Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το μίσος του Ενβέρ Χότζα για τις Βορειοηπειρώτισσες και τα αρρωστημένα βασανιστήρια

Δημοσιεύτηκε στις

Τον Μάρτιο του 1978, κατά την επίσκεψή του στη Γράψη της Δρόπολης, -η οποία έμελλε να αποτελέσει το έναυσμα της κρυφής ανάστασης του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού, όχι επειδή το επέτρεψε το κομμουνιστικό καθεστώς (αυτό επέτρεψε, εξαναγκασμένο από τις διεθνείς εξελίξεις, μόνο γλωσσικές ασήμαντες διευκολύνσεις)- ο δικτάτορας κομμουνιστής Ενβέρ Χότζα, κατά την αποστροφή του λόγου του, ύμνησε τη συνδρομή των δροπολιτισσών γυναικών, οι οποίες, κατά το παρελθόν, ελλείψει των μεταναστών ανδρών τους, διαπληκτίζονταν με τους γαιοκτήμονες, οι οποίοι καταστρατηγούσαν κάθε έννοια κοινωνικού δικαίου, ενώ τώρα, στενά συναδελφωμένες με το κομμουνιστικό καθεστώς, έχτιζαν μαζί με τις αλβανίδες αδελφές τους μία νέα ζωή και παρήγαγαν νέα κομμουνιστικά ήθη. Για όλα αυτά εμείς, τόνισε ο Χότζα, οφείλουμε να τους βγάλουμε το καπέλο, δηλαδή να υποκλιθούμε ενώπιόν τους ευλαβικώς.

Η πλειοψηφία του πολυπληθούς ακροατηρίου, υπό ραγδαία βροχή, επευφημούσε τη «φιλοφρονητική αρετή» και την υμνητική παρόρμηση του δικτάτορα για την ελληνίδα γυναίκα της Δρόπολης, αλλά οι γνωρίζοντες την πραγματική διάσταση του παραπειστικού του λόγου εκλάμβαναν με σκωπτικό μειδίαμα την εκφορά του. Γιατί ο Ενβέρ Χότζα και το κομμουνιστικό καθεστώς έτρεφε ασίγαστο μίσος κατά των βορειοηπειρωτισσών μανάδων, επειδή αυτές δεν είχαν διαπληκτιστεί μόνο με τους γαιοκτήμονες του παρελθόντος, αλλά εξακολουθούσαν να εναντιώνονται και στους κόκκινους φεουδάρχες της κομμουνιστικής δικτατορίας, ανθιστάμενες στην ανθελληνική πολιτική που εφάρμοζαν, πρωτοστατώντας στους αγώνες για κατοχύρωση των εθνικών δικαιωμάτων.

Ποια ήταν η θέση και η εθνική συνεισφορά των Βορειοηπειρωτισσών αμέσως μετά την Κατοχή;

Μαζί με επιφανείς άνδρες της βορειοηπειρωτικής κοινωνίας, κατέχοντες δημόσιο λόγο, οι οποίοι επηρέαζαν τα πλήθη στις πολιτικές τους επιλογές, μαζί με πρώην εμπόρους, ελληνοδιδάσκαλους, ιερείς, οι βορειοηπειρώτισσες γυναίκες, οι σύζυγοι των οποίων είχαν μεταναστεύσει προπολεμικά ή εξακολουθούσαν να αυτομολούν στην Ελλάδα, κατηγορήθηκαν, κυρίως, για απόπειρα παράνομης διαφυγής από τη χώρα, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, και μερικές εξ αυτών βιάστηκαν από τους άντρες της αλβανικής ασφάλειας. Όσες επέζησαν, εξαφανίστηκαν από προσώπου γης ή πέθαναν υπό το κράτος της βαθιάς κατάθλιψης, των τύψεων και της «ενοχής». Χιλιάδες νοικοκυριά καταστράφηκαν και περιήλθαν στην κυριότητα του ληστρικού αλβανικού κράτους που ύφερπε επικίνδυνα και βιαίως.

Το καλοκαίρι του 1945 η κομμουνιστική κυβέρνηση των Τιράνων συνήξε το πόρισμα ότι η εθνική πολιτική της για την ελληνική μειονότητα είχε αποτύχει, καθώς η κατάστασή της έβαινε κυριολεκτικά ανεξέλεγκτη σημείωνε ότι το δόλωμα και η ακατάσχετη υποσχετική πλειοδοσία της ένωσης αδελφοποίησης είχε αποδειχτεί ανεπαρκής και ψευδής. Στην πολιτική αυτή αντιδρούσε μεγάλο μέρος της βορειοηπειρωτικής κοινωνίας, αλλά πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτιζαν οι γυναίκες, καθώς ήταν δύσκολο να ασκηθεί εις βάρος τους ωμή και μαζική βία σε δημόσιους χώρους.

Δύο χρόνια αργότερα, στα μέσα του 1947, η είδηση ότι η Διερευνητική Επιτροπή του ΟΗΕ για τη μεθοριακή ένταση μεταξύ των δύο χωρών, Ελλάδας και Αλβανίας, θα περιόδευε στις ελληνόφωνες περιοχές του Αργυροκάστρου και των Αγίων Σαράντα αναβίωσε την ελπίδα για νέα προσέγγιση και επίλυση του βορειοηπειρωτικού, τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για αυτοδιάθεση και ένωση της περιοχής με την Ελλάδα. Διακινήθηκαν φήμες ότι η Επιτροπή μετέβαινε για την οριστική μεθοριακή κατανομή της Νότιας Αλβανίας. Στη Δρόπολη, στα Ριζά και στο Λιμπόχοβο παρατηρήθηκαν αποσχιστικές κινήσεις, ενώ στην Κορυτσά και στο Λεσκοβίκι πρωταγωνιστούσαν γυναίκες, οι οποίες προτίθεντο να παραταχθούν ενώπιον της επιτροπής και να εκδηλώσουν ανοιχτά τη δυσαρέσκειά τους για την εθνική και οικονομική πολιτική του αλβανικού κράτους.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1949, στο Χλωμό και στη Σωπική του Πωγωνίου, δύο χωριά με ακατάβλητο το εθνικό φρόνημα, ο τοπικός πληθυσμός οργανώθηκε και διαμαρτυρήθηκε για την ασκούμενη τρομοκρατία εις βάρος του ελληνικού στοιχείου και ζήτησε η περιοχή να ενωθεί με την Ελλάδα. Την τελευταία στιγμή η κρατική ασφάλεια διέβρωσε τη συνοχή του κινήματος και φυλάκισε τους διοργανωτές, μεταξύ των οποίων και γυναίκες.

Την 1η Ιουλίου του 1946 άρχισε σε δημόσια ακρόαση η πολύκροτη δίκη των 19 ελλήνων βορειοηπειρωτών στο στρατοδικείο της περιφέρειας Αργυροκάστρου, οι οποίοι κατηγορούντο για «κατασκοπεία εις βάρος της Αλβανίας και έσχατη προδοσία, για εχθρικές ενέργειες κατά της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας και της λαϊκής εξουσίας».

Κατά την δίκη, η οποία προκαλούσε ευρύτερους πολιτικούς και κοινωνικούς κραδασμούς, παρ’ όλο τον ασφυκτικό εξαναγκασμό και τους εθνικούς διωγμούς, θεωρώντας τους έλληνες βορειοηπειρώτες εθνικόφρονες «πολιτικά εξαμβλώματα» που μίαιναν την κομμουνιστική κοινωνία, 40 γυναίκες από τη Δρόπολη οι οποίες παρακολουθούσαν τη διαδικασία, αντέδρασαν σθεναρά υπέρ της αθωότητας των κατηγορουμένων και, κατά την επίσκεψη του σοβιετικού προξένου στο Αργυρόκαστρο, κλιμάκιο Βορειοηπειρωτών, μεταξύ των οποίων και γυναίκες, διαμαρτυρήθηκαν για τη μεταχείριση των κρατουμένων και ζήτησαν την μεσιτεία του για την άμεση αποφυλάκισή τους.

Την ίδια περίοδο, όταν συνελήφθη το ηγετικό στέλεχος της ελληνικής μειονότητας στη Λεσνίτσα, Χαράλαμπος Παπάς (ο οποίος εξοντώθηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες), σύμπασα η μικρή κοινωνία του χωριού, πρωτοστατούντων των γυναικών, συλλυπήθηκαν την οικογένεια στο σαρανταλείτουργο κι εξέφρασαν τη δημόσια αντίθεσή τους για τη βίαιη προσαγωγή του στα κρατητήρια. Όταν οι κομμουνιστικές αρχές παρατήρησαν ότι υπήρχε έντονη αντίδραση από την κοινωνία, μετέτρεψαν τις δημόσιες ακροάσεις σε συνεδριάσεις κεκλεισμένων των θυρών.

Οι διαμαρτυρίες των Βορειοηπειρωτισσών, τόσο πολιτικού όσο και οικονομικού χαρακτήρα, συνεχίστηκαν.

Την 31η Δεκεμβρίου του 1949 με εντολή των τοπικών αρχών Αργυροκάστρου εστάλησαν στα λιβάδια των Ριζών 200 πρόβατα του γεωργικού συνεταιρισμού για διαχείμαση, εις βάρος των οικογενειακών οικοκυριών. Η ενέργεια αυτή θεωρήθηκε προκλητική, αφού τα λιβάδια της περιοχής δεν επαρκούσαν για τόσο μεγάλο αριθμό ζωντανών, πυροδοτώντας τη μαζική αντίδραση του χωριού της Γλύνας και των Ριζών με πρωτεργάτες και πάλι γυναίκες, οι οποίες αντιπαρατάχθηκαν σύσσωμα μπροστά στις δυνάμεις της ασφάλειας, διαμαρτυρόμενες και απωθώντας με θάρρος τα φερόμενα ζωντανά.

Οι βίαιες αντεγκλήσεις και οι συγκρούσεις με τους άντρες της αστυνομίας και τον στρατό στη Γλύνα προσέλαβαν πολιτικές διαστάσεις, υπό την αιγίδα των Θεοδωρή Κυρίτση και Κώτσο Πάσκου. Βραδύτερα κατέφτασαν ενισχυμένες αστυνομικές δυνάμεις, για να καταστείλουν την εξέγερση συνέλαβαν όλους τους άντρες του χωριού, εξόρισαν έξι οικογένειες και, αφού επιχειρήθηκε κάποια διαφοροποίηση, κρατήθηκαν οι κύριοι υποκινητές, συνολικά 13 άτομα μεταξύ των οποίων και γυναίκες, οι οποίες θεωρήθηκαν οι βασικές υποκινήτριες της αντίδρασης.

Στη Γλύνα, ιδίως, οι εξεγερθέντες διαμαρτυρήθηκαν κατά της κομμουνιστικής διακυβέρνησης, της καταπάτησης του αισθήματος δικαίου και των κρατικών θεσπισμάτων που αφορούσαν τους ληστρικούς φόρους και της πολιτικής του καθεστώτος για τη συλλογή των σιτηρών. Οι γυναίκες άρθρωσαν πολιτικό λόγο και κατηγόρησαν τη στυγνή συμπεριφορά του ίδιου του Ενβέρ Χότζα. Με τις εξαγριωμένες γυναίκες συσσωματώθηκαν και οι κομμουνιστές της περιοχής και αυτό προκαλούσε ανησυχία. Η Γλύνα, αναφερόταν στη σχετική έκθεση των τοπικών κομμουνιστικών αρχών, ανέκαθεν υπήρξε προπύργιο της ελληνικής αντίδρασης οι κάτοικοι της περιοχής ζητούσαν επίμονα την ένωση με την Ελλάδα. Τα όμορα χωριά δεν καταδίκασαν τη στασίαση και αυτό μπορούσε να ερμηνευθεί ως στάση σιωπηρής αλληλεγγύης.

Την 8η Ιανουαρίου του 1950 το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας εξέτασε αποκλειστικά την κατάσταση στην ελληνική μειονότητα, με αφορμή τις ταραχές της Γλύνας. Στα τελικά πορίσματα αναφερόταν ότι η αντιμετώπιση των γυναικείων κινητοποιήσεων ήταν μεν δύσκολη, αλλά ουδαμώς τα όργανα της τάξης μπορούσαν να αφήσουν ατιμώρητες τις ταραξίες γυναίκες, οι οποίες μισούσαν θανάσιμα τη Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας και το κομμουνιστικό της καθεστώς. Καταδικάστηκαν οι αθρόες προσαγωγές και ο αυταρχισμός των δυνάμεων καταστολής, καθώς θεωρήθηκε υπερβολική η σύλληψη 29 ανδρών.

Πονοκέφαλο συνιστούσαν οι αυτομολήσεις γυναικών, κυρίως όσων είχαν συζύγους και παιδιά στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ. Οι αρχές ασφαλείας παρακολουθούσαν διακριτικά την αλληλογραφία των γυναικών με τους συζύγους τους, τις οποίες στη συνέχεια καλούσαν προς συνετισμό στα αστυνομικά τμήματα, ενώ η κομματική επιτροπή Αργυροκάστρου με συνεχείς παραινέσεις προς την εφημερίδα Λαϊκό Βήμα καλούσε τους δημοσιογράφους του να δημοσιεύσουν «επιστολές» μεταναστών από την Αμερική που περιέγραφαν «τις κακουχίες και την καπιταλιστική ανέχεια». Η όλη προσπάθεια δεν ήταν πειστική αλλά ούτε μπορούσε να ανακόψει το κύμα αποδράσεων, το οποίο συνέχισε έως το τέλος του καθεστώτος και κορυφώθηκε το 1992.

Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των Βορειοηπειρωτισσών είχαν αποχωριστεί τους οικείους τους (συζύγους, παιδιά και κόρες) στο εξωτερικό και ζούσαν έναν δαρβινικό κοινωνικό εφιάλτη κάτω από την απηνή συγκράτηση του κομμουνιστικού κράτους για τον επιούσιο άφηνε προκλητικά αδιάφορους τους παρασιτικούς τιτλούχους του αλβανικού καθεστώτος.

Από το Πωγώνι, π.χ. μόνο τον Γενάρη του 1949 είχαν αποδράσει 15 άτομα και η συρροή έβαινε κλιμακούμενη, μεταξύ των οποίων και 9 γυναίκες από το Χλωμό, 2 κομμουνιστές από το Σελλειό και μία γυναίκα από τη Γράψη. Υπήρχαν και οργανωμένες αποδράσεις γυναικών. Οι οικογένειες των δραπετών κηρύσσονταν εχθρικές προς το καθεστώς και εκτοπίζονταν στην ενδοχώρα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, το ήμισυ των πολιτικών εγκλείστων στην Αλβανία κατηγορούντο για απόπειρα διαφυγής από τη χώρα.

Η αντίδραση των βορειοηπειρωτισσών γυναικών προκάλεσε το μένος του καθεστώτος.

Από το 1949 η αλβανική ασφάλεια αποφάσισε με υπερβολική επίδειξη τραχύτητας και ωμότητας να αντιδράσει ανοιχτά και χωρίς να τηρεί τους τύπους προς παραδειγματισμό των υπολοίπων, μη διστάζοντας να συλλάβει, να εξαφανίσει, να φυλακίσει και να εξορίσει γυναίκες από τη Βόρειο Ήπειρο, μάλιστα υπέργηρους και έγκυες.

Το καλοκαίρι του 1945 επίλεκτοι άντρες της πολιτοφυλακής συνέλαβαν την έγκυο νεαρή γυναίκα Αγγελική Πύλιου από το Λαζάτι, η οποία στη συνέχεια γέννησε στη φυλακή. Η αλβανική ασφάλεια κράτησε περιορισμένη τη μητέρα, υποβαλλομένη σε κτηνώδη βασανιστήρια και συνθήκες σκληρής κράτησης, θανάτωσε την εξάμηνη κόρη της, αφού πρώτα την είχε φυγαδεύσει σε ορφανοτροφείο στη Σκόδρα.

Την 7η Μαΐου του 1949, οι άνδρες της αλβανικής ασφάλειας συνέλαβαν την Ουρανία Σιλίρα από την Σοπική Πωγωνίου, η οποία κρατήθηκε προφυλακισμένη για 6 μήνες υπό το κράτος των βασανιστηρίων. Σε δίκη σε δημόσια συνεδρίαση, τον Οκτώβριο του 1949, η Ουρανία Σιλίρα 57 ετών, αναλφάβητη, μητέρα 13 παιδιών, κατηγορήθηκε για κατασκοπεία υπέρ της Ελλάδας (!), για παροχή απόρρητων πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών πληροφοριών, για κατά συρροή παράνομη διέλευση των συνόρων, για υποκίνηση μαζικών αυτομολιών Βορειοηπειρωτών, για παροχή ασύλου και διευκολύνσεων μελών του βορειοηπειρωτικού συλλόγου Ιωαννίνων κ.λπ. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η Ουρανία Σιλίρα και κατά τη διάρκεια της Κατοχής διέσχισε παράνομα τη μεθόριο, διενεργούσε παραεμπόριο και παρείχε απόρρητες πληροφορίες ευαίσθητου χαρακτήρα στις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες, ενώ στη συνέχεια, με την πρόφαση της διενέργειας λαθρεμπορίου, διατηρούσε επαφές με αντιδραστικούς κύκλους των Ιωαννίνων, εγκληματίες και πολιτικούς πρόσφυγες, όπως τον Λάμπη Σιλίρα κ.ά. Η άπορη και αναλφάβητη γυναίκα, μητέρα 13 παιδιών, καταδικάστηκε σε 15ετή ειρκτή.

Την ίδιο περίοδο, τον Αυγούστου του 1949, η ασφάλεια των Αγίων Σαράντα συνέλαβε με εμφανή επίδειξη βίας την 70χρονη υπέργηρη γυναίκα Γιαννούλα Καραγιάννη, αναλφάβητη και αυτή, από τη Δίβρη των Ριζών Δελβίνου, η οποία κρατήθηκε επίσης 7 μήνες προφυλακισμένη και υποκείμενη σε διάφορες κακοποιήσεις, ψυχικές και σωματικές ταλαιπωρίες. Η Καραγιάννη κατηγορήθηκε ότι υποκίνησε τους ανήλικους Κώστα Ντάλα και Σταύρο Καΐση, διαμηνύοντάς τους ότι μόνο στην Ελλάδα θα γίνουν άνθρωποι. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και της προανάκρισης η 70χρονη ηλικιωμένη χαρακτηρίστηκε δόλια, πανούργα και άκρως επικίνδυνη (!).

Τον Μάρτιο του 1955 συνελήφθη η Σάνα Τσίπα από το Χλωμό Πωγωνίου, 35 ετών, η οποία έναν χρόνο πριν είχε αποπειραθεί να διαφύγει από τη χώρα και συνελήφθη επ’ αυτοφόρω, αναλφάβητη. Κατηγορήθηκε για απόπειρα παράνομης διαφυγής από τη χώρα, για λαθρεμπόριο χρυσού και παραεμπόριο. Το 1944, με την άμεση συνδρομή της, είχε δραπετεύσει ο γιος της Αλέκος Τσίπας, ο οποίος ζούσε στην Αμερική. Κατά τη σύλληψη της, οι δυνάμεις ασφαλείας τής κατάσχεσαν και δύο χρυσές λίρες. Το παραεμπόριο αφορούσε την πώληση παρανόμως ενός όνου!

Τον Ιούνιο του 1955 συνελήφθη η Φρόσω Μπάσιο από τη Σωτήρα, 70 ετών και μετά από 4 μήνες κράτησης της απαγγέλθηκαν κατηγορίες για αντικαθεστωτική προπαγάνδα και απόπειρα παράνομης διαφυγής από τη χώρα, εμπλέκοντας και την κόρη της Ελένη Μπέλου, η οποία διέσχιζε τα σύνορα με διάφορες αποστολές. Η Φρόσω αποπειράθηκε να διαφύγει στην Ελλάδα ως ενδιάμεσο σταθμό και από εκεί στην Τουρκία, όπου ζούσε η κόρη της από τον πρώτο της γάμο.

Η γυναικεία αντίδραση των Βορειοηπειρωτισσών εντασσόταν στη γενικότερη υφέρπουσα αντίσταση του βορειοηπειρωτικού πληθυσμού, στην υποκαίουσα αγάπη για το έθνος, αλλά αφορούσε πρωτίστως το προσωπικό τους δράμα για επιβίωση σε συνθήκες αποχωρισμού από τους συζύγους και τα παιδιά τους. Από την άλλη, μία μεγάλη κατηγορία αλβανών κομματικών τιτλούχων, κυβερνητικών παραγόντων και διανοούμενων, κυρίως ασφαλιτών, θεωρούσαν την αντίδραση αυτή ενοχλητική και προκλητική. Η γενικότερη ολέθρια πολιτική της αποκοπής και της απομόνωσης της ελληνικής εθνικής μειονότητας από τον υπόλοιπο εθνικό κορμό και η αντιμετώπισή της από το αλβανικό κράτος ως μία αυθύπαρκτη και αυτοφυής κοινότητα, στοχεύοντας στην υποβόσκουσα φαλκίδευση της ιστορικής παρουσίας και της πολιτισμικής δημιουργίας των Ελλήνων της περιοχής, την απέτρεπε από κάθε εθνολογική αξίωση και εθνική ολοκλήρωση και τη διατηρούσε σε διαρκή παρακμή και σε αργό θάνατο.

Η γονιμοποίηση του πνευματικού εθνισμού και του ελληνισμού, -που επιχείρησε να επιβάλλει ανεπιτυχώς το κομμουνιστικό καθεστώς ως κυριαρχούσα πολιτική εφαρμογή – ο οποίος είχε ιστορία τριών χιλιάδων χρόνων, με καθαρά ιδεολογικό μπολσεβικικό περιεχόμενο, έμοιαζε ευτράπελη. Η έντονη συνθηματολογία για την υπεροχή της κομμουνιστικής ιδεολογίας και της σοσιαλιστικής ευμάρειας ήταν ξένη προς την οικογενειοκρατία και τα προαιώνια ηθικά και πνευματικά χαρίσματα των Ελλήνων, τα οποία κοινωνούσαν κυρίως οι βορειοηπειρώτισσες μάνες. Παρ’ όλη τη συστηματική προσπάθεια διάβρωσης της ενότητάς της, της συνειδησιακής αλβανοποίησης, του ηθικού εξανδραποδισμού και της επιβολής πολιτικής δουλείας, η συλλογική αλληλεγγύη της πυρηνικής βορειοηπειρωτικής οικογένειας παρέμεινε ακλόνητη, ο βορειοηπειρωτικός εθνισμός και πολιτισμός ανεμβολίαστος και η διαφορά με τον αλβανικό εθνισμό υπήρξε ορατή έως το τέλος.

Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ / literatus.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή