Διεθνή
Τρία “μαθήματα” για την Ευρώπη από την κατάρρευση του Αφγανιστάν
Άλλη μια αποτυχία της Ε.Ε., τη φορά αυτή στο θέμα του Αφγανιστάν
Του Jean-Marie Guehenno
Οι Ευρωπαίοι δεν ήταν ποτέ σοβαροί για το Αφγανιστάν.
Φαίνεται τώρα πιθανό ότι η κατάληψη της χώρας από τους Ταλιμπάν θα καταστήσει τους Ευρωπαίους πιο εσωστρεφείς και φοβισμένους για έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνουν. Και η ταχύτατα αναδυόμενη πεποίθηση ότι η οικοδόμηση κράτους είναι αδύνατη, μπορεί να αυξήσει την ανησυχία τους για δεσμεύσεις στο εξωτερικό.
Αυτή η νοοτροπία είναι ένα οξύ που καταστρέφει τους δεσμούς που θα έπρεπε να συνδέουν τους Ευρωπαίους, οδηγώντας σε τέτοιου είδους ξενοφοβικές συμπεριφορές που έκαναν την εμφάνιση τους στη διάρκεια της μεταναστευτικής κρίσης που προκάλεσε ο πόλεμος στη Σύρια. Καθώς οι πρόσφυγες εγκατέλειψαν τη Συρία για να γλιτώσουν από τη βία, οι Ευρωπαίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια δυσάρεστη επιλογή μεταξύ του να φτιάξουν ακόμη μεγαλύτερα τείχη, να κόψουν τις δυσάρεστες συμφωνίες με τις λεγόμενες χώρες-ασφαλειας ή να χάσουν τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών. Ωστόσο υπάρχει μικρή μόνο απόσταση μεταξύ του να αποδεχθεί ότι κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να βοηθηθούν και του να σκέφτεται ότι δεν αξίζει να λάβουν βοήθεια. Η αυτοπεποίθηση της Ευρώπης -που είναι απαραίτητη εάν θέλει να διαμορφώσει ενεργά το δικό της μέλλον- έχει πληγεί όχι μόνο από τις περιορισμένες επιχειρησιακές της ικανότητες αλλά -πολύ περισσότερο- από την ηθική κρίση μιας ηπείρου ισχυρίζεται ότι έχει χαρακτήρα παγκόσμιο αλλά κρατά αυτά της τα χαρακτηριστικά για τις προνομιούχες της φυλές.
Ωστόσο, υπάρχουν καλύτερα διδάγματα να αντλήσει από την καταστροφή του Αφγανιστάν, κάτι που θα μπορούσε να επαναληφθεί σύντομα σε άλλες χώρες που βρίσκονται σε μηχανική υποστήριξη -όπως η Σομαλία, ένα κράτος στο οποίο οι Ευρωπαίοι εμπλέκονται εδώ και χρόνια. Υπάρχει ο κίνδυνος αυτή η τεράστια αποστολή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν -που κόστισε τρισ. δολαρίων- να πείσει τους Ευρωπαίους ότι είναι μάταιο να συμμετέχουν σε τέτοιες αποστολές, δεδομένου ότι έχουν πολύ λιγότερους πόρους από τον Αμερικανό σύμμαχο τους. Αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν μια πολύ επιφανειακή ανάγνωση της κατάστασης. Τα τελευταία χρόνια, η αμερικανική παρουσία στη χώρα περιορίστηκε σε λιγότερους από 5.000 στρατιώτες. Και το ανθρώπινο κόστος για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ήταν μικρότερο από 5.000 θύματα σε δύο δεκαετίες, σε σχέση με τους περισσότερους από 58.000 σε μια δεκαετία, κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ.
Η Ευρώπη πρέπει να εξετάσει σοβαρά τι λειτούργησε και τι όχι στο Αφγανιστάν. Μόνο τότε μπορεί σταδιακά και ρεαλιστικά να αναπτύξει τις δικές της ικανότητες, αντί να στοχεύει σε μεγαλεπήβολα σχέδια που στερούνται λαϊκής στήριξης.
Η μεταρρύθμιση του τομέα της ασφάλειας είναι μια καλή αρχή. Αυτός ο τομέας βρίσκεται στον πυρήνα κάθε στρατηγικής οικοδόμησης κράτους (εάν κάποιος αποδέχεται τον ορισμό του Weber για το κράτος ως έναν οργανισμό που έχει το μονοπώλιο στη νόμιμη χρήση βίας). Όλες οι άλλες πτυχές της ενοποίησης ενός κράτους -εκπαίδευση, υγεία, υποδομές- εξαρτώνται από αυτό. Χωρίς την παροχή ασφάλειας, το κράτος δεν μπορεί να έχει διαρκή πρόοδο. Αυτός επίσης είναι ένας τομέας στον οποίο από τη Σομαλία και το Μάλι μέχρι τη Δημοκρατία της Κεντρικής Αφρικής, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα ευρωπαϊκά κράτη διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο -μέσω των αποστολών εκπαίδευσης και της διμερούς συνεργασίας. Οι πρόσφατες εξελίξεις στο Αφγανιστάν προσφέρουν τρία κρίσιμα διδάγματα από αυτή την άποψη.
Το πρώτο είναι ότι μια πολύ περιορισμένη διεθνή παρουσία, σε συνδυασμό με στενή αεροπορική στήριξη για τις εθνικές δυνάμεις, είχαν υπό έλεγχο τους Ταλιμπάν για πολλά χρόνια και δημιούργησαν μια στάσιμη κατάσταση, κατά την οποία α μπορούσε να αποκτήσει δυναμική μια πιο ανοιχτή κοινωνία. Το περίγραμμα που παρέχεται από μια περιορισμένη ξένη στρατιωτική παρουσία, δίνει τη δυνατότητα σε έναν ευάλωτο στρατό να στέκεται στο ύψος του. Είναι ένα μοντέλο που οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να μελετήσουν και πιθανώς να αντιγράψουν στο Σαχέλ. Αυτό ίσως να μην απαιτεί τεράστια στρατιωτική δύναμη, αλλά είναι αυτή τη στιγμή πέραν των δυνατοτήτων της Ευρώπης.
Το δεύτερο μάθημα αφορά στο τι πήγε στραβά με την αμερικανική προσπάθεια δημιουργίας αφγανικού στρατού. Οι στρατοί των εύπορων κρατών -ιδιαιτέρως στις ΗΠΑ- δεν γνωρίζουν πώς να βρουν τη σωστή ισορροπία μεταξύ του εκσυγχρονισμού των στρατών φτωχότερων χωρών και της διασφάλισης ότι ο εκσυγχρονισμός είναι βιώσιμος. Οι στρατοί στα πρότυπα του ΝΑΤΟ εξαρτώνται από ένα κρίσιμης σημασίας σύστημα υποστήριξης στο οποίο τα τάγματα πεζικού είναι μόνο η αιχμή του δόρατος. Τα βασικά συστατικά του συστήματος περιλαμβάνουν την επίγνωση της κατάστασης μέσω ολοκληρωμένων συστημάτων πληροφοριών, σύνθετων και περίπλοκων εφοδιαστικών αλυσίδων, και στενής αεροπορικής στήριξης. Όταν οι τοπικές δυνάμεις έχουν τη στήριξη μιας δυτικής εκστρατευτικής δύναμης, όπως συνέβη με το Αφγανιστάν για πολλά χρόνια, αυτές οι ικανότητες τους δίνουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Αλλά εάν ο δυτικός σύμμαχος τραβήξει την πρίζα, οι τοπικές δυνάμεις βρίσκονται αδύναμες και απροετοίμαστες, έχοντας χάσει την ικανότητα να λειτουργούν ανεξάρτητα. Εάν επιπλέον, το σύστημα μισθοδοσίας των δυνάμεων είναι δυσλειτουργικό εξαιτίας της διαφθοράς, οι στρατιώτες καθίστανται απρόθυμοι να πολεμήσουν.
Το τρίτο μάθημα για την Ευρώπη από την αφγανική εμπειρία αφορά στο χρονικό πλαίσιο των ξένων δεσμεύσεων. Η εξωτερική στήριξη για έναν εύθραυστο στρατό δίνει στα κράτη τον χώρο και τον χρόνο που χρειάζονται για να μεταμορφώσουν την κοινωνία. Αυτό είναι σημαντικό όφελος: σε αντίθεση με τι λένε τώρα πολλοί για το Αφγανιστάν, πολλά έχουν αλλάξει προς το καλύτερο στη χώρα. Και μπορεί να ήταν άστοχο να επιμένουμε σε μια στρατηγική εξόδου -καθοδηγούμενη από εγχώριους πολιτικούς λόγους αντί για αντικειμενικούς παράγοντες- λαμβάνοντας υπόψη το σχετικά χαμηλό κόστος μιας μικρής στρατιωτικής παρουσίας και του δυνητικά υψηλού κόστους από την κατάρρευση της αφγανικής κυβέρνησης. Το να βοηθούμε κοινωνίες να μεταμορφώνονται είναι ένα εγχείρημα γενιάς. Είναι αδύνατο να το πετύχουμε αυτό εάν όπως λέει και η παροιμία, εμείς έχουμε τα ρολόγια κι ο εχθρός έχει τον χρόνο.
Μπορούν οι δημοκρατίες, ευρωπαϊκές ή άλλες, να έχουν τέτοια στρατηγική υπομονή; Οποιαδήποτε στρατηγική εξόδου εξαρτάται από την προθυμία των στρατιωτών ενός εθνικού στρατού να δώσουν τη ζωή τους για μια χώρα της οποίας την ηγεσία εμπιστεύονται. Εάν δεν εμπιστεύονται τους αξιωματούχους, εάν περιφρονούν τους ηγέτες ή εάν υποπτεύονται ότι προωθούν τα δικά τους συμφέροντα, προσωπικά ή εθνοτικά, μια κατάρρευση είναι πάντα πιθανή. Ακόμη και μετά από προσπάθειες δεκαετιών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, εάν οι Ευρωπαίοι αντλήσουν τα σωστά διδάγματα από το Αφγανιστάν και προετοιμαστούν για περιορισμένες αλλά διαρκείς εξωτερικές δεσμεύσεις, πρέπει να έχουν την προσοχή τους στο πολιτικό πλαίσιο αυτών των αποστολών. Δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχάσουν ότι η διαδικασία της πολιτικής ενοποίησης είναι ζωτικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη επιτυχία.
Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: ecfr.eu
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

