει το κούρεμα!

Αυτό ήταν ένα σημαντικό πρόβλημα. Το επίπεδο του θεσμικού πλαισίου στη χώρα το 1998 ήταν σε νηπιακή κατάσταση. Και μ’ αυτό υποδεχτήκαμε τις μεγάλες εισροές των κεφαλαίων από το εξωτερικό (1997-1999).

Τι πρέπει να θυμόμαστε από το 1999

Δεν υπήρχε οργανωμένο σχέδιο, δεν υπήρχε ένα κεντρικό σκάνδαλο που να ευθύνεται για τη δημιουργία της φούσκας του 1999. Η παγκόσμια χρηματιστηριακή φούσκα και η επιτυχία της ένταξης στην ΟΝΕ ήταν η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας της φούσκας του χρηματιστηρίου. Και η δυναμική της φούσκας, με τη σειρά της, δημιούργησε εύφορο έδαφος για εκατοντάδες μικρο-σκάνδαλα και χιλιάδες μικρό-απάτες και ανέδειξε την ανεπάρκεια του θεσμικού πλαισίου, των εποπτικών ελέγχων, την έλλειψη επενδυτικής παιδείας των θεσμικών παραγόντων, των επαγγελματιών, των επενδυτών.

Afissa_Xrimatistirio_99

Αφίσες όπως της φωτογραφίας κοσμούσαν τους δρόμους τις παραμονές των ευρωεκλογών του 1999. Αλλά δεν δημιούργησαν, δεν τροφοδότησαν τη φούσκα. Ηταν απλώς η θλιβερή επίδειξη άγνοιας των πολιτικών που, αντί να προσέξουν μην καούν πολιτικά από τη φούσκα, επένδυσαν σε αυτήν. Και έχασαν φυσικά, όπως έχασαν και οι μικροεπενδυτές. Η φούσκα έσκασε στα χέρια τους και η αντιπολίτευση, φρόντισε όσο μπορούσε να στρέψει την οργή των χαμένων επενδυτών εναντίον της κυβέρνησης, χρεώνοντάς της ένα μεγάλο σκάνδαλο, «το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου», λες και θα μπορούσαν οι ελληνικές εποπτικές αρχές να τιθασεύσουν αυτό που δεν κατάφεραν πολύ πιο οργανωμένες χώρες και αγορές στον υπόλοιπο κόσμο.

Η άνοδος του χρηματιστηρίου συνέπεσε χρονικά με την περίοδο προετοιμασίας της χώρας για την ένταξή της στην ΟΝΕ. Και «το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου» ταυτίστηκε και λέρωσε εκείνην την περίοδο στη συνείδηση της κοινωνίας, αν όχι άδικα, οπωσδήποτε πάντως δυσανάλογα με τις ευθύνες των κυβερνώντων.

Ανεξαρτήτως των πολιτικών προτιμήσεων καθενός, εκείνη η περίοδος διακυβέρνησης είχε κάποια πολύ θετικά γνωρίσματα που δεν πρέπει να ξεχνούμε. Όχι μόνο ήταν η μοναδική περίοδος της μεταπολίτευσης που η χώρα ήταν πειθαρχημένη δημοσιονομικά και πέτυχε πρωτογενή πλεονάσματα χωρίς τον μπαμπούλα των μνημονίων, αλλά και, κυρίως, ήταν η περίοδος που η χώρα είχε στόχο και όραμα, δούλευε με σχέδιο και μεθοδικότητα και πέτυχε απτά θετικά αποτελέσματα: την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, της Κύπρου στην ΕΕ και την επιτυχή προετοιμασία των υποδομών για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων. Μπορεί κάποιος να διαφωνεί με τους στόχους, να θεωρεί το ευρώ τοξικό και τους Ολυμπιακούς καταστροφικούς για τα δημόσια οικονομικά, αλλά δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει πως ήταν στόχοι δύσκολοι. Ούτε η τιθάσευση του διψήφιου πληθωρισμού ούτε η σταθεροποίηση της ισοτιμίας της δραχμής, ούτε η προετοιμασία των Ολυμπιακών αγώνων και η δημιουργία των σχετικών υποδομών ήταν εύκολη υπόθεση.

Σήμερα, μέσα σε περιβάλλον γενικευμένης απαισιοδοξίας, χρειάζεται να πιστέψουμε στον εαυτό μας. Κι αν πρέπει να κρατήσουμε κάτι πολιτικό και κοινωνικό από εκείνη την περίοδο, δεν είναι το «σκάνδαλο του χρηματιστηρίου» αλλά πόσο αποτελεσματικά λειτουργήσαμε για τους στόχους που θέσαμε, με όραμα, σχέδιο, επιμονή και μέθοδο, με ομοψυχία και εθελοντισμό.
Όπως και τότε, και τώρα μπορούμε να τα καταφέρουμε.

Η πολιτική εμπλοκή στα χρηματιστηριακά παιγνίδια

Μια διαδεδομένη αθέμιτη πρακτική (απάτη) στα Χρηματιστήρια είναι το inside trading. Κάποιος δηλαδή, γνωρίζει εκ των έσω μια πληροφορία που θα επιδράσει θετικά στα οικονομικά μεγέθη μιας εταιρείας, αγοράζει μετοχές της πριν δημοσιοποιηθεί η είδηση και επωφελείται από την άνοδο της μετοχής. Δεν είναι πάντα αποδοτική η κατοχή μιας εμπιστευτικής πληροφορίας. Σήμερα, στην καθημαγμένη ελληνική χρηματιστηριακή αγορά, ακόμα και αν ανακοινωθεί ένα καλό οικονομικό νέο για μια εταιρεία, ελάχιστα θα αποτυπωθεί αυτό στην τιμή της μετοχής της. Το 1999 όμως ήταν διαφορετικά. Μια ασήμαντη θετική είδηση αρκούσε για να εκτοξευθεί η τιμή μιας μετοχής.

Οι πιο συνηθισμένοι υποψήφιοι για inside trading είναι οι ιδιοκτήτες και τα υψηλόβαθμα στελέχη των εταιρειών που έχουν εμπιστευτικές πληροφορίες. Αυτό, φυσικά, δε σημαίνει ότι τα στελέχη και οι μέτοχοι είναι απατεώνες. Σημαίνει όμως ότι πολύ συχνά υπάρχουν κάποιοι με ελαστική συνείδηση που αξιοποιούν την πλεονεκτική θέση που κατέχουν στην αλυσίδα της πληροφόρησης με αθέμιτο τρόπο.

Η άνθηση του χρηματιστηρίου το τρελό ’99 προσέλκυσε σοβαρές αλλά και πολλές, περισσότερες, φαιδρές εταιρείες, που έσπευσαν να καταθέσουν φάκελο εισαγωγής στο χρηματιστήριο, να επωφεληθούν από την άντληση πάμφθηνων κεφαλαίων

Στην κρατικοδίαιτη ελληνική οικονομία, όπου οι περισσότερες εταιρείες «βγάζουν το ψωμί τους» με έργα του δημοσίου, η υπογραφή μιας σύμβασης προμήθειας ή ανάθεσης έργου μπορούσε να έχει σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο στα μεγέθη μιας εταιρείας. Αυτό το γεγονός έβαζε εκ των πραγμάτων και υψηλόβαθμους κρατικούς λειτουργούς (συνήθως με έντονο κομματικό πρόσημο) και τους πολιτικούς τους προϊσταμένους σε προνομιακή θέση στην αλυσίδα της πληροφόρησης.

Ετσι, είναι πιθανόν σε πολλά από τα χρηματιστηριακά «παιχνίδια» εκείνης της εποχής να αποκόμισαν αθέμιτα χρηματιστηριακά κέρδη μέσω «inside trading» όχι μόνον χρηματιστές, διαχειριστές, μεγαλομέτοχοι και μεγαλοστελέχη αλλά και πρόσωπα με προνομιακή πρόσβαση στις εκάστοτε υπουργικές αποφάσεις και οι «πολιτικοί» φίλοι τους. Η «πληροφορία» ότι ο Υπουργός Χ. θα υπογράψει μεθαύριο τη σύμβαση Υ. που θα ωφελήσει την εταιρεία Ζ. πιθανόν να πρόσφερε χρηματιστηριακά κέρδη σε εκείνους που τη γνώριζαν έγκαιρα και την «αξιοποίησαν» αθέμιτα.

Πρέπει, όμως, να είναι σαφές ότι η φούσκα, και σ’ αυτές και σε άλλες μετοχές, δεν δημιουργήθηκε επειδή κάποιοι χρησιμοποίησαν εμπιστευτικές πληροφορίες με αθέμιτο τρόπο ούτε επειδή ο τάδε «διαπλεκόμενος κολλητός» επιχειρηματίας πήρε με «μέσον» κάποια έργα. Τεράστιες φούσκες δε δημιουργήθηκαν μόνο στους ομίλους πληροφορικής που «είχαν τα μέσα και έπαιρναν τα έργα» αλλά σε όλες ανεξαιρέτως τις εταιρείες του κλάδου. Το ίδιο και στις κατασκευαστικές. Η γενεσιουργός αιτία της μεγάλης φούσκας της αγοράς και των επιμέρους φουσκών των εταιρειών της περιφέρειας βρίσκεται αλλού και αναλύεται στο κύριο μέρος του κειμένου.

Η άνθηση του χρηματιστηρίου το τρελό ’99 προσέλκυσε σοβαρές αλλά και πολλές, περισσότερες, φαιδρές εταιρείες, που έσπευσαν να καταθέσουν φάκελο εισαγωγής στο χρηματιστήριο, να επωφεληθούν από την άντληση πάμφθηνων κεφαλαίων και, κυρίως, να καρπωθούν υπέρογκες χρηματιστηριακές υπεραξίες. Δημιουργήθηκε έτσι ουρά αναμονής για την εισαγωγή εταιρειών στο χρηματιστήριο. Και μετά τον Σεπτέμβριο του ’99, όταν η φούσκα άρχισε να σκάει, η έγκαιρη εισαγωγή μιας εταιρείας στο χρηματιστήριο απέκτησε κρίσιμη σημασία. Να προλάβει το «πάρτι»!
Και, όπως ήταν αναμενόμενο σε μια χώρα που η μετάθεση ενός φαντάρου και η παράκαμψη της λίστας εισαγωγής στο χειρουργείο αποτελεί πεδίο πολιτικού ρουσφετιού και πελατειακής συναλλαγής, η παράκαμψη της «επετηρίδας» του χρηματιστηρίου δεν θα μπορούσε να είναι εξαίρεση…

Ετσι, οι φήμες έδιναν κι έπαιρναν. Για την εταιρεία ΙΜΑΚΟ, π.χ. ότι κατόρθωσε να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο τον Μάρτιο του 2000 παρακάμπτοντας δεκάδες αιτήσεις άλλων εταιρειών, επειδή ο ιδιοκτήτης της Πέτρος Κωστόπουλος ήταν «κολλητός» ιστορικού και χαρισματικού στελέχους του ΠΑΣΟΚ. Λίγους μήνες αργότερα (Ιούλιος 2000) εισήχθη στο χρηματιστήριο το Alter. Ο ιδιοκτήτης του καναλιού κ. Κουρής φέρεται (εδώ) στο πλαίσιο μιας αγωγής, να αναφέρει ότι ο συνεταίρος του στο Alter και ιδιοκτήτης του ομίλου Altec Α. Αθανασούλης τον διαβεβαίωνε πως «έχει τη δυνατότητα, την εμπειρία και τους αναγκαίους μηχανισμούς για την ταχύτατη εισαγωγή της μετοχής του καναλιού στο Χρηματιστήριο». Αυτές και πολλές άλλες φήμες μπορεί να ήταν βάσιμες, μπορεί και όχι. Το βέβαιο είναι πως καταγράφηκαν στο συλλογική μνήμη ως ιστορίες πολιτικής διαπλοκής και χρηματιστηριακής απάτης.

Δεν είναι στις προθέσεις μου να ερευνήσω ποιοι και πώς συμμετείχαν στα αναρίθμητα χρηματιστηριακά παιγνίδια/απάτες που συνέβησαν το 1999. Αναφέρω μερικά παραδείγματα για να υπογραμμίσω τα εξής:

– Πολιτικοί, κομματικοί και κρατικοί λειτουργοί μπορεί να συμμετείχαν, έμμεσα ή άμεσα, σε χρηματιστηριακά «παιγνίδια». Αλλά δεν έχουμε καμιά ένδειξη ότι υπήρξε κεντρικός σχεδιασμός.
– Οι μετοχές των εταιρειών διαπλεκομένων ιδιοκτητών μπορεί να φούσκωσαν, αλλά θα φούσκωναν ακόμα και αν οι ιδιοκτήτες τους δεν ήταν «διαπλεκόμενοι», όπως φούσκωσαν και όλες οι άλλες μετοχές της περιφέρειας.
– Τον Σεπτέμβριο του 1999 , η μεγάλη ζημιά για τους μικροεπενδυτές είχε ήδη γίνει. Το χρηματιστήριο της Αθήνας είχε φτάσει σε κεφαλαιοποίηση σχεδόν 200 δις.€ και ήταν καταδικασμένο να ξεφουσκώσει. Η διαδρομή της προσγείωσης και το ύψος των συνολικών ζημιών δεν σχετίζεται ούτε επηρεάστηκε από τη σειρά εισαγωγής των εταιρειών στο χρηματιστήριο το 2000, ούτε από τις πολιτικές δηλώσεις στήριξης του χρηματιστηρίου που, κυρίως, έγιναν μετά το Σεπτέμβριο του 1999, όταν πια είχε αρχίσει το ξεφούσκωμα. Το ύψος των συνολικών ζημιών καθορίστηκε από το μέγεθος της φούσκας που είχε ήδη δημιουργηθεί το Σεπτέμβριο του 1999.

ΠΗΓΗ: protagon.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή