Ακολουθήστε μας

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ

Νέο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά τα τα 200 χρόνια από την Επανάσταση: 1821-2021: Ρέκβιεμ ή Αναγέννηση

Δημοσιεύτηκε στις

Ο Γιώργος Καραμπελιάς για το 1821: Ρέκβιεμ ή Αναγέννηση

Απόσπασμα από την Εισαγωγή  του βιβλίου του  του Γιώργου Καραμπελιά,  που κυκλοφορεί

Το βιβλίο αναπτύσσεται σε δύο μέρη: Το πρώτο και εκτενέστερο, «Η Μεγάλη Ιδέα», αφορά στην περιγραφή της μακράς ελληνικής επανάστασης εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας που αρχίζει από το 1821 και ολοκληρώνεται στα 1919-1920. Τότε φάνηκε προς στιγμήν πως αυτή η μακρά επανάσταση –η Μεγάλη Ιδέα– θα γνώριζε ένα αίσιο τέλος αλλά, σχεδόν ταυτόχρονα, το 1922, θα καταλήξει στη μεγάλη διάψευση.

Το δεύτερο μέρος, ο «Εμφυλιακός Ιδεασμός», αφορά στην περίοδο 1922-2021 όταν ο λίγο πολύ σταθεροποιημένος γεωγραφικά ελληνισμός δοκιμάζει να βρει τη θέση του στον κόσμο των εθνών και της παγκοσμιοποίησης και, μετά από ποικίλες και κάποτε δραματικές ιστορικές περιπέτειες, κάτω από τον αστερισμό αλλεπάλληλων εμφυλίων διαμαχών, θα βρεθεί και πάλι μετέωρος – απέναντι στον ίδιο αντίπαλο που τον απειλεί πλέον με την ακύρωση των επαναστατικών κατακτήσεων της περιόδου 1821-1920.

*****

Το πρώτο, εισαγωγικού χαρακτήρα, κεφάλαιο αναφέρεται στη γένεση και τη διαδρομή του νεώτερου ελληνισμού από τη μάχη του Ματζικέρτ και την Άλωση του 1204 μέχρι το 1821. Αρχικώς, κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, η ταυτόχρονη πίεση της Ανατολής (των τουρκικών φύλων) και της σταυροφορικής Δύσης, με την παράλληλη ανάδειξη του σερβικού, βουλγαρικού και αρμενικού πρωτοεθνικισμού, θα μετασχηματίσουν τον άλλοτε οικουμενικό βυζαντινό ελληνισμό στον νεώτερο εθνοκρατικό. Ο νεώτερος ελληνισμός θα υποταχθεί και θα γνωρίσει αρχικώς τρεις αιώνες μιας ζοφερής και καταθλιπτικής τουρκικής κυριαρχίας.

Ωστόσο, μετά τον 18ο αιώνα, η προϊούσα οθωμανική παρακμή θα συνδυαστεί με το ισχυρό ρεύμα της αρχόμενης ελληνικής Αναγέννησης, κατά την οποία θα διαμορφωθούν και οι προϋποθέσεις της Επανάστασης του 1821 – οικονομικές, πνευματικές, στρατιωτικές και πολιτικές. Με την οικονομική και πνευματική εκτίναξη, από τον Ευγένιο Βούλγαρι στον Κοσμά τον Αιτωλό και τον Αδαμάντιο Κοραή· με τη συμβολή της ορθόδοξης Εκκλησίας και των κοινοτήτων, των Φαναριωτών και της Επτανήσου Πολιτείας· με τη συγκρότηση των πολεμικών συσσωματώσεων, την κλεφτουριά, το Σούλι, τη Μάνη· με τον Ρήγα Βελεστινλή και τα Ορλωφικά, προετοιμάζεται η μεγάλη επαναστατική εξόρμηση του ’21.

Το δεύτερο κεφάλαιο αποτελεί μία περιγραφή των γεγονότων της Επανάστασης μέσα από την επικέντρωση σε τρεις μεγάλες μορφές της –οι οποίες εκφράζουν και τις κυριότερες τάσεις της–, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Ιωάννη Καποδίστρια. Και μόνο οι εσωτερικές αδυναμίες της Επανάστασης και η έλλειψη μιας ενιαίας ηγεσίας θα εμποδίσουν την ολοκλήρωση των στόχων της, δηλαδή την ανασύσταση του ελληνικού κράτους του ύστερου Βυζαντίου («πάλι με χρόνους με καιρούς…»). Ωστόσο, με «αγώνες και θυσίες ακαταλογίστους», θα δημιουργηθεί ένα μικρό πρώτο ελληνικό κράτος, έστω και υπό ξένη κηδεμονία.

Το τρίτο κεφάλαιο, η «Μεγάλη Ιδέα, 1830-1909», επιχειρεί να φωτίσει τους αγώνες και τις αγωνίες του αλύτρωτου ελληνισμού, από την Κρήτη έως τη Μακεδονία, και τις προσπάθειες να αναδειχθεί το λιλιπούτειο ελληνικό κράτος στον πυρήνα της εθνικής ολοκλήρωσης, απέναντι στις σειρήνες ενός ανερμάτιστου ελληνο-οθωμανικού οικουμενισμού. Η διαρκής, μετά το 1830, Κρητική Επανάσταση και εν συνεχεία οι επαναστάσεις στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και ο Μακεδονικός Αγώνας θα ανατροφοδοτούν αδιάκοπα τη Μεγάλη Ιδέα, από τον Βαλαωρίτη έως τον Αχιλλέα Παράσχο, από τον Παπαρρηγόπουλο έως τον Παλαμά, από τον Ιωάννη Κωλέττη έως τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο. Το δε ελληνικό κράτος – που είχε ήδη συμπεριλάβει τα Επτάνησα, την Άρτα και τη Θεσσαλία – θα μεταβληθεί, από τη δεκαετία του 1880, σε επίκεντρο του ελληνισμού της διασποράς, εκ παραλλήλου με την Κωνσταντινούπολη. Η πτώχευση και ο πόλεμος του 1897 θα καταδείξουν την ανάγκη μιας μεγάλης και βαθιάς πολιτικής αλλαγής που θα εναρμόνιζε το πολιτικό σύστημα με τις νέες γεωπολιτικές και εθνικές πραγματικότητες.

Το τέταρτο κεφάλαιο, «1909-1922-Φως και σκοτάδι», επικεντρώνεται στην τελευταία φάση της μακράς ελληνικής Επανάστασης, με αφετηρία πλέον τη δυναμική του ελληνικού κράτους: Από τη μεγάλη εσωτερική ανασυγκρότηση, 1909-1912, την οποία θα ανοίξει η επανάσταση του 1909 και η έλευση του Βενιζέλου ως εκπρόσωπου του αλύτρωτου ελληνισμού, μέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και την αδόκητη διχαστική κατάρρευση, κατέναντι στο όραμα της ολοκλήρωσης στην Ιωνία και την Κωνσταντινούπολη. Το ελληνικό έθνος, ως έθνος-κράτος, τριπλασιάστηκε μεν σε σχέση με εκείνο του 1830 απώλεσε όμως την ιστορική του πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, και την ελληνική Ιωνία.

*****

Το δεύτερο μέρος, Ο εμφυλιακός ιδεασμός, αφορά στη διαδρομή του έθνους ως κράτους και την προσπάθεια ενοποίησης του ελληνικού παλίμψηστου, διαρκώς ανολοκλήρωτη, καθώς κυρίαρχη παρέμεινε η εμφύλια διαμάχη.

Κατά την περίοδο 1922-1940, θα επιχειρηθεί, σε μια κυριολεκτικά υπεράνθρωπη προσπάθεια, να ενσωματωθεί ο ευρύτερος ελληνισμός, που είχε ξεριζωθεί από τις πατρίδες του, και όχι μόνο ως προσφυγικοί πληθυσμοί αλλά και οικονομικά και πολιτισμικά: με τη διεύρυνση του ελλαδισμού στα όρια του ελληνισμού, αλλά και του ευρωπαϊκού πολιτισμού συνολικότερα, όπως θα το εκφράσει κατ’ εξοχήν η γενιά του ’30.

Στη περίοδο 1940-1949, η μεγάλη εθνική ανάταση του «Όχι» και οι ανείπωτοι ηρωισμοί της Αντίστασης, παρά τις καταστροφές και τις εκατόμβες των νεκρών, θα μπορούσαν να αποτελέσουν το προοίμιο μιας μεγάλης λαϊκής δημοκρατικής επανάστασης. Εντούτοις, η χώρα θα οδηγηθεί σε ένα τραγικό και αιματηρό εμφύλιο αδιέξοδο, εξ αιτίας της αγγλικής παρέμβασης, της σμικρότητας και της αντιδημοκρατικότητας της ηγεσίας του αντιστασιακού κινήματος και, εν τέλει, της δυναμικής του πλανητικού ψυχρού πολέμου, ο οποίος θα εγκαινιαστεί στην Ελλάδα. Έτσι, ο παλιός διχασμός που κατέστρεψε το όραμα της Ιωνίας θα αναβιώσει ως εμφύλια σύγκρουση και θα μείνει ανολοκλήρωτη και η προσπάθεια συγχώνευσης των προσφυγικών και των εγχώριων πληθυσμών.

Κατά την περίοδο 1949-1974, ο ελληνισμός, έχοντας απωλέσει μεγάλο μέρος των κατακτήσεων της περιόδου 1922-1940 και αφού κατεστράφη εν πολλοίς η γενιά της Αντίστασης, σε μια περίοδο καταθλιπτικής εξωτερικής εξάρτησης, θα αρχίσει εν τούτοις μια νέα επίπονη εκσυγχρονιστική προσπάθεια και παράλληλα θα δοκιμάσει να εντάξει στο ελληνικό κράτος τον κυπριακό ελληνισμό. Και παρά την ταχύτατη οικονομική ανάπτυξη και την πολιτική, πολιτιστική και πνευματική άνθηση της δεκαετίας του 1960, αυτές οι κατακτήσεις θα παραμένουν υπονομευμένες από τη μόνιμη παρουσία του εμφυλιοπολεμικού κράτους και την ξένη εξάρτηση, με συνέπεια να ακολουθήσει η μεγάλη οπισθοχώρηση της δικτατορίας 1967-1974 που δεν θα καταστρέψει μόνο τον κυπριακό ελληνισμό αλλά θα επιφέρει και μια μεγάλη πολιτιστική οπισθοδρόμηση.

Στη μακρά μεταπολιτευτική περίοδο (1974-2019) διακρίνουμε τρεις διακριτές στιγμές. Στην πρώτη (1974-1989), θα πραγματοποιηθούν πολλές πολιτικές, θεσμικές, κοινωνικές και πολιτισμικές μεταρρυθμίσεις που θα αλλάξουν ριζικά την όψη της χώρας, παρά τις όποιες αρνητικές παραμέτρους τους. Στη δεύτερη φάση (1989-2009), όταν και ενισχύονται οι δεσμοί με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου θα συνδυαστεί με αυξημένο δανεισμό, διόγκωση των ελλειμμάτων και εξάρτηση από τους εισαγόμενους πόρους. Παράλληλα, η εμφύλια διαμάχη θα εκφραστεί ως αντίθεση ανάμεσα στον εθνομηδενισμό των ελίτ, που προκρίνουν την οριστική εγκατάλειψη του εθνικού «κελύφους», και στο λαϊκό σώμα που παραμένει συνδεδεμένο, έστω και αταβιστικά, με την εθνική ταυτότητα και ιδιοπροσωπία. Στην τρίτη φάση (2009-2019), το μεταπολιτευτικό μοντέλο καταρρέει με διαστάσεις κυριολεκτικά αποκαλυψιακές, που προσομοιάζουν με τις συνέπειες ενός πραγματικού πολέμου. Στη διάρκεια αυτής της σαρωτικής κρίσης, θα καταδειχθεί το πλήρες αδιέξοδο στο οποίο είχε οδηγηθεί η μεταπολίτευση και η παρασιτική ενσωμάτωση στην Ε.Ε., καθώς καμία κοινωνική δύναμη δεν διέθετε τη δυνατότητα να προσφέρει μια συνεκτική απάντηση στην κρίση.

Μετά από δέκα χρόνια αδιέξοδης κρίσης, καθώς το 2019, η Τουρκία θα επανεμφανιστεί απειλητική να υπαγορεύει την «επιστροφή» της Ελλάδας σε μια νεο-οθωμανική σφαίρα κυριαρχίας, ακυρώνοντας το επαναστατικό κεκτημένο του ’21, θα μπορέσει άραγε η ελληνική κοινωνία «να ξεφύγει» επιτέλους από μια μεταπολίτευση που είχε μεταβληθεί σε τέλμα και παρακμή; Πλέον, είτε θα ολοκληρώσει αυτό που είχε αφήσει ανολοκλήρωτο το 1821, σε μια ενάρετη σύμπτωση έθνους και κράτους, έστω και συρρικνωμένου, με συμβολική αφετηρία το 2021, στην ύστατη δηλαδή εθνοκρατική περίοδο του ελληνισμού, είτε θα σκορπίσει οριστικά στους ανέμους της ιστορίας.

 

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Σε νέα εποχή η παγκόσμια ναυτιλία! Κίνδυνοι για την ανθρώπινη ζωή και την ασφάλεια των λιμένων – Μπροστά σε κρίσιμη πρόκληση η Ελλάδα

Σε μια εποχή όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις προηγούνται συχνά της θεσμικής και επιχειρησιακής προσαρμογής, η ναυτιλιακή ασφάλεια οφείλει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Του Νίκου Ι. Σπανού, Ναυάρχου Λ.Σ.–ΕΛ.ΑΚΤ. ε.α. – Διεθνούς Πραγματογνώμονα Ναυτιλιακών Θεμάτων

Η παγκόσμια ναυτιλία εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Τα πλοία καλούνται να περιορίσουν δραστικά τις εκπομπές τους, να εγκαταλείψουν σταδιακά τα συμβατικά καύσιμα και να υιοθετήσουν τεχνολογίες φιλικότερες προς το περιβάλλον.

Πίσω όμως από τη μεγάλη υπόσχεση της πράσινης μετάβασης αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα:

Μήπως, στην προσπάθειά μας να προστατεύσουμε το περιβάλλον, δημιουργούμε νέους κινδύνους για την ανθρώπινη ζωή και την ασφάλεια των λιμένων;

Δεν πρόκειται για κινδυνολογία. Πρόκειται για ένα ζήτημα που απασχολεί πλέον σοβαρά τη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα.

Το καύσιμο του μέλλοντος μπορεί να γίνει ο κίνδυνος του παρόντος

Η αμμωνία, η μεθανόλη και το υδρογόνο βρίσκονται στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης της ναυτιλίας.

Κάθε καύσιμο, ωστόσο, παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά επικινδυνότητας.

Η αμμωνία είναι ιδιαίτερα τοξική και μια ανεξέλεγκτη διαρροή μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία. Η μεθανόλη είναι εύφλεκτη και τοξική, ενώ το υδρογόνο απαιτεί εξαιρετικά αυστηρές προδιαγραφές αποθήκευσης και διαχείρισης, λόγω της υψηλής ευφλεκτότητάς του.

Φανταστείτε ένα εμπορικό πλοίο που ανεφοδιάζεται με αμμωνία σε λιμάνι κοντά σε κατοικημένη περιοχή.

Ένα τεχνικό σφάλμα, μια αστοχία σύνδεσης ή η ανεπαρκής εφαρμογή διαδικασιών ασφαλείας θα μπορούσαν, υπό δυσμενείς συνθήκες, να οδηγήσουν σε επικίνδυνη έκλυση αερίου.

Τότε το ζήτημα δεν θα αφορούσε αποκλειστικά το πλήρωμα.

Θα αφορούσε τους χρήστες λιμένων, τις γειτονικές εγκαταστάσεις, τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και ενδεχομένως τον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής.

Ποιος θα αντιμετωπίσει το πρώτο μεγάλο περιστατικό;

Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός επανέφερε στο επίκεντρο την ανάγκη εκπαίδευσης των ναυτικών στα εναλλακτικά καύσιμα και την αποτελεσματική αντιμετώπιση περιστατικών ρύπανσης που συνδέονται με αυτά.

Το μήνυμα είναι ουσιαστικό.

Δεν αρκεί να σχεδιάζουμε πλοία νέας τεχνολογίας. Πρέπει να εξασφαλίζουμε ότι τα πληρώματα και οι λιμενικές υπηρεσίες είναι πραγματικά προετοιμασμένα να διαχειριστούν τους νέους κινδύνους.

Ένα συμβατικό περιστατικό διαρροής πετρελαιοειδών δεν αντιμετωπίζεται με τις ίδιες επιχειρησιακές μεθόδους που απαιτεί μια διαρροή αμμωνίας.

Η αντιμετώπιση προϋποθέτει διαφορετικό εξοπλισμό, ειδική εκπαίδευση, κατάλληλα μέσα ατομικής προστασίας, σχέδια έκτακτης ανάγκης και σαφείς διαδικασίες συνεργασίας μεταξύ εμπλεκόμενων αρχών.

Η Ελλάδα μπροστά σε μια κρίσιμη πρόκληση

Για την Ελλάδα, με τη μεγάλη εμπορική ναυτιλία, τα πολυάριθμα λιμάνια και τη στενή σύνδεση λιμενικών δραστηριοτήτων με αστικές περιοχές, το θέμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Η προετοιμασία δεν μπορεί να περιοριστεί στην εγκατάσταση νέων υποδομών ανεφοδιασμού.

Απαιτείται προηγουμένως ολοκληρωμένη εκτίμηση επικινδυνότητας, καθορισμός ζωνών ασφαλείας, επικαιροποίηση σχεδίων αντιμετώπισης έκτακτων περιστατικών και συστηματική εκπαίδευση του προσωπικού.

Το Λιμενικό Σώμα, οι φορείς διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένων, οι πυροσβεστικές υπηρεσίες και οι ναυτιλιακές εταιρείες θα πρέπει να διαθέτουν σαφώς προσδιορισμένες αρμοδιότητες και επιχειρησιακά δοκιμασμένες διαδικασίες.

Η περιβαλλοντική πρόοδος δεν μπορεί να επιτυγχάνεται εις βάρος της ανθρώπινης ασφάλειας.

Η πράσινη μετάβαση χρειάζεται πρώτα μια κόκκινη γραμμή

Η απανθρακοποίηση της ναυτιλίας αποτελεί αναγκαίο στρατηγικό στόχο. Δεν πρέπει όμως να εξελιχθεί σε αγώνα τεχνολογικής ταχύτητας χωρίς αντίστοιχη εξέλιξη των κανόνων ασφαλείας.

Η πραγματική πρόοδος δεν μετριέται μόνο σε μειωμένες εκπομπές ρύπων, αλλά και στην ικανότητα πρόληψης ατυχημάτων, προστασίας της ανθρώπινης ζωής και αποτελεσματικής διαχείρισης κρίσεων.

Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι απλώς να κατασκευάσουμε το πλοίο του μέλλοντος. Είναι να διασφαλίσουμε ότι το πλοίο του μέλλοντος δεν θα μεταφέρει μαζί με το φορτίο του και έναν νέο, ανεπαρκώς ελεγχόμενο κίνδυνο.

Γιατί η ναυτιλία δεν θα γίνει πραγματικά πράσινη εάν προηγουμένως δεν παραμείνει απολύτως προσηλωμένη στην ασφάλεια.

Και το επόμενο μεγάλο ναυτικό ατύχημα δεν πρέπει να αποτελέσει την αφορμή για να ανακαλύψουμε όσα οφείλαμε να έχουμε προβλέψει σήμερα.

Σε μια εποχή όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις προηγούνται συχνά της θεσμικής και επιχειρησιακής προσαρμογής, η ναυτιλιακή ασφάλεια οφείλει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα. Η διεθνής ναυτιλιακή κοινότητα δεν πρέπει να περιμένει την εκδήλωση ενός σοβαρού ατυχήματος για να αναγνωρίσει τις αδυναμίες της. Χρειάζεται προληπτικός σχεδιασμός, διαρκής αξιολόγηση των νέων κινδύνων και ουσιαστική επένδυση στον ανθρώπινο παράγοντα. Γιατί η μεγαλύτερη ευθύνη της σύγχρονης ναυτιλίας δεν είναι μόνο να παραδώσει στις επόμενες γενιές καθαρότερες θάλασσες, αλλά και να διασφαλίσει ότι οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτές, καθώς και οι κοινωνίες που ζουν δίπλα τους, θα παραμείνουν ασφαλείς. Η πράσινη μετάβαση θα αποτελεί πραγματική επιτυχία μόνο όταν η περιβαλλοντική βιωσιμότητα συμβαδίζει με την προστασία της ανθρώπινης ζωής.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Και πάλι μόνοι: Το παγκόσμιο κράτος και η αυταπάτη της αιώνιας ειρήνης

Ποιος ερμηνεύει τις οικουμενικές αρχές και ποιος διαθέτει την ισχύ να τις επιβάλει; Μέσα από την κριτική του Παναγιώτη Κονδύλη, το τρίτο μέρος εξετάζει την πολιτική χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις αντιφάσεις του παγκόσμιου κράτους, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την υπόσχεση ότι η υπέρβαση των εθνικών συνόρων θα εξαλείψει τις συγκρούσεις.

Δημοσιεύτηκε

στις

Στα δύο προηγούμενα μέρη εξετάσαμε τις εσωτερικές αδυναμίες της Ελλάδας και τις αυταπάτες που εμποδίζουν τη σωστή εκτίμηση της τουρκικής απειλής. Η συζήτηση για τη σχέση οικονομίας και πολιτικής έδειξε ότι η οικονομική ενοποίηση δεν καταργεί την επιδίωξη ισχύος. Το τρίτο μέρος εξετάζει τώρα τις οικουμενικές διακηρύξεις που συνοδεύουν αυτή την ενοποίηση: τα ανθρώπινα δικαιώματα, το όραμα ενός παγκόσμιου κράτους και την προσδοκία μιας αιώνιας ειρήνης.

Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου

Στο επίκεντρο της συζήτησης για το εθνικό κράτος βρίσκεται ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Παρά το ότι στην ουσία του συνδέεται με έναν ακραίας μορφής ατομικισμό, ο «οικουμενισμός» αυτός έχει συνδεθεί με ηθικές προσδοκίες για κατάργηση του κράτους. Το εθνικό κράτος έχει κατά καιρούς προσληφθεί είτε ως φορέας που ασκεί ωμή βία που καταπνίγει προς το συμφέρον των κυριάρχων κινήματα ελευθερίας και αιτήματα ισότητας που διατυπώνουν οι κατώτερες τάξεις (η δημοκρατική μυθολογία για το κράτος) είτε ως αυτόνομη οντότητα υπέρ άνω όλων των τάξεων που έχει ρόλο θεματοφύλακα του δημοσίου συμφέροντος (αυταρχική μυθολογία για το κράτος). Η ιστορική πραγματικότητα είναι ότι το κράτος έχει υπηρετήσει τόσο την αντίδραση όσο και την υπεράσπιση ή και την καταπολέμηση των κατεστημένων συμφερόντων.

Ειδικότερα, κατά την μεταπολεμική εποχή – στη διάρκεια του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου» – το κυρίαρχο κράτος πολεμήθηκε και από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, τα οποία διεξήγαγαν εξίσου τον αγώνα τους στο όνομα οικουμενικών και διεθνιστικών αρχών, του οικονομικού φιλελευθερισμού η Δύση και του προλεταριακού διεθνισμού η ΕΣΣΔ. Οι υπερεθνικές αυτές αρχές γοήτευσαν τους ανθρώπους ανά τον κόσμο και τους έπεισαν πως οφείλουν σε αυτές περισσότερη πολιτική νομιμοφροσύνη από ό,τι στις πατρίδες τους. Στην σημερινή εποχή, την εποχή της πλανητικής πολιτικής, πολλοί διανοητές υποστήριξαν ότι η συμμόρφωση των εθνικών κρατών στις αρχές μιας οικουμενικής ηθικής θα οδηγούσε στην εξαΰλωση της κρατικής κυριαρχίας. Παρά ταύτα, ο κύκλος της ιστορικής εξέλιξης έδειξε πως τα κομμουνιστικά κινήματα, παρά τις διεθνιστικές προλεταριακές διακηρύξεις τους, συνδέθηκαν στενά με εθνικιστικούς στόχους και βασικά υπηρέτησαν τα ρωσικά – σοβιετικά κρατικά συμφέροντα. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο «ηθικός οικουμενισμός» υπηρέτησε τις αυτοκρατορικές βλέψεις της παγκόσμιας υπερδύναμης των ΗΠΑ.

Ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πράξη αποκρυσταλλώνεται σε κάτι επιμέρους και τίθεται στην υπηρεσία κρατικών σκοπών και μάλιστα υπόκειται στη δεσμευτική ερμηνεία των ισχυρών, οι οποίοι ακριβώς λόγω της ισχύος τους επιβάλλουν την ερμηνευτική αποκλειστικότητα του όρου.

Με τον όρο «ανθρώπινο δικαίωμα», αν θέλουμε να κυριολεκτούμε, εννοούμε μονάχα ένα δικαίωμα που απολαμβάνουν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι χωρίς να μεσολαβούν άλλες εξουσιαστικές αρχές και συλλογικά υποκείμενα, όπως εχθροί και κράτη, τα οποία εννοιολογικά έχουν περιορισμένη ευρύτητα σε σχέση με την ανθρωπότητα ως σύνολο. Στην πραγματικότητα όμως, δεν υπάρχει κράτος που να μπορεί να εγγυηθεί ότι δικαιώματα, τα οποία θεωρούνται ως κατεξοχήν ανθρώπινα δικαιώματα, όπως είναι το δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας, ασφάλειας και ελευθερίας του λόγου, είναι δυνατόν να τα απολαύσουν άνθρωποι που βρίσκονται έξω από τα όρια της εδαφικής επικράτειας ενός κράτους.

Τέτοιας μορφής και έκτασης δικαιώματα θα μπορούσε δυνητικά να χορηγήσει μόνο ένα παγκόσμιο κράτος, προς το οποίο όλα τα άτομα θα βρίσκονταν σε ίση και άμεση σχέση, δηλαδή θα ήταν φορείς δικαιωμάτων εξαιτίας του κράτους αυτού, ως εκπροσώπου ολόκληρης της ανθρωπότητας [16].

Η παραπάνω άποψη φέρει το πρόβλημα της σύγχυσης της πραγματικότητας με την ανεδαφική βούληση για κατάργηση των πολέμων που τάχα θα επέλθει αν καταργηθεί το εθνικό κράτος. Όσοι ελπίζουν πως η παγκόσμια ειρήνη θα επέλθει μέσα από τη διάλυση των εθνικών κρατών ξεχνούν πως οι πόλεμοι είναι φαινόμενο προγενέστερο του εθνικού κράτους αλλά και ότι πολύ χειρότερος από κάθε μορφή σύγκρουσης και πολέμου μπορεί να καταλήξει να είναι ο άμεσος αγώνας ανθρώπου προς άνθρωπο υπό συνθήκες παγκόσμιας ανομίας [17]. Επιπλέον, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι η ομογενοποίηση του πλανητικού πεδίου δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και εκκολαπτόμενη κοινότητα συμφερόντων των συλλογικών υποκειμένων. Με άλλα λόγια, η αναπόφευκτη ενοποίηση των εξελίξεων και των προβλημάτων σε παγκόσμια κλίμακα δεν μπορεί να οδηγεί νομοτελειακά στο συμπέρασμα ότι θα επέλθει και ενοποίηση των σκοπών και των λύσεων.

Η αιτία που εξηγεί τη διαρκή ρητορική επίκληση των οικουμενικών δικαιωμάτων από τα πάση φύσεως πολιτικά υποκείμενα είναι το γεγονός ότι η αύξουσα πύκνωση της πλανητικής πολιτικής στον 20ο αιώνα εξαναγκάζει τα υποκείμενα που αποτελούν φορείς ισχύος να διατυπώνουν τις επιδιώξεις τους στο λεξιλόγιο των οικουμενικών σκοπών και οικουμενικών κοινωνικών μοντέλων. Το γεγονός αυτό είχε χρονικό σημείο εκκίνησης το 1917∙ από τότε βασικό σημείο αντίφασης της πλανητικής πολιτικής αποτέλεσε το γεγονός ότι φορείς των οικουμενικών ιδεολογιών (προλεταριακός διεθνισμός και καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση) ήταν ισχυρά έθνη (ΕΣΣΔ και ΗΠΑ) [18] .

Στην ιδεολογική αυτή συνάφεια διατυπώθηκε το όραμα του παγκόσμιου κράτους, το οποίο ταυτίστηκε, από τους υποστηρικτές της, με την ιδέα της αιώνιας ειρήνης. Σύμφωνα με την ιδέα αυτή, η υπέρβαση του πολιτικού κατακερματισμού της ανθρωπότητας (που, κατά τη γνώμη τους, αποτυπωνόταν στον χωρισμό της οικουμένης σε εθνικά κράτη) θα μπορούσε να τερματίσει τις τριβές και διενέξεις που γεννιούνταν εξαιτίας του και θα καθιστούσε τα ανθρώπινα συμφέροντα θεμέλια μιας παγκόσμιας και εξ ορισμού τελειωτικής πολιτικής οργάνωσης.

Η παραπάνω άποψη παραβλέπει δύο σημαντικά σημεία που αποτελούν προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί το παγκόσμιο κράτος: την ελεύθερη συναίνεση όλων των κρατών και κυρίως των ισχυρών και την αποδοχή από μέρους τους μίας κοινά αποδεκτής λύσης του προβλήματος της κατανομής. Παραβλέπεται ότι η ενοποίηση του κόσμου θα οξύνει αναγκαστικά το πρόβλημα της κατανομής αφού τώρα όλοι θα αγωνίζονται για τους ίδιους σκοπούς και τα ίδια μέσα. Συνεπώς, ο Π. Κονδύλης προβλέπει ότι οι πρώτοι που θα θέσουν εμπόδια στην ίδρυση ενός τέτοιου παγκόσμιου κράτους θα είναι οι ίδιες οι παγκόσμιες Δυνάμεις.

Είναι πολύ εύκολο να μιλά κανείς για «μία παγκόσμια τάξη» όταν βρίσκεται σε θέση ισχύος και γνωρίζει πως το «άνοιγμα των συνόρων» θα επιφέρει τη διεύρυνση του δικού του πεδίου δράσης. Μόλις όμως ανακαλύψει πως το ίδιο αυτό «άνοιγμα» αυξήσει αναπόφευκτα και τα πλεονεκτήματα άλλων Μεγάλων Δυνάμεων και το δικό του μερίδιο σε οικονομικά και πολιτικά αγαθά περιοριστεί, τότε ο ενθουσιασμός θα δώσει τη θέση του στην επιφύλαξη. Η βασική αντίφαση που διαπερνά την άποψη και το όραμα για το παγκόσμιο κράτος συνίσταται στο ότι από τη μία πλευρά, προπαγανδίζεται ως υπερώριμη υπέρβαση του εθνικού κράτους που θα εξαλείψει όλα τα δεινά του κόσμου, για τα οποία ευθύνονται αποκλειστικά τα εθνικά κράτη και από την άλλη, το ίδιο το εθνικό κράτος που καταγγέλλεται, αποτελεί και το πρότυπο του παγκόσμιου κράτους αφού το τελευταίο θα διαθέτει επίσης το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και επιπλέον θα οφείλει να διασφαλίζει την νομική ισότητα όλων των ανθρώπων με μία ενιαία και οικουμενική νομοθεσία.

Απέναντι στα παραπάνω, ο Π. Κονδύλης εξέφρασε την επιφύλαξή του και θεωρούσε πως όχι μόνο η παραλληλότητα ανάμεσα στη γέννηση των εθνικών κρατών και στη γέννηση του παγκόσμιου κράτους δεν είναι αναγκαία και καθόλου σίγουρη αλλά και πως αν εμφανιστεί μία τέτοια πολιτική δομή, από άποψη πολιτικής και δικαίου, θα θύμιζε περισσότερο τις αυτοκρατορίες της προεθνικής εποχής παρά το σύγχρονο εθνικό κράτος. Όσο ισχυρή και να ήταν – δημογραφικά, τεχνοοικονομικά και στρατιωτικά – η παγκόσμια Δύναμη και πάλι δεν θα μπορούσε να ελέγχει άμεσα κάθε άνθρωπο πάνω στη γη, με τον τρόπο που υλοποιείται η σχέση κράτους – πολίτη στο πλαίσιο του εθνικού κράτους. Ούτε και θα ήταν σε θέση να εισάγει μία ενιαία νομοθεσία που θα ισοπέδωνε τις προηγούμενες πολιτισμικές και εθνικές διαφορές, όπως έκανε το εθνικό κράτος σε σχέση με τις προγενέστερες φεουδαρχικές τοπικές παραδόσεις. Μάλλον, θα αναγκαζόταν να καταφύγει σε υπηρεσίες τοποτηρητών, οι οποίοι δεν θα διέθεταν μεν κυριαρχικά δικαιώματα απέναντι στη Μεγάλη Δύναμη αλλά ως τοπικοί σατράπες ή φύλακες της τάξης θα έπρεπε αναγκαστικά να διαθέτουν μέσα νόμιμης βίας ή έννομες εξουσίες. Αυτό θα οδηγούσε στην επανασύσταση της ενδοκρατικής πυραμίδας των φεουδαλικών ή ημιφεουδαλικών αυτοκρατοριών με χαλαρούς δεσμούς μεταξύ κορυφής και βάσης και συνεπώς θα χαρακτηριζόταν από ανομία και όχι από τη θεσμική συνοχή του εθνικού κράτους. Στην πραγματικότητα, η μόνη εξέλιξη που θα μπορούσε να εγγυηθεί η εγκαθίδρυση του παγκόσμιου κράτους θα ήταν όχι η εξάλειψη των πολέμων αλλά η μετατροπή τους σε εμφυλίους [19].

Σε μία ακόμα χειρότερη πρόβλεψη αναφορικά με τις πολιτικές συνέπειες του «οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ο Π. Κονδύλης εκτιμούσε πως ο εν λόγω οικουμενισμός προλειαίνει τον δρόμο προς τον παραμερισμό των συνόρων, σύμφωνα με τη δική του λογική, αφού επιδιώκει να αποσπάσει το άτομο από τη δικαιοδοσία του εθνικού κράτους και να αναθέσει την προστασία των δικαιωμάτων του σε διεθνείς οργανισμούς. Αποκρυσταλλώνεται έτσι βαθμιαία η συνείδηση ότι κανείς αιωρείται μεταξύ έθνους και ανθρωπότητας και εν τέλει ό,τι αρχικά σχεδιάστηκε ως θεσμική κατοχύρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα καταλήξει να αποτελέσει προοίμιο της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης των λαών και εν τέλει της άμεσης και στοιχειακής αντιπαράθεσης ανθρώπου προς άνθρωπο [20].

Σημειώσεις και παραπομπές

[16] Παναγιώτης Κονδύλης, «Ανθρώπινα δικαιώματα»: εννοιολογική σύγχυση και πολιτική εκμετάλλευση”, στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 61 – 67.

[17] Παναγιώτης Κονδύλης, «Παγκοσμιοποίηση: πολιτική, οικονομία και κατανομή» στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σελ. 74.

[18] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τα Ηνωμένα Έθνη», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 125 – 135.

[19] Παναγιώτης Κονδύλης, «Οι παγκόσμιες Δυνάμεις και το παγκόσμιο κράτος», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 135 – 146.

[20] Παναγιώτης Κονδύλης, «Από τον οικονομικό στον βιολογικό χαρακτήρα της πολιτικής;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 68 – 69.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ

Ρωγμές στη συμμαχία Ερντογάν–Αλίγεφ: Η ισλαμική μαντίλα και το Ισραήλ δοκιμάζουν τις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν

Το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη», πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι στενές σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, βρίσκεται αντιμέτωπο με νέες πολιτικές και ιδεολογικές εντάσεις. Ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγεφ διαμηνύει ότι δεν αποδέχεται ξένη κηδεμονία στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας του, την ώρα που στην Τουρκία εντείνονται οι αντιδράσεις για τους περιορισμούς στην ισλαμική μαντίλα και τη στρατηγική συνεργασία του Μπακού με το Ισραήλ. Οι εξελίξεις αναδεικνύουν τις διαφορετικές προτεραιότητες δύο στενών συμμάχων, με σημαντικές προεκτάσεις για τον Νότιο Καύκασο και τη Μέση Ανατολή.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Νέα ερωτήματα για τα όρια της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν δημιουργούν οι τελευταίες τοποθετήσεις του Ιλχάμ Αλίγεφ, ο οποίος εμφανίζεται αποφασισμένος να υπερασπιστεί την αυτονομία της χώρας του απέναντι σε εξωτερικές πολιτικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις.

Η αντιπαράθεση έχει δύο βασικές διαστάσεις: την αντιμετώπιση της ισλαμικής μαντίλας στο κοσμικό κράτος του Αζερμπαϊτζάν και τη διατήρηση της στενής αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας του Μπακού με το Ισραήλ.

Τα δύο αυτά ζητήματα δημιουργούν τριβές με πολιτικούς και θρησκευτικούς κύκλους της Τουρκίας, ιδιαίτερα όσους βρίσκονται κοντά στο κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Το μήνυμα Αλίγεφ: Καμία ξένη κηδεμονία

Η ένταση ήρθε στο προσκήνιο μετά την ομιλία του Αλίγεφ στο 8ο συνέδριο του κυβερνώντος Κόμματος Νέου Αζερμπαϊτζάν, στις 2 Οκτωβρίου 2026.

Ο Αζέρος πρόεδρος αναφέρθηκε στην ανάγκη προστασίας της λεγόμενης «ιδεολογικής ασφάλειας» της χώρας του, υπογραμμίζοντας ότι το Αζερμπαϊτζάν δεν χρειάζεται καθοδήγηση από ξένες δυνάμεις.

«Ας ξέρει ο καθένας τη θέση του, ας μην ανακατεύονται στις υποθέσεις μας, ας μη χώνουν τη μύτη τους στον τρόπο ζωής μας», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Ο Αλίγεφ δεν κατονόμασε την Τουρκία. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία των δηλώσεων και η αυξανόμενη κριτική που ασκείται από τουρκικούς κύκλους στην εσωτερική πολιτική του Αζερμπαϊτζάν οδήγησαν στην ερμηνεία ότι το μήνυμα απευθυνόταν, τουλάχιστον εν μέρει, προς την Άγκυρα.

Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει ένα βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής του Μπακού: την επιδίωξη διατήρησης της εθνικής κυριαρχίας και της αυτονομίας των αποφάσεών του, ακόμη και έναντι του στενότερου στρατηγικού του συμμάχου.

Η μαντίλα προκαλεί αντιδράσεις στην Τουρκία

Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρίσκονται οι περιορισμοί στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας, του χιτζάμπ, στα δημόσια σχολεία του Αζερμπαϊτζάν.

Οι σχετικές ρυθμίσεις έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από τουρκικά μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο των θρησκευτικών δικαιωμάτων.

Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία για την κυβέρνηση Ερντογάν.

Στην Τουρκία, η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στην εκπαίδευση, στον δημόσιο τομέα και σε κρατικούς θεσμούς αποτέλεσε επί δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα πεδία αντιπαράθεσης μεταξύ ισλαμιστικών και κεμαλικών πολιτικών δυνάμεων.

Η σταδιακή άρση των περιορισμών από τις κυβερνήσεις του AKP αναδείχθηκε σε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του Ερντογάν.

Η διαφορετική στάση του Αζερμπαϊτζάν επαναφέρει αυτή την ιδεολογική διαφορά στο εσωτερικό του τουρκογενούς κόσμου.

Κατά την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο, ο Τούρκος πρόεδρος επέκρινε τους περιορισμούς στη χρήση της μαντίλας, χαρακτηρίζοντάς τους «επίθεση στα πιο θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών».

Συνέδεσε μάλιστα το ζήτημα με την ισλαμοφοβία, την οποία κατηγόρησε ότι εξαπλώνεται στη Δύση.

Παρότι δεν αναφέρθηκε ονομαστικά στο Αζερμπαϊτζάν, οι δηλώσεις ερμηνεύτηκαν από ορισμένους ως έμμεση αναφορά στις πολιτικές του Μπακού.

Διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολη κατά του Αλίγεφ

Η ένταση αποτυπώθηκε και στον δρόμο.

Στις 3 Οκτωβρίου, η τουρκική οργάνωση Özgür-Der πραγματοποίησε διαδήλωση έξω από το προξενείο του Αζερμπαϊτζάν στην Κωνσταντινούπολη, απαιτώντας την άρση των περιορισμών στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας.

Κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης, ορισμένοι ομιλητές αμφισβήτησαν ακόμη και το παραδοσιακό αφήγημα περί αδελφικής σχέσης των δύο χωρών.

Ο Αχμέτ Κερίμ Αρτούκ επέκρινε το Μπακού τόσο για την εσωτερική του πολιτική όσο και για τη συνεργασία του με το Ισραήλ.

«Λόγω του κοσμικού αυταρχισμού της, της ισλαμοφοβίας της και της συνεργασίας της με τους σιωνιστές καταπιεστές στην εξωτερική πολιτική, αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρείται αδελφική. Η κυβέρνηση του Μπακού πρόσθεσε τα δάκρυα των Αζέρων αδελφών μας που φορούν μαντίλα στο αίμα των μαρτύρων μας στη Γάζα», δήλωσε.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αντανακλά την οπτική των διαδηλωτών και δεν αποτελεί επίσημη θέση του τουρκικού κράτους.

Η Χιουλιά Σεκερτζί, από την ίδια οργάνωση, συνέδεσε επίσης το ζήτημα του χιτζάμπ με τον πόλεμο στη Γάζα, υποστηρίζοντας ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών στο Αζερμπαϊτζάν και η υποστήριξη των Παλαιστινίων αποτελούν μέρος του ίδιου αγώνα.

Το Ισραήλ: Ο στρατηγικός εταίρος που ενοχλεί την Άγκυρα

Эксперт: «Азербайджан и Израиль поддерживают доверительные отношения» - STMEGI

Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα αφορά τη διαχρονική συνεργασία του Αζερμπαϊτζάν με το Ισραήλ.

Σε αντίθεση με την Τουρκία, η οποία έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα επικριτική στάση απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, το Μπακού έχει διατηρήσει στενούς αμυντικούς και ενεργειακούς δεσμούς με το Τελ Αβίβ.

Η σχέση αυτή στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες.

Ο πρώτος είναι η εξαγωγή αζερικού πετρελαίου προς το Ισραήλ, το οποίο καλύπτει μέσω αυτών των προμηθειών σημαντικό μέρος των ενεργειακών του αναγκών.

Ο δεύτερος είναι η προμήθεια προηγμένων ισραηλινών οπλικών συστημάτων από το Αζερμπαϊτζάν.

Τα ισραηλινά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα συστήματα αναγνώρισης και άλλα προηγμένα οπλικά μέσα έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό των αζερικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Η συνεργασία έχει περιγραφεί συχνά από αναλυτές ως σχέση «πετρέλαιο έναντι όπλων».

Η σύνδεση αυτή έχει αποκτήσει πρόσθετη σημασία εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης του Αζερμπαϊτζάν, το οποίο συνορεύει με το Ιράν, έναν από τους βασικούς στρατηγικούς αντιπάλους του Ισραήλ.

Για το Μπακού, η σχέση με το Τελ Αβίβ προσφέρει πρόσβαση σε προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία και διευρύνει τις διεθνείς συνεργασίες του.

Για την Τουρκία, ωστόσο, η συνεργασία αυτή δημιουργεί πολιτικές αντιφάσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ερντογάν έχει θέσει την αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση στο επίκεντρο της περιφερειακής του ρητορικής.

Ναγκόρνο-Καραμπάχ: «Νικήσαμε μόνοι μας»

COP29 Azerbaïdjan : Ilham Aliyev envoie une lettre d'invitation au président turc Erdogan

Ακόμη μία σημαντική πτυχή της αντιπαράθεσης αφορά τη διαφορετική αποτίμηση του πολέμου στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Η Τουρκία είχε παράσχει εκτεταμένη πολιτική, στρατιωτική και τεχνική υποστήριξη στο Αζερμπαϊτζάν κατά τον πόλεμο του 2020, ενώ η συνεργασία των δύο χωρών ενισχύθηκε περαιτέρω με τη Διακήρυξη της Σούσα το 2021.

Ωστόσο, κατά την ομιλία του στις 2 Οκτωβρίου, ο Αλίγεφ υπογράμμισε ότι το Αζερμπαϊτζάν πέτυχε τη στρατιωτική του νίκη με δικές του δυνάμεις, προσθέτοντας ότι ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε είχε αγοραστεί με αζερικούς πόρους.

Οι τοποθετήσεις του ερμηνεύτηκαν από ορισμένους Τούρκους σχολιαστές ως υποβάθμιση της τουρκικής συμβολής.

Η εφημερίδα Cumhuriyet επισήμανε στις 4 Οκτωβρίου ότι οι αναφορές στην ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και στην αγορά όπλων με εθνικούς πόρους προκάλεσαν συζητήσεις στην Τουρκία.

Η συγκεκριμένη διαφωνία αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η νίκη του Αζερμπαϊτζάν το 2020 παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση Ερντογάν ως σημαντική επιτυχία της τουρκικής στρατιωτικής και εξωτερικής πολιτικής.

Από την πλευρά του, το Μπακού επιδιώκει να κατοχυρώσει την εικόνα μιας χώρας που αποφασίζει αυτόνομα και δεν οφείλει τις στρατηγικές επιτυχίες της σε ξένη κηδεμονία.

Το Αρμενικό και οι διαφορετικές διπλωματικές προτεραιότητες

Οι σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν επηρεάζονται επίσης από τις εξελίξεις στο Αρμενικό.

Η Άγκυρα διατηρεί κλειστά τα χερσαία σύνορά της με την Αρμενία, συνδέοντας την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων με τις εξελίξεις μεταξύ Μπακού και Γερεβάν.

Ωστόσο, οι προσπάθειες προσέγγισης Τουρκίας–Αρμενίας έχουν κατά καιρούς δημιουργήσει προβληματισμό στο Αζερμπαϊτζάν, το οποίο επιδιώκει να διατηρήσει καθοριστικό λόγο στις περιφερειακές διευθετήσεις.

Η στάση αυτή δείχνει ότι, ακόμη και μεταξύ δύο στενών συμμάχων, οι εθνικές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται απολύτως.

Ομέρ Τσελίκ: Αδελφική σχέση Ερντογάν–Αλίγεφ

Η τουρκική κυβέρνηση επιχειρεί να διατηρήσει χαμηλούς τόνους απέναντι στη δημόσια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί.

Ο εκπρόσωπος του AKP, Ομέρ Τσελίκ, υπογράμμισε ότι οι σχέσεις Ερντογάν και Αλίγεφ χαρακτηρίζονται από πραγματική αδελφική συνεργασία.

Παράλληλα, κατηγόρησε τρίτες χώρες και κύκλους που, κατά την εκτίμησή του, επιχειρούν να προκαλέσουν εντάσεις μεταξύ των δύο κρατών.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δείχνει ότι η Άγκυρα δεν επιθυμεί τη μετατροπή των δημόσιων αντιπαραθέσεων σε επίσημη διπλωματική κρίση.

Εξάλλου, οι δύο χώρες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικές στρατιωτικές, ενεργειακές και οικονομικές σχέσεις, οι οποίες δημιουργούν ισχυρά κίνητρα για τη συνέχιση της συνεργασίας τους.

Η κρίσιμη διάκριση: Συμμαχία χωρίς ταύτιση συμφερόντων

Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το χιτζάμπ και τις σχέσεις με το Ισραήλ αποκαλύπτει ότι το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη» δεν εξαλείφει τις διαφορές εθνικών συμφερόντων και πολιτικής ταυτότητας.

Για την Τουρκία του Ερντογάν, η υπεράσπιση της ισλαμικής μαντίλας και η αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση αποτελούν βασικά στοιχεία του δημόσιου πολιτικού της λόγου.

Για το Αζερμπαϊτζάν, η διατήρηση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους και η συνεργασία με το Ισραήλ συνδέονται με εσωτερικές επιλογές και μακροχρόνιους στρατηγικούς υπολογισμούς.

Πάντως, υπάρχει μια σημαντική διευκρίνιση ως προς τις δηλώσεις Αλίγεφ: στο πλήρες κείμενο της ομιλίας του δεν κατονομάζεται η Τουρκία ως στόχος των προειδοποιήσεών του. Ορισμένοι σχολιαστές εκτιμούν ότι αναφερόταν επίσης —ή κυρίως— σε πιέσεις που προέρχονται από το Ιράν.

Αντίστοιχα, η ρύθμιση της 21ης Σεπτεμβρίου για τις σχολικές ενδυμασίες στο Αζερμπαϊτζάν δεν αναφέρει ρητά τη λέξη «χιτζάμπ», αλλά απαγορεύει πρόσθετα ενδύματα που θεωρούνται ασύμβατα με την κοσμική αρχή της δημόσιας εκπαίδευσης. Η εφαρμογή της έχει ερμηνευθεί ως περιορισμός της ισλαμικής μαντίλας.

Οι παραπάνω διακρίσεις δεν αναιρούν την ύπαρξη πολιτικών τριβών, αλλά δείχνουν ότι δεν έχει τεκμηριωθεί ανοιχτή ρήξη ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις.

Το βασικό γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι το Μπακού επιχειρεί να διατηρήσει τη στρατηγική συμμαχία του με την Άγκυρα, χωρίς να εγκαταλείψει τη συνεργασία του με το Ισραήλ ή να αποδεχθεί εξωτερικές υποδείξεις για την εσωτερική του πολιτική.

Για την Τουρκία, η διαχείριση αυτών των διαφορών αποτελεί δοκιμασία της ικανότητάς της να συνδυάζει τη στενή συνεργασία με το Αζερμπαϊτζάν και τις δικές της ιδεολογικές και περιφερειακές προτεραιότητες.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή