Διεθνή
Το ρωσοτουρκικό τρίγωνο Καραμπάχ-Συρία-Λιβύη και στη μέση Άκκιουγιου
Η λεπτή σχέση Ρωσίας-Τουρκίας σε Ναγκόρνο-Καραμπάχ, Συρία και Λιβύη. Πώς οι στρατιωτικές εξελίξεις στο ένα πεδίο επηρεάζουν το άλλο. Αποχώρηση μεγάλης ρωσικής εταιρείας δημόσιας ενέργειας από την κατασκευή του πυρηνικού σταθμού στο Άκκιουγιου της Τουρκίας.
Οι ρωσοτουρκικές σχέσεις επιδεινώνονται από μια σειρά περιφερειακών συγκρούσεων σε όλη τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την περιοχή του Καυκάσου.
Αυτα τα γεωπολιτικά σημεία ανάφλεξης έχουν απορροφήσει μια πλειάδα κρατικών και μη-κρατικών δρώντων με αποτέλεσμα ανθρωπιστικές κρίσεις, καταστροφή αστικών υποδομών και αναγκαστική αναδιοργάνωση τοπικών πολιτικών καθεστώτων.
«Από τη Λιβύη και τη Συρία στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ: Μήπως οι “καλύτεροι σύμμαχοι” και οι “χειρότεροι εχθροί”, Τουρκία και Ρωσία, οδεύουν προς πόλεμο;». Αυτός είναι ο τίτλος άρθρου του Andrew Leonard στην «EurAsian Times» στις 31 Οκτωβρίου στο οποίο αναλύει πως το ένα πεδίο επηρεάζει το άλλο.
Ρωσικός βομβαρδισμός στο Ιντλίμπ
Στις 26 Οκτωβρίου, μια ρωσική αεροπορική επιδρομή στο στρατόπεδο εκπαίδευσης της Faylaq al-Sham στο Ιντλίμπ σκότωσε δεκάδες μαχητές. Το ρωσικό ΥΠΕΞ ανέλαβε την ευθύνη της επίθεσης την επόμενη μέρα και ο ΥΦΥΠΕΞ της Ρωσίας Mikhail Bogdanov, σε συνάντησή του με το Σύρο Πρέσβη Riyad Haddad «επανέλαβε την αδιάλειπτη αλληλεγγύη (της Ρωσίας) προς τον συριακό λαό και την υποστήριξή της κυριαρχίας, της ενότητας και της εδαφικής ακεραιότητες της Συρίας».
Η Faylaq al-Sham ήταν ομάδα που στηρίζεται από την Τουρκία και έχει συμβάλει στην προώθηση των συμφερόντων της Άγκυρας στον εμφύλιο, γράφει ο Leonard.
Σύμφωνα με τουΐτ του Omer Ozkizilcik, αναλυτή με έδρα την Άγκυρα στο Middle East Foundation με εξειδίκευση στο θέμα των αντάρτικων ομάδων στη Βόρεια Συρία, οι επιθέσεις σχεδιάστηκαν για να διαταράξουν την επιρροή της Τουρκίας στο Ιντλίμπ.
Ο Τούρκος Πρόεδρος κατηγόρησε τη Μόσχα λέγοντας πως «η επίθεση της Ρωσίας κατά εκπαιδευτικού κέντρου του Ελεύθερου Συριακού Στρατού είναι σημάδι πως δεν υπάρχει θέλη για διαρκή ειρήνη και ηρεμία στην περιοχή».
Την επόμενη μέρα, φιλότουρκοι αντάρτες κάτω από την ομπρέλα του Εθνικού Μετώπου για την Απελευθέρωση, μέρος της οποίας είναι και η Faylaq al-Sham, εκτόξευσαν πυραύλους και βολές πυροβολικού κατά κυβερνητικών δυνάμεων ως αντίποινα στις θανατηφόρες ρωσικές επιθέσεις.
Όπως γράφει ο Leonard, η πρόσφατη αύξηση της βίας θέτει σε κίνδυνο τη ρωσοτουρκική εκεχειρεία του περασμένου Μαρτίου, η οποία σταμάτησε τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις από του να ανακαταλάβουν το Ιντλίμπ. Η επίθεση ξεκίνησε στα τέλη του 2019 και πολύ σύντομα κατέβαλε τους αντάρτες. Θέλοντας να δημιουργήσει το συντομότερο μια προστατευτική νεκρή ζώνη στα νοτιοδυτικά της σύνορα, η Τουρκία ανέπτυξε στρατεύματα και στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο Ιντλίμπ στα τέλη του Φεβρουαρίου του 2020.
Ενισχύοντες την άμυνα των ανταρτών σε μια εκστρατεία που ονομάστηκε “Επιχείρηση Spring Shield”, η Άγκυρα επιδίωξε να αποτρέψει μια άτακτη οπισθοχώρηση των δυνάμεων της αντιπολίτευσης και την επακόλουθη εισροή Σύρων προσφύγων στα τουρκοσυριακά σύνορα.
Τελικά, οι τουρκικές επιθέσεις με drones και πυροβολικό αποδείχτηκαν καθοριστικές για να σταματήσουν την επίθεση, με αποτέλεσμα τον εκτοπισμό, τον θάνατο και των τραυματισμό χιλιάδων πολιτών.
Τον επόμενο καιρό εάν η Τουρκία επιχειρήσει να ασκήσει περισσότερη στρατιωτική πίεση στη βόρεια Συρία, αυτό θα αναγκάσει την Μόσχα να ενισχύσει το κράτος-πελάτη της, αναφέρει ο Leonard.
Η ζυγαριά του Ναγκόρνο-Καραμπάχ
Η πρόσφατη αναζωπύρωση των εχθροπραξιών μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ έχουν εμπλέξει και την Τουρκία που έριξε το βάρος της πίσω από το ομογενές κράτος του Αζερμπαϊτζάν.
Η ανθρωπιστική καταστροφή στα εδάφη των Αζέρων, όπως γράφει ο Leonard, τα οποία κατέχουν οι Αρμένιοι τράβηξαν την προσοχή της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού.
«Βλέπουμε τραυματισμούς και θανάτους πολιτών, συμπεριλαμβανών παιδιών. Εκατοντάδες σπίτια και βασικές υποδομές όπως νοσοκομεία και σχολεία έχουν καταστραφεί από το βαρύ πυροβολικό και από αεροπορικές επιθέσεις με πυραύλους», είπε η εκπρόσωπος τύπου του Ερυθρού ΣΤαυρού Laetitia Courtois.
Οι Αζέροι, εξοπλισμένοι με τουρκικά και ισραηλινά drones, πήραν το πάνω χέρι σε μια σύγκρουση που σύμφωνα με τους περισσότερους υπολογισμούς έχει ήδη προκαλέσει το θάνατο σε χιλιάδες. Μέχρι στιγμής έχουν συμφωνηθεί τρεις εκεχειρίες από τις 27 Σεπτεμβρείου και έχουν όλες παραβιαστεί. Λίγο μετά την πρώτη εκεχειρία στις 10 Οκτωβρίου, που έγινε με ρωσική διαμεσολάβηση, η Τουρκία εξέδωσε ανακοινωθέν καλώντας την Αρμενία αν αποσυρθεί πλήρως από το Ναγκόρνο-Καραμπάχ ως προϋπόθεση για ειρηνευτικές συνομιλίες.
Αυτή η θέση περιπλέκει τη ρωσική προσπάθεια διαμεσολάβησης όχι μόνο διότι υποστηρίζει ριζικής απομάκρυνση από το 30χρονο στάτους κβο, αλλά επίσης υπογραμμίζει την ασυμβίβαστη στάση της Τουρκίας σε αυτή τη σύγκρουση.
Στις 12 Οκτωβρίου, ο Τούρκος πολιτικός του εθνικιστικού κόμματος των Γκρίζων Λύκων, Devlet Bacheli, επέμεινε ότι «η Αρμενία ήταν η πλευρά που παραβίασε την κατάπαυση του πυρός, όπως αναμένετο. Η διαπραγμάτευση με τον δολοφόνο επέστρεψε ως σφαίρες και βόμβες. Το Ναγκόρνο-Καραμπάχ δεν πρέπει να το πάρουμε στο τραπέζι (μέσω της διπλωματίας), αλλά πρέπει να το πάρουμε κτυπώντας την Αρμενία στο κεφάλι.»
Η άνοδος του Nikol Pashinyan ως Πρωθυπουργού της Αρμενίας έχει μπερδέψει την ικανότητα της Ρωσίας να ελέγχει το δορυφορικό της κράτος, αναφέρει ο Leonard και αυτό γιατί η άνοδός του το 2018 έγινε μέσα από διαδηλώσεις κατά της διαφθοράς που ανέτρεψαν τις φιλορωσικές πολιτικές ελίτ. Χωρίς τους μοχλούς που διέθετε, ο Πούτιν είχε μειωμένη επιτυχία στον περιορισμό των φιλοδυτικών πολιτικών του Pashinyan. Τώρα εμφανίστηκε ένα κίνητρο μεταξύ Μόσχας και Ερεβάν.
Υπό το φως των ψυχρών σχέσεων, η Ρωσία δίστασε να στηρίξει πλήρως την Αρμενία στο θέμα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Ο Leonard εκτιμά πως μέχρι να παραβιαστεί η εδαφική ακεραιότητα της Αρμενίας, το Κρεμλίνο πιθανόν να έχει λίγη όρεξη για άλλη μια σύγκρουση με την Τουρκία σχετικά με την ημιαυτόνομη ορεινή περιοχή με μικρή στρατηγική αξία.
Μια νέα ένοπλη ρωσική παρέμβαση στο πλευρό της Αρμενίας θα ανάγκασε και άλλες δυνάμεις της Μόσχας να εμπλακούν, οι οποίες είναι ήδη αναπτυγμένες σε Συρία, Λιβύη και Ουκρανία. Στο ίδιο, η τουρκική ανάπτυξη δυνάμεων σε Συρία, Λιβύη και ανατολική Μεσόγειο κινδυνεύει να υπερβεί τις δυνατότητές της.
Η πρακτική προσέγγιση της Ρωσίας στη σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ μπορεί να της δώσει μεγαλύτερη ευελιξία να υπερφαλαγγίσει την στήριξη της Τουρκίας στο Μπακού σε άλλα θέατρα. Η πρόσφατη αεροπορική επίθεση κατά της φιλοτουρκικής Faylaq al-Sham στο Ιντλίμπ πιθανότητα να αποτελεί προειδοποίηση για την Άγκυρα να μειώσει την στήριξή της στο Αζερμπαϊτζάν.
Αυτή η λογική όμως μπορεί να είναι αμφίδρομη, λέει ο Leonard. Η Τουρκία θα μπορούσε να μετριάσει την επίθεση του Κρεμλίνου κατά του Ιντλίμπ αυξάνοντας την στρατιωτική στήριξη στο Μπακού και οδηγόντας ολόκληρη την περιοχή αυτή σε αστάθεια. Αυτό θα προκαλέσει ρωσικό πονοκέφαλο λόγω της ιδιότητά της ως ο παραδοσιακός μεσίτης ισχύος στο Καυκάσου.
Και στο βάθος Λιβύη
Στη πολεμοδαρμένη Λιβύη, Τουρκία και Συρία έχουν στηρίξει διαφορετικές πλευρές σε μια προσπάθεια να πετύχουν διαφορετικές περιφερειακές φιλοδοξίες. Στόχος της Άγκυρας είναι η εξαγωγή ενεργειακών πόρων από την ΑΟΖ της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης, με αντάλλαγμα όπλα και διπλωματική στήριξη. Η Ρωσία επιδιώκει την ενίσχυση της δικής της επιρροής μέσω του Khalifa Haftar, ενός απομειναριού από την εποχή του Καντάφι, αναφέρει ο Leonard.
Τα «άρβυλα στο έδαφος» και για τις δύο πλευρές έχουν ανατεθεί σε μη-κρατικούς φορείς, η Μόσχα με το Wagner Group και οι Τουρκία με Σύρους μισθοφόρους. Η στρατιωτική επέμβαση της Άγκυρας στη Λιβύη έγινε όταν οι δυνάμεις του Haftar ήταν κοντά στα περίχωρα της Τρίπολης στα τέλη του 2019. Οι δυνάμεις της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας, υποστηριζόμενες με τουρκικά αεροσκάφη και πολεμικά πλοία, απέκρουσαν τη συμμαχία Αφρικανών και Ρώσων μισθοφόρων του Haftar και κατέλαβαν ένα μεγάλο μέρος της βορειοδυτικής Λιβύης.
Οι ενέργειες της Τουρκίας εξσαφάλισαν όχι μόνο τη μελλοντική βιωσιμότητα της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας, αλλά και ένα μερίδιο για αυτή στη διαμόρφωση της πολιτικής πορείας της δυτικής Λιβύης και κέρδος από τα αποθέματα φυσικού αερίου στις θάλασσες της. Παρά την αρχική επιτυχία της Άγκυρας και της Κυβέρνησης Εθνικής Σωτηρίας, μια αντεπίθεση τον Ιούλιου για ανακατάληψη της Σύρτης, στρατηγικό οχυρό του Haftar, υπό την ηγεσία της Τουρκίας, αντιμετωπίστηκε από τη ρωσική πολεμική αεροπορία.
Το αδιέξοδο που ακολούθησε ήταν μια σιωπηρή παραδοχή και από τη Ρωσία και από την Τουρκία πως μια περαιτέρω κλιμάκωση θα ισουναμούσε με ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος και έτσι στις 23 Οκτωβρίου συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός.
Καθώς τα τουρκικά και τα ρωσικά συμφέροντα συγκρούονται σε διάφορα πεδία των μαχών, η εγγύτητα των αντίστοιχων ενόπλων δυνάμεών τους μειώνεται. Η προοπτική ενός λανθασμένου στρατιωτικού υπολογισμού αυξάνεται μεταξύ των δύο ισχυρών περιφερειακών παιχτών.
Putin και Erdogan μοιράοζνται παρόμοιες ηγετικές ικανότητες, είναι εύστροφοι τακτικιστές και τα εγώ τους πρέπει να ικανοποιηθούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
Όπως έδειξε και το παρελθόν, η υπερβολή από τον ένα ηγέτη προκαλεί μια ισχυρή απάντηση από τον άλλο. Αν προσθέσουμε σε αυτή την εξίωση και μια δόση εθνικιστικού πάθους, τότε κάποιος καταλαβαίνει καλύτερα πόσο επικίνδυνη η γίνεται η ρωσοτουρκική αντιπαλότητα, καταλήγει ο Leonard.
Αποχώρηση ρωσικής εταιρείας από Άκκιουγιου
Η ρωσική εταιρεία Inter RAO φαίνεται να αποχωρεί από την κατασκευή του πρώτου πυρηνικού σταθμού της Τουρκίας μετά από τις εντάσεις μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας για ζητήματα, όπως οι συγκρούσεις στη Λιβύη, τη Συρία και το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, σύμφωνα με αναφορά τη σημερινή διαδικτυακή έκδοση του «Economy Today».
Η Τουρκία και η Ρωσία αύξησαν την οικονομική συνεργασία τα τελευταία χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της κοινής επιχείρησης για την ανάπτυξη του πυρηνικού σταθμού στο Akkuyu στα νότια παράλια της Τουρκίας.
Η συμφωνία-ορόσημο για την κατασκευή της εγκατάστασης 4.800 Megawatt υπογράφηκε από τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τον Ρώσο ομόλογό του Βλαντιμίρ Πούτιν 2010.
Η Ίντερ Ράο, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες δημόσιας ενέργειας της Ρωσίας, αποχώρησε από το έργο μετά από συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου στις 26 Οκτωβρίου, δήλωσε ο Kerim Ülker.
Η κίνηση έρχεται μετά τη στρατιωτική παρέμβαση της Τουρκίας για να υποστηρίξει το Αζερμπαϊτζάν στη σύγκρουση με την Αρμενία σχετικά με την αμφισβητούμενη περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, που παραδοσιακά θεωρείται ότι βρίσκεται εντός της σφαίρας επιρροής της Ρωσίας.
Παρά το ότι κατέχει μόνο το ένα τοις εκατό του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου στο Akkuyu, ο Ülker είπε ότι έχει σημασία η εν λόγω απόφαση εξαιτίας των πολιτικών διασυνδέσεων του προέδρου της Inter Rao, Igor Sechin, ο οποίος αναφέρεται ως ο «de-facto βοηθός» του Πούτιν.
«Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η Ίντερ Ράο, η οποία βρίσκεται υπό τη διαχείριση του Ιγκόρ Σετσίν, γνωστός ως το δεύτερο ισχυρότερο όνομα στη Ρωσία, αποχώρησε από το έργο Akkuyu Nuclear Power Plant. Ειδικά αμέσως μετά την υποστήριξη της Τουρκίας στο Αζερμπαϊτζάν στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ », έγραψε ο Ülker.
Σημειώνεται παράλληλα ότι ποικίλες αντιδράσεις υπάρχουν για την κατασκευή του πυρηνικού σταθμού στο Akkuyu, μετά και τον σεισμό στην περιοχή της Σάμου και της Σμύρνης την τελευταία βδομάδα, καταλήγει το δημοσίευμα της Economy Today.
Σεισμοί και Άκκιουγιου
Για το θέμα της επικινδυνότητας του Άκκιουγιου τοποθετήθηκε και η πρώην ΥΠΕΞ της Κύπρου, Ερατώ Κοζάκου-Μαρκουλλή. Σε ανάρτησή της στο Twitter μετά τους φονικούς σεισμούς που έπληξαν τη Σάμο και τη Σμύρνη ανέφερε:
«Απόσταση μεταξύ του υπό ανέγερση πυρηνικού σταθμού στο Άκκουγιου και της Σμύρνης, όπου εκδηλώθηκε ο φονικός σεισμός χθες, είναι μόλις 793 χιλιόμετρα! Οι κίνδυνοι μιας πυρηνικής καταστροφής με τραγικές συνέπειες σε όλη την περιοχή,σε μια τόσο σεισμογενή ζώνη, παραμένουν απειλητικοί!»

ΠΗΓΗ: Sigmalive
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
