Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τουρκία του Ερντογάν: Ή όλα ή τίποτε

Δημοσιεύτηκε στις

epa04557359 Turkish President, Recep Tayyip Erdogan (C), walks between an honor guard dressed in traditional military dress from the era of the Ottoman Empire during the official welcoming ceremony for Palestinian President Mahmoud Abbas, Presidential Palace, Ankara, Turkey, 12 January 2015. According to reports Abbas is visiting Erdogan to discuss the repercussions of the UN Security Council's decision not to adopt a draft resolution to set a time frame for Israel to leave lands claimed by Abbas' Government, and for talks on the reconstruction of Gaza following Israel's July 2014 bombing campaign on the Palestinian encalve which left much of it destroyed. EPA/ADEM ALTAN / AFP / POOL +++(c) dpa - Bildfunk+++ |

Του Γιώργου Καραμπελιά από την huffingtonpost.gr

Επί δεκαετίες, τουλάχιστον, όλα έμοιαζαν να λειτουργούν θετικά για την Τουρκία. Η ενίσχυση του ισλαμισμού διεθνώς, η ισχυρή δημογραφία, η αυξανόμενη ισχύς των τουρκικών μειονοτήτων στη Δύση, η υποχώρηση του κουρδικού κινήματος, μετά τη σύλληψη του Οτσαλάν, ο πακτωλός των χρημάτων από τις χώρες του Κόλπου, η βιομηχανία υποκατάστασης εισαγωγών αλλά και οι μεγάλες εξαγωγές οχημάτων –πάνω από 4,5 δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο–, η συνεχιζόμενη κατοχή της Κύπρου, η κατάρρευση όλων των ισχυρών γειτονικών χωρών, αρχίζοντας από το Ιράν, το 1979, και καταλήγοντας στη Συρία, το 2012, ενώ στο μεταξύ θα έχει διαλυθεί η Σοβιετική Ένωση, θα έχει αποσυντεθεί το Ιράκ, στα Βαλκάνια θα εκλείψει ο ισχυρός γιουγκοσλαβικός πόλος και η Ελλάδα θα εισέλθει στη μακρόχρονη μνημονιακή κρίση. 

Όσο και να φαίνεται παράδοξο σε όσους αντιπαραθέτουν την κοσμική Τουρκία του Κεμάλ με την ισλαμική Τουρκία του Ερντογάν, υπάρχει απόλυτη συνέχεια ανάμεσά τους.

Αποφασιστικό ρόλο διαδραμάτισε η ενίσχυση του Ισλάμ, που αγκάλιασε το σύνολο του μουσουλμανικού κόσμου δίνοντας συχνά την αίσθηση και την ψευδαίσθηση ενός ενιαίου μουσουλμανικού στρατοπέδου ως γεωπολιτικού bloc, ιδιαίτερα στην εγγύς και τη Μέση Ανατολή. Αποφασιστική σημασία για την μεταβολή της μουσουλμανικής θρησκείας σε πολιτική ιδεολογία, θα διαδραματίσουν ένα σύνολο από γεγονότα –η εγκατάσταση του κράτους του Ισραήλ στην Παλαιστίνη, οι αλλεπάλληλοι ισραηλινο-αραβικοί πόλεμοι, η απόρριψη της εκδυτικισμού του Σάχη στο Ιράν, η επέμβαση των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν η εισβολή των Αμερικανών σε Ιράκ και Αφγανιστάν.

Η Τουρκία υπήρξε η τελευταία δύναμη, μετά το Ιράν και τη Σαουδική Αραβία, που θα επιχειρήσει να μεταβάλει το κύμα του ισλαμισμού σε όπλο γεωπολιτικής ισχύος: εκπρόσωπος της τελευταίας μουσουλμανικής αυτοκρατορίας, σημαντική γεωπολιτικά, με πρωτοφανή οικονομική ανάπτυξη, και στενές σχέσεις με τη Δύση.

Στα πλαίσια της κατάρρευσης του μονοπολικού δυτικού κόσμου, η Τουρκία πίστεψε πως είχε τις δυνατότητες να αποτελέσει τον πυρήνα ενός παγκόσμιου ισλαμικού πόλου, καθώς ο αραβικός κόσμος είχε υποστεί καθίζηση και η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης είχε «απελευθερώσει» τα δεκάδες εκατομμύρια των τουρκόφωνων της Κεντρικής Ασίας. Το τουρκικό πολιτικό ισλάμ, με εκπροσώπους τον Ερμπακάν, τον Γκιούλ, τον Νταβούτογλου και κατεξοχήν τον Ερντογάν και τον Φετουλάχ Γκιουλέν ως ιδεολογικό του μέντορα, θα επιχειρήσει να εκπροσωπήσει όλους τους μουσουλμάνους. Ο παραδοσιακός εθνοκρατικός κεμαλισμός, αναγκαίος για την ανασυγκρότηση του τουρκισμού, θα δώσει τη θέση του σε μια νέα σύνθεση τουρκισμού, παντουρανισμού, οθωμανισμού και ισλαμισμού, δηλαδή του νεο-οθωμανικού ισλαμοκεμαλισμού.

Εξάλλου, όσο και να φαίνεται παράδοξο σε όσους αντιπαραθέτουν την κοσμική Τουρκία του Κεμάλ με την ισλαμική Τουρκία του Ερντογάν, υπάρχει απόλυτη συνέχεια ανάμεσά τους. Απλώς εκπροσωπούν διαφορετικές φάσεις της νεότερης τουρκικής ιστορίας. Η Τουρκία του Κεμάλ επιχείρησε, –μετά την εθνοκάθαρση και την εκδίωξη των χριστιανικών πληθυσμών, Ελλήνων και Αρμενίων–, να ενσωματώσει σε ένα τουρκικό εθνικό κράτος όλους τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, Λαζούς τσερκέζους, Άραβες και προπαντός τους Κούρδους. Και εν μέρει το πέτυχε, καθώς πληθυσμοί χωρίς ισχυρή εθνική συνείδηση ενσωματώθηκαν στον τουρκισμό. Όμως αυτό το εγχείρημα απέτυχε ως προς τη σημαντικότερη ομάδα, τους Κούρδους, οι οποίοι ξεκίνησαν και ένοπλο αγώνα υπό τον Οτσαλάν και το ΡΚΚ. Τότε, το κεμαλικό τουρκικό πολιτικό σύστημα –μετά το πραξικόπημα του στρατηγού Εβρέν το 1980– θα αρχίσει να χρησιμοποιεί το ισλάμ σε μια έσχατη απόπειρα ενσωμάτωσης των Κούρδων και θα δημιουργηθούν μαζικά τα πρώτα ισλαμικά σχολεία. Τον ίδιο δρόμο θα ακολουθήσει και ο Οζάλ και θα τον ολοκληρώσουν ο Ερμπακάν και ο Ερντογάν που θα μεταβάλουν το πολιτικό ισλάμ σε κυρίαρχη δύναμη της Τουρκίας. Καθώς λοιπόν ο ισλαμισμός θα καταστεί παγκόσμιο κίνημα, η τουρκική εκδοχή του Ισλάμ, στηριγμένη στα διεθνή δίκτυα του Φετουλάχ Γκιουλέν, θα καταστεί και «εξαγώγιμο» προϊόν. Και ο Ερντογάν θα επιχειρήσει να μεταβληθεί στον νέο Καλίφη μετά τον σουλτάνο. 

(Η Τουρκία) Σταδιακώς, μεταβάλλεται σε μία δύναμη του «ενδιάμεσου χώρου» που χρησιμοποιεί τη στρατηγική γεωπολιτική της θέση για να καθίσταται απαραίτητη σε όλους – μήπως όμως και να τους δυσαρεστεί όλους, μια και μάλλον δεν διαθέτει τα απαραίτητα μεγέθη ώστε να καταστεί η μεγάλη δύναμη που ονειρεύεται;

Αυτή η νέα πορεία, μετά το 2010 και το Μαβί Μαρμαρά, θα οδηγήσει σε μία σειρά από μετατοπίσεις μεγάλης κλίμακας. Κατ’ αρχάς, θα διαρραγεί η στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ ενώ, με την εμπλοκή του στην αραβική Άνοιξη και τη συμμαχία με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, θα έλθει σε αντιπαράθεση με τις σημαντικότερες αραβικές χώρες, Αίγυπτο, Σαουδική Αραβία, Συρία. Την ίδια περίπου εποχή, θα πραγματοποιηθεί η ρήξη με τον Φετουλάχ Γκιουλέν, ο οποίος δεν επεδίωκε την αντιπαράθεση με τη Δύση αλλά τη μεταβολή της Τουρκίας στον προνομιακό συνομιλητή της. Ρήξη που θα οδηγήσει στο πραξικόπημα του 2016, όταν ο Ερντογάν, μαζί με τους Γκρίζους Λύκους και τους ευρασιανιστές στρατηγούς, θα έρθει σε σύγκρουση με τους γκιουλενιστές, τους κεμαλικούς και τις υπηρεσίες… των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Εν συνεχεία, με αφετηρία το κουρδικό ζήτημα στη Συρία και το Ιράκ, θα προσεγγίσει εκών ή άκων τη Ρωσία και το… Ιράν, και την Κίνα στο οικονομικό πεδίο. Απομακρύνεται έτσι όλο και περισσότερο από τη Δύση αναπτύσσοντας μία ευρα σιατική στρατηγική, ενώ συγκρούεται και με τη Γαλλία στην Αφρική. Σταδιακώς, μεταβάλλεται σε μία δύναμη του «ενδιάμεσου χώρου» που χρησιμοποιεί τη στρατηγική γεωπολιτική της θέση για να καθίσταται απαραίτητη σε όλους – μήπως όμως και να τους δυσαρεστεί όλους, μια και μάλλον δεν διαθέτει τα απαραίτητα μεγέθη ώστε να καταστεί η μεγάλη δύναμη που ονειρεύεται;

Η λυδία λίθος που θα καθορίσει το εάν η Τουρκία θα βαδίσει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση είναι η στάση της απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο. Διότι μία Τουρκία σε ένοπλη αντιπαράθεση με την Ελλάδα, την Κύπρο, και εμμέσως ή ανοικτά με τη Γαλλία και το Ισραήλ, θα οδηγηθεί σε ρήξη με το δυτικό στρατόπεδο. Όσο και εάν η Γερμανία και η ΗΠΑ, η καθεμιά για τους δικούς της λόγους, δεν επιθυμούν μία ρήξη με την Τουρκία, θα υποχρεωθούν να πάρουν θέση.

Εάν δε η Ευρώπη, σπρωγμένη και από μια τέτοια σύγκρουση, αποκτήσει μία κατ’ ελάχιστον ενιαία στρατιωτική και πολιτική υπόσταση, είναι πιθανό και η Ρωσία να εγκαταλείψει τις ευρασιανικές ονειρώξεις του Ντούγκιν και να στραφεί προς τον φυσικό της ευρωπαϊκό χώρο. Εξάλλου, η ενεργός ανάμιξη της Τουρκίας στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, στο πλευρό των τουρκόφωνων σιιτών Αζέρων, απειλεί να πλήξει τη Ρωσία στο μαλακό της υπογάστριο, του Καυκάσου και των τουρκόφωνων δημοκρατιών της Κεντρικής Ασίας.

Ο χρόνος για πρώτη φορά μετράει αντίστροφα

Παράλληλα, ο χρόνος μοιάζει να δουλεύει, ίσως για πρώτη φορά, εναντίον της. Η οικονομική επέκταση αγκομαχά, το κύμα του ισλαμισμού χάνει την ισχύ του και πληθαίνουν οι αντίπαλοι και οι ανταγωνιστές.

Στο εσωτερικό συρρικνώνεται η βάση του καθεστώτος: σύγκρουση με τον δημιουργό του τουρκικού ισλαμισμού, τον Φετουλάχ Γκιουλέν, και με τον θεωρητικό του νεο-οθωμανισμού Ντραβούτογλου﮲ αποξένωση από τα δυτικόστροφα μεσαία στρώματα, μετά την εξέγερση στο πάρκο Γκεζί, το 2013﮲ κατάρρευση της τουρκικής λίρας που συρρικνώνει δραματικά τα εισοδήματα﮲ αυξανόμενη αποξένωση των κουρδικών πληθυσμών. Τέλος στερεύουν οι εισροές κεφαλαίων.

Η χρήση του ισλαμισμού καθίσταται μάλλον αντιπαραγωγική, στον βαθμό που η ίδια η πατρίδα του Προφήτη, η Σαουδική Αραβία, η μεγαλύτερη αραβική χώρα, η Αίγυπτος, καθώς και τα υπερεξοπλισμένα Εμιράτα, μεταβάλλονται στον ανοιχτό αντίπαλο της Τουρκίας στο εσωτερικό του μουσουλμανικού κόσμου.

Η αραβοϊσραηλινή προσέγγιση και η άνοδος του Μπάιντεν στον προεδρικό θώκο μπορεί να οδηγήσει τουλάχιστον άμεσα, σε ρεαλιστικότερη πολιτική απέναντι στους Παλαιστίνιους, οπότε θα μειωθεί έτι περαιτέρω η σημασία του πολιτικού ισλάμ.

Καθώς ο αραβικός εθνικισμός επιστρέφει, ο τουρκικός ισλαμισμός οδηγείται σε μια παρά φύση συμμαχία με το… σιιτικό Ιράν προκειμένου να αντιμετωπίσει την κοινή κουρδική απειλή. Με συνέπεια μεγαλύτερες αντίθεσεις με το Ισραήλ, τα Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία και τις ΗΠΑ. Ενώ και στο Αζερμπαϊτζάν η συμμαχία με τους σιίτες Αζέρους εδράζεται αποκλειστικά στην εθνοτική-γλωσσική κοινότητα, καθώς το σιιτικό Ιράν στηρίζει την Αρμενία! Τέλος, η συμμαχία με τη Ρωσία παραπαίει καθώς συγκρούεται μαζί της στη Συρία, τη Λιβύη, ίσως και τον Καύκασο!

Εν τέλει, το ισλάμ της Τουρκίας γίνεται κατεξοχήν τουρκικό, και αντί για στοιχείο ενοποίησης των μουσουλμάνων μετατρέπεται σε στοιχείο διαίρεσης.

Η Τουρκία διατηρεί ακόμα σημαντικές προσβάσεις στους παραδοσιακούς της συμμάχους, το Πακιστάν, τη Μαλαισία, τη μουσουλμανική μειονότητα της Ινδίας, το Μπαγκλαντές, πολλές μουσουλμανικές χώρες της Μαύρης Αφρικής καθώς και στους μουσουλμάνους της Δυτικής Ευρώπης και της Ρωσίας, δημιουργώντας νέους εχθρούς στην Ινδία και τη Γαλλία σε μια φρενιτιώδηυπερεπέκταση.

Γενικότερα, η Τουρκία του Ερντογάν έχει υπερεπεκταθεί σε όλα τα πεδία, στην οικονομία, στις στρατιωτικές δαπάνες, στον ιδεολογικό μπιζιμποντισμό, πολύ περισσότερο από όσο αντέχουν τα πραγματικά μεγέθη και οι δυνατότητές της. 

Και αν κάποιοι θωρήσουν υπερβολή την ανάδειξη της Ελλάδας ως τη λυδία λίθο που θα κρίνει την εξέλιξη της τουρκικής πολιτικής έναντι της Δύσης αλλά και του μέλλοντος της Τουρκίας, ας αναλογιστούν τι συνέβη… διακόσια χρόνια πριν

Πολλοί Τούρκοι εθνικιστές αλλά και δυτικοί, ή και Έλληνες «κατευναστές», αυτό ακριβώς προσάπτουν στον Ερντογάν. Ότι δηλαδή, κρίνει την ταχύτητα επέκτασης της τουρκικής επιρροής με βάση το δικό του προσωπικό «ρολόι» και όχι εκείνο των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της Τουρκίας.

Εντούτοις, ο Ερντογάν οδηγήθηκε στη στρατηγική της υπερεπέκτασης σπρωγμένος από μια αδήριτη αλληλουχία γεγονότων. Η κατάρρευση του Ιράκ και της Συρίας ενίσχυσε τα κουρδικά αυτονομιστικά κινήματα ενώ παράλληλα ενισχύθηκε το HDP στο εσωτερικό της Τουρκίας. Σε ένα πλαίσιο παγκόσμιας ενίσχυσης του ισλαμισμού η Τουρκία θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει άμεσα όσες ευνοϊκές συγκυρίες διέθετε, ώστε να προλάβει τις μακροπρόθεσμες γεωπολιτικές εξελίξεις. Πάνω από όλα, τη συγκρότηση σε κράτος του κουρδικού έθνους, που ξεπερνάει ήδη τα 35 εκατομμύρια πληθυσμό, την αυξανόμενη ισχύ του αραβικού κόσμου, την ενίσχυση των αντι-ισλαμικών ρευμάτων σε όλη την Ευρώπη, την πιθανή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μετά από 10 χρόνια κρίσης. Συνεπώς, η φυγή προς τα μπρος και η επέκταση έμοιαζαν αναπόφευκτες και όχι απλά μία επιλογή ανάμεσα σε άλλες. Αυτό εξάλλου κάνει τόσο επικίνδυνη την Τουρκία, το ότι η επέκταση είναι όρος επιβίωσης γι’ αυτήν. Είτε θα μεταβληθεί σε μεγάλη δύναμη, εδώ και τώρα, είτε θα οδηγηθεί σε κρίση και συρρίκνωση.

Εάν η Τουρκία δεν είχε παρέμβει στις εξελίξεις, τότε οι Κούρδοι θα είχαν δημιουργήσει απειλητικές κρατικές ή ημικρατικές οντότητες σε Συρία και Ιράκ, τη στιγμή που σε 10 ή 20 χρόνια ο κουρδικός πληθυσμός της Τουρκίας και του άμεσου περίγυρού της θα ξεπερνά τον τουρκικό πληθυσμό. [Ήδη ο τουρκικός πληθυσμός αποτελεί μόλις το 70% του πληθυσμού ενώ ένα 20%, τουλάχιστον, δηλαδή οι Κούρδοι, έχουν δική τους αυτόνομη εθνική συνείδηση]. Παράλληλα, ο αραβικός κόσμος της Μέσης Ανατολής θα έχει μεταβληθεί σε μία, πληθυσμιακή υπερδύναμη. (Ήδη, η Αίγυπτος αριθμεί 110 εκατομμύρια πληθυσμό, και διαθέτει ισχυρότατο στρατό, η άλλοτε έρημη Αραβική Χερσόνησος φθάνει τα 90 εκατομμυρία, ενώ οι χώρες του Μαγκρέμπ θα φτάσουν σύντομα τα 100 εκατομμύρια, ένας ακόμα λόγος που καθιστούσε «υποχρεωτική» την επέμβαση στη Λιβύη.) Παράλληλα, ο ενοποιητικός ο ρόλος του πολιτικού ισλάμ υποχωρεί –και οι Κούρδοι εξάλλου μουσουλμάνοι είναι.

Κατά συνέπεια, η Τουρκία είτε θα μεταβληθεί σε μία μεγάλη δύναμη που θα ενσωματώσει πληθυσμούς, εδάφη και θάλασσες, είτε θα υποχρεωθεί να μεταβληθεί σε εθνικό κράτος έχοντας απωλέσει σημαντικό κομμάτι εδαφών και κάθε μεγαλοϊδεατικό όνειρο. Εφόσον η προσπάθεια της ένταξης των Κούρδων σε ένα δημοκρατικό ισλαμικό κράτος, που επιχειρήθηκε στη δεκαετία του 2000, θα αποδειχθεί φενάκη, δεν έμενε άλλος δρόμος από τη στρατιωτικοποίηση της αντιπαράθεσης και τη μεταβολή του τουρκικού ισλάμ σε όπλο μιας sui generis τουρκικής «τζιχάντ».

Και μια και τα πράγματα έφτασαν εκεί, δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά η εμμονή σε αυτόν. Διαφορετικά, η Τουρκία θα έπρεπε να εγκαταλείψει τον ισλαμισμό, αποδεχόμενη τον αυξανόμενο ρόλο των αλεβιτών και των κοσμικών τουρκικών πληθυσμών των παραλίων, καθώς και μια μορφή τουρκο-κουρδικής Ομοσπονδίας, που θα οδηγούσε μακροπρόθεσμα στη συγκρότηση ενός ενιαίου κουρδικού κράτους. [Άλλωστε, το γεγονός ότι η Τουρκία δεν είναι μονοεθνικό κράτος καταδεικνύεται από τον υστερικό και ανασφαλή εθνικισμό της και από την επιστράτευση του ισλάμ ως εσωτερικού ενοποιητικού στοιχείου.]

Μόνο μία τέτοια Τουρκία, εντελώς απίθανη σήμερα, θα μπορούσε να εδραιώσει ειρηνικές σχέσεις με όλους τους γείτονές της, και κατεξοχήν τους Έλληνες της Ελλάδας και της Κύπρου. Προοπτική που μοιάζει σήμερα με σενάριο επιστημονικής φαντασίας και η πραγματοποίησή του προϋποθέτει την κατάρρευση του ισλαμοφασισμού και του Ερντογάν που συνδέθηκε άρρηκτα μαζί του.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η στάση του Ερντογάν ήταν τόσο παρανοϊκά επιθετική έναντι των Ελλήνων· γι’ αυτό και η ισλαμοποίηση της Αγίας Σοφίας, γι’ αυτό και η ανάμειξη στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, ως μία στρατιωτική φυγή προς τα μπρος, γι’ αυτό εντέλει και acontrario η… πρόσκαιρη διπλωματική αναδίπλωση του Ερντογάν μετά τη σθεναρή ελληνική στάση!

ΥΓ.Και αν κάποιοι θωρήσουν υπερβολή την ανάδειξη της Ελλάδας ως τη λυδία λίθο που θα κρίνει την εξέλιξη της τουρκικής πολιτικής έναντι της Δύσης αλλά και του μέλλοντος της Τουρκίας, ας αναλογιστούν τι συνέβη… διακόσια χρόνια πριν. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821 όλες οι μεγάλες δυνάμεις την είχαν καταδικάσει και η Αγγλία και η Αυστρία βοηθούσαν ανοιχτά τους Τούρκους. Και επειδή οι Έλληνες συνέχισαν να αντιστέκονται, το 1827 καταβύθισαν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στο Ναυαρίνο, ενώ το 1828-29 η Ρωσία συνέτριψε τις τουρκικές δυνάμεις υποχρεώνοντας την Τουρκία να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Και έκτοτε άρχισε η αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ας το σκεφτούν καλά τόσο οι Τούρκοι, όσο και εκείνοι οι Έλληνες που εξακολουθούν ακόμα να θεωρούν ανέφικτη την αντίσταση έναντι της Τουρκίας. Εξάλλου οι τελευταίοι μήνες, από τον Έβρο μέχρι την κρίση στο Ανατολικό Αιγαίο και τη συνέχειά της μάλλον δείχνει κατά που φυσάει ο άνεμος. (Πόσο μάλλον που οι… Αιγύπτιοι κληρονόμοι του Ιμπραήμ θα είναι μάλλον σύμμαχοί μας απέναντι στον φαντασιόπληκτο νεοσουλτάνο.)

www.ardin-rixi.gr

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή