Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Το υδρογόνο ως κινητήριος μοχλός του μέλλονος, η ευρωπαϊκή και γερμανική στρατηγική και οι τεράστιες ευκαιρίες για την Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

Χρήστος Γκουγκουρέλας

Όλα τα ‘‘σημάδια’’, τελευταία, δείχνουν ότι η Ελλάδα φαίνεται να εισέρχεται δυναμικά στο ζήτημα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της μετάβασης στην ‘‘πράσινη’’ ανάπτυξη και έτσι πρόσφατα ο αρμόδιος Υπουργός ανακοίνωσε τη δημιουργία πιλοτικών προγραμμάτων για την προώθηση της υπεράκτιας αιολικής και ηλιακής ενέργειας.

Άλλωστε, η οραματική κατευθυντήρια ατζέντα για την ανάπτυξη της Ευρώπης για τις επόμενες δεκαετίες έχει συμφωνηθεί από το 2019 και είναι η ‘‘Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία’’ (European Green Deal), σε συνδυασμό με τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της Κομισιόν για έναν ‘‘καθαρό’’ και βιώσιμο Πλανήτη (EU Commission, A Clean Planet for All). Καταληκτικός  δε στόχος της ενωσιακής πολιτικής είναι ένα ουδέτερο ισοζύγιο διοξειδίου του άνθρακα έως το 2050.

Γι’ αυτό, εξάλλου, από τα διαθέσιμα ποσά, ύψους 672,5 δισ. ευρώ, του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανασυγκρότησης (Recovery and Resilience Facility) του γνωστού ‘‘Νext Generation EU’’, το 37% θα δαπανηθεί σε επιχειρηματικές και επενδυτικές πρωτοβουλίες σχετιζόμενες με την κλιματική αλλαγή.

Στην επίτευξη, λοιπόν, του μεγαλεπήβολου αυτού στρατηγικού σχεδιασμού κομβικό ρόλο έχει ‘‘ιδεολογικά’’ και θα έχει στην πράξη το υδρογόνο ως πηγή ενέργειας, μια που αυτό έχει καταστεί πια  ‘‘δομικό υλικό’’ στην εργαλειοθήκη των πολιτικών της ΕΕ στον χώρο της  ‘‘πράσινης’’ και βιώσιμης ανάπτυξης. Η ‘‘Στρατηγική για το υδρογόνο για μια κλιματικά ουδέτερη Ευρώπη’’  συνιστά, επομένως, τον καμβά πλέον επί του οποίου θα ξεδιπλωθούν ήδη από το άμεσο μέλλον οι αναπτυξιακές ευρωπαϊκές δράσεις. Το υδρογόνο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρώτη ύλη, ως καύσιμο ή ως φορέας ενέργειας και ως μέσο αποθήκευσης ενέργειας και έχει πολλές δυνατές εφαρμογές στους τομείς της βιομηχανίας, των μεταφορών, της ενέργειας και των κτιρίων. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι δεν εκπέμπει CO2 και κατά τη χρήση του προκαλεί σχεδόν μηδενική ατμοσφαιρική ρύπανση. Μπορεί, συνεπώς, να προσφέρει μια λύση για την απανθρακοποίηση των βιομηχανικών διεργασιών και των οικονομικών τομέων στους οποίους η μείωση των ανθρακούχων εκπομπών είναι επείγουσα και δύσκολο να επιτευχθεί.

Παράλληλα σε όλα τα ανωτέρω, κρίσιμος θα είναι ο ρόλος που θα διαδραματίσουν οι εθνικές στρατηγικές. Το positioning κάθε χώρας όσον αφορά τη γεωπολιτική της βαρύτητα, την οικονομική διάδραση και ανάπτυξή της και την επιρροή της σε ζητήματα διεθνούς και περιφερειακής ενεργειακής ασφάλειας θα εξαρτηθεί σε αποφασιστικό βαθμό από το περιεχόμενο και τις φιλοδοξίες της κάθε εθνικής στρατηγικής για το υδρογόνο.

Οι Γερμανοί, λοιπόν, δείχνουν αυτό να το έχουν αντιληφθεί καλά και έχουν ήδη ενορχηστρώσει την πιο περιεκτική και οργανωμένη επιχειρησιακή πλατφόρμα για το υδρογόνο (Die nationale Wasserstoffstrategie). Έτσι, τα επόμενα χρόνια, η Γερμανία θα δαπανήσει 10 δισ. ευρώ (σελ. 3 της εθνικής στρατηγικής της) για να γίνει ο πρωτοπόρος και πρώτος στον Κόσμο προμηθευτής υδρογόνου. Δεδομένου δε ότι μέχρι το 2030 θα απαιτηθούν γι’ αυτήν από 90 έως 110 TWH υδρογόνου, η Γερμανία ψάχνεται ήδη για δικτύωση και διεθνείς συνεργασίες που θα της δώσουν την πολυπόθητη πρωτιά και αναγνωρισμένο, δυναμικό ρόλο στην Παγκόσμια Γεωπολιτική του άμεσου και μεσοπρόθεσμου μέλλοντος*.

Υπ’ αυτήν τη λογική, η Γερμανία σκοπεύει να δημιουργήσει εργοστάσια παραγωγής ενέργειας δια ηλεκτρόλυσης ισχύος 10 GW και δη την ώρα που η συνολική ευρωπαϊκή παραγωγική ικανότητα για τις ηλεκτρολυτικές κυψέλες είναι (επί του παρόντος) χαμηλότερη από 1 GW (ίδετε σελ. 13 της Στρατηγικής της ΕΕ για το υδρογόνο). Και θέτει, έτσι, ως έναν από τους θεμέλιους λίθους της στρατηγικής σκέψης της τις διεθνείς συνεργασίες ειδικά με χώρες που μπορούν να παράξουν ‘‘καθαρή’’ και ‘‘πράσινη’’ ενέργεια, δηλαδή με χώρες που έχουν υψηλές προοπτικές αξιοποίησης της ηλιακής και αιολικής ενέργειας.

Κατά την άποψη μου, μια τέτοια εμβληματική διεθνής συνεργασία είναι και η Συμφωνία Γερμανίας – Μαρόκου για την ενεργειακή συνεργασία (Deutsch-marokkanische energiepartnerschaft), η οποία επιτεύχθηκε μεν στο επίπεδο των διμερών σχέσεων των δύο χωρών αλλά εντάσσεται και στο ευρύτερο περίγραμμα της πρωτοβουλίας της Ευρώπης και της Αφρικής για την ‘‘πράσινη’’ ενέργεια (ίδετε την Ανακοίνωση της Κομισιόν με τίτλο «Προς μια ολοκληρωμένη στρατηγική με την Αφρική»).

Στο πλαίσιο αυτής της Συμφωνίας, οι Γερμανοί στοχεύουν να φέρουν σε πέρας δύο βασικά εγχειρήματα στο Μαρόκο. Το πρώτο είναι το ‘‘Power–to–X project’’ που προτάθηκε από την Moroccan Solar Energy Agency (MASEN) για την παραγωγή ‘‘πράσινου’’ υδρογόνου και για τη θεσμοθέτηση ερευνητικής πλατφόρμας αναφορικά με τη συγκεκριμένη πηγή ενέργειας. Το δε δεύτερο εγχείρημα αφορά τη μεταφορά τεχνογνωσίας και την ενίσχυση των παραγωγικών ικανοτήτων του Μαρόκου μέσω της ίδρυσης θεσμικού ερευνητικού πυλώνα (ίδετε Research Institute on Solar Energy and New Energies – IRESEN).

Περαιτέρω, είναι πολύ σημαντικό να έχουμε υπόψη μας ότι το Μαρόκο και η Γερμανία έχουν ήδη διασυνδέσει τα δύο μεγαλύτερα λιμάνια τους, δηλαδή το λιμάνι της Ταγγέρης (Tangiers) με αυτό του Αμβούργου (Hamburg) προκειμένου να μεταφέρεται στη Γερμανία το παραγόμενο στο Μαρόκο ‘‘πράσινο’’ υδρογόνο. Η διασύνδεση αυτή αποτελεί, στην ουσία, αφενός ‘‘απογείωση’’ για τo λιμάνι της Ταγγέρης μια που αυτό είναι ήδη η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομική ζώνη στον Κόσμο μετά το Dubai και αφετέρου ‘‘εφαλτήριο’’ για τo Μαρόκο στο να διακατέχει το 2 με 4% της παγκόσμιας αγοράς υδρογόνου το 2030.

Ύστερα απ’ όλα τα παραπάνω, λοιπόν, το – επιτρέψτε μου – κολοσσιαίας σημασίας ερώτημα για την Ελλάδα είναι το πώς αυτή πρέπει να αντιδράσει, προσαρμοστεί και επωφεληθεί από τις εξελίξεις του κοινού ευρωπαϊκού (και όχι μόνο) Μέλλοντος που έρχεται με ταχεία βήματα; Και τούτο, διότι τα δεδομένα είναι ήδη μπροστά μας:

Οι σωρευτικές επενδύσεις στο ανανεώσιμο* υδρογόνο στην Ευρώπη θα μπορούσαν να ανέλθουν σε 180-470 δισ. ευρώ έως το 2050 (σελ. 2 της ενωσιακής στρατηγικής για το υδρογόνο) ενώ οι αναλυτές εκτιμούν ότι το καθαρό υδρογόνο θα μπορούσε να καλύψει το 24 % της παγκόσμιας ζήτησης για την ενέργεια έως το 2050, με ετήσιες πωλήσεις ύψους 630 δισεκατομμυρίων ευρώ! Ο δε κατάλογος των προγραμματισμένων παγκόσμιων επενδύσεων επί ηλεκτρολυτικών κυψελών έχει αυξηθεί πια στα 8,2 GW έως το 2030, εκ των οποίων το 57 % θα υλοποιηθεί στην Ευρώπη (σελ. 1 της ενωσιακής στρατηγικής).

Επιπρόσθετα, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές πρέπει να αυξηθεί δραστικά, καθώς, έως το 2050, περίπου το 1/4 της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα μπορούσε να χρησιμοποιείται για την παραγωγή ανανεώσιμου υδρογόνου ενώ σύμφωνα με τις εκτιμήσεις και τα σχέδια της ΕΕ έως το 2030 θα μπορούσαν να εγκατασταθούν στις χώρες της Ανατολικής και Νότιας Γειτονίας ηλεκτρολυτικές κυψέλες ισχύος 40 GW, γεγονός που θα εξασφάλιζε βιώσιμες διασυνοριακές εμπορικές συναλλαγές με την ΕΕ (σελ. 22 της ενωσιακής στρατηγικής).

Η χώρα μας, λοιπόν, φρονώ ότι, αφού πρώτα ‘‘μελετήσει’’ διεξοδικά και σταχυολογήσει τα στρατηγικά μηνύματα που φέρουν η ‘‘Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία’’, η ‘‘Στρατηγική της ΕΕ για το Υδρογόνο’’, η ‘‘Εθνική Στρατηγική της Γερμανίας για το Υδρογόνο’’, ίσως ακόμα και η άνω ‘‘Ενεργειακή Συμφωνία Γερμανίας-Μαρόκου’’, θα μπορούσε να διαφοροποιήσει μερικώς το δικό μας ‘‘Εθνικό Σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα’’ και το Σχέδιο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης (ίδετε https://ec.europa.eu/energy/sites/ener/files/documents/el_final_necp_main_el.pdf), έτσι ώστε να εισέλθει δυναμικά στη νέα εποχή του υδρογόνου.

Μπορεί, λοιπόν, το Εθνικό μας Σχέδιο για την ενέργεια να συμπεριλαμβάνει, στην παρούσα φάση, και το υδρογόνο αλλά οι αναφορές του σ’ αυτό είναι αμυδρές (ίδετε τις σελ. 60, 129, 238 του Εθνικού Σχεδίου) και μάλλον ‘‘φιλολογικές’’ και δια τούτο οι αλλαγές που προτείνω ίσως θα πρέπει να είναι δραστικές, αφορούν δε 4 θεμελιώδη πλαίσια.

Οι εν λόγω αλλαγές έχουν να κάνουν, καταρχάς, με το πλαίσιο της παραγωγής ‘‘πράσινης’’ ενέργειας από την Ελλάδα και εν συνεχεία με το πλαίσιο της παγκόσμιας και ιδίως περιφερειακής ενεργειακής διασύνδεσης της χώρας μας, όπως επίσης με το πλαίσιο της έρευνας και καινοτομίας και το λεγόμενο ‘‘οργανωτικό πλαίσιο’’.

Επί του πρώτου πλαισίου, η Ελλάδα μπορεί να επιδιώξει να αποκτήσει όσον το δυνατόν περισσότερες γίνεται μονάδες παραγωγής ‘‘πράσινου’’ ανανεώσιμου υδρογόνου. Το Μαρόκο αποδεδειγμένα μπορεί, εμείς γιατί όχι; Προς το παρόν η ελληνική κυβέρνηση συζητεί με την ‘‘Solaris Bus and Coach SA’’ σχέδιο για επένδυση αξίας έως και 1 δισ. ευρώ στη Δυτική Μακεδονία που αφορά την παραγωγή καύσιμου υδρογόνου από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για χρήση στις αστικές συγκοινωνίες (https://www.kathimerini.gr/economy/local/1075546/schedio-1-dis-gia-monada-paragogis-ydrogonoy-sti-dytiki-makedonia/), αλλά ακόμα και αν το έργο αυτό εγκριθεί άμεσα και υλοποιηθεί, δεν (θα πρέπει να) είναι το τέλος, αλλά μόνο μια ‘‘καλή αρχή’’…

Άλλωστε, η στήριξη των στρατηγικών επενδύσεων στο ‘‘καθαρό’’ υδρογόνο, υπό το Σχέδιο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ιδίως μέσω του στρατηγικού ευρωπαϊκού επενδυτικού σκέλους του ‘‘InvestEU’’ (από φέτος και μετά) και του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ίδετε τις σελ. 7 και 24 της Ενωσιακής Στρατηγικής για το υδρογόνο) είναι δεδομένη και ολοφάνερη.

Μάλιστα, η ‘‘Ευρωπαϊκή Στρατηγική για το Υδρογόνο’’ υποδεικνύει και τα χωροθετικά σημεία όπου πρέπει  να κλιμακωθεί η κατασκευή ηλεκτρολυτικών κυψελών προς παραγωγή υδρογόνου, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων (έως 100 MW). Τέτοιες ηλεκτρολυτικές κυψέλες θα μπορούσαν να εγκατασταθούν δίπλα σε υφιστάμενα κέντρα ζήτησης, σε μεγαλύτερα διυλιστήρια, χαλυβουργίες και σε συγκροτήματα χημικής βιομηχανίας. Στην ιδανική δε περίπτωση, θα τροφοδοτούνται άμεσα από τοπικές ανανεώσιμες πηγές ηλεκτρικής ενέργειας (Σελ. 6 της Στρατηγικής της ΕΕ για το υδρογόνο).

Η ιδέα της παραγωγής υδρογόνου στη χώρα μας πρέπει, επομένως, να υποστηριχθεί διότι πέραν από το υποστηρικτικό υπόβαθρο της ΕΕ που σκοπεύει να καταστήσει το υδρογόνο ανταγωνιστικό ως προς το κόστος, είναι γνωστόν ότι οι τεχνολογίες που απαιτούνται για την κλιμάκωση της παραγωγής υδρογόνου, όπως η ηλιακή και η αιολική ηλεκτρική ενέργεια καθώς και η δέσμευση, χρήση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα, εξακολουθούν να καθίστανται όλο και πιο ανταγωνιστικές όσο αναπτύσσεται η αλυσίδα εφοδιασμού.

Επί του δεύτερου πλαισίου, η σύνδεση των ελληνικών λιμανιών και ιδίως των λιμανιών του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης με τα λιμάνια του Κόσμου και ειδικά της Ευρώπης προκειμένου να καθίσταται ευέλικτη η μεταφορά του ‘‘πράσινου’’ υδρογόνου θα καταστήσει την Ελλάδα παγκόσμιο ενεργειακό κόμβο, θα την εντάξει αναπόσπαστα στα σημαντικά κράτη οικουμενικώς όσον αφορά τη δικτύωση των ενεργειακών μεταφορών και τα θέματα της ενεργειακής ασφάλειας και θα ισχυροποιήσει, ίσως και σε βαθμό που τώρα αδυνατούμε να φανταστούμε, το γεωπολιτικό της ‘‘εκτόπισμα’’.

Δεδομένου δε ότι το υδρογόνο μπορεί να μεταφέρεται σε μορφή καθαρού αερίου ή υγρού, ή δεσμευμένο από μεγαλύτερα μόρια που είναι ευκολότερο να μεταφερθούν (π.χ. αμμωνία ή υγρές οργανικές ενώσεις φορείς υδρογόνου, ίδετε την σελ. 16 της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής) ο ρόλος της ελληνικής ναυτιλίας μπορεί να καταστεί παγκοσμίως ζηλευτός! Η Ελλάδα παραμένει η χώρα με τη μεγαλύτερη πλοιοκτησία στον Κόσμο και οι Έλληνες πλοιοκτήτες κατέχουν το 20,67% της χωρητικότητας που έχουν τα πλοία της ΕΕ. Σήμερα, Έλληνες πλοιοκτήτες ελέγχουν το 32,64% του παγκόσμιου στόλου δεξαμενοπλοίων, το 15,4% του παγκόσμιου στόλου μεταφοράς χημικών και παραγώγων πετρελαίου και το 16,33% του παγκόσμιου στόλου υγραεριοφόρων (LNG/LPG).

Αν, λοιπόν, αναλογιστεί κάποιος ότι στον παρόντα χρόνο τα ελληνικά συμφέροντα ‘‘τρέχουν’’ ναυπηγικό πρόγραμμα για την κατασκευή 39 επιπλέον LNG πλοίων, με την παραλαβή των οποίων η δύναμη του ελληνόκτητου στόλου σε πλοία μεταφοράς LNG θα φτάσει τα 123 πλοία ( ίδετε World Shipyard Monitor), τότε αντιλαμβάνεται το μέγεθος της ευκαιρίας και την προοπτικής που διανοίγεται για τον Ελληνισμό εν προκειμένω!

Επί του τρίτου πλαισίου, η έρευνα και καινοτομία στον συγκεκριμένο τομέα θα μπορούσε να αποτελεί ‘‘εθνικό στόχο’’, μια που και το ίδιο το ‘‘Εθνικό Σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα’’ σημειώνει ότι η Ελλάδα παρουσιάζει σημαντική επίδοση στην επιστημονική και ερευνητική διερεύνηση στον τομέα παραγωγής υδρογόνου από ΑΠΕ (ίδετε την σελ. 221 του Εθνικού μας Σχεδίου).

Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για το υδρογόνο, άλλωστε, αναφορικά με την εφαρμογή του προγράμματος-πλαισίου για την έρευνα και την καινοτομία ‘‘Horizon Europe’’ προωθεί  επιλεγμένες τεχνολογίες κυψελών καυσίμου για τελική χρήση, στην εξέλιξη των οποίων μπορεί να συμβάλλει και η διεξαγόμενη στην Ελλάδα έρευνα ενώ το Ταμείο Καινοτομίας του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ), το οποίο θα συγκεντρώσει περίπου 10 δισ. ευρώ για τη στήριξη των τεχνολογιών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών κατά την περίοδο 2020-2030, έχει τη δυνατότητα να διευκολύνει την πρώτη στο είδος της επίδειξη καινοτόμων τεχνολογιών με βάση το υδρογόνο (ίδετε σελ. 21 της Ενωσιακής Στρατηγικής για το Υδρογόνο). Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι, αυτονοήτως, κορυφαία!

Επί του τέταρτου πλαισίου, τη νέα της προσέγγιση στην ‘‘πρόκληση’’ που λέγεται ‘‘υδρογόνο’’ η Ελλάδα θα μπορούσε να τη θεμελιώσει θεσμικά στο πρότυπο της γερμανικής οργανωτικής δομής. Οι Γερμανοί έχουν ήδη την Κρατική Επιτροπή για το Υδρογόνο (Ausschuss der Staatssekretaere fuer Wasserstoffrat) που  παρακολουθεί σε πρακτικό και χρονικό επίπεδο την εθνική τους στρατηγική για το υδρογόνο και την υλοποίηση του σχεδίου δράσης. Η Επιτροπή αυτή έχει συγκροτήσει (στο πρώτο τέταρτο του 2020) το Εθνικό Συμβούλιο Υδρογόνου (Nationaler Wasserstoffrat), το οποίο αποτελείται από 12  διεθνούς κύρους ειδικούς από την Οικονομία και την Επιστήμη και δη από 2 για κάθε μια από τις έξι θεματικές ενότητες της εθνικής τους στρατηγικής. Το Συμβούλιο αυτό ήδη ‘‘τρέχει’’ το πλάνο ‘‘έρευνα και εκπαίδευση’’ ενώ συμβουλεύει την Κρατική Επιτροπή και την καθοδηγεί. Υποστηρικτική δε για τη λειτουργική καθημερινότητα της εθνικής στρατηγικής τους είναι η Εθνική Γραμματεία Υδρογόνου (Nationale Geschaeftsstelle Wasserstoff).

Στην ουσιαστική αυτή εμβάθυνση και εξειδίκευση της ενεργειακής μας πολιτικής, που θα φέρει, μεταξύ των άλλων, και σπουδαίο αριθμό νέων θέσεων εργασίας (σημ. 500.000 νέες θέσεις εργασίας προβλέπεται να δημιουργηθούν στην Ευρώπη από επενδύσεις στον χώρο του υδρογόνου μέχρι το 2025), βαρύνουσας αξίας ρόλο είναι σε θέση και πρέπει να αναλάβει και ο ιδιωτικός τομέας (ίδετε https://www.kathimerini.gr/economy/international/561157984/symmachia-egchorion-omilon-gia-to-kaysimo-toy-mellontos/). Η Ελλάδα, λοιπόν, μπορεί και πρέπει να θέλει να πραγματοποιήσει με το υδρογόνο το ‘‘άλμα’’ προς το μέλλον με ‘‘άρμα’’ και ‘‘φυσικό της σύμμαχο’’ τον λαμπερό ήλιο της και τους ισχυρούς ανέμους της*!

Κατερίνη, 11/3/2021

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW

LLM IN EUROPEAN LAW

Cer. LSE in Business, International

Relations and the political science

 

* Όσον αφορά τον προσανατολισμό των Γερμανών για τη διαμόρφωση διεθνών συνεργασιών στον τομέα του υδρογόνου, στη σελίδα 8 της δικής τους ‘‘Εθνικής Στρατηγικής για το Υδρογόνο’’ γράφεται επακριβώς: ‘‘Globale Kooperationen als Chance begreifen:  Insbesondere im Nordseebereich und in Südeuropa sowie im Rahmen von Energiepartnerschaften der Bundesregierung oder der Zusammenarbeit mit den Partnerländern der Deutschen Entwicklungszusammenarbeit bieten sich Möglichkeiten für gemeinsame Projekte und die Erprobung von Technologien.’’

*«Ανανεώσιμο υδρογόνο» είναι το υδρογόνο που παράγεται από την ηλεκτρόλυση του νερού (σε μια ηλεκτρολυτική κυψέλη που τροφοδοτείται με ηλεκτρική ενέργεια) και με ηλεκτρική ενέργεια που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές.

* Η Ευρώπη σκοπεύει να αποκτήσει ενεργειακές εγκαταστάσεις 105 GW τα επόμενα 5 χρόνια. Ειδικά, η αιολική ενέργεια καλύπτει το 16,4% της ενεργειακής ζήτησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Ηνωμένο Βασίλειο (https://windeurope.org/data-and-analysis/statistics/)

* Ο παρακάτω Χάρτης είναι ‘‘αλιευμένος’’ από την ιστοσελίδα: https://www.meteology.gr/statistika-iliofaneias-gia-tin-ellada/. Δείχνει τα ποσοστά ηλιοφάνειας στις χώρες της Ευρώπης και αποτελεί την καλύτερη ‘‘οπτική απόδειξη’’ στο τι μπορεί να μετατραπεί η Ελλάδα στον τομέα της ηλιακής ενέργειας.

 

 

 

 

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις11 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις26 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις41 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή