Οικονομία
6 οίκοι «αξιολογούν» στη «Ν» την ελληνική οικονομία
Ελληνική οικονομία: Στη ζυγαριά οι κίνδυνοι και οι ευκαιρίες του 2022
Της Νατάσας Στασινού
nstasinou@naftemporiki.gr
Τις μεγάλες προκλήσεις, αλλά και τις ευκαιρίες που θα φέρει το 2022 για την ελληνική και την ευρωπαϊκή οικονομία σκιαγραφούν στη «Ν» τα στελέχη 6 μεγάλων οίκων: Moody’s, Fitch, S&P, DBRS, Scope Ratings και UBS.
Η επίμονη απειλή της πανδημίας, εν μέσω της εξάπλωσης της Όμικρον, παραμένει κορυφαία πηγή ανησυχίας, όπως τονίζουν, αφού θα μπορούσε να οδηγήσει σε επαναφορά περιοριστικών μέτρων, βάζοντας «φρένο» στην ανάκαμψη και κρατώντας σε υψηλά επίπεδα το δημόσιο χρέος.
Πιο επίμονος ίσως αποδειχθεί όμως και ο κίνδυνος του υψηλού πληθωρισμού, όπως προειδοποιούν, λόγω των συνεχιζόμενων πιέσεων στην εφοδιαστική αλυσίδα. Αυτός θα μπορούσε να αναγκάσει τις κεντρικές τράπεζες να επιταχύνουν τον βηματισμό τους προς μια πιο περιοριστική νομισματική πολιτική, εξηγούν, αν και εκτιμούν ότι η ΕΚΤ σε καμία περίπτωση δεν θα βιαστεί να αποσύρει τα στηρίγματα για τις οικονομίες του ευρώ. Καθοριστικής σημασίας θα είναι οι αποφάσεις της κεντρικής τράπεζας για το εάν θα συνεχίσει με κάποιο τρόπο να αγοράζει ελληνικά ομόλογα και μετά το έκτακτο πρόγραμμα PEPP και πριν αυτά «πιάσουν» την επενδυτική βαθμίδα. Και τούτο γιατί από αυτό θα εξαρτηθεί εν πολλοίς και το κόστος δανεισμού της Ελλάδας.
Για τη χώρα μας οι οίκοι θέτουν τον πήχη της ανάπτυξης κοντά στο 5% για το 2022, ενώ σημειώνουν ότι το κλειδί για την πορεία της επόμενης χρονιάς βρίσκεται στην ταχεία απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά και στη μείωση των κόκκινων δανείων στον τραπεζικό τομέα. Πρόκειται για δύο παράγοντες από τους οποίους εξαρτώνται συνολικά οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης της χώρας. Η επιτυχία σε αυτά τα δύο μέτωπα είναι αυτή που θα μπορούσε να φέρει ταχύτερα και τις πολυπόθητες αναβαθμίσεις στο ελληνικό αξιόχρεο.
Moody’s – Steffen Dyck
Vice President, Senior Credit Officer
Η πανδημία του κορονοϊού παραμένει η βασική πηγή αυξημένης ανησυχίας, μας λέει ο Steffen Dyck, αντιπρόεδρος και senior credit officer της Moody’s. Ωστόσο, «ακόμη ένας κίνδυνος για τις οικονομικές προοπτικές είναι η διατήρηση των υφιστάμενων προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα, οι επίμονες ελλείψεις προσωπικού στην αγορά εργασίας και οι επακόλουθες πιέσεις στον πληθωρισμό» σημειώνει και προσθέτει: «Ο υψηλός πληθωρισμός θα μπορούσε επίσης να διαβρώσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών εάν δεν έχουμε ανάλογες αυξήσεις μισθών». Η απειλή του υψηλού πληθωρισμού θα ανάγκαζε τις κεντρικές τράπεζες να αυξήσουν τα επιτόκια νωρίτερα από ό,τι περιμένουμε.

Steffen Dyck, Moody’s
Οι παραπάνω προκλήσεις ισχύουν και για την Ελλάδα, «με την εξέλιξη της πανδημίας να είναι καθοριστικής σημασίας, δεδομένης της σπουδαιότητας του τουριστικού τομέα» αναφέρει ο κ. Dyck. Υπογραμμίζει ωστόσο ότι πέρα από αυτά οι προκλήσεις της Ελλάδας περιλαμβάνουν:
α) Τη μείωση του πολύ υψηλού δημοσίου χρέους, η οποία θα απαιτήσει συνετή δημοσιονομική στάση για τα επόμενα χρόνια.
β) Τη διατήρηση του focus στην ολοκλήρωση μεταρρυθμίσεων θεσμικών και διακυβέρνησης για τη διασφάλιση υψηλότερων προοπτικών βιώσιμης ανάπτυξης.
γ) Περαιτέρω μείωση της έκθεσης των ελληνικών τραπεζών σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια, προκειμένου να έχει έναν υγιή χρηματοπιστωτικό τομέα ως αναπόσπαστο μέρος της οικονομικής ανάκαμψης.
Fitch – Michele Napolitano
Senior Director, Head of Western European Sovereigns Global Sovereign & Supranationals
Η ελληνική οικονομία έχει επιδείξει έναν βαθμό ανθεκτικότητας φέτος, ανακάμπτοντας με ρυθμούς 9,5% τα τρία πρώτα τρίμηνα του έτους – υπερβαίνοντας τις περισσότερες προβλέψεις. Ο Michele Napolitano, senior director του οίκου, επικεφαλής για τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και τους υπερεθνικούς οργανισμούς, εκτιμά σε δηλώσεις του στη «Ν» ότι το 2022 η ανάκαμψη θα συνεχιστεί χάρη στην αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, που θα ανεβάσει τις πραγματικές δαπάνες. Οι χορηγήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης στην Ελλάδα ανέρχονται σε 18,4 δισ. ευρώ (10,1% του ονομαστικού ΑΕΠ του 2019), γεγονός που τοποθετεί τη χώρα στους μεγάλους ωφελημένους.

Michele Napolitano, Fitch
Ο οίκος Fitch θεωρεί ότι τα προβλήματα στην προσφορά και οι πληθωριστικές πιέσεις θα είναι μεγάλη πρόκληση συνολικά για την Ευρωζώνη. Εκτιμά παρ’ όλα αυτά ότι οι πιστωτικές συνθήκες συνολικά για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα βελτιωθούν το 2022, καθώς η απόσυρση μέτρων στήριξης θα οδηγήσει σε αισθητή μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ενώ και η αποτελεσματική αξιοποίηση των κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης θα στηρίξει την ανάκαμψη.
Όσον αφορά την ΕΚΤ, περιμένει διατήρηση της υποστηρικτικής πολιτικής. «Αν και ο πληθωρισμός συνεχίζει να εκπλήσσει ανοδικά, θεωρούμε τις πληθωριστικές πιέσεις ως μεταβατικές με το μεσοπρόθεσμο outlook του πληθωρισμού να παραμένει αδύναμο», αναφέρει. Προειδοποιεί ωστόσο «ότι οι αποκλίσεις στις τάσεις του πληθωρισμού από χώρα σε χώρα στην Ευρωζώνη θα μπορούσαν να προκαλέσουν διαφωνίες στο εσωτερικό του Δ.Σ. της ΕΚΤ».
Η μεγάλη συζήτηση στην Ευρωζώνη θα έχει να κάνει με την αναθεώρηση των δημοσιονομικών κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. «Περιμένουμε βραδύ ρυθμό μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής προσαρμογής στην Ευρωζώνη. Οι κανόνες ίσως αναθεωρηθούν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις πρόσθετες δημόσιες επενδύσεις που χρειάζονται για να επιτευχθούν οι κλιματικοί στόχοι των 27 της Ε.Ε.», σημειώνει και προσθέτει: «Ανεξάρτητα από τους κανόνες, οι δαπάνες που συνδέονται με την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης θα επηρεάσουν τα δημόσια οικονομικά, με τους αρμοδίους να έχουν δύσκολες αποφάσεις σχετικά με τις δημοσιονομικές προτεραιότητες».
S&P Ratings
Σε σχόλιό του στη «Ν» ο οίκος S&P αναφέρει ότι βλέπει ρυθμούς ανάπτυξης 7% για την ελληνική οικονομία φέτος, 5% για το 2022 και 4,4% για το 2023. «Μέσα στα επόμενα τρία χρόνια περιμένουμε ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης της Ελλάδας θα ξεπεράσουν τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και σε όρους πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ», σημειώνει.

REUTERS
«Συνολικά πιστεύουμε ότι όσον αφορά την αξιολόγηση της Ελλάδας, το ισοζύγιο των κινδύνων είναι θετικό, με προοπτική ισχυρότερων του αναμενομένου οικονομικών επιδόσεων και περαιτέρω μείωσης των μη εξυπηρετούμενων εκθέσεων, δεδομένων των κινήσεων που είναι ήδη σε εξέλιξη και αυτών που έχουν σχεδιαστεί για το μέλλον, μέσω και του προγράμματος Ηρακλής ΙΙ», τονίζουν οι αναλυτές του οίκου.
Μάλιστα, σημειώνουν ότι θα μπορούσε να έρθει αναβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου μέσα στους επόμενους 6-12 μήνες «αν η οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας αποδειχθεί ταχύτερη από τις υφιστάμενες προβλέψεις και ισχυρότερη από των άλλων χωρών της Ευρωζώνης». Μία ουσιαστική βελτίωση στις δημοσιονομικές επιδόσεις σε συνδυασμό με αξιοσημείωτη μείωση των ΝPEs στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα θα βοηθούσαν επίσης στην αναβάθμιση, όπως εξηγούν. «Η συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε συνδυασμό με το ισχυρό οικονομικό rebound και τη βελτιωμένη εικόνα του προϋπολογισμού είναι το κλειδί. Σε αυτό το σενάριο, τα NPEs στον τραπεζικό τομέα θα συρρικνώνονταν αισθητά», καταλήγουν.
DBRS – Nichola James
co-head Global Sovereing Ratings
H βασική πρόκληση στην Ευρώπη συνεχίζει να είναι η διαχείριση της πανδημίας της Covid-19, σημειώνει στη «Ν» η Nichola James, co-head Global Sovereing Ratings του DBRS. «Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις προσαρμόζονται στην κατάσταση και δεν περιμένουμε μία επιστροφή σε σκληρά, γενικευμένα lockdowns ως αποτέλεσμα της μετάλλαξης Όμικρον, τουλάχιστον με βάση τις πληροφορίες που έχουμε έως τώρα. Οι κλάδοι κοινωνικής κατανάλωσης που τώρα επηρεάζονται από τους περιορισμούς, σε πολλές χώρες αντιστοιχούν σε μικρό ποσοστό της προστιθέμενης αξίας, αλλά βεβαίως σε χώρες που εξαρτώνται από τον χειμερινό τουρισμό θα μπορούσε ο αντίκτυπος να είναι πιο ισχυρός», αναφέρει. Υπογραμμίζει ακόμη ότι η ανάκαμψη δίνει το περιθώριο σε πολλές χώρες να σχεδιάσουν τη σταθεροποίηση των δημοσιονομικών τους ύστερα από μία περίοδο ισχυρών μέτρων στήριξης, ενώ και η ΕΚΤ θα διατηρήσει πιθανότατα τη νομισματική στήριξη, κρατώντας το κόστος δανεισμού σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Όσον αφορά τα προβλήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας, θα επιμείνουν στις αρχές του 2022 επηρεάζοντας τη μεταποίηση, ειδικά την παραγωγή οχημάτων, αλλά θα μπορούσαν να αμβλυνθούν στη συνέχεια.

Nichola James, DBRS
Για την ελληνική οικονομία ειδικότερα η Nichola James υπογραμμίζει: «Ανακάμπτει με ταχύ ρυθμό και η βασική πρόκληση των αρχών συνεχίζει να είναι η διαχείριση της υγειονομικής κρίσης και η προώθηση πληθώρας μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που έχουν σχεδιαστεί για την επόμενη χρονιά. Το ρίσκο υλοποίησης είναι μέτριο και η καλή διακυβέρνηση στη διαχείριση των projects θα είναι σημαντική ώστε να αξιοποιηθεί η τεράστια ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης».
Σημειώνει ακόμη ότι η «η ελληνική οικονομία έχει επιδείξει ανθεκτικότητα στην κρίση εν μέρει χάρη στις ισχυρές προσπάθειες στο μέτωπο των δημοσιονομικών και των μεταρρυθμίσεων στο παρελθόν, όπως και στην ελκυστικότητα της Αθήνας και άλλων πόλεων και νησιών ως τουριστικών προορισμών».
Για το ελληνικό ΑΕΠ ο DBRS «βλέπει» ανάπτυξη της τάξης του 8% φέτος και 4% το 2022.
Scope Ratings – Dennis Shen
Director, Sovereign Ratings
Ο Scope Ratings περιμένει άκρως δυναμικούς ρυθμούς ανάπτυξης, 8,9%, για την ελληνική οικονομία φέτος και ρυθμούς 4,3% το 2022.
«Η διατήρηση της τόσο δυναμικής ανάκαμψης εξαρτάται από την προώθηση οικονομικών μεταρρυθμίσεων και μεταρρυθμίσεων στον τραπεζικό τομέα, ώστε να ενισχυθούν οι μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης. Χωρίς αυτό, το αυξημένο δημόσιο χρέος θα μπορούσε να αποδειχθεί διαρκής κίνδυνος σε ενδεχόμενο οικονομικό σοκ στο μέλλον», σημειώνει στη «Ν» ο Dennis Shen, Director, Sovereign Ratings στον Scope.

Dennis Shen Scope, Ratings
«Στην περίπτωση της Ελλάδας η περαιτέρω χρηματοδότηση από την Ε.Ε., μετά την αρχική δόση των 4 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, θα βοηθήσει να διατηρηθεί η ανάπτυξη το επόμενο έτος», τονίζει. Προβλέπει δε ότι «η ΕΚΤ είναι επίσης πιθανόν να διατηρήσει έναν βαθμό ευελιξίας στον ισολογισμό της, συνεχίζοντας να προσφέρει τον απαιτούμενο βαθμό στήριξης σε ευάλωτους δανειολήπτες όπως η Ελλάδα στη βάση δυσμενών σεναρίων για την αγορά, ακόμη και αφού παγώσουν οι αγορές ομολόγων μέσω PEPP την επόμενη χρονιά».
Μεσοπρόθεσμα ο οίκος υπολογίζει ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτύσσεται με ρυθμούς 1,8% για το διάστημα 2023-26 με τη στήριξη και των ευρωπαϊκών πόρων.
Σημειώνει δε ότι η χώρα μας έχει καλό ιστορικό στην απορρόφηση των κοινοτικών πόρων, αφού ήταν δεύτερη στην ενεργοποίηση των κεφαλαίων των ταμείων συνοχής το διάστημα 2014-2020.
Μακροπρόθεσμα ωστόσο αναμένει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα είναι αισθητά χαμηλότερος, στο 1% ετησίως. Όπως εξηγεί ο κ. Shen, η συρρίκνωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, περίπου κατά 0,7% ετησίως την περίοδο 2021-2026, και το υψηλό δημόσιο χρέος είναι παράγοντες που στέκονται εμπόδιο σε πιο δυναμική ανάπτυξη. Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, μετά την Ιαπωνία, μεταξύ των 36 οικονομιών που αξιολογεί ο Scope Ratings.
O οίκος υπολογίζει ότι το χρέος της Ελλάδας θα μειωθεί στο 202% έως τα τέλη του 2021 μετά την κορύφωσή του το 2020 και θα συνεχίσει να μειώνεται στο 180,9% το 2026 – επανερχόμενο έτσι κοντά στα προ κρίσεως επίπεδα του 180,5%. Το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα είναι φέτος στο 10,2% του ΑΕΠ ύστερα από 10,1% το 2020. Θα πρέπει να σημειωθεί στο 5,2% του ΑΕΠ το 2022, για να μειωθεί κάτω από το όριο του 3% το 2024.
UBS – Θέμης Θεμιστοκλέους
Head, Chief Investment Office EMEA at UBS Global Wealth Management
Η UBS βλέπει ανάπτυξη της τάξης του 7,9% το 2021, 5% το 2022 και 4,7% το 2023 για την ελληνική οικονομία, χάρη στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, την ενίσχυση της αγοράς εργασίας, το rebound του τουρισμού και τη βελτίωση στις πιστωτικές συνθήκες. Περιμένει επίσης μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, αλλά και πτώση του δημοσίου χρέους κοντά στο 180% του ΑΕΠ έως τα τέλη του 2023. Για τα ελληνικά ομόλογα, όπως επισημαίνει στη «Ν» ο Θέμης Θεμιστοκλέους, Chief Investment Office EMEA της UBS, η ένταξη στο APP θα είναι το κλειδί.

Θέμης Θεμιστοκλέους, UBS
Επιπλέον τονίζει πως καθοριστική είναι και η απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. «Αν είναι βραδύτερη των προβλέψεων, θα μπορούσε να οδηγήσει σε βραδύτερη ανάπτυξη», εξηγεί.
Η τρίτη πρόκληση έχει να κάνει με τη μείωση των κόκκινων δανείων στον τραπεζικό τομέα. «Οι χορηγήσεις δανείων είναι σημαντικές για τη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης. Μία βραδύτερη του αναμενομένου μείωση των κόκκινων δανείων θα ήταν βαρίδι για την ανάπτυξη», αναφέρει.
Τέλος, σημαντικός παράγοντας είναι και το τι θα κάνει η ΕΚΤ με τα ελληνικά ομόλογα. Εάν σταματήσει την αγορά τους όταν κάνει τη μετάβαση από το PEPP στο ΑPP θα έχουμε άνοδο των αποδόσεων και κατά συνέπεια του κόστους δανεισμού της κυβέρνησης.
Συνολικά για την Ευρώπη η UBS περιμένει ανάπτυξη 5,1% φέτος, 4,8% το 2022 και 2% το 2023. «Πονοκέφαλο», όπως σημειώνει, προκαλούν η έξαρση των κρουσμάτων της Covid και η επαναφορά περιοριστικών μέτρων σε μία σειρά χωρών. Πρόσθετη πρόκληση είναι ο πληθωρισμός (ειδικά εάν αποδειχθεί παρατεταμένος εξαιτίας του ελλείμματος προσφοράς φυσικού αερίου).
Και τούτο, όπως σημειώνει ο κ. Θεμιστοκλέους, γιατί πέρα από τον αρνητικό αντίκτυπο που θα έχει στις καταναλωτικές δαπάνες θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο περιοριστική νομισματική πολιτική. «Αν και δεν περιμένουμε από την ΕΚΤ να αυξήσει σύντομα τα επιτόκια, η μετάβαση από το PEPP στο APP εάν δεν γίνει σωστά θα μπορούσε να οδηγήσει στη διεύρυνση των spreads των χωρών της περιφέρειας και σε υψηλότερο κόστος δανεισμού για ορισμένες χώρες», καταλήγει.
Ναυτεμπορική
GEOPOLITICO
Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα
Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.
Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.
Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:
- μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
- αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
- εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
- σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
- έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.
Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.
GEOPOLITICO
Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών
Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.
Του Δημήτρη Παπαδογιάννη
Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής
Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.
Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).
Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.
Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ
Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).
Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.
Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.
Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).
Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.
Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση
Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.
Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.
Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.
Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.
Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.
Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.
Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.
Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.
Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;
Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.
Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.
Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.
Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.
Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.
Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.
Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.
Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.
Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.
Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.
Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.
Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.
Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.
Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.
Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό
Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;
Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.
Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος
Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.
Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.
Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα
Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.
Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.
Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων
Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.
Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.
Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.
Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.
Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.
Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.
Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.
Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.
Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.
Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;
Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.
Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.
Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.
Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.
Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.
Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.
Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.
Οικονομία
Τουρκία: Η υπόθεση των επενδυτικών κεφαλαίων αγγίζει τον λαλίστατο και προκλητικότατο κατά της Ελλάδας Τσελίκ – Πολιτικό δίλημμα για τον Ερντογάν
Καταγγελίες για δισεκατομμύρια λίρες, ερωτήματα για σχέσεις κυβερνητικών στελεχών και πληροφορίες για λίστες δικαιούχων εντείνουν την πίεση στο AKP.
Νέες πολιτικές διαστάσεις προσλαμβάνει στην Τουρκία η υπόθεση των επενδυτικών κεφαλαίων, καθώς τα ερωτήματα της αντιπολίτευσης φτάνουν πλέον στον Ομέρ Τσελίκ, εκπρόσωπο του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), αλλά και προκλητικότατο ρητορικά εναντίον της Ελλάδας. Στο επίκεντρο βρίσκονται καταγγελίες για μεγάλα κέρδη, αποσύρσεις χρημάτων πριν από την αποκάλυψη της κρίσης και πιθανές διασυνδέσεις προσώπων της υπόθεσης με τον κυβερνητικό μηχανισμό.
Ο Ζεϊνέλ Εμρέ, εκπρόσωπος του Νέου Κόμματος, ζητά εξηγήσεις για τη σχέση του Τσελίκ με τον πρώην γραφειοκράτη Οσμάν Αρικάν Νατζάρ, ο οποίος, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Σοζτζού», φέρεται να αποκόμισε περίπου 20 δισ. τουρκικές λίρες από επενδυτικό κεφάλαιο και να αναχώρησε στο εξωτερικό.
Τα ερωτήματα προς τον Τσελίκ
Ο Εμρέ έθεσε δημόσια το ερώτημα εάν ο εκπρόσωπος του AKP έκανε πρόσφατα διακοπές με τον Νατζάρ στην Αλικαρνασσό και εάν επέστρεψαν μαζί στην Άγκυρα. Ζήτησε επίσης να διευκρινιστεί το εύρος της σχέσης τους και η θέση του Τσελίκ για τις επίμαχες συναλλαγές.
Παράλληλα, επισήμανε ότι ο επιχειρηματικός εταίρος του Νατζάρ, Αλί Γκιόλ, βρίσκεται υπό κράτηση στο πλαίσιο της έρευνας. Το ποσό των 20 δισ. λιρών που αποδίδεται στον Νατζάρ είναι περίπου εννεαπλάσιο των 2,2 δισ. λιρών που, σύμφωνα με τις προηγούμενες καταγγελίες, φέρονται να αποκόμισαν η πρώην υπουργός Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά και ο σύζυγός της.
Η αντιπολίτευση είχε ήδη θέσει ερωτήματα για την Καγιά και τον πρώην πρόεδρο του Συμβουλίου Κεφαλαιαγοράς, Ιμπραήμ Ομέρ Γκιονούλ. Η αναφορά στον Τσελίκ διευρύνει την πολιτική αντιπαράθεση, μεταφέροντάς την ακόμη πιο κοντά στην κορυφή της κυβερνητικής εκπροσώπησης.
Η φερόμενη προειδοποίηση της πρώην υπουργού
Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Ντενίζ Ζεϊρέκ, η Καγιά φέρεται να έχει διαμηνύσει σε πρόσωπα του περιβάλλοντός της ότι, εάν κληθεί από εισαγγελέα, θα αποκαλύψει όσα γνωρίζει.
Η φράση που της αποδίδεται, «Αν καώ, θα τους πάρω όλους μαζί μου», ενισχύει τα ερωτήματα για το εύρος της υπόθεσης. Ο πολιτικός αναλυτής Μουράτ Γετκίν διερωτάται εάν η φερόμενη αυτή στάση λειτουργεί ως πίεση προς την ηγεσία του AKP.
Κατά την περιγραφή του Γετκίν, μέχρι τον χρόνο δημοσίευσης της ανάλυσής του δεν είχε υπάρξει εισαγγελική κλήση της πρώην υπουργού ούτε σχετική καταγγελία από το Συμβούλιο Κεφαλαιαγοράς. Ο ίδιος αναφέρεται και στον βουλευτή του AKP Σερκάν Μπαϊράμ, ο οποίος επέκρινε την υπόθεση συνδέοντάς την με περικοπές δικαιωμάτων συνταξιούχων και ατόμων με αναπηρία, αλλά στη συνέχεια ανακάλεσε τη δήλωσή του.
Οι πληροφορίες για λίστες και η εσωκομματική πίεση
Στα πολιτικά παρασκήνια της Άγκυρας κυκλοφορούν, σύμφωνα με τον Γετκίν, πληροφορίες για καταλόγους προσώπων που φέρονται να επωφελήθηκαν από επενδυτικά κεφάλαια, κυρίως της εταιρείας Tera, πριν από τη δημοσιοποίηση σχετικών πληροφοριών.
Οι αναφορές κάνουν λόγο για χιλιάδες ονόματα, μια ξεχωριστή λίστα 50 προβεβλημένων προσώπων και 26 ονόματα με διασυνδέσεις στο AKP. Οι πληροφορίες αυτές παραμένουν ανεπιβεβαίωτες, όπως επισημαίνεται στην ίδια ανάλυση.
Ο Γετκίν διακρίνει τρεις στάσεις μέσα στο κυβερνών κόμμα. Μια ομάδα αποδίδει την κρίση σε υποτιθέμενη συνωμοσία της CIA και της Μοσάντ. Μια δεύτερη ζητά να διερευνηθούν οι καταγγελίες και να απομακρυνθούν όσοι αποδειχθεί ότι εμπλέκονται. Η τρίτη, την οποία περιγράφει ως πολυπληθέστερη, περιμένει την τελική τοποθέτηση του Ερντογάν.
Μέχρι πού θα φτάσει η έρευνα;
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε δηλώσει στις 29 Σεπτεμβρίου ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές πρέπει να καθαρίσουν από τέτοιες πρακτικές. Παράλληλα, ο αρθρογράφος της «Χουριέτ» Αμπντουλκαντίρ Σελβί του αποδίδει τη θέση ότι όσοι αποκόμισαν παράνομα κέρδη θα πρέπει να επιστρέψουν τα χρήματα.
Το πολιτικό ερώτημα είναι εάν η έρευνα θα εξετάσει ολόκληρο το δίκτυο των επίμαχων συναλλαγών ή θα περιοριστεί στα πρόσωπα που έχουν ήδη κατονομαστεί. Ο πρόεδρος του Καλού Κόμματος, Μουσαβάτ Ντερβίσογλου, έχει χαρακτηρίσει την υπόθεση «οργανωμένη ληστεία», μεταφέροντας την αντιπαράθεση στην τουρκική Εθνοσυνέλευση.
Στο επίκεντρο της διερεύνησης παραμένει η πιθανή πρόσβαση σε μη δημόσιες πληροφορίες: ποιοι γνώριζαν, πότε γνώριζαν και εάν αξιοποίησαν αυτή τη γνώση για να αποκομίσουν κέρδη ή να αποσύρουν εγκαίρως τα χρήματά τους. Η απάντηση απαιτεί στοιχεία για τις συναλλαγές και τις διαδρομές των κεφαλαίων, ενώ η πολιτική πίεση προς το AKP συνεχίζει να αυξάνεται.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας