Διεθνή
Το μίσος του Ενβέρ Χότζα για τις Βορειοηπειρώτισσες και τα αρρωστημένα βασανιστήρια
Η πλειοψηφία του πολυπληθούς ακροατηρίου, υπό ραγδαία βροχή, επευφημούσε τη «φιλοφρονητική αρετή» και την υμνητική παρόρμηση του δικτάτορα για την ελληνίδα γυναίκα της Δρόπολης, αλλά οι γνωρίζοντες την πραγματική διάσταση του παραπειστικού του λόγου εκλάμβαναν με σκωπτικό μειδίαμα την εκφορά του. Γιατί ο Ενβέρ Χότζα και το κομμουνιστικό καθεστώς έτρεφε ασίγαστο μίσος κατά των βορειοηπειρωτισσών μανάδων, επειδή αυτές δεν είχαν διαπληκτιστεί μόνο με τους γαιοκτήμονες του παρελθόντος, αλλά εξακολουθούσαν να εναντιώνονται και στους κόκκινους φεουδάρχες της κομμουνιστικής δικτατορίας, ανθιστάμενες στην ανθελληνική πολιτική που εφάρμοζαν, πρωτοστατώντας στους αγώνες για κατοχύρωση των εθνικών δικαιωμάτων.
Ποια ήταν η θέση και η εθνική συνεισφορά των Βορειοηπειρωτισσών αμέσως μετά την Κατοχή;
Μαζί με επιφανείς άνδρες της βορειοηπειρωτικής κοινωνίας, κατέχοντες δημόσιο λόγο, οι οποίοι επηρέαζαν τα πλήθη στις πολιτικές τους επιλογές, μαζί με πρώην εμπόρους, ελληνοδιδάσκαλους, ιερείς, οι βορειοηπειρώτισσες γυναίκες, οι σύζυγοι των οποίων είχαν μεταναστεύσει προπολεμικά ή εξακολουθούσαν να αυτομολούν στην Ελλάδα, κατηγορήθηκαν, κυρίως, για απόπειρα παράνομης διαφυγής από τη χώρα, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, και μερικές εξ αυτών βιάστηκαν από τους άντρες της αλβανικής ασφάλειας. Όσες επέζησαν, εξαφανίστηκαν από προσώπου γης ή πέθαναν υπό το κράτος της βαθιάς κατάθλιψης, των τύψεων και της «ενοχής». Χιλιάδες νοικοκυριά καταστράφηκαν και περιήλθαν στην κυριότητα του ληστρικού αλβανικού κράτους που ύφερπε επικίνδυνα και βιαίως.
Το καλοκαίρι του 1945 η κομμουνιστική κυβέρνηση των Τιράνων συνήξε το πόρισμα ότι η εθνική πολιτική της για την ελληνική μειονότητα είχε αποτύχει, καθώς η κατάστασή της έβαινε κυριολεκτικά ανεξέλεγκτη σημείωνε ότι το δόλωμα και η ακατάσχετη υποσχετική πλειοδοσία της ένωσης αδελφοποίησης είχε αποδειχτεί ανεπαρκής και ψευδής. Στην πολιτική αυτή αντιδρούσε μεγάλο μέρος της βορειοηπειρωτικής κοινωνίας, αλλά πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτιζαν οι γυναίκες, καθώς ήταν δύσκολο να ασκηθεί εις βάρος τους ωμή και μαζική βία σε δημόσιους χώρους.
Δύο χρόνια αργότερα, στα μέσα του 1947, η είδηση ότι η Διερευνητική Επιτροπή του ΟΗΕ για τη μεθοριακή ένταση μεταξύ των δύο χωρών, Ελλάδας και Αλβανίας, θα περιόδευε στις ελληνόφωνες περιοχές του Αργυροκάστρου και των Αγίων Σαράντα αναβίωσε την ελπίδα για νέα προσέγγιση και επίλυση του βορειοηπειρωτικού, τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για αυτοδιάθεση και ένωση της περιοχής με την Ελλάδα. Διακινήθηκαν φήμες ότι η Επιτροπή μετέβαινε για την οριστική μεθοριακή κατανομή της Νότιας Αλβανίας. Στη Δρόπολη, στα Ριζά και στο Λιμπόχοβο παρατηρήθηκαν αποσχιστικές κινήσεις, ενώ στην Κορυτσά και στο Λεσκοβίκι πρωταγωνιστούσαν γυναίκες, οι οποίες προτίθεντο να παραταχθούν ενώπιον της επιτροπής και να εκδηλώσουν ανοιχτά τη δυσαρέσκειά τους για την εθνική και οικονομική πολιτική του αλβανικού κράτους.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1949, στο Χλωμό και στη Σωπική του Πωγωνίου, δύο χωριά με ακατάβλητο το εθνικό φρόνημα, ο τοπικός πληθυσμός οργανώθηκε και διαμαρτυρήθηκε για την ασκούμενη τρομοκρατία εις βάρος του ελληνικού στοιχείου και ζήτησε η περιοχή να ενωθεί με την Ελλάδα. Την τελευταία στιγμή η κρατική ασφάλεια διέβρωσε τη συνοχή του κινήματος και φυλάκισε τους διοργανωτές, μεταξύ των οποίων και γυναίκες.
Την 1η Ιουλίου του 1946 άρχισε σε δημόσια ακρόαση η πολύκροτη δίκη των 19 ελλήνων βορειοηπειρωτών στο στρατοδικείο της περιφέρειας Αργυροκάστρου, οι οποίοι κατηγορούντο για «κατασκοπεία εις βάρος της Αλβανίας και έσχατη προδοσία, για εχθρικές ενέργειες κατά της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας και της λαϊκής εξουσίας».
Κατά την δίκη, η οποία προκαλούσε ευρύτερους πολιτικούς και κοινωνικούς κραδασμούς, παρ’ όλο τον ασφυκτικό εξαναγκασμό και τους εθνικούς διωγμούς, θεωρώντας τους έλληνες βορειοηπειρώτες εθνικόφρονες «πολιτικά εξαμβλώματα» που μίαιναν την κομμουνιστική κοινωνία, 40 γυναίκες από τη Δρόπολη οι οποίες παρακολουθούσαν τη διαδικασία, αντέδρασαν σθεναρά υπέρ της αθωότητας των κατηγορουμένων και, κατά την επίσκεψη του σοβιετικού προξένου στο Αργυρόκαστρο, κλιμάκιο Βορειοηπειρωτών, μεταξύ των οποίων και γυναίκες, διαμαρτυρήθηκαν για τη μεταχείριση των κρατουμένων και ζήτησαν την μεσιτεία του για την άμεση αποφυλάκισή τους.
Την ίδια περίοδο, όταν συνελήφθη το ηγετικό στέλεχος της ελληνικής μειονότητας στη Λεσνίτσα, Χαράλαμπος Παπάς (ο οποίος εξοντώθηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες), σύμπασα η μικρή κοινωνία του χωριού, πρωτοστατούντων των γυναικών, συλλυπήθηκαν την οικογένεια στο σαρανταλείτουργο κι εξέφρασαν τη δημόσια αντίθεσή τους για τη βίαιη προσαγωγή του στα κρατητήρια. Όταν οι κομμουνιστικές αρχές παρατήρησαν ότι υπήρχε έντονη αντίδραση από την κοινωνία, μετέτρεψαν τις δημόσιες ακροάσεις σε συνεδριάσεις κεκλεισμένων των θυρών.
Οι διαμαρτυρίες των Βορειοηπειρωτισσών, τόσο πολιτικού όσο και οικονομικού χαρακτήρα, συνεχίστηκαν.
Την 31η Δεκεμβρίου του 1949 με εντολή των τοπικών αρχών Αργυροκάστρου εστάλησαν στα λιβάδια των Ριζών 200 πρόβατα του γεωργικού συνεταιρισμού για διαχείμαση, εις βάρος των οικογενειακών οικοκυριών. Η ενέργεια αυτή θεωρήθηκε προκλητική, αφού τα λιβάδια της περιοχής δεν επαρκούσαν για τόσο μεγάλο αριθμό ζωντανών, πυροδοτώντας τη μαζική αντίδραση του χωριού της Γλύνας και των Ριζών με πρωτεργάτες και πάλι γυναίκες, οι οποίες αντιπαρατάχθηκαν σύσσωμα μπροστά στις δυνάμεις της ασφάλειας, διαμαρτυρόμενες και απωθώντας με θάρρος τα φερόμενα ζωντανά.
Οι βίαιες αντεγκλήσεις και οι συγκρούσεις με τους άντρες της αστυνομίας και τον στρατό στη Γλύνα προσέλαβαν πολιτικές διαστάσεις, υπό την αιγίδα των Θεοδωρή Κυρίτση και Κώτσο Πάσκου. Βραδύτερα κατέφτασαν ενισχυμένες αστυνομικές δυνάμεις, για να καταστείλουν την εξέγερση συνέλαβαν όλους τους άντρες του χωριού, εξόρισαν έξι οικογένειες και, αφού επιχειρήθηκε κάποια διαφοροποίηση, κρατήθηκαν οι κύριοι υποκινητές, συνολικά 13 άτομα μεταξύ των οποίων και γυναίκες, οι οποίες θεωρήθηκαν οι βασικές υποκινήτριες της αντίδρασης.
Στη Γλύνα, ιδίως, οι εξεγερθέντες διαμαρτυρήθηκαν κατά της κομμουνιστικής διακυβέρνησης, της καταπάτησης του αισθήματος δικαίου και των κρατικών θεσπισμάτων που αφορούσαν τους ληστρικούς φόρους και της πολιτικής του καθεστώτος για τη συλλογή των σιτηρών. Οι γυναίκες άρθρωσαν πολιτικό λόγο και κατηγόρησαν τη στυγνή συμπεριφορά του ίδιου του Ενβέρ Χότζα. Με τις εξαγριωμένες γυναίκες συσσωματώθηκαν και οι κομμουνιστές της περιοχής και αυτό προκαλούσε ανησυχία. Η Γλύνα, αναφερόταν στη σχετική έκθεση των τοπικών κομμουνιστικών αρχών, ανέκαθεν υπήρξε προπύργιο της ελληνικής αντίδρασης οι κάτοικοι της περιοχής ζητούσαν επίμονα την ένωση με την Ελλάδα. Τα όμορα χωριά δεν καταδίκασαν τη στασίαση και αυτό μπορούσε να ερμηνευθεί ως στάση σιωπηρής αλληλεγγύης.
Την 8η Ιανουαρίου του 1950 το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας εξέτασε αποκλειστικά την κατάσταση στην ελληνική μειονότητα, με αφορμή τις ταραχές της Γλύνας. Στα τελικά πορίσματα αναφερόταν ότι η αντιμετώπιση των γυναικείων κινητοποιήσεων ήταν μεν δύσκολη, αλλά ουδαμώς τα όργανα της τάξης μπορούσαν να αφήσουν ατιμώρητες τις ταραξίες γυναίκες, οι οποίες μισούσαν θανάσιμα τη Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας και το κομμουνιστικό της καθεστώς. Καταδικάστηκαν οι αθρόες προσαγωγές και ο αυταρχισμός των δυνάμεων καταστολής, καθώς θεωρήθηκε υπερβολική η σύλληψη 29 ανδρών.
Πονοκέφαλο συνιστούσαν οι αυτομολήσεις γυναικών, κυρίως όσων είχαν συζύγους και παιδιά στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ. Οι αρχές ασφαλείας παρακολουθούσαν διακριτικά την αλληλογραφία των γυναικών με τους συζύγους τους, τις οποίες στη συνέχεια καλούσαν προς συνετισμό στα αστυνομικά τμήματα, ενώ η κομματική επιτροπή Αργυροκάστρου με συνεχείς παραινέσεις προς την εφημερίδα Λαϊκό Βήμα καλούσε τους δημοσιογράφους του να δημοσιεύσουν «επιστολές» μεταναστών από την Αμερική που περιέγραφαν «τις κακουχίες και την καπιταλιστική ανέχεια». Η όλη προσπάθεια δεν ήταν πειστική αλλά ούτε μπορούσε να ανακόψει το κύμα αποδράσεων, το οποίο συνέχισε έως το τέλος του καθεστώτος και κορυφώθηκε το 1992.
Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των Βορειοηπειρωτισσών είχαν αποχωριστεί τους οικείους τους (συζύγους, παιδιά και κόρες) στο εξωτερικό και ζούσαν έναν δαρβινικό κοινωνικό εφιάλτη κάτω από την απηνή συγκράτηση του κομμουνιστικού κράτους για τον επιούσιο άφηνε προκλητικά αδιάφορους τους παρασιτικούς τιτλούχους του αλβανικού καθεστώτος.
Από το Πωγώνι, π.χ. μόνο τον Γενάρη του 1949 είχαν αποδράσει 15 άτομα και η συρροή έβαινε κλιμακούμενη, μεταξύ των οποίων και 9 γυναίκες από το Χλωμό, 2 κομμουνιστές από το Σελλειό και μία γυναίκα από τη Γράψη. Υπήρχαν και οργανωμένες αποδράσεις γυναικών. Οι οικογένειες των δραπετών κηρύσσονταν εχθρικές προς το καθεστώς και εκτοπίζονταν στην ενδοχώρα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, το ήμισυ των πολιτικών εγκλείστων στην Αλβανία κατηγορούντο για απόπειρα διαφυγής από τη χώρα.
Η αντίδραση των βορειοηπειρωτισσών γυναικών προκάλεσε το μένος του καθεστώτος.
Από το 1949 η αλβανική ασφάλεια αποφάσισε με υπερβολική επίδειξη τραχύτητας και ωμότητας να αντιδράσει ανοιχτά και χωρίς να τηρεί τους τύπους προς παραδειγματισμό των υπολοίπων, μη διστάζοντας να συλλάβει, να εξαφανίσει, να φυλακίσει και να εξορίσει γυναίκες από τη Βόρειο Ήπειρο, μάλιστα υπέργηρους και έγκυες.
Το καλοκαίρι του 1945 επίλεκτοι άντρες της πολιτοφυλακής συνέλαβαν την έγκυο νεαρή γυναίκα Αγγελική Πύλιου από το Λαζάτι, η οποία στη συνέχεια γέννησε στη φυλακή. Η αλβανική ασφάλεια κράτησε περιορισμένη τη μητέρα, υποβαλλομένη σε κτηνώδη βασανιστήρια και συνθήκες σκληρής κράτησης, θανάτωσε την εξάμηνη κόρη της, αφού πρώτα την είχε φυγαδεύσει σε ορφανοτροφείο στη Σκόδρα.
Την 7η Μαΐου του 1949, οι άνδρες της αλβανικής ασφάλειας συνέλαβαν την Ουρανία Σιλίρα από την Σοπική Πωγωνίου, η οποία κρατήθηκε προφυλακισμένη για 6 μήνες υπό το κράτος των βασανιστηρίων. Σε δίκη σε δημόσια συνεδρίαση, τον Οκτώβριο του 1949, η Ουρανία Σιλίρα 57 ετών, αναλφάβητη, μητέρα 13 παιδιών, κατηγορήθηκε για κατασκοπεία υπέρ της Ελλάδας (!), για παροχή απόρρητων πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών πληροφοριών, για κατά συρροή παράνομη διέλευση των συνόρων, για υποκίνηση μαζικών αυτομολιών Βορειοηπειρωτών, για παροχή ασύλου και διευκολύνσεων μελών του βορειοηπειρωτικού συλλόγου Ιωαννίνων κ.λπ. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η Ουρανία Σιλίρα και κατά τη διάρκεια της Κατοχής διέσχισε παράνομα τη μεθόριο, διενεργούσε παραεμπόριο και παρείχε απόρρητες πληροφορίες ευαίσθητου χαρακτήρα στις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες, ενώ στη συνέχεια, με την πρόφαση της διενέργειας λαθρεμπορίου, διατηρούσε επαφές με αντιδραστικούς κύκλους των Ιωαννίνων, εγκληματίες και πολιτικούς πρόσφυγες, όπως τον Λάμπη Σιλίρα κ.ά. Η άπορη και αναλφάβητη γυναίκα, μητέρα 13 παιδιών, καταδικάστηκε σε 15ετή ειρκτή.
Την ίδιο περίοδο, τον Αυγούστου του 1949, η ασφάλεια των Αγίων Σαράντα συνέλαβε με εμφανή επίδειξη βίας την 70χρονη υπέργηρη γυναίκα Γιαννούλα Καραγιάννη, αναλφάβητη και αυτή, από τη Δίβρη των Ριζών Δελβίνου, η οποία κρατήθηκε επίσης 7 μήνες προφυλακισμένη και υποκείμενη σε διάφορες κακοποιήσεις, ψυχικές και σωματικές ταλαιπωρίες. Η Καραγιάννη κατηγορήθηκε ότι υποκίνησε τους ανήλικους Κώστα Ντάλα και Σταύρο Καΐση, διαμηνύοντάς τους ότι μόνο στην Ελλάδα θα γίνουν άνθρωποι. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και της προανάκρισης η 70χρονη ηλικιωμένη χαρακτηρίστηκε δόλια, πανούργα και άκρως επικίνδυνη (!).
Τον Μάρτιο του 1955 συνελήφθη η Σάνα Τσίπα από το Χλωμό Πωγωνίου, 35 ετών, η οποία έναν χρόνο πριν είχε αποπειραθεί να διαφύγει από τη χώρα και συνελήφθη επ’ αυτοφόρω, αναλφάβητη. Κατηγορήθηκε για απόπειρα παράνομης διαφυγής από τη χώρα, για λαθρεμπόριο χρυσού και παραεμπόριο. Το 1944, με την άμεση συνδρομή της, είχε δραπετεύσει ο γιος της Αλέκος Τσίπας, ο οποίος ζούσε στην Αμερική. Κατά τη σύλληψη της, οι δυνάμεις ασφαλείας τής κατάσχεσαν και δύο χρυσές λίρες. Το παραεμπόριο αφορούσε την πώληση παρανόμως ενός όνου!
Τον Ιούνιο του 1955 συνελήφθη η Φρόσω Μπάσιο από τη Σωτήρα, 70 ετών και μετά από 4 μήνες κράτησης της απαγγέλθηκαν κατηγορίες για αντικαθεστωτική προπαγάνδα και απόπειρα παράνομης διαφυγής από τη χώρα, εμπλέκοντας και την κόρη της Ελένη Μπέλου, η οποία διέσχιζε τα σύνορα με διάφορες αποστολές. Η Φρόσω αποπειράθηκε να διαφύγει στην Ελλάδα ως ενδιάμεσο σταθμό και από εκεί στην Τουρκία, όπου ζούσε η κόρη της από τον πρώτο της γάμο.
Η γυναικεία αντίδραση των Βορειοηπειρωτισσών εντασσόταν στη γενικότερη υφέρπουσα αντίσταση του βορειοηπειρωτικού πληθυσμού, στην υποκαίουσα αγάπη για το έθνος, αλλά αφορούσε πρωτίστως το προσωπικό τους δράμα για επιβίωση σε συνθήκες αποχωρισμού από τους συζύγους και τα παιδιά τους. Από την άλλη, μία μεγάλη κατηγορία αλβανών κομματικών τιτλούχων, κυβερνητικών παραγόντων και διανοούμενων, κυρίως ασφαλιτών, θεωρούσαν την αντίδραση αυτή ενοχλητική και προκλητική. Η γενικότερη ολέθρια πολιτική της αποκοπής και της απομόνωσης της ελληνικής εθνικής μειονότητας από τον υπόλοιπο εθνικό κορμό και η αντιμετώπισή της από το αλβανικό κράτος ως μία αυθύπαρκτη και αυτοφυής κοινότητα, στοχεύοντας στην υποβόσκουσα φαλκίδευση της ιστορικής παρουσίας και της πολιτισμικής δημιουργίας των Ελλήνων της περιοχής, την απέτρεπε από κάθε εθνολογική αξίωση και εθνική ολοκλήρωση και τη διατηρούσε σε διαρκή παρακμή και σε αργό θάνατο.
Η γονιμοποίηση του πνευματικού εθνισμού και του ελληνισμού, -που επιχείρησε να επιβάλλει ανεπιτυχώς το κομμουνιστικό καθεστώς ως κυριαρχούσα πολιτική εφαρμογή – ο οποίος είχε ιστορία τριών χιλιάδων χρόνων, με καθαρά ιδεολογικό μπολσεβικικό περιεχόμενο, έμοιαζε ευτράπελη. Η έντονη συνθηματολογία για την υπεροχή της κομμουνιστικής ιδεολογίας και της σοσιαλιστικής ευμάρειας ήταν ξένη προς την οικογενειοκρατία και τα προαιώνια ηθικά και πνευματικά χαρίσματα των Ελλήνων, τα οποία κοινωνούσαν κυρίως οι βορειοηπειρώτισσες μάνες. Παρ’ όλη τη συστηματική προσπάθεια διάβρωσης της ενότητάς της, της συνειδησιακής αλβανοποίησης, του ηθικού εξανδραποδισμού και της επιβολής πολιτικής δουλείας, η συλλογική αλληλεγγύη της πυρηνικής βορειοηπειρωτικής οικογένειας παρέμεινε ακλόνητη, ο βορειοηπειρωτικός εθνισμός και πολιτισμός ανεμβολίαστος και η διαφορά με τον αλβανικό εθνισμό υπήρξε ορατή έως το τέλος.
Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ / literatus.gr
GEOPOLITICO
Τουρκική οπλική υποστήριξη
Το σχέδιο TRIPP, οι νέες σιδηροδρομικές και ενεργειακές συνδέσεις, οι στρατηγικές επαφές στην Τεχεράνη και οι καταγγελίες από το Αζερμπαϊτζάν για τον πυρηνικό σταθμό Μετσαμόρ κυριάρχησαν στο δελτίο «Η φωνή της Αρμενίας», με τη Λιάνα Μανουκιάν.
Η Αρμενία προσβλέπει στο άνοιγμα των συνόρων με την Τουρκία και στην αποκατάσταση των σιδηροδρομικών συνδέσεων με την Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν, ενώ παράλληλα ενισχύει τον διάλογο με το Ιράν για τις μεταφορές, την ενέργεια και την περιφερειακή ασφάλεια. Την ίδια στιγμή, οι αντιπαραθέσεις με το Μπακού παραμένουν ενεργές, με νέο σημείο αιχμής τον πυρηνικό σταθμό Μετσαμόρ.
Αυτή την εικόνα μετέφερε το δελτίο της δημόσιας ραδιοφωνίας της Αρμενίας, παρουσιάζοντας τις διπλωματικές κινήσεις του Ερεβάν και τις εξελίξεις γύρω από τις υποδομές που μπορούν να μεταβάλουν τον οικονομικό χάρτη του Νοτίου Καυκάσου.
Πασινιάν: Προσδοκίες για ανοιχτά σύνορα και νέες διασυνδέσεις
Μιλώντας στο Αρμενοβρετανικό Επιχειρηματικό Φόρουμ στο Ερεβάν, ο πρωθυπουργός Νικόλ Πασινιάν δήλωσε ότι αναμένει, στο άμεσο μέλλον και παράλληλα με την ανάπτυξη του έργου TRIPP, το άνοιγμα των αρμενοτουρκικών συνόρων και την έναρξη σιδηροδρομικών συνδέσεων Αρμενίας–Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας–Τουρκίας.
Οι δηλώσεις εκφράζουν τις προσδοκίες της αρμενικής κυβέρνησης, χωρίς στο δελτίο να αναφέρεται συγκεκριμένη ημερομηνία έναρξης λειτουργίας των συνδέσεων.
Ο Πασινιάν αναφέρθηκε επίσης στην προοπτική σιδηροδρομικής σύνδεσης του Περσικού Κόλπου με τη Μαύρη Θάλασσα, ως αποτέλεσμα της ευρύτερης άρσης των μεταφορικών αποκλεισμών. Παρουσίασε έναν σχεδιασμό που περιλαμβάνει οδικές αρτηρίες, ενεργειακές υποδομές και δίκτυα επικοινωνιών, στο πλαίσιο της αρμενικής πρωτοβουλίας «Σταυροδρόμι Ειρήνης».
Σύμφωνα με όσα μετέδωσε το δελτίο, εξετάζονται δυνατότητες κατασκευής πετρελαιαγωγού και αγωγού φυσικού αερίου, ενώ πραγματοποιούνται συζητήσεις για γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Ο Αρμένιος πρωθυπουργός υπογράμμισε και τη σημασία των καλωδίων επικοινωνιών, συνδέοντας τις υποδομές με τις νέες επενδυτικές ευκαιρίες.
Επαφές στην Τεχεράνη για το TRIPP και την περιφερειακή ασφάλεια
Στην Τεχεράνη, ο υπουργός Εξωτερικών της Αρμενίας, Αραράτ Μιρζογιάν, έγινε δεκτός από τον πρόεδρο του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση που παρουσιάστηκε στο δελτίο, οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στην πορεία υλοποίησης του TRIPP, στην ανάπτυξη υποδομών για την άρση των αποκλεισμών και σε αμοιβαία επωφελή προγράμματα ενεργειακής συνεργασίας. Συζητήθηκαν επίσης ζητήματα περιφερειακής σταθερότητας και ασφάλειας, καθώς και η συμμετοχή του Ιράν σε υψηλό επίπεδο στην COP17 του Ερεβάν.
Ο Μιρζογιάν συναντήθηκε και με τον πρόεδρο του ιρανικού Κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ. Οι δύο πλευρές υπογράμμισαν τον στρατηγικό χαρακτήρα των αρμενοϊρανικών σχέσεων και τη σημασία της διακοινοβουλευτικής συνεργασίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στις υποδομές που συνδέουν τις δύο χώρες και στην απρόσκοπτη μεταφορά εμπορευμάτων. Ο Αρμένιος υπουργός παρουσίασε τις δυνατότητες ανάπτυξης του σιδηροδρομικού δικτύου που, κατά την αρμενική πλευρά, δημιουργεί η υλοποίηση του TRIPP.
Γέφυρα, ηλεκτρική διασύνδεση και εμπόριο με το Ιράν
Στις συνομιλίες του Μιρζογιάν με τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, εξετάστηκαν η κατασκευή δεύτερης γέφυρας στα αρμενοϊρανικά σύνορα, η ταχεία ολοκλήρωση της τρίτης γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και η απλοποίηση των εμπορευματικών μεταφορών.
Το δελτίο ανέφερε ότι το Ιράν επιβεβαίωσε την υποστήριξή του στην πρωτοβουλία «Σταυροδρόμι Ειρήνης», με έμφαση στην επίλυση των περιφερειακών προβλημάτων μέσω διαπραγματεύσεων.
Παράλληλα, μεταφέρθηκε εκτίμηση ειδικού σε θέματα Ιράν ότι στην ατζέντα της επίσκεψης ενδέχεται να βρίσκονται η στάση του Ερεβάν απέναντι στις αμερικανικές κυρώσεις, ειδικά στον τομέα των αερομεταφορών, και η πιθανή αύξηση των προμηθειών ιρανικού φυσικού αερίου. Πρόκειται για εκτίμηση που παρουσιάστηκε στο δελτίο, χωρίς να αποδίδεται ως επιβεβαιωμένο περιεχόμενο των επίσημων συνομιλιών.
Ενεργειακές συνομιλίες Αρμενίας–Τουρκίας
Στο πεδίο των αρμενοτουρκικών επαφών, ο αρμόδιος υπουργός της Αρμενίας, Νταβίτ Χουντατιάν, υποδέχθηκε αντιπροσωπεία της τουρκικής εταιρείας μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι συζητήσεις αφορούσαν την αποκατάσταση και λειτουργία της γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας Γκιουμρί–Καρς, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξομάλυνσης των σχέσεων των δύο χωρών.
Σύμφωνα με το δελτίο, υπογραμμίστηκε η σημασία της σύνδεσης των ενεργειακών συστημάτων τόσο για τη διμερή όσο και για την περιφερειακή συνεργασία.
Αντιπαράθεση για τον πυρηνικό σταθμό Μετσαμόρ
Ξεχωριστή θέση στο δελτίο είχε η αντιπαράθεση γύρω από τον πυρηνικό σταθμό Μετσαμόρ, ενόψει της COP17 για τη βιοποικιλότητα, που θα πραγματοποιηθεί στο Ερεβάν από τις 19 έως τις 30 Οκτωβρίου 2026.
Το δελτίο χαρακτήρισε τις πρόσφατες παρεμβάσεις από το Αζερμπαϊτζάν ως νέα ενημερωτική εκστρατεία κατά της Αρμενίας. Παρουσίασε δηλώσεις εκπροσώπων αζερικής περιβαλλοντικής οργάνωσης που ζητούν το κλείσιμο του σταθμού, επικαλούμενοι την παλαιότητα του εξοπλισμού και τον κίνδυνο διασυνοριακής ραδιενεργού ρύπανσης σε περίπτωση ατυχήματος.
Οι αιτιάσεις αυτές καταγράφονται ως ισχυρισμοί των συγκεκριμένων εκπροσώπων. Το δελτίο αντιπαρέβαλε τις αναφορές του γενικού διευθυντή του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, Ραφαέλ Γκρόσι, κατά την επίσκεψή του στην Αρμενία το 2022, για τις βελτιώσεις στην ασφάλεια και τη συνέχιση της υποστήριξης του Οργανισμού.
Παρουσιάστηκαν επίσης καταγγελίες από την αζερική πλευρά για το μεταλλευτικό έργο Αμουλσάρ, τη χρήση υπόγειων υδάτων στην κοιλάδα του Αραράτ και τη λίμνη Σεβάν.
Το δελτίο υπενθύμισε ακόμη την απειλή που είχε διατυπώσει εκπρόσωπος του υπουργείου Άμυνας του Αζερμπαϊτζάν τον Ιούλιο του 2020 για πιθανό πλήγμα στον Μετσαμόρ, αναδεικνύοντας το υπόβαθρο ασφαλείας της αντιπαράθεσης.
Τουρκική υποστήριξη στο Αζερμπαϊτζάν στον πόλεμο του Καραμπάχ
Στο τελευταίο θέμα παρουσιάστηκαν δηλώσεις Τούρκου αναλυτή για την υποστήριξη της Άγκυρας προς το Αζερμπαϊτζάν κατά τον πόλεμο στο Καραμπάχ.
Σύμφωνα με όσα του αποδίδει το δελτίο, η Τουρκία μετέφερε πυρομαχικά με μεταφορικά αεροσκάφη από δικές της αποθήκες και από ορισμένες συμμαχικές χώρες. Ο ίδιος υποστήριξε επίσης ότι αφαιρούνταν ηλεκτρονικά συστήματα από τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη για να παραδοθούν στο Αζερμπαϊτζάν.
Οι δηλώσεις παρουσιάζουν, κατά τον συγκεκριμένο αναλυτή, μια τουρκική εμπλοκή που υπερέβαινε την πώληση οπλικών συστημάτων και περιλάμβανε ενεργή υποστήριξη κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.
Αναλύσεις
Η Ινδία πληρώνει με αίμα τη δράση τρομοκρατικών οργανώσεων με έδρα το Πακιστάν
Νεκροί, εκτοπισμένες οικογένειες, πλήγματα στον τουρισμό και διαρκείς ανάγκες στρατιωτικής ετοιμότητας συνθέτουν το κόστος της τρομοκρατίας για την Ινδία. Δημοσίευμα των European Times εξετάζει τη δράση οργανώσεων με έδρα το Πακιστάν ως μηχανισμό παρατεταμένης φθοράς, ο οποίος επιβαρύνει την ασφάλεια, την κοινωνία και την ανάπτυξη της χώρας.
Το αποτύπωμα της τρομοκρατίας στην Ινδία εκτείνεται πολύ πέρα από τον άμεσο απολογισμό κάθε επίθεσης. Αφορά οικογένειες που χάνουν τους ανθρώπους τους, κοινότητες που εγκαταλείπουν τις εστίες τους και τοπικές οικονομίες που βλέπουν την προσπάθεια ανάκαμψης να ανατρέπεται μέσα σε λίγα λεπτά.
Σε δημοσίευμα της 3ης Οκτωβρίου 2026, οι European Times υποστηρίζουν ότι η διασυνοριακή δράση ένοπλων οργανώσεων αποτελεί εργαλείο έμμεσης αντιπαράθεσης του Πακιστάν με την Ινδία. Η βασική θέση του άρθρου είναι ότι οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις επιβάλλουν στο Νέο Δελχί μια διαρκή κατάσταση επιφυλακής, με σωρευτικό ανθρώπινο, στρατιωτικό και οικονομικό κόστος.
Η Ινδία κατηγορεί επί χρόνια το Πακιστάν ότι υποστηρίζει οργανώσεις που πραγματοποιούν επιθέσεις στο έδαφός της. Το Ισλαμαμπάντ απορρίπτει τις κατηγορίες περί στήριξης της ένοπλης βίας στο Κασμίρ και δηλώνει ότι παρέχει πολιτική, διπλωματική και ηθική υποστήριξη στους Κασμιριανούς.
Η δράση οργανώσεων και η καταγγελία περί πολέμου δι’ αντιπροσώπων
Το δημοσίευμα περιγράφει ένα δίκτυο στρατολόγησης, εκπαίδευσης, χρηματοδότησης και διείσδυσης μαχητών μέσω της Γραμμής Ελέγχου στο Κασμίρ. Αποδίδει στις πακιστανικές υπηρεσίες πληροφοριών και σε τμήματα του στρατιωτικού μηχανισμού ρόλο υποστήριξης αυτής της δραστηριότητας.
Οι συγκεκριμένες αναφορές αποτελούν ισχυρισμούς του άρθρου και συνδέονται με τις ευρύτερες ινδικές καταγγελίες για τη διασυνοριακή τρομοκρατία. Χρειάζεται, ωστόσο, διάκριση ανάμεσα στην ευθύνη μιας ένοπλης οργάνωσης για συγκεκριμένη επίθεση και στην τεκμηρίωση κρατικής καθοδήγησης ή συμμετοχής.
Στην επιχειρηματολογία των European Times, η δράση οργανώσεων όπως η Lashkar-e-Taiba και η Jaish-e-Mohammed επιτρέπει τη συντήρηση της έντασης χωρίς διαρκή συμβατική πολεμική αναμέτρηση. Η Ινδία υποχρεώνεται έτσι να διαθέτει δυνάμεις και πόρους για την αντιμετώπιση μιας απειλής που μπορεί να εκδηλωθεί σε στρατιωτικούς στόχους, αστικά κέντρα ή χώρους συγκέντρωσης αμάχων.
Το Παχαλγκάμ και η εύθραυστη ασφάλεια του τουρισμού
Η επίθεση της 22ας Απριλίου 2025 στο Παχαλγκάμ ανέδειξε με δραματικό τρόπο την ευπάθεια των πολιτών και της τοπικής οικονομίας. Ένοπλοι επιτέθηκαν σε επισκέπτες στην κοιλάδα Μπαϊσαράν, σκοτώνοντας 26 ανθρώπους.
Οι ινδικές υπηρεσίες συνδέουν το Μέτωπο Αντίστασης, που εμφανίστηκε να αναλαμβάνει την ευθύνη, με οργανώσεις που έχουν έδρα στο Πακιστάν. Το Ισλαμαμπάντ αρνήθηκε εμπλοκή.
Η σφαγή προκάλεσε νέα κρίση στις διμερείς σχέσεις, με περιορισμούς στις μετακινήσεις και διπλωματικά μέτρα. Παράλληλα, επέφερε άμεσο πλήγμα στον τουρισμό του Κασμίρ: επισκέπτες εγκατέλειψαν την περιοχή και επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με ακυρώσεις.
Για τους κατοίκους που ζουν από ξενοδοχεία, μεταφορές, εστίαση και υπηρεσίες προς τους ταξιδιώτες, μια τρομοκρατική επίθεση μετατρέπεται γρήγορα σε απώλεια εισοδήματος. Το πλήγμα αφορά ολόκληρη την αλυσίδα της τοπικής οικονομίας.
Οι πληγές στις οικογένειες και στις κοινότητες
Οι European Times δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στις κοινωνικές συνέπειες της βίας. Η απώλεια συγγενών, ο φόβος επανάληψης μιας επίθεσης και η αναγκαστική απομάκρυνση από τον τόπο κατοικίας αφήνουν επιπτώσεις που διαρκούν για χρόνια.
Στο Κασμίρ, ο εκτοπισμός των Παντίτ κατά τη δεκαετία του 1990 παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα της διάλυσης κοινοτήτων μέσα σε συνθήκες απειλών και ένοπλης βίας. Η εγκατάλειψη μιας εστίας συνεπάγεται απώλεια περιουσίας, επαγγελματικών δεσμών και καθημερινής επαφής με τον τόπο καταγωγής.
Για τα παιδιά εκτοπισμένων οικογενειών, οι συνέπειες επεκτείνονται στην εκπαίδευση και στις προοπτικές τους. Για τους επιζώντες επιθέσεων, η επιστροφή στην καθημερινότητα μπορεί να συνοδεύεται από επίμονο φόβο και ανάγκη μακροχρόνιας ψυχολογικής υποστήριξης.
Οι δαπάνες ασφαλείας και το κόστος των χαμένων ευκαιριών
Η οικονομική επιβάρυνση έχει πολλές μορφές. Περιλαμβάνει τη φύλαξη συνόρων, τις επιχειρήσεις πληροφοριών, την προστασία εγκαταστάσεων και τη διατήρηση στρατιωτικών δυνάμεων σε ετοιμότητα.
Σε περιόδους κλιμάκωσης προστίθενται οι μετακινήσεις μονάδων, η χρήση εξοπλισμού και πυρομαχικών, καθώς και οι ανάγκες ανεφοδιασμού. Παράλληλα, η αβεβαιότητα επηρεάζει επιχειρηματικές αποφάσεις, εμπορικές δραστηριότητες και τουριστικές ροές.
Το άρθρο παραθέτει υψηλές εκτιμήσεις για το συνολικό οικονομικό κόστος. Χωρίς σαφή παρουσίαση των πρωτογενών μελετών και της μεθοδολογίας τους, όμως, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ασφάλεια πόσο μεγαλύτερη θα ήταν σήμερα η ινδική οικονομία εάν δεν υπήρχαν οι συγκεκριμένες απειλές.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι η δέσμευση πόρων που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε υποδομές, εκπαίδευση και ανάπτυξη, καθώς και η δυσκολία διατήρησης σταθερού οικονομικού περιβάλλοντος σε περιοχές που πλήττονται επανειλημμένα από τη βία.
Μόνιμη απειλή κλιμάκωσης στη Νότια Ασία
Κάθε μεγάλη επίθεση δημιουργεί επίσης κίνδυνο ευρύτερης αντιπαράθεσης ανάμεσα σε δύο πυρηνικές δυνάμεις. Η ανάγκη απόδοσης ευθυνών, η πίεση για στρατιωτική απάντηση και οι αμοιβαίες κατηγορίες περιορίζουν τα περιθώρια διπλωματικής αποκλιμάκωσης.
Η κεντρική προειδοποίηση του δημοσιεύματος αφορά ακριβώς αυτή τη συσσώρευση συνεπειών. Η τρομοκρατία επιβαρύνει την Ινδία με ανθρώπινες απώλειες και ταυτόχρονα συντηρεί την ανασφάλεια που δυσκολεύει την κοινωνική αποκατάσταση και την οικονομική πρόοδο.
Για το Νέο Δελχί, η αντιμετώπιση της απειλής περιλαμβάνει την προστασία των πολιτών, την εξάρθρωση δικτύων και την αποτροπή νέων επιθέσεων. Περιλαμβάνει όμως και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις πληγείσες περιοχές, ώστε οι κάτοικοί τους να μπορούν να εργάζονται, να επενδύουν και να σχεδιάζουν το μέλλον τους.
Διεθνή
Ένοπλος Αζέρος πέρασε στην Αρμενία και πυροβόλησε μητέρα μπροστά στα παιδιά της! Σε πόλη αδελφοποιημένη με τη Νέα Σμύρνη το περιστατικό
Απαγγέλθηκαν συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.
Αρμενικό δικαστήριο διέταξε την προφυλάκιση, για διάστημα δύο μηνών, του Αζέρου στρατιωτικού Νασίμ Ογλού Ραχίμ Μουσάγιεβ, ο οποίος κατηγορείται ότι πέρασε παράνομα στην Αρμενία και πυροβόλησε μια γυναίκα μέσα στο σπίτι της, στον οικισμό Σάκι της επαρχίας Σιουνίκ. Η πόλη απέχει 15 χιλιόμετρα από τα σύνορα και 3 χιλιόμετρα από την πόλη Σισιάν που είναι πόλη αδελφοποιημένη με την Νέα Σμύρνη.
Σε βάρος του Μουσάγιεβ έχουν απαγγελθεί συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.
Δύο από τις κατηγορίες προστέθηκαν την Παρασκευή. Αρχικά, η Γενική Εισαγγελία είχε ανακοινώσει κατηγορίες για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης με τη χρήση όπλου, παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου και παραβίαση του απαραβίαστου της κατοικίας. Η παράνομη διέλευση των συνόρων δεν περιλαμβανόταν αρχικά, παρά το γεγονός ότι το ίδιο το Αζερμπαϊτζάν είχε επιβεβαιώσει πως ο στρατιωτικός είχε περάσει στην Αρμενία.
Την Παρασκευή οι εισαγγελικές αρχές ξεκίνησαν ξεχωριστή ποινική διαδικασία για την παράνομη διέλευση των συνόρων και το λαθρεμπόριο όπλων, η οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με την κύρια υπόθεση.
Σύμφωνα με τις αρμενικές αρχές, ο Μουσάγιεβ πέρασε παράνομα τα σύνορα και εισήλθε σε κατοικία στον οικισμό Σάκι την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου. Όταν έγινε αντιληπτός, άνοιξε πυρ. Η 39χρονη ιδιοκτήτρια του σπιτιού τραυματίστηκε από σφαίρα στο πόδι, μπροστά στα τρία παιδιά της. Η γυναίκα διακομίστηκε αρχικά στο Ιατρικό Κέντρο Σισιάν και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γερεβάν. Η κατάστασή της είναι σταθερή και η ζωή της δεν διατρέχει κίνδυνο.
Κατά τη διάρκεια του περιστατικού τραυματίστηκαν επίσης δύο από τα παιδιά της. Σύμφωνα με το Armenpress, πρόκειται για ένα 15χρονο παιδί, το οποίο υπέστη κάταγμα στον δεξιό καρπό, και ένα 12χρονο, που υπέστη κάκωση μαλακών μορίων. Η κατάσταση της υγείας τους χαρακτηρίζεται ικανοποιητική, ενώ τα παιδιά έλαβαν ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη.
Μετά το περιστατικό, ο Μουσάγιεβ διέφυγε από το σπίτι. Εντοπίστηκε αργότερα σε άλλη διεύθυνση στον ίδιο οικισμό και συνελήφθη. Σύμφωνα με τις τοπικές αρχές, όταν εντοπίστηκε δεν φορούσε στρατιωτική στολή. Οι αστυνομικοί ακολούθησαν ίχνη αίματος που είχε αφήσει πίσω του, καθώς και ο ίδιος είχε τραυματιστεί. Μετά τη σύλληψή του μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο υπό αστυνομική φρουρά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το περιστατικό σημειώθηκε μόλις δύο ημέρες μετά την επίσημη ενημέρωση της αρμενικής πλευράς από την Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας του Αζερμπαϊτζάν. Στις 29 Σεπτεμβρίου, το Μπακού είχε ενημερώσει την Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας της Αρμενίας ότι ένας στρατιώτης είχε εγκαταλείψει τη μονάδα του υπό άγνωστες συνθήκες και ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να είχε περάσει στην Αρμενία.
Μετά την ενημέρωση αυτή, αρμενικές και αζερικές υπηρεσίες ξεκίνησαν επιχειρήσεις για τον εντοπισμό του. Ωστόσο, ο Μουσάγιεβ κατάφερε να φτάσει σε κατοικημένη περιοχή του Σιουνίκ και να εισέλθει σε σπίτι, όπου άνοιξε πυρ εναντίον μιας οικογένειας.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ερωτήματα για το πώς ένας ένοπλος στρατιωτικός, για την παρουσία του οποίου είχε ήδη ενημερωθεί το Γερεβάν, κατάφερε να φτάσει μέχρι κατοικημένη περιοχή χωρίς να εντοπιστεί. Παραμένει επίσης άγνωστο εάν οι κάτοικοι του Σάκι και των γειτονικών κοινοτήτων είχαν ενημερωθεί για την πιθανή παρουσία ένοπλου Αζέρου στρατιωτικού στην περιοχή.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην Αρμενία. Την Παρασκευή, η νεολαία της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας (ARF) πραγματοποίησε συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το κτίριο της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας στο Γερεβάν. Οι διαδηλωτές ζήτησαν να μην παραδοθεί ο Μουσάγιεβ στο Αζερμπαϊτζάν χωρίς όρους και προϋποθέσεις και να εξεταστεί το ενδεχόμενο ανταλλαγής του με Αρμένιους που κρατούνται στο Αζερμπαϊτζάν.
Η Γενική Εισαγγελία του Αζερμπαϊτζάν ανακοίνωσε το βράδυ της Πέμπτης ότι ξεκίνησε δική της ποινική έρευνα σχετικά με την παράνομη είσοδο του στρατιωτικού στην Αρμενία. Το υπουργείο Άμυνας του Αζερμπαϊτζάν, ωστόσο, δεν έχει μέχρι στιγμής προβεί σε επίσημη δήλωση για την υπόθεση.
Το περιστατικό θυμίζει ανάλογη υπόθεση που σημειώθηκε στο Σιουνίκ τον Απρίλιο του 2023, όταν δύο Αζέροι στρατιωτικοί εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και πέρασαν στην Αρμενία. Ο ένας, ο Χουσεΐν Αχούντοφ, καταδικάστηκε αργότερα σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία Αρμένιου φρουρού ασφαλείας, ενώ ο δεύτερος καταδικάστηκε σε 11 χρόνια φυλάκισης. Τον Δεκέμβριο του 2023, και οι δύο επέστρεψαν στο Αζερμπαϊτζάν στο πλαίσιο ανταλλαγής κρατουμένων, κατά την οποία το Μπακού απελευθέρωσε 32 Αρμένιους κρατουμένους.
Πηγή: Εφημερίδα Αζάτ Ορ
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας