Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η γεωστρατηγική αξία της Σελήνης στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού ΗΠΑ και Κίνας

Δημοσιεύτηκε στις

Optimized by JPEGmini 3.12.0.2 0x3ed7417e

Χωριανόπουλος Άγγελος

Εν μέσω συνεχιζόμενων εντάσεων και σημαντικών αμερικανικών επενδύσεων στον εκσυγχρονισμό του πυρηνικού οπλοστασίου των ΗΠΑ, ο ρωσικός στρατός έχει δοκιμάσει επιτυχώς ένα νέο αντιβαλλιστικό πυραυλικό σύστημα που προορίζεται να καταρρίψει oρισμένους δυτικούς βαλλιστικούς/κατευθυνόμενους πυραύλους. Το αμυντικό σύστημα δοκιμάστηκε στην περιοχή Sary-Shagan στο Καζακστάν, μια εγκατάσταση που ιδρύθηκε υπό τη Σοβιετική Ένωση και μισθώνεται από τη Ρωσία. Χτύπησε τον προσομοιωμένο στόχο σύμφωνα με δήλωση του ρωσικού υπουργείου Άμυνας. Η δοκιμή πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες μετά την επιτυχή δοκιμή  συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας από αντιτορπιλικό πολεμικό πλοίο, με περαιτέρω δοκιμές και από τις δύο χώρες να αναμένονται κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους.

Το ρωσικό υπουργείο Άμυνας σημείωσε ότι το νέο σύστημα πυραυλικής άμυνας, ο χαρακτηρισμός του οποίου δεν αποκαλύφθηκε, σχεδιάστηκε για να προφυλαχθεί η χώρα από αεροπορικές και διαστημικές επιθέσεις. “Στην περιοχή δοκιμών Sary-Shagan (Δημοκρατία του Καζακστάν), πλήρωμα των στρατευμάτων αεράμυνας και πυραυλικής άμυνας των Αεροδιαστημικών Δυνάμεων πραγματοποίησε με επιτυχία μια τακτική δοκιμαστική εκτόξευση ενός νέου πυραύλου του ρωσικού συστήματος πυραυλικής άμυνας”, ανέφερε το υπουργείο. Τα πιο εξέχοντα αμυντικά συστήματα της Ρωσίας με τέτοιες δυνατότητες υπό ανάπτυξη είναι τα S-500 και A-235. Το πρώτο σχεδιάστηκε κυρίως για να εξουδετερώσει βαλλιστικούς πυραύλους, δορυφόρους και αεροσκάφη υψηλής αξίας, όπως τα αμερικανικά αεροσκάφη E-3 AWACS. Το τελευταίο σχεδιάστηκε αποκλειστικά για άμυνα εναντίον στόχων στο διάστημα, όπως βαλλιστικοί πύραυλοι και έχει τη μεγαλύτερη εμβέλεια από οποιοδήποτε σύστημα πυραύλων εδάφους-αέρος στον κόσμο (πάνω από 1.500 χιλιόμετρα).

Να σημειωθεί πως οι Ηνωμένες Πολιτείες σε σειρά αναλύσεων του Πενταγώνου παρουσιάζουν το πεδίο του διαστήματος ως ”μελλοντικός χώρος κυριαρχίας των ΗΠΑ” σε αντίθεση με χώρους όπως ο κυβερνοχώρος και η θάλασσα, όπου έχουν αντιληφθεί πλέον πως ο όρος της κυριαρχίας δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στην αντίληψη αυτή βασίζεται και η ”Μονάδα Διαστημικού Πολέμου” που δημιούργησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες επί Trump, η οποία όπως φαίνεται θα συνεργαστεί και με ιδιωτικές εταιρείες που ασχολούνται με το αντικείμενο των C4ISR, ISTAR, C6ISR συστημάτων αλλά και την διαστημικών δομών. Ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι το Starlink του Elon Musk, σύμφωνα με το οποίο η εταιρεία Space-X πήρε άδεια από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Διαστήματος για εκτόξευση σχεδόν 1.200 δορυφόρων πάσης φύσεως. Το πρόγραμμα αυτό θα αναλάβει τον ”καθαρισμό” του διαστήματος από παλαιούς δορυφόρους και τα υποπροϊόντα τους, θα προσδώσει τεράστια συνεισφορά στην ανάπτυξη των ταχυτήτων του internet (καθώς η Κίνα έχει ξεπεράσει τις ΗΠΑ σε αυτόν τομέα μέσω ανάπτυξης 5G και πειραματικού δορυφόρου 6G).

Είναι πλέον επίσημο πως σε συνεργασία με το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ η Stralink θα αναπτύξει μέσω των δορυφορικών δικτύων ένα ενιαίο δικτυοκεντρικό σύστημα παγκόσμιας παρακολούθησης (TRACKER) που θα δώσει έμφαση τόσο στην βελτιστοποίηση των συστημάτων παγκόσμιας πλοήγησης, όσο και στην έγκαιρη ανίχνευση εκτόξευσης βαλλιστικών πυραύλων, στην στοχοποίηση Κινεζικών Κατευθυνόμενων Πυραύλων της γενιάς Dong Feng και γενικότερα στην αριστοποίηση των δικτυοκεντρικών επιχειρησιακών δομών του Αμερικανικού Στρατεύματος. Είναι ήδη γνωστό πως μέσω στρατιωτικών δορυφόρων χώρες όπως η Κίνα, η Ρωσία, οι ΗΠΑ (ίσως και η Ινδία) είναι ικανές να προσβάλλουν εχθρικούς στόχους στην γη αλλά και να παρέμβουν στα συστήματα πλοήγησης των κατευθυνόμενων πυραύλων, να αλλάξουν την τροχιά τους, ακόμα και να τους απενεργοποιήσουν. Το διάστημα πλέον γίνεται το πεδίο όπου δραστηριοποιούνται τα ”αυτιά και τα μάτια” των στρατευμάτων και όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα, οι πρώτες δομές που θα εμπλακούν σε διενέξεις μεταξύ υπερδυνάμεων είναι οι διαστημικές. Έτσι βλέπουμε πως η Ρωσία έχει κάθε λόγο να αναπτύσσει S-500 με αντιδορυφορικές ικανότητες, καθώς έτσι θα κλείσει πλέον την αλυσίδα υψομετρικής άμυνας των A2/AD δομών της, που κυριαρχούν πλέον στο επιχειρησιακό περιβάλλον της Αρκτικής, της Μαύρης Θάλασσας, της Κασπίας και της Μεσογείου (λιμάνι Λατάκια-Συρία).

Η Γεωστρατηγική διάσταση της Σελήνης

Το φεγγάρι δεν θεωρείται πλέον ως ένας νεκρός βράχος όπου η ανθρωπότητα προσγειώνεται για λίγες μέρες, επιδεικνύει τεχνολογία και μετά ταξιδεύει πίσω στη Γη. Σήμερα ο λόγος για το φεγγάρι αφορά το δυναμικό των πόρων του, συμπεριλαμβανομένης της παρουσίας υδάτινου πάγου, ηλιακής ενέργειας και στοιχείων σπάνιων γαιών όπως η πλατίνα, το τιτάνιο, το σκάνδιο και το ύτριο. Ορισμένα εκ των προαναφερθέντων στοιχείων αποτελούν ένα αναπόσπαστο κομμάτι κατασκευής στρατιωτικών τεχνολογιών αιχμής. Οι Κινέζοι διαστημικοί επιστήμονες και μηχανικοί έχουν αναγνωρίσει από καιρό το οικονομικό δυναμικό των διαστημικών πόρων για να συμπεριλάβουν 10 δισεκατομμύρια δολάρια απόδοση των επενδύσεων από τη ζώνη Γη-Σελήνη ετησίως έως το 2050.

Από το 2002, ο Ouyang Ziyuan, επικεφαλής επιστήμονας και ιδρυτής του προγράμματος σεληνιακής εξερεύνησης της Κίνας (CLEP) διευκρίνισε ότι ”ο μακροπρόθεσμος στόχος της Κίνας είναι να δημιουργήσει μια βάση στο φεγγάρι για να αξιοποιήσει τους πλούσιους πόρους”. Η εκτόξευση από το φεγγάρι είναι 22 φορές πιο αποτελεσματική από την εκτόξευση από τη Γη λόγω της βαρύτητας της Γης. ”Για να αποκτήσετε πρόσβαση σε αυτούς τους σεληνιακούς πόρους, θα χρειαστεί μια μακροχρόνια μόνιμη παρουσία, πρώτα ρομποτική και μετά ανθρώπινη. Αυτή η πτυχή της πρώτης απόκτησης αυτόνομων ρομποτικών σεληνιακών βασικών ικανοτήτων τονίζεται στο μνημόνιο Κίνας-Ρωσίας”.

Παρόμοια με τα μακροπρόθεσμα σχέδια της Κίνας για μόνιμη παρουσία στο φεγγάρι και σεληνιακή ερευνητική βάση έως το 2036, η Ρωσία το 2018 ανακοίνωσε το δικό της σεληνιακό σχέδιο, το οποίο περιελάμβανε πρακτικές εξόρυξης πόρων, υποστηριζόμενες από ένα σχέδιο κατασκευής βάσης μεταξύ 2025 και 2040. Το πρώτο στάδιο αφορά την αποστολή διαστημικών μέσων σε σεληνιακή τροχιά (2025), το δεύτερο στάδιο θα είναι η κατασκευή μιας σεληνιακής βάσης (2025-2034)  και το τρίτο στάδιο (2040) θα περιλαμβάνει την κατασκευή ενός «ολοκληρωμένου συστήματος επανδρωμένης εξερεύνησης της Σελήνης». Ο πρώην επικεφαλής σχεδιαστής των επανδρωμένων διαστημικών προγραμμάτων της Ρωσίας, Yevgeny Mikrin, σε συνέντευξή του στο δίκτυο RIA Novosti τον Νοέμβριο του 2018, διευκρίνισε ότι η κατασκευή της αποικίας του φεγγαριού θα ξεκινήσει το 2025.

Η στρατηγική αναγνώριση του κρίσιμου ρόλου της οικονομικής ζώνης Γης-Σελήνης για τη μελλοντική ανάπτυξη και χρήση του διαστήματος είναι ο πρώτος κρίκος στον οποίο στηρίζεται το μνημόνιο συμφωνίας Κίνας-Ρωσίας. Εκτός από αυτό, υπάρχουν δύο άλλες συγκεκριμένες γεωπολιτικές και περιοριστικές ρυθμίσεις.

Γεωπολιτικές εκτιμήσεις

Το μέλλον του διαστήματος είναι τα οικονομικά οφέλη που θα προσδώσει, με τις πιθανές αποδόσεις να εισέρχονται στα τρισεκατομμύρια δολάρια. Η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη οδηγεί σε στρατιωτικές και άλλες δυνατότητες προβολής ισχύος. Τόσο η Κίνα όσο και η Ρωσία κατανοούν τον αντίκτυπο του διαστήματος στο μέλλον της παγκόσμιας ηγεσίας. Η Κίνα θέλει να γίνει η κορυφαία διαστημική δύναμη έως το 2045, έτσι ώστε να εορτάσει την εκατονταετία της ίδρυσης της Λαϊκής Δημοκρατίας το 2049. Ο Πρόεδρος Xi Jinping έχει επανειλημμένα τονίσει την εγγενή συμβολή του διαστήματος στην παγκόσμια ηγεσία της Κίνας. Η ιδέα πίσω από τη διαστημική φιλοσοφία της Κίνας είναι η επίδειξη τεχνολογίας αιχμής, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπινων αποστολών, των σεληνιακών προσγειώσεων, των επιστροφών σεληνιακού δείγματος και των αποστολών στον Άρη, που θα ακολουθηθούν από την κατασκευή ενός μόνιμου διαστημικού σταθμού.

Αυτό το σεληνιακό μνημόνιο είναι μια συνέχεια της γεωπολιτικής συμπεριφοράς των δύο εθνών στη Γη, όπου η Κίνα και η Ρωσία έχουν δημιουργήσει εναλλακτικά συστήματα ασφαλείας, όπως ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης και η Πρωτοβουλία Belt and Road (BRI) υπό την ηγεσία της Κίνας, της οποίας η Ρωσία είναι συμμετέχουσα χώρα.  Μόλις προσελκύσουν αρκετούς συνεργάτες και υπογράφοντες για  την σεληνιακή ερευνητική τους βάση, η Κίνα και η Ρωσία θα έχουν τη δύναμη και την επιρροή να δημιουργήσουν έναν εναλλακτικό κρατικοκεντρικό μηχανισμό που δημιουργεί το ρυθμιστικό καθεστώς γύρω από τη σεληνιακή εξερεύνηση και ανάπτυξη. 

Η υπογραφή ενός μνημονίου για τη σεληνιακή ανάπτυξη έχει επίσης πολλές μακροπρόθεσμες στρατηγικές επιπτώσεις και για τα δύο μέλη. Πρώτον, η Ρωσία αποκτά πρόσβαση σε μια διεθνή δομή που έχει ήδη τεθεί υπό το σχέδιο BRI της Κίνας, στην οποία συμμετέχουν σχεδόν 140 χώρες. Και οι δύο πλευρές έχουν πρόσβαση σε ιστότοπους εκτόξευσης, σταθμούς εδάφους και σταθμούς δεκτών στην Κίνα και την Ρωσία, καθώς και πρόσβαση σε μια καθολική δεξαμενή επιστημονικών ταλέντων. Θα μπορούν επίσης να διαιρέσουν το μακροπρόθεσμο κόστος έρευνας και ανάπτυξης. Τέλος, το μνημόνιο προσφέρει μια μάλλον ευέλικτη διεθνή εταιρική σχέση για τις χώρες. Μια απόφαση για την ένταξη έγκειται πρωτίστως είτε στον Xi είτε στον Πούτιν, σε αντίθεση με τις διαστημικές συνεργασίες των ΗΠΑ, οι οποίες πρέπει να περάσουν από διάφορες διεργασίες εκκαθάρισης μεταξύ διαφόρων οργανισμών, καθώς και μέσα από χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Το μεγάλο άλμα κατασκευής του πρώτου Κινεζικού Διαστημικού Σταθμού

Με την επιτυχή έναρξη της βασικής ενότητας ανάπτυξης διαστημικών συστημάτων εν ονόματι Tianhe του Κινεζικού Διαστημικού Σταθμού (CSS), η Κίνα επέδειξε και πάλι τις φιλοδοξίες της να γίνει σημαντικός διεθνής δρον στον τομέατων διαστημικών τεχνολογιών. Το Tianhe (που σημαίνει “Heavenly Harmony”) είναι η πρώτη φάση ανάπτυξης της πρώτης διαστημικής πλατφόρμας της Κίνας για στέγαση αστροναυτών στο διάστημα.

Η άφιξη του Tianhe σε τροχιά σηματοδοτεί ένα επιθετικό χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση της κατασκευής του σταθμού μέχρι τα τέλη του 2022, έχοντας οργανώσει δύο ακόμη πτήσεις για τον Μάιο και τον Ιούνιο. Η τελευταία πτήση θα δει τρεις αστροναύτες να επιβιβάζονται για πρώτη φορά στο σταθμό, μετά την άφιξή τους και να ελλιμενίζονται στο διαστημόπλοιο Shenzhou. Δύο μικρότεροι, προσωρινοί σταθμοί — Tiangong-1 και Tiangong-2 — λειτουργούν σε τροχιά από το 2011 έως το 2019, ενεργώντας ως δοκιμαστικοί χώροι για κατοίκηση αστροναυτών. Το Tiangong-1 κάηκε κατά τη διάρκεια μιας ανεξέλεγκτης απώλειας τροχιάς πάνω από τον Ειρηνικό το 2018, ενώ το Tiangong-2 αποπροσανατολίστηκε σκόπιμα το 2019.

Η Κίνα αρχικά σχεδίαζε να ξεκινήσει η κατασκευή του νέου σταθμού το 2020. Ωστόσο, τα προβλήματα εξάτμισης του turbopump, σε συνδυασμό με έναν πύραυλο Long March 5 που ξεκίνησε το 2017 ανάγκασαν έναν επανασχεδιασμό και έναν ανασχεδιασμό ενός από τους κινητήρες του ανυψωτή, καθυστερώντας αρκετά έργα. Η εκτόξευση του Tianhe είναι η πρώτη από τις 11 προγραμματισμένες αποστολές συναρμολόγησης – τέσσερις από τις οποίες θα περιλαμβάνουν αστροναύτες – για την παράδοση και τη σύνδεση πολλαπλών ενοτήτων του CSS. Σε αυτά περιλαμβάνονται δύο επιστημονικά εργαστήρια για έρευνα σε τομείς όπως η κρυστάλλωση πρωτεϊνών, η δυναμική των υγρών, η καύση του χώρου και η παρακολούθηση της ανάπτυξης των κυττάρων στη μικροβαρύτητα.

Ένα προγραμματισμένο επίκεντρο του έργου του κινεζικού σταθμού θα είναι ένα διαστημικό τηλεσκόπιο τύπου Hubble εξοπλισμένο με κάμερα 2,5 δισεκατομμυρίων pixel που του δίνει ένα αναφερόμενο πεδίο προβολής 300 φορές μεγαλύτερο από το παρατηρητήριο Hubble. Η μονάδα τηλεσκοπίου θα είναι σε θέση να συνδέεται με το σταθμό για συντήρηση. Κινεζικά και διεθνή πληρώματα – Ευρωπαίοι αστροναύτες εκπαιδεύονται στην Κίνα – προετοιμάζονται επίσης για συνεργατικές επιστημονικές αποστολές στο σταθμό. Η Κίνα έχει ήδη λάβει περισσότερες από 800 προτάσεις για πειράματα από επιστήμονες σε όλο τον κόσμο.

Ο κινεζικός σταθμός ακολουθεί ένα μοντέλο «το λιγότερο είναι περισσότερο», καθώς θα έχει λιγότερες ενότητες από τον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό. Ωστόσο, η μονάδα Tianhe είναι μεγαλύτερη από οποιαδήποτε μονάδα ISS, μήκους 16,6 μέτρων και πλάτους 4,2 μέτρων και ζυγίζει 22 τόνους. Το Tianhe φιλοξενεί χώρους διαμονής για τρεις αστροναύτες και περιλαμβάνει όλα τα συστήματα ελέγχου για ισχύ, πρόωση, σύνδεση και υποστήριξη ζωής.

Η αρχιτεκτονική του σταθμού αντικατοπτρίζει εκείνη της ρωσικής προσέγγισης. Το Tianhe μιμείται το Zarya Functional Cargo Block (FGB) της Ρωσίας, το πρώτο μεγάλο τμήμα του ISS που κυκλοφόρησε το 1998. Σε αυτό το βασικό μπλοκ θα βρίσκονται δύο επιστημονικά εργαστήρια, με την ονομασία Wentian και Mengtian. Ο σταθμός θα είναι επίσης εξοπλισμένος με τον ρωσικό βραχίονα Lyappa παρόμοιο με εκείνο του σταθμού Mir της δεκαετίας του 1990.  Παρόλο που οι Κινέζοι επιστήμονες λένε ότι το CSS δεν προορίζεται να ανταγωνιστεί άμεσα με το ISS, πιστεύουν ότι η συμπαγής σχεδίαση του σταθμού τους – ζυγίζει 66 τόνους σε σύγκριση με τους 450 τόνους του ISS και κοστίζει πολύ λιγότερο – θα το κάνει πιο αποτελεσματικό.

Το Κογκρέσο των ΗΠΑ απαγόρευσε την Κίνα από τον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό και όλες τις διαστημικές δραστηριότητες υπό την ηγεσία της NASA το 2011, επικαλούμενη ανησυχίες εθνικής ασφάλειας. Οι αναμνήσεις αυτής της απόρριψης και η αποφασιστικότητα να προχωρήσουμε ανεξάρτητα στο διάστημα, εξακολουθούν να είναι ισχυρές.

Τα επιτεύγματα της Κίνας στο διάστημα δεν πρέπει να μειωθούν, λέει ο Leroy Chiao, πρώην διοικητής της NASA και διοικητής του Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού. «Ο πρώτος λόγος που μια χώρα μπαίνει σε αυτήν την επιχείρηση είναι για το εθνικό της κύρος», λέει. «Η Κίνα είναι εδώ για μεγάλο χρονικό διάστημα. Θέλουν να είναι ο ηγέτης στην εξερεύνηση του διαστήματος και σε όλους τους τομείς της επιστήμης. Να αναμένετε λοιπόν οι δυνατότητες του σταθμού τους να είναι σημαντικές. “

Ο Dean Cheng, ανώτερος ερευνητής στο Heritage Foundation στην Ουάσινγκτον, πιστεύει ότι η διεθνής συνεργασία θα είναι το επίκεντρο. «Τι σημαίνει ο κινεζικός διαστημικός σταθμός για τη διεθνή επιστημονική κοινότητα;» ρωτάει.  Ωστόσο, λέει, «οι Κινέζοι θα καλέσουν αναμφίβολα αλλοδαπούς στο διαστημικό σταθμό και μπορεί να το κάνουν νωρίς. Η επιλογή των αστροναυτών θα συμβεί τόσο για πολιτικούς όσο και για επιστημονικούς λόγους. ” Ο James Head, ένας πλανητικός επιστήμονας του Πανεπιστημίου Brown που συνεργάζεται συχνά με Κινέζους επιστήμονες, χαρακτήρισε την έναρξη του Tianhe ως «σημαντική στιγμή για την εξερεύνηση του διαστήματος της Κίνας». 

Στις 9 Μαρτίου 2021, η Εθνική Διοίκηση Διαστήματος της Κίνας (CNSA) και η Ρωσική Υπηρεσία Διαστήματος (ROSCOSMOS) υπέγραψαν Μνημόνιο Συνεργασίας (ΜΣ) για την από κοινού κατασκευή μιας αυτόνομης σεληνιακής μόνιμης ερευνητικής βάσης. Χρησιμοποιώντας τα κελεύσματα της συνθήκης ”language of the Outer Space Treaty of 1967”, η Κίνα και η Ρωσία τόνισαν ότι το μνημόνιο αφορά την επιστημονική ανακάλυψη καθώς και τη χρήση του σεληνιακού εδάφους. Η συμφωνία από τον Διεθνή Σεληνιακό Ερευνητικό Σταθμό (ILRS) ως «μια ολοκληρωμένη επιστημονική βάση πειραμάτων με την ικανότητα μακροπρόθεσμων αυτόνομων λειτουργιών, χτισμένων στην σεληνιακή επιφάνεια ή/και στη σεληνιακή τροχιά. Θα πραγματοποιεί αντικειμενικές επιστημονικές ερευνητικές δραστηριότητες όπως η σεληνιακή εξερεύνηση και χρήση του σεληνιακού τοπίου”.

Το ότι η Κίνα και η Ρωσία θα συνεργαστούν για την εξερεύνηση και τη χρήση σεληνιακών πόρων δεν αποτελεί έκπληξη. Και οι δύο χώρες, ειδικά η Ρωσία, παρακολουθούσαν με μεγάλη προσοχή καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν τις ”Συμφωνίες Άρτεμις” για τη δημιουργία ενός διεθνούς μηχανισμού σεληνιακής ανάπτυξης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και των χωρών εταίρων. Η ROSCOSMOS, ως αντίδραση στις συμφωνίες Artemis και ιδιαίτερα στην εκτελεστική εντολή του πρώην Προέδρου Donald Trump στις 6 Απριλίου 2020 σχετικά με τη χρήση διαστημικών πόρων για διεθνείς συνεργασίες δήλωσε, μέσω του αναπληρωτή διευθυντή της διεθνούς συνεργασίας, Σεργκέι Σαβέγιεφ, ότι « οι ΗΠΑ επιχειρούν να απαλλοτριώσουν το διάστημα με επιθετικά σχέδια για την πραγματική ανάληψη άλλων πλανητών», τονίζοντας ότι έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της διεθνούς συνεργασίας. Το Κρεμλίνο παρομοίασε την εκτελεστική εντολή του Τραμπ με τον αποικισμό του διαστήματος, με τον εκπρόσωπο του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ να δηλώνει ότι θα ήταν «απαράδεκτο» για τις ΗΠΑ να ιδιωτικοποιήσουν και να αποικίσουν το διάστημα.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός10 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις10 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή