Διεθνή
Κυπριακή Δημοκρατία: Αποτίμηση 60 χρόνων
O πρώην Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Ιακώβου αξιολογεί βασικούς σταθμούς στην πορεία του κυπριακού κράτους.
Το όνομα του είναι συνυφασμένο με τη σύγχρονη κυπριακή ιστορία. Από τους πρωταγωνιστές της πορείας της Κυπριακής Δημοκρατίας, άφησε τη σφραγίδα του σε κρίσιμες στιγμές. Υπηρέτησε τρεις φορές, σε διαφορετικές κυβερνήσεις ως υπουργός Εξωτερικών και έκλεισε την πολιτική του πορεία ως Επίτροπος Προεδρίας. Διετέλεσε διπλωμάτης, Πρέσβης, διευθυντής του κέντρου παραγωγικότητας και υπεύθυνος στην Υπηρεσία Μερίμνης για τους πρόσφυγες μετά την τουρκική εισβολή. Διεκδίκησε ακόμα και το προεδρικό αξίωμα, ενώ ως υπουργός Εξωτερικών είχε να διαχειριστεί κρίσιμους σταθμούς για την πορεία του Κυπριακού. Την ανακήρυξη του ψευδοκράτους επί Σπύρου Κυπριανού και το άνοιγμα των οδοφραγμάτων επί Τάσσου Παπαδόπουλου. Έζησε επίσης από τη θέση του επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής του κράτους τις δύο πιο σημαντικές πρωτοβουλίες για επίλυση του Κυπριακού. Τη Δέσμη Ιδεών Γκάλι επί Γιώργου Βασιλείου και το Σχέδιο Ανάν επί Τάσσου Παπαδόπουλου.
Ο Γιώργος Ιακώβου με αφορμή τη συμπλήρωση 60 χρόνων Κυπριακής Δημοκρατίας γυρίζει τον χρόνο πίσω και μοιράζεται μαζί μας γνωστές και άγνωστες στιγμές της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας. Αναφέρεται στις διπλωματικές μάχες που είχε να δώσει ο ίδιος προσωπικά, στο παρασκήνιο αλλά και τις σχέσεις του με τους εκάστοτε Προέδρους της Κυπριακής Δημοκρατίας με τους οποίους είχε συνεργαστεί. Η κουβέντα μας όμως δεν περιορίστηκε εκεί. Όπως ανέφερε, σημαντικοί σταθμοί στην πορεία του Κυπριακού δεν υπήρξαν μόνο από το 1960 και μετά, αλλά και πριν. Και αυτοί οι σταθμοί είναι που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό και τη μετέπειτα πορεία…
«Έγιναν και πριν την ανακήρυξη πολλά λάθη που μας οδήγησαν στις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου και τα οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε διότι υπάρχουν ομοιότητες και με την παραπέρα πορεία». Με αυτή την επισήμανση ξεκινά να κάνει την πολιτική αποτίμηση για την πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας. «Για παράδειγμα αυτό που συμφωνήθηκε μεταξύ Καραμανλή και Μεντερέζ στη Ζυρίχη το 30% ως ποσοστό συμμετοχής των Τουρκοκυπρίων στο νέο κράτος ήταν ένα βαρίδι. Πού βρέθηκε αυτό το ποσοστό; Οι Τούρκοι ισχυρίζονταν πως όταν ήρθαν οι Βρετανοί στην Κύπρο, το 30% του πληθυσμού ήταν Τούρκοι. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Στην καταμέτρηση του πληθυσμού που έγινε τότε από τους Βρετανούς, το ποσοστό των μωαμεθανών ήταν περίπου στο 25% και οι περισσότεροι ήταν λινοβάμβακοι. Παρακολουθώντας την απογραφή πληθυσμού, αυτό το ποσοστό μειωνόταν και έφτασε το 1923 στο 18%. Σταθμός ήταν και το γεγονός ότι η Βρετανία πρότεινε στην Ελλάδα την ένωση με την Κύπρο δύο φορές. Το 1912 και το 1915, αλλά η προσφορά απερρίφθη. Υπάρχουν διάφορες δικαιολογίες αλλά ουσιαστικά ο λόγος ήταν ότι η Ελλάδα ήταν πολύ μικρή τότε και η Κύπρος πολύ μακριά.«Μεγάλος σταθμός θεωρώ ότι ήταν επίσης η θέση της Εθναρχίας «ένωσης και μόνο ένωσης» και μη συζήτησης οποιασδήποτε άλλης λύσης», σημειώνει, επισημαίνοντας πώς εάν πηγαίναμε νωρίτερα για την ανεξαρτησία θα είχαμε πολύ καλύτερους όρους».
Η ανακήρυξη του ψευδοκράτους
Η ανάληψη του Υπουργείου Εξωτερικών επί προεδρίας Σπύρου Κυπριανού, από τον κ. Ιακώβου, σημαδεύτηκε από την ανακήρυξη του ψευδοκράτους. «Όταν έγινα Υπουργός Εξωτερικών είχα πάει τον Οκτώβριο του 1983 και είπα στον κ. Κυπριανού ότι έχω ενδείξεις ότι οι Τουρκοκύπριοι θα ανακηρύξουν “κράτος”. Μου είπε το εξής: «Γιώργο άκουσε, θα ανακηρύξουν ‘’κράτος’’ κάποια στιγμή σίγουρα αλλά όχι σε αυτό το στάδιο». «Όταν πήγα πίσω στο γραφείο τηλεφώνησα στον Σερ Ίαν Μπράουνλι ο οποίος ήταν ο σύμβουλος της Κυβέρνησης και ήταν καθηγητής του διεθνούς δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και του ζήτησα μία γνωμάτευση σχετικά με το καθεστώς και τις επιπτώσεις μίας ανακήρυξης “κράτους” από τους Τουρκοκυπρίους. Είχε προηγηθεί το 1982, η υπογραφή της συνθήκης για το δίκαιο της θάλασσας και ζήτησα την άποψή του για το τι μπορούμε να κάνουμε σε σχέση με την ΑΟΖ. Ήμουν τόσο σίγουρος ότι θα προχωρούσαν σε ανακήρυξη του “κράτους”, που είχα πει να αρχίσουν να ετοιμάζουν την ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας, στα Ηνωμένα Έθνη. Όλες οι ενδείξεις που είχα και η χρονοτριβή του Ντενκτάς ακόμη και προς τον ΓΓ του ΟΗΕ να μπει σε διαπραγματεύσεις οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι αποσκοπούσε στην ανακήρυξη “κράτους”. Έφτασα στη Νέα Υόρκη μέσω Λονδίνου. Στη Νέα Υόρκη ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος του Ηνωμένου Βασιλείου τον οποίο συνάντησα, μου είπε ότι πρέπει να συγκληθεί αμέσως το Συμβούλιο Ασφαλείας, διότι όπως μου είπε, είχαν πληροφορίες ότι μία σειρά από μουσουλμανικές χώρες θα αναγνώριζαν το ψευδοκράτος. Τον ρώτησα να μου πει συγκεκριμένα πράγματα και μου ανέφερε το Μπαγκλαντές. Ζήτησα να μου πάρουν τον Υπουργό Εξωτερικών του Μπαγκλαντές και μου είπε ότι δεν θα το αναγνωρίσουν. Μου είπε ότι είχε πάρει ο στρατηγός Εβρέν, που ήταν τότε Πρόεδρος της Τουρκίας, τον Πρόεδρο της χώρας του και ότι ζήτησε αναγνώριση, αλλά του απάντησε ο Πρωθυπουργός ότι δεν θα το έκαναν και να βρει τρόπο να αποφύγει τον Εβρέν.
Ο Σπύρος Κυπριανού βρισκόταν στην Αθήνα και έκανε διαβουλεύσεις. Με πήρε τηλέφωνο και μού είπε ότι είπε στους πολιτικούς αρχηγούς να έρθουν στη Νέα Υόρκη για να με βοηθήσουν. Διερωτήθηκα πώς θα με βοηθούσαν και μου απάντησε: «Γιώργο, δεν τους θέλω να μείνουν στην Κύπρο. Σκέψου λίγο πολιτικά. Στην Κύπρο θα κάνουν αντιπολίτευση». Του απάντησα ότι εγώ θα προχωρήσω σε σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας και αν έρθουν, ήρθαν. Έκανα τις διαβουλεύσεις, είδα και τον ΓΓ του ΟΗΕ και όταν είδα ότι και οι ΗΠΑ και η Ρωσία και η Κίνα και η Γαλλία θα μας υποστήριζαν, τους “επέβαλα” και το ψήφισμα καταδίκης του ψευδοκράτους.
Ο ρόλος της Μάλτας και ο πύργος των ιπποτών
Στον αγώνα αυτό βοήθησε η Μάλτα η οποία ήταν η χώρα που προήδρευε του Συμβουλίου Ασφαλείας. «Έψαχνα τον μόνιμο αντιπρόσωπο της Μάλτας στα Ηνωμένα Έθνη, ο οποίος όταν τον βρήκα μου είπε ότι είχε εντολές να τηρήσει ουδέτερη στάση. Διότι όπως μου είπε, ο Πρωθυπουργός της Μάλτας ήθελε να καλέσει τον Κυπριανού και τον Ντενκτάς στον πύργο των ιπποτών στη Μάλτα για να γίνει συζήτηση για λύση του Κυπριακού, όπως έκανε με τον Ρήγκαν και τον Γκορμπατσόφ. Ζήτησα να μου πάρουν τηλέφωνο τον Πρωθυπουργό της Μάλτας και μου είπαν ότι ήταν ιππασία. Τελικά όταν έφτασαν οι πολιτικοί αρχηγοί, ο Βάσος Λυσσαρίδης είπε ότι είναι πολύ φίλος του και προθυμοποιήθηκε να τον πάρει τηλέφωνο. Πήρε την ίδια απάντηση, ότι ήταν ιππασία. Του είπα, μας λένε ψέματα διότι στη Μάλτα τώρα είναι μεσάνυκτα. Ζήτησα να μου πάρουν τον Υπουργό Εξωτερικών της Μάλτας τον οποίο γνώριζα και ρώτησα τι συμβαίνει. Μου είπε την ίδια ιστορία, ότι η Μάλτα θέλει να παίξει ρόλο στη λύση του Κυπριακού. Τον παρακάλεσα να δώσει εντολή άμεσα να συνέλθει το Συμβούλιο Ασφαλείας. Πήρε ο ίδιος την ευθύνη ενώ εγώ κρατούσα από το χέρι τον Μαλτέζο τον Πρέσβη και του έδωσα το τηλέφωνο και του είπε να προχωρήσει στη σύγκλιση του ΣΑ. Ο Πρόεδρος Κυπριανού έφτασε μετά, έκανα την εναρκτήρια ομιλία καταθέτοντας το ψήφισμα 541 στο οποίο έκαναν αποχή το Πακιστάν και η Ιορδανία εάν δεν κάνω λάθος».
Έτσι προέκυψε το ψήφισμα 789
Ο Γιώργος Ιακώβου θυμάται χαρακτηριστικά το πώς προέκυψε ένα από τα δύο σημαντικότατα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών για την Αμμόχωστο, το οποίο αποτελεί μέχρι σήμερα τη διπλωματική ασπίδα του θέματός μας. «Ήμασταν στη Νέα Υόρκη για τις Ιδέες Γκάλι. Λέω του Προέδρου Βασιλείου, ο οποίος ήταν εκεί και έκανε διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, οι οποίες δεν πήγαιναν καλά, ότι θα έμενα διότι πίστευα ότι θα έμπαινε κάποιο ψήφισμα και δούλεψα μαζί με διάφορες φιλικές χώρες για αυτό. Βοηθός ΓΓ του ΟΗΕ ήταν ένας πολύ καλός μου φίλος, ο Πετρόφσκι ο οποίος προηγουμένως ήταν στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας. Μου έδειξε το ψήφισμα που θα κατατίθετο για την Κύπρο το οποίο ήταν πολύ καλό, όμως το τοπικιστικό μου, μου χτύπησε ένα καμπανάκι για την Αμμόχωστο. Ζήτησα και είδα όλους τους εκπροσώπους των μονίμων αντιπροσωπειών και τους είπα ότι θέλω να μπει μια αναφορά για το Βαρώσι. Είπα χαρακτηριστικά στον Εγγλέζο ότι μπορεί να είναι ο καταλύτης για τη λύση του Κυπριακού το Βαρώσι. Ο Αμερικάνος μου είπαν ότι λείπει και ήρθε ένας δεύτερος τη τάξει και του είπα την παράκληση μου να μπει μία πρόνοια για το Βαρώσι διότι πέρασαν 8 χρόνια από το 1984 που εγκρίθηκε το ψήφισμα 550. Ως καθαρόαιμος γραφειοκράτης μου απάντησε ότι έχουν αριθμηθεί οι πρόνοιες του ψηφίσματος και δεν μπορεί να αλλάξουν. Του εισηγήθηκα, στην παράγραφο που λέει να τεθεί η νεκρή ζώνη υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών να συμπεριληφθεί «και η περιοχή Βαρωσίων». Τρεις λέξεις μόνο του είπα. Και μου λέει εντάξει και το έγραψε, «περιλαμβανομένη και της πόλης της Αμμοχώστου».
Ιδέες Γκάλι και Σχέδιο Ανάν
Σημείο αναφοράς είναι και οι δύο σημαντικότερες ίσως πρωτοβουλίες για το Κυπριακό. Όπως επισημαίνει: «Πρώτα να πω για το σχέδιο Ανάν ότι είχε πολλά τιμωρητικά στοιχεία διότι θα μπαίναμε στην ΕΕ. Όλοι δουλέψαμε για την ένταξη της ΕΕ αλλά αν το ελληνικό κοινοβούλιο δεν έλεγε ότι δεν θα ψήφιζαν οποιαδήποτε διεύρυνση στην οποία δεν θα συμπεριλαμβανόταν και η Κύπρος, δεν θα είχε επιτευχθεί η ένταξη. Έπαιξε καταλυτικό ρόλο. Αυτή η θέση μάς έβαλε στην ΕΕ. Λόγω αυτού οι Τούρκοι ζητούσαν ως αντάλλαγμα -λες και μόνοι οι Ελληνοκύπριοι θα έμπαιναν- να μπουν διάφορες πρόνοιες που ήθελαν στο σχέδιο λύσης. Εγώ δεν είχα κανένα δισταγμό να ταχθώ εναντίον του σχεδίου Ανάν. Το είχα πει στον ειδικό αντιπρόσωπο του ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών, Άλβαρο ντε Σότο και κατ΄ιδίαν διότι ήταν φίλος μου, και δημόσια ότι έχει το κόμπλεξ που έχουν όλοι οι συγγραφείς: να υπερασπίζεται αυτά που έγραψε. Το πρόβλημα ήταν ότι επί Κληρίδη δόθηκαν διαβεβαιώσεις ότι θα δεχόμασταν το κείμενο Ανάν. Τελικά, όταν φαινόταν ότι η Κύπρος θα εντασσόταν στην ΕΕ και χωρίς το σχέδιο, ο Ανάν υπέκυψε στις πιέσεις που είχε από πλευράς Τουρκίας και ενέταξε πρόνοιες στο σχέδιο τις οποίες εμείς δεν μπορούσαμε να δεχθούμε».
«Όσον αφορά τις Ιδέες Γκάλι, κοιτώντας όλα τα σχέδια που ήρθαν ενώπιόν, μας δεν υπήρχε κανένα σχέδιο το οποίο θα μπορούσαμε να πάμε στην πλατεία Ελευθερίας και να πούμε “νενικήκαμεν”. Φυσικά, επί Κυπριανού ήταν και πολύ σκληρές οι θέσεις μας. Για παράδειγμα στο εδαφικό έλεγε ότι δεν δεχόταν πάνω από 23%. Τη στιγμή που η Τουρκία κατέχει το 37% των εδαφών μας, προσπαθούμε να τους πείσουμε να υποχωρήσουν στο 28% και δεν δέχονται. Όπως είπα αυτό το νούμερο «30» το είχαν ως βάση από την αρχή. Εάν καταφέρναμε να πέσουν στο 27%-28% θα ήταν επιτυχία».
Άνοιγμα οδοφραγμάτων από Ντενκτάς
Ο Γ. Ιακώβου θυμάται το άνοιγμα των οδοφραγμάτων και την επισήμανση του πώς ο Ντενκτάς μας πρόλαβε πάλι και στέκεται στις συζητήσεις που έγιναν μετά για διάνοιξη και άλλων οδοφραγμάτων.
«Στη θητεία μου δίπλα από τον Δημήτρη Χριστόφια ως Επίτροπος Προεδρίας δεν συμμετείχα ενεργά στο Κυπριακό. Ασχολούμουν με τα πρακτικά των συζητήσεων με τον Οζντίλ Ναμί και για τις συζητήσεις Χριστόφια – Ταλάτ. Ο Ταλάτ ήταν διαφορετικός από τους υπόλοιπους. Όταν ήρθε ο Έρογλου είχα πει στον Χριστόφια ότι είναι ώρα να πάμε σπίτι μας. «Τώρα βλέπω με πολύ ανησυχία. Η Τουρκία έχει αναπτυχθεί πολύ και είναι παντού. Θεωρώ ότι πολύ δύσκολα θα εξευρεθεί λύση», αναφέρει.
Η γνωριμία με τον Μακάριο
Η γνωριμία με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, θυμάται, ήταν κάπως περίεργη. «Θα πρέπει να πω εδώ ότι ο Μακάριος δεν ήθελε να διοριστώ διευθυντής του Κέντρου Παραγωγικότητας, διότι ήθελε να διοριστεί κάποιος άλλος. Τελικά τα βρήκαμε στο Λονδίνο λίγο μετά την εισβολή. Είχα πάει στη Γενεύη να κάνω μία ομιλία στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και μετά στο Λονδίνο σε ένα συλλαλητήριο με πολύ κόσμο. Κατά την παρουσία μου εκεί, πήγα να δω και τον Αρχιεπίσκοπο. Η πρώτη αντίδραση του ήταν η εξής: «Θα σε ρωτήσω μία ερώτηση Ιακώβου. Να γυρίσω στην Κύπρο ή να μη γυρίσω». Του είπα: «Ασφαλώς να γυρίσετε». Και μου είπε να καθίσω και αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε. Από τον πρώτο χρόνο της επιστροφής του άρχισε να μου προσφέρει διάφορες θέσεις. Όμως του είχα πει ότι δεν πρόκειται να δεχθώ τίποτε για να μην πουν ότι εκμεταλλεύτηκα τη θέση μου για τη δουλειά που έγινε για τους πρόσφυγες. Όταν πέθανε ο Μακάριος, εγώ είχα φιλίες με τον Κυπριανού από τότε που ήμασταν φοιτητές και όταν του μίλησε η κ. Σουλιώτη η οποία είχε και στενή σχέση με τον Μακάριο και ήταν πρόεδρος του Ερυθρού Σταυρού, ο Μακάριος με είχε υπόψη του για γενικός διευθυντής του Υπουργείου Εξωτερικών. Τελικά διορίστηκε ο κ. Ρολάνδης Υπουργός Εξωτερικών και μου πρότεινε να πάω πρέσβης στη Ρωσία αλλά απέρριψα την πρόταση διότι είχα μόνιμο συμβόλαιο με τα Ηνωμένα Έθνη».
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
