Διεθνή
Η μάχη της Αργεντινής με τους «γύπες» Hedge funds
Το πρώτο πράγμα που μαθαίνει κάθε φοιτητής της Νομικής για τις
συμβάσεις είναι ο κανόνας «pacta sunt servanda», που σημαίνει, «οι
συμφωνίες πρέπει να τηρούνται».
Το δεύτερο πράγμα που μαθαίνει είναι
όλες οι εξαιρέσεις του κανόνα αυτού. Το να τηρεί κανείς τις υποχρεώσεις
του είναι σίγουρα πολύ θετικό, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να μην
είναι η καλύτερη τακτική. Ο Νόμος δεν ασχολείται μόνο με ό,τι είναι
δίκαιο για το άτομο, αλλά και με ό,τι είναι καλύτερο για την κοινωνία.
Για τον σκοπό αυτό, οι σύγχρονες νομοθεσίες σχετικά με την πτώχευση (γνωστές και ως πτωχευτικές διαδικασίες) είναι έτσι θεσπισμένες ώστε και να σώζουν όσο το δυνατόν περισσότερα κεφάλαια για τους πιστωτές, αλλά και να αφήνουν σε κάθε εμπλεκόμενο μέρος τη δυνατότητα για ένα νέο οικονομικό ξεκίνημα. Για παράδειγμα, το χρέος μπορεί να πάψει να ισχύει είτε όταν το πτωχευμένο άτομο έχει επιστρέψει κάποιο μέρος της οφειλής (όχι απαραιτήτως το συνολικό ποσό) ή όταν μια εταιρεία βρίσκεται υπό καθεστώς εκκαθάρισης.
Στις περισσότερες περιπτώσεις πτώχευσης οι πιστωτές λαμβάνουν ένα πολύ μικρό ποσοστό χρημάτων, συχνά λιγότερο από το 10% της συνολικής οφειλής. Ωστόσο, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι είναι ο πιστωτής που θέτει τις προϋποθέσεις για το δάνειο. Έτσι, ενώ μπορεί αρχικά να φαίνεται άδικο να αποφορτίζονται οι πτωχεύσαντες που δεν έχουν εξοφλήσει τις οφειλές τους, αυτό στην πραγματικότητα διατηρεί μια πολύ καλή ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων και των δύο μερών. Η ανεύθυνη δανειοδότηση και η ανεύθυνη δανειοληψία είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Αλλά τι συμβαίνει όταν ο οφειλέτης δεν είναι ένα άτομο ή μια εταιρεία, αλλά μια χώρα; Αυτό παρουσιάζει δύο προβλήματα, πολύ διαφορετικά από το τυπικό σενάριο πτώχευσης: Ένα που αφορά τους πιστωτές και ένα που αφορά τους οφειλέτες. Σχετικά με τους πιστωτές, είναι γεγονός ότι πρόκειται για κυρίαρχα κράτη, γεγονός που σημαίνει ότι είναι δύσκολο να ασκήσει κανείς κριτική ή να προωθήσει νόμους εναντίον τους. Όσο αφορά στους οφειλέτες, μακροχρόνια οι χώρες αυτές αποτελούν ένα ασφαλές «στοίχημα» καθώς δε μπορούν να πάψουν να υπάρχουν ή να σταματήσουν να λειτουργούν όπως συμβαίνει με τις εταιρίες. Εφόσον οι πιστωτές έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν θα κερδίζουν πάντα κάτι περισσότερο από μια χώρα.
Σήμερα, λαμβάνοντας υπόψη τα επίπεδα του δημόσιου χρέους σε όλο τον κόσμο (με τις ΗΠΑ, την Ιρλανδία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα να έχουν μεγαλύτερο χρέος από ό, τι η Αιθιοπία, η Αίγυπτος, η Αργεντινή, η Αγκόλα ή η Χιλή), γίνεται ολοένα και πιο ενδιαφέρον να εξετάσουμε πώς τα συμφέροντα των κρατών οφειλετών και των ιδιωτών πιστωτών πρόκειται να εξισορροπηθούν. Η πρόσφατη δικαστική υπόθεση της NML Capital και της Αργεντινής αποτελεί σημαντικό παράδειγμα για το τι θα μπορούσε να συμβεί αργά ή γρήγορα και στις υπόλοιπες χώρες.
Η υπόθεση
Το 2001 σημειώνεται η οικονομική κατάρρευση της Αργεντινής, εξαιτίας της κακοδιαχείρισης από όλες τις κυβερνήσεις, από τη σπάταλη της στρατιωτικής χούντας ως τους σύγχρονους γκουρού της ελεύθερης αγοράς. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, με την αλλαγή της χιλιετίας, η Αργεντινής όφειλε σε πολλούς πολλά χρήματα, αλλά κυρίως όφειλε στους ομολογιούχους της πάνω από 100 δις δολάρια. Και όταν η Αργεντινή ανακοίνωσε, το 2001, ότι δεν θα είναι σε θέση να επιτύχει τους προγραμματισμένους στόχους αποπληρωμής του χρέους της, προκλήθηκε ανησυχία αλλά και κινητικότητα στις αγορές. Ορισμένοι ομολογιούχοι δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά να περιμένουν την Αργεντινή να επιστρέψει τα χρήματα αργότερα, έτσι πούλησαν τα ομόλογα σε χαμηλές τιμές σε ανθρώπους που είχαν αυτή τη δυνατότητα. Για τους αγοραστές το είδος συναλλαγής είναι μια εξαιρετικά κερδοφόρα διαδικασία: αγοράζουν ένα ομόλογο στο 10% της αξίας του, αλλά τελικά θα πρέπει να τους καταβληθεί το 30% ή 50%, ή ακόμη και 100 % της συνολικής αξίας. Ορισμένες εταιρείες έχουν ως μόνιμη αυτή την τακτική, και επειδή επωφελούνται και κερδοφορούν καιροφυλακτώντας και περιμένοντας τους πιο αδύναμους να σπάσουν, αποκαλούνται «ληστρικά αμοιβαία κεφάλαια (Hedge Funds)». Εν ολίγοις, όταν κάποιος μπαίνει σε μπελάδες, αρχίζουν να τον περικυκλώνουν για αυτό είναι γνωστά ως οι «γύπες» των αγορών.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης, η Αργεντινή δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει τους ομολογιούχους της στο ακέραιο, αφού πρώτα έπρεπε να αποφευχθεί η οικονομική κατάρρευση της ίδιας της χώρας. «Αν χρωστάς στην τράπεζα χίλια ευρώ, έχεις πρόβλημα, αν χρωστάς στην τράπεζα ένα εκατομμύριο ευρώ, τότε έχει αυτή το πρόβλημα», αναφέρει μια ρήση. Οι ομολογιούχοι της Αργεντινής είχαν λοιπόν ένα «τεράστιο πρόβλημα» και πάνω από το 90% εξ αυτών συμφώνησαν, τελικά, να ανταλλάξουν τα ομόλογά τους με νέα ομόλογα, τα οποία θα ήταν στο ένα τρίτο της αξίας των παλαιών. Με άλλα λόγια, έκαναν κούρεμα των ομολόγων κατά 70%. Φαινόταν η καλύτερη απόφαση ώστε να μην αφήσουν την Αργεντινή να καταστραφεί ή από το να μη λάβουν τίποτα στο τέλος.
Ωστόσο, το 7% των πιστωτών δεν συμφώνησε στην ανταλλαγή ομολόγων, αν και θα ήταν οι μόνοι για τους οποίους αυτή η συμφωνία θαήταν πραγματικά πολύ κερδοφόρα. Ποιοι ήτα αυτοί; Φυσικά, τα «ληστρικά Hedge Funds». Καλώς ήρθατε στη μάχη του δημόσιου χρέους.
Πρώτος γύρος: Η υπόθεση «Libertad»
Καθώς η Αργεντινή άρχισε να αποπληρώνει τους νέους υποτιμημένους τίτλους, οι «γύπες» συνέχισαν να απαιτούν 100% αποπληρωμή. Σε μια προσπάθεια να επιβληθεί η απαίτηση αυτή, στα τέλη του 2012, ένα επενδυτικό ταμείο που είναι γνωστό ως NML Capital έπεισε το δικαστήριο της Γκάνα να εκδώσει διαταγή κατάσχεσης ενός ιστορικού πλοίου του ναυτικού της Αργεντινής, του Libertad (Ελευθερία), το οποίο εκείνη την περίοδο βρισκόταν στην Τεμα της Γκάνας. Η NML Capital σκόπευε να κρατήσει ως υποθήκη το θωρηκτό, μέχρις ότου η Αργεντινή να κατέβαλλε 20 εκατομμύρια δολάρια ως αντάλλαγμα για την αποδέσμευσή του.
Στην περίπτωση μιας ιδιωτικής εταιρίας, αυτή η ενέργεια θα μπορούσε να είναι καταστροφική αλλά, όπως προαναφέρθηκε, δεν ισχύουν τα ίδια δεδομένα για μια χώρα. Και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι χώρες είναι κυρίαρχοι φορείς.
Είναι παράνομο ένα έθνος να καθορίζει δικαστικές αποφάσεις για επίσημες κρατικές ενέργειες μιας άλλης χώρας, ειδικά όσο αφορά στην κατάσχεση κρατικών περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν μέρος του κρατικού μηχανισμού, όπως είναι ένα πλοίο του ναυτικού της χώρας. Η Αργεντινή οδήγησε αμέσως την Γκάνα ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, το οποίο συμφώνησε ομόφωνα ότι η Γκάνα παραβίαζε τους διεθνείς κανόνες και διέταξε την άμεση αποδέσμευση του πλοίου. Η Γκάνα δε μπόρεσε παρά να υπακούσει. Ο πρώτος γύρος είχε κερδηθεί από την Αργεντινή.
Δεύτερος γύρος: Η αρχή του pari passu και το δικαστήριο της Νέας Υόρκης
Οι «γύπες» όμως, ανέλαβαν αμέσως δράση εναντίον της Αργεντινής, απευθυνόμενοι αυτή τη φορά στα αμερικανικά δικαστήρια. Αυτό κατέστη δυνατό διότι, όταν τα ομόλογα είχαν πωληθεί αρχικά, πριν την οικονομική κατάρρευση, η Αργεντινή εξουσιοδότησε το δικαστήριο της Νέας Υόρκης να αναλάβει τις δικαστικές αρμοδιότητες. Είχε συμφωνήσει, επίσης, ότι όλοι οι πιστωτές θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τη νομική αρχή του pari passu, που σημαίνει «με ίσα δικαιώματα». Αυτή είναι μια τυποποιημένη ρήτρα και σημαίνει ότι οι οφειλέτες θα πρέπει να ικανοποιούν τις απαιτήσεις όλων των πιστωτών στο ίδιο ποσοστό.
Ωστόσο, το δικαστήριο της Νέας Υόρκης έκανε μια περίεργη ερμηνεία του νόμου και έκρινε ότι η αρχή του pari passu σημαίνει ότι η Αργεντινή θα πρέπει να καταβάλει σε κάθε ομολογιούχο το πλήρες ποσό, σύμφωνα με την συμφωνία που έχει κάνει ο καθένας με τη χώρα.
Αυτό θα σήμαινε ότι η Αργεντινή πρέπει να πληρώσει στο 93% των ομολογιούχων το 30% της αρχικής οφειλής (εξαιτίας του κουρέματος), αλλά στο 7% των ομολογιούχων να πληρώσει το 100% του χρέους (περίπου $ 1,5 δις ευρώ). Αυτό σημαίνει ότι η Αργεντινή θα πρέπει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πιστωτές που συμφώνησαν στο κούρεμα, και ταυτόχρονα να εξοφλήσει και τα ληστρικά αμοιβαία κεφάλαια. Η Αργεντινή αρνήθηκε να πληρώσει δηλώνοντας πως έχει πρόβλημα ρευστότητας. Από την πλευρά του το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ απέρριψε και την έφεσή της Αργεντινής και η απόφαση είναι πλέον τελεσίδικη.
Οι δυσκολίες εφαρμογής της παρούσας απόφασης γίνονται πρόδηλες και από το γεγονός ότι ακόμη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο διαφωνεί με αυτή. Το δικαστήριο επέβαλλε στην Αργεντινή να επιστρέψει το 100% του χρέους στα ληστρικά Hedge Funds, αλλά κάποιος που θα μπορούσε να ξεπληρώνει τόσο εύκολα τα χρέη του, δε θα βρισκόταν υπό καθεστώς πτώχευσης. Ακριβώς αυτή η αδυναμία να αποπληρώσει κανείς τις οφειλές του πλήρως είναι που οδηγεί στην πτώχευση.
Έτσι, το 93% των ομολογιούχων δέχτηκαν την πτώχευση της Αργεντινής, και με αυτό το τρόπο, και οι δύο πλευρές -πιστωτές και οφειλέτες- πλήρωσαν το τίμημα για τις ανεύθυνες δανειοδοτικές και δανειοληπτικές πράξεις τους. Με αυτόν τον τρόπο οι ομολογιούχοι έδωσαν χρόνο στην Αργεντινή να σταθεί και πάλι στα πόδια της, ώστε στη συνέχεια να μπορέσει να τους εξοφλήσει τουλάχιστον ένα μέρος των χρημάτων. Από την πλευρά της, η Αργεντινή αναγνώρισε ότι είχε την υποχρέωση να πληρώσει τους ομολογιούχους και τίμησε αυτή τη συμφωνία.
Όμως για τους «γύπες» των αγορών η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική, παρά το γεγονός ότι αγόρασαν τα ομόλογα αφότου η Αργεντινή δήλωσε την αδυναμία της.
Η δικαστική απόφαση της Αμερικής ενισχύει τα ληστρικά κεφάλαια, χορηγώντας τους ευνοϊκούς όρους (την πλήρη αποπληρωμή), που θα ήταν αδύνατο να παραχωρήσει σε όλους τους πιστωτές. Με την έγκριση αυτής της απόφασης, που φαίνεται να έχει μια παράξενη εικόνα της ίσης μεταχείρισης, το δικαστήριο έχει ουσιαστικά μετατραπεί σε ένα μέσο για την επιβολή ενός κερδοσκοπικού αμοιβαίου κεφαλαίου, σε ένα διαμεσολαβητή που δεν απαιτεί μόνο μια καλή συμφωνία, αλλά απαιτεί τα πάντα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, αν η NML είχε συμφωνήσει με το 30% της αποπληρωμής, θα εξακολουθούσε να έχει τεράστιο κέρδος, καθώς είχε αγοράσει τα ομόλογα σε πολύ χαμηλότερη αξία από την αρχική. Εντούτοις, το γεγονός ότι απαιτεί το 100% θα της αποφέρει 1.300% απόδοση της επένδυσης.
Τέλος η απόφαση του δικαστηρίου των ΗΠΑ έχει και μία ακόμη ανάγνωση καθώς ενδέχεται επηρεάσει την προθυμία των πιστωτών για μια μελλοντική αναδιάρθρωση, καθώς περιμένουν κάποιον άλλο να προσφερθεί να αναλάβει το χρέος εθελοντικά, έτσι ώστε να μπορούν αυτοί να βγουν καθαροί. Επίσης, δυσκολεύει και τη δυνατότητα μιας ομόφωνης συμφωνίας με τους πιστωτές, και δίνει μεγαλύτερη δύναμη στα ληστρικά κεφάλαια. Λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλές δυτικές χώρες έχουν μεγαλύτερο χρέος από την Αργεντινή, αυτό θα μπορούσε να έχει συνέπειες για όλους μας.
Με πληροφορίες από το RT
tvxs
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
