Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Απογύμνωση της Αμερικανικής Μ.Κ.Ο.«Επιτήρηση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» (Human Wrights Watch)

Δημοσιεύτηκε στις

Μιχαήλ Στυλιανού
Εκατόν τριάντα καθηγητές κορυφαίων Αμερικανικών Πανεπιστημίων (δύο
κάτοχοι βραβείων Νόμπελ),συγγραφείς και διανοούμενοι καταγγέλλουν ότι η
κορυφαία ΜΚΟ, λειτουργεί ως όργανο της αμερικανικής κυβέρνησης
, καλύπτει τις ανομίες της και εξογκώνει πλημμελήματα χωρών-στόχων.

Μεταξύ της πλειάδας  των 
(υποτίθεται) Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, που έχουν επινοηθεί ή
μεταλλαχθεί σε ένα πολυ-εργαλείο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, η Human Wrights Watch (Επιτήρηση Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων) λειτουργεί ως προπομπός επιχειρήσεων παρέμβασης ή και επέμβασης
-διπλωματικού,  προπαγανδιστικού, ή
και στρατιωτικού χαρακτήρα- σε βάρος χωρών στόχων…

Η «επιτήρησή» της είναι ουσιαστικά εξωστρεφής και
μονόφθαλμη.΄Εχει εστιάσει τις αστυνομικές της αρμοδιότητες σε ξένες επικράτειες
και τις ασκεί με επαγρύπνηση και εγερσιμότητα τέτοιας κραυγαλέας ασυνέπειας  που καταρρίπτει  κάθε όριο του σκανδάλου.
Μπορεί, για παράδειγμα, να ωρύεται κατά της
«αστυνομικής βίας» κατά των διαδηλωτών του Κιέβου, (από δερόμενους και σε
συνεχή υποχώρηση αστυνομικούς της νόμιμης κυβέρνησης Γιανούκοβιτς),
αλλά να κλείνει τα μάτια όταν πυρπολούνται πολλές
δεκάδες ανθρώπων στα γραφεία των συνδικάτων της Οδησσού, από την «εθνοφρουρά»
του φασιστικού Δεξιού Τομέα, των πραξικοπηματιών τού Κιέβου.
Το μητρώο και αυτής της Μ. Κ. Ο. «Επιτήρησης» θα
μπορούσε να απασχολήσει επί μακρόν ένα Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό
διεθνείς συνθήκες που θα επέτρεπαν μιαν αδέκαστη κρίση του. Επί του παρόντος
είναι το αντικείμενο ανοικτής επιστολής 130 διασήμων καθηγητών  κορυφαίων αμερικανικών πανεπιστημίων,
με επικεφαλής δύο βραβεία Νόμπελ, προς τον Διευθυντή της Human Writes Watch.
Συντεταγμένη σε νομική γλώσσα, αλλά με πένα που
στάζει διαβρωτικό οξύ, η επιστολή έχει ως εξής:
«Αγαπητέ Κένεθ Ρόθ (της Επιτήρησης Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων),
Η «Επιτήρηση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων»
αυτοχαρακτηρίζεται ως «μια από τις ηγετικές ανεξάρτητες οργανώσεις του κόσμου,
που είναι αφιερωμένες στην υπεράσπιση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Ωστόσο οι στενές σχέσεις της με την κυβέρνηση εγείρουν ερώτημα για την
ανεξαρτησία της.
Για παράδειγμα, ο Διευθυντής  Υπεράσπισης Υποθέσεων της οργάνωσης
στην Ουάσιγκτων, Τομ Μαλινόφσκυ, διετέλεσε ειδικός σύμβουλος του Προέδρου Μπίλ
Κλίντον (σημ.συν. Βομβαρδισμοί Γιουγκοσλαβίας) και συντάκτης των λόγων της ΥπΕξ
Μαντλέν Ωλμπράϊτ ( Εισβολή και καταστροφή του Ιράκ). Το 2013 έφυγε από την
Ε.Α.Δ.,  και διορίσθηκε Βοηθός ΥπΕξ
για την Δημοκρατία, τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Εργασία, υπό τον Τζων
Κέρρυ.
Η αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της
οργάνωσης Σουδάν Μανίλοου αυτό-περιγράφεται στο βιογραφικό της, στην ιστοσελίδα
τής οργάνωσης, ως «παλαιά φίλη του Μπίλ Κλίντον», «με υψηλή ενεργό δράση» στο
πολιτικό κόμμα του και «οργανώτρια δεκάδων εκδηλώσεων» της Εθνικής Επιτροπής
του Δημοκρατικού Κόμματος.
  
                   
Συγκοινωνούντα δοχεία και με τη
C.I.A.
Η σημερινή συμβουλευτική επιτροπή της Επιτήρησης
Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στα κράτη της Λατινικής Αμερικής έχει, μεταξύ των μελών
της, τον Μάϊλ Φρετσέτ, τέως πρεσβευτή στην Κολομβία και τον Μάϊκλ Σίφτερ,
άλλοτε διευθυντή Λατινικής Αμερικής του χρηματοδοτούμενου από την κυβέρνηση
Εθνικού Κληροδοτήματος για την Δημοκρατία-National Endowment for Democracy N.E.D.(
σημ. συν. Με 64 παραμάγαζα, πολυσχιδή δράση και δαπάνες δισεκατομμυρίων  στην Ουκρανία).
Στην ίδια επιτροπή (ανθρωπίνων δικαιωμάτων) για την Λατινική  Αμερική συμμετείχε, κατά την περίοδο
2003-2011, ο Μιγκουέλ Ντίαζ, αναλυτής της
CIA
στη δεκαετία 1990. Ο Ντίαζ υπηρετεί τώρα στο υπουργείο Εξωτερικών ως σύνδεσμος
μεταξύ των μυστικών υπηρεσιών και των μη-κυβερνητικών εμπειρογνωμόνων.
Υπό την ιδιότητα του Διευθυντή Υπεράσπισης
Υποθέσεων της Ε.Α.Δ., ο Μαλινόφσκυ υποστήριξε το 2009 ότι «υπό ορισμένες
συνθήκες» «υφίσταται χώρος νομιμότητας» για «μεταγωγές της CIA» – την παράνομη πρακτική της
απαγωγής και μεταφοράς υπόπτων τρομοκρατίας σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Ο
Μαλινόφσκυ ανέφερε, παραφράζοντας επιχείρημα της κυβέρνησης, ότι η εξεύρεση
εναλλακτικής λύσης στην αποστολή υπόπτων σε «ξένα μπουντρούμια για να
υποβληθούν σε βασανιστήρια» θα απαιτήσει κάποιο χρόνο…
Η Ε.Α.Δ. δεν επεφύλαξε την ίδια μεταχείριση στην
Βενεζουέλα. Σε επιστολή της στον Πρόεδρο Τσάβεζ ,το 2012, επιτίμησε την αίτηση
της χώρας για συμμετοχή στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ,
ισχυρίσθηκε ότι η Βενεζουέλα «υπολείπεται των παραδεκτών κριτηρίων» και
αμφισβήτησε «την ικανότητά της να υπηρετήσει ως φερέγγυα φωνή τα ανθρώπινα
δικαιώματα».
Ωστόσο, σε καμία περίπτωση η αμερικανική συμμετοχή στο ίδιο συμβούλιο
δεν κρίθηκε  αναγκαία καταδίκης από
την «Επιτήρηση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», παρά το παγκόσμιο πρόγραμμα δολοφονιών
της Ουάσιγκτων, την διατήρηση της εφαρμογής των απαγωγών της
CIA και της παράνομης φυλάκισης
ανθρώπων στο Γκουαντάναμο.
Παρόμοια, τον Φεβρουάριο του 2013 η Ε.Α.Δ. σωστά
χαρακτήρισε παράνομη της χρήση πυραύλων σε εμφύλιο πόλεμο από τη Συρία. Ωστόσο
παρέμεινε άφωνη μπροστά στην σαφή παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου με την
αμερικανική απειλή πυραυλικής επίθεσης κατά της Συρίας.
                        
Και ο … φιλάνθρωπος κ. Σόρος
Τα ολίγα ως άνω παραδείγματα, που περιορίζονται
μόνο στην πρόσφατη ιστορία, θα μπορούσαν να συγχωρηθούν ως ασυνέπειες και
παραβλέψεις που μπορούν και να συμβούν σε ένα μεγάλο και πολυάσχολο οργανισμό.
΄Ομως η στενή σχέση της Ε.Α.Δ. με την αμερικανική κυβέρνηση προσδίδει σε αυτά
τα κρούσματα τα χαρακτηριστικά μιας σύγκρουσης συμφερόντων.
Κατά συνέπεια σας εισηγούμαστε να λάβετε άμεσα και
συγκεκριμένα μέτρα διεκδίκησης της ανεξαρτησίας της «Επιτήρησης Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων».΄Ενα πρώτο λογικό βήμα είναι το κλείσιμο της περιστρεφόμενης θύρας
μεταξύ της οργάνωσης  και της κυβέρνησης.
Αποκλεισμός από το προσωπικό της Ε.Α.Δ., τους συμβούλους της ή τα μέλη του
Διοικητικού της Συμβουλίου, όλων όσων εσχεδίασαν ή εξετέλεσαν αμερικανική
εξωτερική πολιτική. Ως απόλυτα ελάχιστο μέτρο καθιερώστε μακρές περιόδους
«κατάψυξης» (των υποψηφίων), πριν από την οποιαδήποτε κίνηση επανασύνδεσης  μεταξύ της Ε.Α.Δ. και αυτού του
βραχίονα της κυβέρνησης.»
Και- 
κορυφώνοντας την δόση διαβρωτικού οξέος που την διαποτίζει- η
συντριπτική ανοικτή επιστολή των 130 
Αμερικανών πανεπιστημιακών καταλήγει ως εξής:
« Ο μεγαλύτερος χρηματοδότης σας, ο επενδυτής Τζωρτζ Σόρος,
επιχειρηματολόγησε το 2010 ότι «πιστεύω ότι για να είναι περισσότερο
αποτελεσματική, η οργάνωση πρέπει να φαίνεται περισσότερο διεθνής, λιγότερο μια
αμερικανική οργάνωση.»
Εμείς συμφωνούμε. Σας
συνιστούμε να εφαρμόσετε την πάρα πάνω πρότασή μας, προκειμένου να εξασφαλίσετε
μια φήμη γνήσιας ανεξαρτησίας.»
Ακολουθούν 130
υπογραφές  καθηγητών στα
σημαντικώτερα πανεπιστήμια των ΗΠΑ (Διεθνολόγων, Πολιτειολόγων, Νομικών,
Ιστορικών, Οικονομολόγων και Φιλοσοφίας), γνωστών συγγραφέων και διανοουμένων.
Τις δύο πρώτες θέσεις  στην λίστα
βρίσκονται τα ονόματα δύο βραβείων Νόμπελ, στην 113η του σκηνοθέτη
΄Ολιβερ Στόουν και στην 120η του πρώην Γ.Γ. του ΟΗΕ Χανς-Κριστόφ φον
Σπόνεκ.

The Corruption of Human Rights Watch

Over the years, U.S. “public diplomacy” has pulled reputable “non-governmental organizations” into the U.S. propaganda orbit, sometimes via funding and sometimes by creating a revolving door to government jobs and “respectability,” as a letter from over 100 scholars suggests happened to Human Rights Watch.
Dear Kenneth Roth [of Human Rights Watch],
Human Rights Watch characterizes itself as “one of the world’s leading independent organizations dedicated to defending and protecting human rights.” However, HRW’s close ties to the U.S. government call into question its independence.
For example, HRW’s Washington advocacy director, Tom Malinowski, previously served as a special assistant to President Bill Clinton and as a speechwriter to Secretary of State Madeleine Albright. In 2013, he left HRW after being nominated as Assistant Secretary of State for Democracy, Human Rights & Labor under John Kerry.
Tom Malinowski, longtime director of Human Rights Watch's Washington office, was sworn in as Assistant Secretary of State for Democracy, Human Rights and Labor on April 3, 2014.

Tom Malinowski, longtime director of Human Rights Watch’s Washington office, was sworn in as Assistant Secretary of State for Democracy, Human Rights and Labor on April 3, 2014.
In her HRW.org biography, Board of Directors’ Vice Chair Susan Manilow describes herself as “a longtime friend to Bill Clinton” who is “highly involved” in his political party, and “has hosted dozens of events” for the Democratic National Committee.
Currently, HRW Americas’ advisory committee includes Myles Frechette, a former U.S. ambassador to Colombia, and Michael Shifter, one-time Latin America director for the U.S. government-financed National Endowment for Democracy. Miguel Díaz, a Central Intelligence Agency analyst in the 1990s, sat on HRW Americas’ advisory committee from2003–11. Now at the State Department, Díaz serves as “an interlocutor between the intelligence community and non-government experts.”
In his capacity as an HRW advocacy director, Malinowskicontended in 2009 that “under limited circumstances” there was “a legitimate place” for CIA renditions—the illegalpractice of kidnapping and transferring terrorism suspects around the planet. Malinowski was quoted paraphrasing the U.S. government’s argument that designing an alternative to sending suspects to “foreign dungeons to be tortured” was “going to take some time.”
HRW has not extended similar consideration to Venezuela. In a 2012 letter to President Chávez, HRW criticized the country’s candidacy for the UN Human Rights Council, alleging that Venezuela had fallen “far short of acceptable standards” and questioning its “ability to serve as a credible voice on human rights.” At no point has U.S. membership in the same council merited censure from HRW, despite Washington’s secret, global assassination program, its preservation ofrenditions, and its illegal detention of individuals at Guantánamo Bay.
Likewise, in February 2013, HRW correctly described as “unlawful” Syria’s use of missiles in its civil war. However, HRW remained silent on the clear violation of international law constituted by the U.S. threat of missile strikes on Syria in August.
The few examples above, limited to only recent history, might be forgiven as inconsistencies or oversights that could naturally occur in any large, busy organization. But HRW’s close relationships with the U.S. government suffuse such instances with the appearance of a conflict of interest.
We therefore encourage you to institute immediate, concrete measures to strongly assert HRW’s independence. Closing what seems to be a revolving door would be a reasonable first step: Bar those who have crafted or executed U.S. foreign policy from serving as HRW staff, advisors or board members. At a bare minimum, mandate lengthy “cooling-off” periods before and after any associate moves between HRW and that arm of the government.
Your largest donor, investor George Soros, argued in 2010 that “to be more effective, I think the organization has to be seen as more international, less an American organization.” We concur. We urge you to implement the aforementioned proposal to ensure a reputation for genuine independence.
Sincerely,
  1. .    Adolfo Pérez Esquivel, Nobel Peace Prize laureate
  2. .    Mairead Maguire, Nobel Peace Prize laureate
  3. .    Joel Andreas, Professor of Sociology, Johns Hopkins University
  4. .    Antony Anghie, Professor of Law, S.J. Quinney College of Law, University of Utah
  5. .    John M. Archer, Professor of English, New York University
  6. .    Asma Barlas, Professor of Politics, Director of the Center for the Study of Culture, Race, and Ethnicity, Ithaca College
  7. .    Rosalyn Baxandall, Professor Emeritus of American Studies, State University of New York-Old Westbury
  8. .    Marc Becker, Professor of Latin American History, Truman State University
  9. .    Jason A. Beckett, Professor of Law, American University in Cairo
  10. .    Angélica Bernal, Professor of Political Science, University of Massachusetts-Amherst
  11. .    Keane Bhatt, activist, writer
  12. .    William Blum, author, Killing Hope: U.S. Military and CIA Interventions Since World War II
  13. .    Audrey Bomse, Co-chair, National Lawyers Guild Palestine Subcommittee
  14. .    Patrick Bond, Professor of Development Studies, Director of the Centre for Civil Society, University of KwaZulu-Natal, Durban
  15. .    Michael Brenner, Professor Emeritus of International Affairs, University of Pittsburgh
  16. .    Jean Bricmont, Professor of Theoretical Physics, University of Louvain; author, Humanitarian Imperialism
  17. .    Renate Bridenthal, Professor Emerita of History, Brooklyn College, CUNY
  18. .    Fernando Buen Abad Domínguez, Ph.D., author
  19. .    Paul Buhle, Professor Emeritus of American Civilization, Brown University
  20. .    David Camfield, Professor of Labour Studies, University of Manitoba
  21. .    Leonard L. Cavise, Professor of Law, DePaul College of Law
  22. .    Robert Chernomas, Professor of Economics, University of Manitoba
  23. .    Aviva Chomsky, Professor of History, Salem State University
  24. .    George Ciccariello-Maher, Professor of Political Science, Drexel University
  25. .    Jeff Cohen, Associate Professor of Journalism, Ithaca College
  26. .    Marjorie Cohn, Professor of Law, Thomas Jefferson School of Law
  27. .    Lisa Duggan, Professor of Social and Cultural Analysis, New York University
  28. .    Carolyn Eisenberg, Professor of History, Hofstra University
  29. .    Matthew Evangelista, Professor of History and Political Science, Cornell University
  30. .    Richard Falk, Professor Emeritus of International Law, Princeton University
  31. .    Sujatha Fernandes, Professor of Sociology, Queens College, CUNY Graduate Center
  32. .    Mara Fridell, Professor of Sociology, University of Manitoba
  33. .    Frances Geteles, Professor Emeritus, Department of Special Programs, CUNY City College
  34. .    Lesley Gill, Professor of Anthropology, Vanderbilt University
  35. .    Piero Gleijeses, Professor of American Foreign Policy and Latin American Studies, School of Advanced International Studies, Johns Hopkins University
  36. .    Jeff Goodwin, Professor of Sociology, New York University
  37. .    Katherine Gordy, Professor of Political Science, San Francisco State University
  38. .    Manu Goswami, Professor of History, New York University
  39. .    Greg Grandin, Professor of History, New York University
  40. .    Simon Granovsky-Larsen, Professor of Latin American Studies, Centennial College, Toronto
  41. .    James N. Green, Professor of Latin American History, Brown University
  42. .    A. Tom Grunfeld, Professor of History, SUNY Empire State College
  43. .    Julie Guard, Professor of Labor Studies, University of Manitoba
  44. .    Peter Hallward, Professor of Philosophy, Kingston University; author, Damming the Flood
  45. .    John L. Hammond, Professor of Sociology, Hunter College, CUNY Graduate Center
  46. .    Beth Harris, Professor of Politics, Ithaca College
  47. .    Martin Hart-Landsberg, Professor Economics, Lewis and Clark College
  48. .    Chris Hedges, journalist; author, War Is a Force That Gives Us Meaning
  49. .    Doug Henwood, journalist; author, Wall Street
  50. .    Edward Herman, Professor Emeritus of Finance, University of Pennsylvania; co-author, The Political Economy of Human Rights
  51. .    Susan Heuman, Ph.D., independent scholar of history
  52. .    Forrest Hylton, Lecturer in History & Literature, Harvard University
  53. .    Matthew Frye Jacobson, Professor of American Studies and History, Yale University
  54. .    Jennifer Jolly, Co-coordinator of Latin American Studies, Ithaca College
  55. .    Rebecca E. Karl, Professor of History, New York University
  56. .    J. Kehaulani Kauanui, Professor of Anthropology and American Studies, Wesleyan University
  57. .    Ari Kelman, Professor of History, University of California, Davis
  58. .    Arang Keshavarzian, Professor of Middle Eastern and Islamic Studies, New York University
  59. .    Laleh Khalili, Professor of Middle East Politics, School of Oriental and African Studies, University of London
  60. .    Daniel Kovalik, Professor of International Human Rights, University of Pittsburgh School of Law
  61. .    Rob Kroes, Professor Emeritus of American Studies, University of Amsterdam
  62. .    Peter Kuznick, Professor of History, American University
  63. .    Deborah T. Levenson, Professor of History, Boston College
  64. .    David Ludden, Professor of History, New York University
  65. .    Catherine Lutz, Professor of Anthropology and International Studies, Brown University
  66. .    Arthur MacEwan, Professor Emeritus of Economics, University of Massachusetts-Boston
  67. .    Viviana MacManus, Professor of Women’s and Gender Studies, University of Maryland, Baltimore County
  68. .    Chase Madar, civil rights attorney; author, The Passion of [Chelsea] Manning
  69. .    Alfred W. McCoy, Professor of History, University of Wisconsin-Madison
  70. .    Teresa Meade, Professor of History, Union College
  71. .    Thomas Murphy, Professor of History and Government, University of Maryland, University College Europe
  72. .    Allan Nairn, independent investigative journalist
  73. .    Usha Natarajan, Professor of International Law, American University in Cairo
  74. .    Diane M. Nelson, Professor of Cultural Anthropology, Duke University
  75. .    Joseph Nevins, Professor of Geography, Vassar College
  76. .    Mary Nolan, Professor of History, New York University
  77. .    Anthony O’Brien, Professor Emeritus of English, Queens College, CUNY
  78. .    Paul O’Connell, Reader in Law, School of Law, School of Oriental and African Studies, University of London
  79. .    Christian Parenti, Professor of Sustainable Development, School for International Training Graduate Institute
  80. .    David Peterson, independent writer and researcher
  81. .    Adrienne Pine, Professor of Anthropology, American University
  82. .    Claire Potter, Professor of History, The New School
  83. .    Margaret Power, Professor of History, Illinois Institute of Technology
  84. .    Pablo Pozzi, Professor of History, Universidad de Buenos Aires
  85. .    Gyan Prakash, Professor of History, Princeton University
  86. .    Vijay Prashad, Edward Said Chair of American Studies, American University of Beirut
  87. .    Peter Ranis, Professor Emeritus of Political Science, CUNY Graduate Center
  88. .    Michael Ratner, human rights attorney; author, The Prosecution of Donald Rumsfeld
  89. .    Sanjay Reddy, Professor of Economics, New School for Social Research
  90. .    Adolph Reed, Jr., Professor of Political Science, University of Pennsylvania
  91. .    Nazih Richani, Director of Latin American Studies, Kean University
  92. .    Moss Roberts, Professor of Chinese, New York University
  93. .    Corey Robin, Professor of Political Science, Brooklyn College, CUNY Graduate Center
  94. .    William I. Robinson, Professor of Sociology, University of California, Santa Barbara
  95. .    Patricia Rodriguez, Professor of Politics, Ithaca College
  96. .    Andrew Ross, Professor of Social and Cultural Analysis, New York University
  97. .    Elizabeth Sanders, Professor of Government, Cornell University
  98. .    Dean Saranillio, Professor of Social and Cultural Analysis, New York University
  99. .    T.M. Scruggs, Professor Emeritus of Music, University of Iowa
  100. .    Ian J. Seda-Irizarry, Professor of Political Economy, John Jay College of Criminal Justice
  101. .    Denise A. Segura, Professor of Sociology; Chair, Department of Chicana and Chicano Studies, University of California, Santa Barbara
  102. .    Mark Selden, Senior Research Associate, East Asia Program, Cornell University
  103. .    Falguni A. Sheth, Professor of Philosophy and Political Theory, Hampshire College
  104. .    Naoko Shibusawa, Professor of History, Brown University
  105. .    Dina M. Siddiqi, Professor of Anthropology, BRAC University, Dhaka, Bangladesh
  106. .    Francisco Sierra Caballero, Director of the Center for Communication, Politics and Social Change, University of Seville
  107. .    Brad Simpson, Professor of History, University of Connecticut
  108. .    Nikhil Pal Singh, Professor of Social and Cultural Analysis and History, New York University
  109. .    Leslie Sklair, Professor Emeritus of Sociology, London School of Economics
  110. .    Norman Solomon, author, War Made Easy
  111. .    Judy Somberg, Chair, National Lawyers Guild Task Force on the Americas
  112. .    Jeb Sprague, author, Paramilitarism and the Assault on Democracy in Haiti
  113. .    Oliver Stone, filmmaker; co-author, The Untold History of the United States
  114. .    Steve Striffler, Professor of Anthropology, Chair of Latin American Studies, University of New Orleans
  115. .    Sinclair Thomson, Professor of History, New York University
  116. .    Miguel Tinker Salas, Professor of History and Latin American Studies, Pomona College
  117. .    James S. Uleman, Professor of Psychology, New York University
  118. .    Alejandro Velasco, Professor of History, New York University
  119. .    Robert Vitalis, Professor of Political Science, University of Pennsylvania
  120. .    Hans Christof von Sponeck, former United Nations Assistant Secretary General (1998-2000)
  121. .    Hilbourne Watson, Professor Emeritus of International Relations, Bucknell University
  122. .    Barbara Weinstein, Professor of History, New York University
  123. .    Mark Weisbrot, Ph.D., Co-director, Center for Economic and Policy Research
  124. .    Kirsten Weld, Professor of History, Harvard University
  125. .    Gregory Wilpert, Ph.D, author, Changing Venezuela by Taking Power
  126. .    John Womack, Jr., Professor Emeritus of Latin American History and Economics, Harvard University
  127. .    Michael Yates, Professor Emeritus of Economics, University of Pittsburgh at Johnstown
  128. .    Kevin Young, Ph.D., Latin American History, State University of New York-Stony Brook
  129. .    Marilyn B. Young, Professor of History, New York University
  130. .    Vazira Fazila-Yacoobali Zamindar, Professor of History; Co-Director, South Asian Studies, Brown University
  131. .    Stephen Zunes, Professor of Politics and Coordinator of Middle Eastern Studies, University of San Francisco

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO16 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός17 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις17 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO18 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή