Ιστορία - Πολιτισμός
Το τίμημα της εξουσίας: Η Συνθηκολόγηση στο Brest-Litovsk
Η συνθήκη του Brest-Litovskήταν εξόφληση των λογαριασμών‘’ των Μπολσεβίκων προς τον Γερμανό Κάϊζερ
Του αείμνηστου Σπυρίδωνα Σφέτα
Η ταπεινωτική για τους Μποσελβίκους συνθήκη του Brest-Litovsk, με τις τεράστιες εδαφικές παραχωρήσεις των τελευταίων προς τους Γερμανούς, ήταν ‘’η εξόφληση των λογαριασμών‘’ των Μπολσεβίκων προς τον Γερμανό Κάϊζερ για την βοήθειά του προκειμένου να ανέλθουν στην εξουσία.
Μόνο αν γνωρίζουμε την εμπλοκή της Γερμανίας στην αξιοποίηση Ρώσων επαναστατών φυγάδων, ιδιαίτερα της σκληροπυρηνικής ομάδας των Μπολσεβίκων υπό τον Λένιν, για την αποχώρηση της Ρωσίας από την Αντάντ και την αύξηση των πιθανοτήτων για τη νίκη της Γερμανίας, μπορούμε να κατανοήσουμε την Οκτωβριανή Επανάσταση (ή Οκτωβριανό Πραξικόπημα;), όχι ως μια δήθεν ιστορική νομοτέλεια, αλλά ως μια προσχεδιασμένη πράξη σε κατάλληλη ιστορική συγκυρία στις ειδικές για τη Ρωσία συνθήκες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η επαναστατική ζύμωση στη Ρωσία στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης αστικο-δημοκρατικού εκσυγχρονισμού, μια ρωσική ιδιαιτερότητα, που δεν συμβάδιζε με τις εξελίξεις στη Δυτική Ευρώπη.
Μεταρρυθμίσεις στη Ρωσία μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο
Το βασικά προβλήματα της Ρωσίας ήταν το αγροτικό ζήτημα και η απολυταρχία του τσάρου. Μετά την ήττα της Ρωσίας στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), ο τσάρος Αλέξανδρος Β΄ προέβη σε ορισμένες μεταρρυθμίσεις, φοβούμενος εξεγέρσεις των χωρικών. Το 1861 κατήργησε τη δουλοπαροικία. Ωστόσο, η χειραφέτηση των χωρικών είχε την έννοια ότι δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία των πρώην αφεντικών τους και μπορούσαν να μεταβούν στις πόλεις, όμως σε καμιά περίπτωση δεν ήταν ελεύθεροι χωρικοί, όπως στη Δύση. Οι μισές γαίες είχαν παραμείνει στους γαιοκτήμονες, και η γη που διανεμήθηκε στους πρώην δουλοπάροικους δεν ήταν ιδιοκτησία τους, αλλά ανήκε συλλογικά στην αγροτική κοινότητα (Μir). To κοινοτικό συμβούλιο, ένα είδος δημογεροντίας, ήταν υπεύθυνο για τη διαχείριση των γαιών και κυρίως για τη συνολική καταβολή των φόρων της κοινότητας προς το κράτος (η εξασφάλιση των φορολογικών εσόδων του κράτους ήταν βασική γενεσιουργός αιτία της αγροτικής κοινότητας), και προχωρούσε σε αναδιανομές των γαιών, ανάλογα με τις γεννήσεις και τους θανάτους. Η γη που μοιράστηκε στους πρώην δουλοπαροίκους δεν ήταν δωρεάν. Οι κοινότητες όφειλαν να καταβάλλουν επί χρόνια σε δόσεις το αντίτιμο στους πρώην ιδιοκτήτες τους. Από την άλλη πλευρά οι υπερεξουσίες του συμβουλίου της κοινότητας δεν οδήγησαν σε αύξηση της αγροτικής παραγωγής , συνεχίζονταν οι παραδοσιακές μέθοδοι καλλιέργειας. Εντός του Mir επήλθαν οικονομικές ανισότητες μεταξύ των χωρικών, προϊόντος του χρόνου αναδύθηκε μια μεσαία τάξη χωρικών, οι κουλάκοι. Δεν ήταν επομένως μια εξισωτική κοινωνία.
Το 1864 ο τσάρος θέσπισε το σύστημα των αιρετών επαρχιακών συνελεύσεων (Zemstvo) που είχαν τοπικές εξουσίες σε τομείς, όπως η κατασκευή δρόμων, η υγεία και η παιδεία. Την ίδια χρονιά τα Πανεπιστήμια απέκτησαν αυτονομία. Οι διανοούμενοι απέκτησαν μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης, η λογοκρισία περιορίστηκε και τα ταξίδια στην Ευρώπη έγιναν ευκολότερα. Τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση αποτέλεσε η πρόοδος στο νομικό σύστημα. Τυπικά τουλάχιστον, όλοι οι Ρώσοι ήταν ίσοι απέναντι στο νόμο, οι δίκες διεξάγονταν δημόσια, άρχισε να λειτουργεί ένα σύστημα ορκωτών δικαστηρίων, οι κατηγορούμενοι είχαν το δικαίωμα να εκπροσωπούνται από επαγγελματία συνήγορο. Η πράξη ήταν πιο σύνθετη, αλλά η επαφή των Ρώσων υπηκόων με το κράτος δικαίου είχε αναβαθμιστεί. Το 1874 εισήχθη η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και στις πόλεις επιτράπηκε η λειτουργία επαγγελματικών σωματείων.
Ο τσάρος δεν προχώρησε στο γενναίο βήμα της ίδρυσης μιας αντιπροσωπευτικής συνέλευσης κατά το πρότυπο των Κοινοβουλίων της Δύσης. Οι μεταρρυθμίσεις του τσάρου δεν αποτελούσαν ρηξικέλευθη τομή στο πολιτικό σύστημα της Ρωσίας, αλλά ευνόησαν την πολιτικοποίηση της διανόησης που επιδίωκε αλλαγή του πολιτικού συστήματος.
Επαναστατικές ζυμώσεις στη Ρωσία και η ίδρυση παράνομων πολιτικών κομμάτων.
Αρχικός φορέας της μόνιμης επαναστατικής ζύμωσης ήταν οι ‘’ Οι Φίλοι του Λαού’, οι Ναρόντικι. Δεν ήταν μια συμπαγής ομάδα, είχαν συγκεχυμένες αναρχοσοσιαλιστικές και ουτοπικές σοσιαλιστικές ιδέες του Φουριέ και του Σαιν-Σιμόν. Βασική γραμμή ήταν άποψη του Αλεξάντερ Χέρτζεν ότι η Ρωσία θα μπορούσε να αποφύγει τις ωδίνες του καπιταλισμού και να μεταβεί κατ’ευθείαν στο σοσιαλισμό έχοντας ως μήτρα της σοσιαλιστικής κοινωνίας την αγροτική ‘’εξισωτική κοινότητα (Mir)’’, την οποία εξιδανίκευε. Την ίδια ουτοπική άποψη υποστήριζε και ο Μάο–Τσε-Τούγκ κατά τη διάρκεια της πολιτιστικής επανάστασης (1966-69) : Ο κομμουνισμός είναι περισσότερο ένας τρόπος ζωής, μπορεί να δημιουργηθεί σύντομα , χωρίς την εκβιομηχάνιση. Το κινεζικό κοινόβιο (ομάδα ανθρώπων που είναι στρατιωτικά οργανωμένοι, εργάζονται σε αγρούς ή εργοστάσια, σιτίζονται σε ομαδικά συσσίτια) είναι το βασικό κύτταρο μιας εξισωτικής κοινωνίας.
Αλλά η προσφυγή στο λαό για τη διαφώτισή του και την κινητοποίησή του για την ανατροπή του τσαρισμού ήταν μια απογοήτευση. Το καλοκαίρι του 1874 νεαροί ακτιβιστές, κυρίως φοιτητές, έσπευσαν στη ρωσική ύπαιθρο για να ζήσουν με τους χωρικούς. Δεν βρήκαν όμως κοινή γλώσσα επικοινωνίας και αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία. Όχι ο τσάρος, αλλά ο μεγαλοκτηματίας ήταν για τους χωρικούς ο εχθρός. Έτσι, τέθηκε το ερώτημα αν μια επαναστατική ελίτ θα μπορούσε να κάνει αυτό που δεν είχαν συνειδητοποιήσει ακόμα οι μάζες. Εδώ αναδείχτηκαν δύο τάσεις. Οι αναρχικοί του Μπακούνιν (Νετσάγιεφ, Τκάτσεφ) και οι διαφωτιστές του Λαβρώφ. Οι πρώτοι εμφορούνταν από μια ανήλεη καταστροφομανία, από Μακιαβελλισμό και Ιησουϊτισμό. «Ένας επαναστάτης έχει πάντοτε το δικαίωμα να καλεί το λαό σε εξέγερση. Το άμεσο και πιο σημαντικό καθήκον είναι η κατάληψη της εξουσίας, η ανατροπή της κυβέρνησης και η μετατροπή του συντηρητικού κράτους σε επαναστατικό κράτος. Αλλά η κατάληψη της εξουσίας από μόνη της δεν αποτελεί επανάσταση. Η επανάσταση πραγματοποείται όταν η νέα κυβέρνηση εκκαθαρίσει όλα τα συντηρητικά στοιχεία και αντικαταστήσει τους θεσμούς», έγραφε ο Τκάτσεφ το 1875. Η επανάσταση επομένως ήταν υπόθεση όχι των μαζών, αλλά μιας επαναστατικής ελιτίστικης ομάδας. Είναι γνωστή η διαφωνία του αναρχικού Μπακούνιν με τον Μάρξ, κάτι που είχε καταστήσει αδρανή την Πρώτη Διεθνή (1869). Αντίθετα για τον Λαβρώφ προείχε η διαρκής διαφώτιση του λαού, μέχρι να αποκτήσει κάθε άτομο συνείδηση της αποστολής του. «Δεν θέλουμε καμία νέα κυριαρχία της βίας. Όποιος θέλει το καλό του λαού, δεν πρέπει να επιδιώκει να γίνει ο ίδιος εξουσία, αλλά να καταστήσει το λαό ικανό να συνειδητοποιήσει τους στόχους του, και να υλοποιήσει αυτούς τους κοινωνικούς στόχους, όταν έρθει η στιγμή της ανατροπής», έγραφε ο Λαβρώφ στο περιοδικό Εμπρός – Vperëd ( 1873-1876) που εκδιδόταν στη Ζυρίχη. Για τους αναρχικούς της ομάδας Μπακούνιν, Νετσάγιεφ και Τκάτσεφ ο λαός θα μιμούνταν την επαναστατική ελίτ, αν αυτή τον κινητοποιούσε και με τη μέθοδο της τρομοκρατίας. Η ομάδα κρούσης ‘’Λαϊκή Θέληση‘’ (Narodnaja Volja)” ήταν μια τρομοκρατική οργάνωση που κατάφερε να δολοφονήσει τον τσάρο Αλέξανδρο Β΄ το 1881. Ο νέος τσάρος Αλέξανδρος Γ΄ ανακάλεσε ορισμένες μεταρρυθμίσεις του πατέρα του και έλαβε κατασταλτικά μέτρα. Το 1887 η ‘’Λαϊκή Θέληση’’ οργάνωσε (αποτυχημένη) δολοφονική απόπειρα κατά του τσάρου Αλέξανδρου Γ΄, στην οποία συμμετείχε και ο μεγαλύτερος αδελφός του Λένιν. Καταδικάστηκε σε θάνατο δια απαγχονισμού. Ο Λένιν είχε μια εκδικητική μανία κατά του τσαρισμού και λόγω προσωπικών βιωμάτων. Από την οργάνωση αυτή και την αναβίωση των πρώην Ναρόντικι συγκροτήθηκε το 1901 το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα. Το κόμμα στηριζόταν στους αγρότες, είχε ως πυρήνα του προγράμματός του την αγροτική μεταρρύθμιση, χωρίς να εγκαταλείψει πλήρως την τρομοκρατία.


Αλλά μετά το 1890 ήταν εμφανή στη Ρωσία τα σημάδια μιας κρατικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο υπουργός Οικονομικών Σεργκέϊ Βίτε- Sergej Witte (1892-1903) στα τελευταία χρόνια της θητείας του τσάρου Αλεξάνδρου Γ ΄ ( 1881-1894) και τα πρώτα χρόνια της θητείας του νέου τσάρου Νικολάου Β΄ (1894-1917) ευνόησε μια καπιταλιστική ανάπτυξη: εκτενές σιδηροδρομικό δίκτυο, τραπεζικό σύστημα, ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας και μεταλλουργίας, εισροή δυτικών επενδύσεων και εμπειρογνωμόνων, αύξηση της εξαγωγής σιτηρών για την εξοικονόμηση συναλλάγματος χάριν της εκβιομηχάνισης, μετάβαση χωρικών από την ύπαιθρο στις πόλεις ως εργατών σε εργοστάσια. Ωστόσο, ήταν οι απαρχές της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η Ρωσία δεν ήταν ακόμα βιομηχανικό κράτος, αλλά αγροτικό, οι εργάτες βρίσκονταν στις μεγάλες πόλεις ( Μόσχα, Πετρούπολη) και ήταν ισχνή μειοψηφία ( 3.000.000 το 1917) σε σύγκριση με τα εκατομμύρια των εξαθλιωμένων χωρικών. Η ανάδυση εργατικής τάξης έθεσε επί τάπητος το ζήτημα της ίδρυσης και Εργατικού Κόμματος.
Ο Μαρξισμός ήταν από πολύ νωρίς γνωστός στη ρωσική διανόηση. Η πρώτη ξένη γλώσσα στην οποία μεταφράστηκε το Κεφάλαιο του Μάρξ το 1874 ήταν η ρωσική. Οι ρωσικές αρχές επέτρεψαν την κυκλοφορία του, διότι το βιβλίο αφορούσε τη Δυτική Ευρώπη και κρίθηκε ακίνδυνο για τη Ρωσία στην οποία δεν υπήρχε ακόμα προλεταριάτο. Την πρώτη ουσιαστική μαρξιστική ομάδα συγκρότησε στη Γενεύη το 1883 ο Γκεόργκυ Πλεχάνωφ (Georgi Plechanov), μεταφράζοντας και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο στα ρωσικά με πρόλογο του ίδιου του Μάρξ . Ο Μάρξ, που έβλεπε ότι μετά το 1848 δεν ακολούθησε ένα νέο επαναστατικό κύμα στην Ευρώπη, δεν απέκλειε στον πρόλογό του το ενδεχόμενο μιας επανάστασης στη Ρωσία χωρίς προλεταριάτο που θα αποτελούσε θρυαλλίδα για μια επανάσταση και στη Δυτική Ευρώπη. Ο Μάρξ πράγματι διαψεύστηκε στις προβλέψεις του για την επανάσταση στη Δυτική Ευρώπη. Η Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία, για παράδειγμα, εξελισσόταν σε μεταρρυθμιστικό κόμμα ( με επαναστατική αναμονή), αναγνωρίζοντας τη σημασία του κοινωνικού κράτους του Μπίσμαρκ. Αλλά τι θα γινόταν στη Ρωσία; Mετά το 1890 είχε αρχίσει μια καπιταλιστική ανάπτυξη. Θα έπρεπε να αναμένει κανείς την πλήρη ανάπτυξη του καπιταλισμού που ίσως διαρκούσε δεκαετίες; Μετά από βασανιστικές σκέψεις ο Πλεχάνωφ έδωσε την ακόλουθη απάντηση: O επαναστάτης δεν μπορεί να αλλάξει το ρου της ιστορίας, μπορεί όμως να ενεργήσει λογικά, αν καταλάβει σωστά, σε ποιο σημείο της ιστορικής εξέλιξης βρίσκεται. Η Ρωσία εισήλθε στη φάση του καπιταλισμού, ο αγώνας του προλεταριάτου εναντίον της καπιταλιστικής αστικής τάξης είναι αναπόφευκτος, όμως η καπιταλιστική τάξη πραγμάτων είναι στην αρχή, ο εχθρός είναι ακόμα ανίσχυρος, όσο νωρίτερα δεχτεί επίθεση, τόσο ευκολότερα θα χτυπηθεί, μια συμμαχία με Φιλελεύθερους για την πτώση της απολυταρχίας πρέπει να απορριφθεί, διότι θα ενίσχυε τον εχθρό, την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, ανάγκη της παρούσας στιγμής είναι η ίδρυση ενός Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος από το βιομηχανικό προλεταριάτο.


To 1898 συνήλθε στο Μίνσκ ένα συνέδριο αντιπροσώπων των διαφόρων μαρξιστικών ομάδων της Ρωσίας και ίδρυσε το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα της Ρωσίας. Ο Λένιν ήταν εξόριστος στη Σιβηρία και δεν παρέστη στο ιδρυτικό συνέδριο, προσχώρησε όμως στο κόμμα το 1899. Το 1903 συνήλθε το δεύτερο συνέδριο του κόμματος που άρχισε τις εργασίες στις Βρυξέλλες και τις ολοκλήρωσε στο Λονδίνο. Στο συνέδριο ξέσπασαν σοβαρές διαφωνίες για τον χαρακτήρα του κόμματος με αποτέλεσμα να σχηματισθούν δύο αντίθετες παρατάξεις, οι Μενσεβίκοι (μειοψηφία) με επικεφαλής τον Μαρτώφ και οι Μπολσεβίκοι (πλειοψηφία) με επικεφαλής τον Λένιν . Ο Λένιν ήθελε ένα μικρό, ελιτίστικο κόμμα επαγγελματιών επαναστατών με ιδιόμορφη στρατιωτικοπολιτική οργάνωση και με συνωμοτικό χαρακτήρα. Αντίθετα, ο Μαρτώφ ήθελε ένα ευρύ κόμμα των εργαζομένων μαζών με δημοκρατική οργάνωση. Αρχικά ο Μαρτώφ πλειοψηφούσε. Στη διάρκεια όμως του συνεδρίου αποχώρησαν επτά αντιπρόσωποι και ο Λένιν απέσπασε 24 ψήφους έναντι 20 του Μαρτώφ. Ο Λένιν δέχτηκε ισχυρή κριτική όχι μονάχα από τον Μαρτώφ, αλλά κυρίως από τον νεαρό τότε Τρότσκυ που χαρακτήρισε τον Λένιν τύραννο και προέβλεψε ότι με τον Λένιν η δικτατορία του προλεταριάτου καθίσταται προσωπική δικτατορία του κομματικού αρχηγού. Μετά το συνέδριο οι διαφωνίες συνεχίστηκαν, ο αγώνας για την επανάσταση εξελίχθηκε σε κομματικό αγώνα εξουσίας με τον Λένιν να υιοθετεί τον αμοραλισμό και την επαναστατική τακτική των Ναρόντικι.
Οι φιλελεύθερες δυνάμεις (αριστοκρατικής καταγωγής) προέκυψαν από τις επαρχιακές συνελεύσεις (Zemstvo) και οργανώθηκαν το 1904 με τη φιλελεύθερη αστική διανόηση σε έναν παράνομο “Σύνδεσμο για την Απελευθέρωση’’, που απαιτούσε μια εκπροσώπηση του λαού με ελεύθερες εκλογές. Από τέτοιους κύκλους ίδρυσε ο Μιλγιούκωφ (Paul Miljukov) τον Οκτώβριο του 1905 το Φιλελεύθερο Κόμμα των Συνταγματικών – Δημοκρατικών ( Καντέ). Οι Καντέ ήταν αντίθετοι στην εσωτερική πολιτική του τσαρισμού, αλλά εντός των νόμιμων ορίων μιας κοινοβουλευτική δράσης. Με την εξωτερική πολιτική του τσαρισμού ήταν βασικά σύμφωνοι.
Η επανάσταση του 1905, ο ψευδοκοινοβουλετισμός του τσαρισμού (1906-1917) και οι άξονες της εξωτερικής πολιτικής της τσαρικής Ρωσίας
Η Ρωσία, στοχεύοντας να αποκτήσει ερείσματα στην Άπω Ανατολή, ήρθε σε σύγκρουση με την Ιαπωνία και οδηγήθηκε το 1904 σε Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο, κατά τον οποίο η Ρωσία υπέστη μια ταπεινωτική ήττα. Η ήττα προκάλεσε κοινωνική έκρηξη. Τον Ιανουάριο του 1905 το κύμα των απεργιών που ξέσπασε στην Αγία Πετρούπολη κατέληξε σε μια έκκληση προς τον τσάρο να προχωρήσει σε οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Στις 22 Ιανουαρίου 250.00 ειρηνικοί διαδηλωτές κινήθηκαν προς τα χειμερινά ανάκτορα, τραγουδώντας πατριωτικούς σκοπούς και κρατώντας την εικόνα του τσάρου. Ο ίδιος ο τσάρος δεν βρισκόταν στα ανάκτορα, αλλά οι δυνάμεις που τα φρουρούσαν πανικοβλήθηκαν και άνοιξαν πυρ , σκοτώνοντας και τραυματίζοντας χιλιάδες διαδηλωτές. Τα νέα για τη Ματωμένη Κυριακή διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη Ρωσία. Ο μύθος του τσάρου-πατερούλη που φρόντιζε για το λαό του είχε υποστεί πλήγμα. Διαδηλώσεις διαμαρτυρίας σάρωναν τη χώρα. Οι Σοσιαλδημοκράτες, οι Σοσιαλεπαναστάτες και οι Φιλελεύθεροι συναγωνίζονταν για την ποδηγέτηση των οργισμένων. Στα μεγάλα αστικά κέντρα οργανώθηκαν από τους Σοσιαλεπαναστάτες και τους Σοσιαλδημοκράτες επαναστατικά συμβούλια, γνωστά ως σοβιέτ. Τον Ιούνιο του 1905 στασίασε το πλήρωμα του θωρηκτού Ποτέμκιν που υπαγόταν στο στόλο της Μαύρης Θάλασσας. Τον Οκτώβριο του 1905 μια γενική απεργία που κήρυξαν στην Αγία Πετρούπολη τα σοβιέτ της πόλης έπεισε το τσάρο να κάνει παραχωρήσεις. Ο Νικόλαος Β΄ δημοσίευσε το Οκτωβριανό Μανιφέστο, υποσχόμενος την παραχώρηση πολιτικών ελευθεριών στο ρωσικό λαό, την παραχώρηση δικαιώματος ψήφου σε όλους τους άρρενες υπηκόους και την ίδρυση εθνικού κοινοβουλίου, της Δούμας. Οι παραχωρήσεις αυτές άφησαν ασυγκίνητους πολλούς επαναστάτες που δεν πίστευαν στην ειλικρίνεια του τσάρου. Ο τσάρος θέλησε να εκμεταλλευτεί τις διενέξεις Φιλελευθέρων και Ριζοσπαστών.

Τον Δεκέμβριο του 1905 διέταξε τη σύλληψη των ηγετών των σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης. Ο Τρότσκυ παραπέμφθηκε σε δίκη, η εβραϊκή του καταγωγή δεν πέρασε απαρατήρητη, ο αντισημιτισμός ήταν παθογένεια των ρωσικών φιλoτσαρικών πολιτικών οργανώσεων. Το 1906 ο τσάρος νομιμοποίησε με νομοθετικές πράξεις τα πολιτικά κόμματα, τα νομοθετικά όργανα θα αποτελούνταν από δύο σώματα, τη Γερουσία και τη Δούμα. Αλλά επρόκειτο για ημίμετρα. Τα μισά μέλη της Γερουσίας θα διορίζονταν από τον τσάρο, οι βουλευτές της Δούμα θα εκλέγονταν με έμμεσο τρόπο σε γενικές εκλογές. Ο τσάρος είχε το δικαίωμα βέτο στις αποφάσεις της Δούμα, παρέμεινε αρχηγός του στρατού, καθόριζε την εξωτερική πολιτική, διόριζε την κυβέρνηση, συγκαλούσε και διέλυε τη Δούμα. Το ‘’σύνταγμα’’ της Ρωσίας θύμιζε το γερμανικό σύνταγμα του 1871. Στην πρώτη Δούμα (Μάϊος 1906-Ιούλιος 1906) την πλειοψηφία είχαν οι Καντέ με 178 βουλευτές. Ωστόσο, είχε μικρά διάρκεια λόγω της δυσλειτουργικής σχέσης μεταξύ κυβέρνησης και βουλής κα της απειρίας των βουλευτών. Οι υπουργοί ήταν υπόλογοι στον τσάρο και όχι στη Βουλή. Τον Ιούλιο του 1906 ο τσάρος διέλυσε τη Δούμα και προκήρυξε εκλογές. Στη δεύτερη Δούμα (Φεβρουάριος 1907-Ιούνιος 1907) υπερίσχυαν τα σοσιαλιστικά κόμματα. Με ημιπραξικόπημα ο τσάρος διέλυσε τη δεύτερη Δούμα τον Ιούνιο του 1907 και προκήρυξε εκλογές με νέο αυθαίρετο εκλογικό νόμο που εξασφάλισε μια συντηρητική πλειοψηφία. Στην τρίτη και τέταρτη Δούμα (Νοέμβριος 1907-Ιούνιος 1912, Νοέμβριος 1912-Φεβρουάριος 1917) η φιλελεύθερη και σοσιαλιστική αντιπολίτευση μαζί αποτελούσαν το ¼ των βουλευτών. Εντός της Δούμα Μπολσεβίκοι και Μενσεβίκοι εμφανίζονταν ως ενιαίο κόμμα. από το 1906 μέχρι το 1912.
Με τους όρους αυτούς το πείραμα το κοινοβουλευτισμού ήταν φυσικό να αποτύχει. Και οι φιλοδοξίες του πρωθυπουργού Στολύπιν (P. Stolypin) να συγκροτήσει μια τάξη χειραφετημένων αγροτών στη Ρωσία σε υγιή βάση δεν καρποφόρησαν. Επί πρωθυπουργίας του ψηφίστηκαν πολλοί νόμοι που έδιναν στους χωρικούς το δικαίωμα να αποδεσμευτούν από την αγροτική κοινότητα και να αποκτήσουν δική τους γη. Ο Στολύπιν υπολόγιζε ότι, αν οι Ρώσοι χωρικοί αποκτούσαν δική τους γη, θα εξελίσσονταν σε συντηρητική δύναμη. Πολλοί χωρικοί εκμεταλλεύτηκαν το νόμο. Ο Στολύπιν είχε μόνο τη χλιαρή υποστήριξη του τσάρου, ενώ έπρεπε να αντιμετωπίσει την εχθρότητα τόσο των κουλάκων εντός της αγροτικής κοινότητας όσο και των αντιδραστικών μεγαλογαιοκτημόνων. Δολοφονήθηκε το 1911, ενώ παρακολουθούσε μια θεατρική παράσταση και δίπλα του καθόταν ο τσάρος.
Στη εξωτερική πολιτική η Ρωσία, μετά την ήττα της στον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο, άρχισε να στρέφεται πάλι στα Βαλκάνια με κύρια μακροπρόθεσμη επιδίωξη τα Στενά και την Κωνστανινούπολη. Η ανεξέλεγκτη γερμανική διείσδυση στη Οθωμανική Αυτοκρατορία (σε βάρος της Ρωσίας και της Αγγλίας) με στόχο την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης-Βαγδάτης, η ναυπήγηση γερμανικού στόλου στον Ατλαντικό ( σε βάρος της Αγγλίας) και οι γερμανικές βλέψεις στο Μαρόκο (σε βάρος της Γαλλίας) οδήγησαν στην ίδρυση της Αντάντ. Η αγγλορωσική συμφωνία του 1907 για την οριοθέτηση των αγγλορωσικών σφαιρών επιρροής στην Περσία, στο Αφγανιστάν και στο Θιβέτ αποτελεί τομή στο Ανατολικό Ζήτημα. Η Αγγλία επί της αρχής δεν είχε πλέον ενστάσεις στο ενδεχόμενο διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ικανοποίησης ρωσικών επιδιώξεων στην Κωνσταντινούπολη και τα Στενά. Η αγγλορωσική συμφωνία της 12ης Μαρτίου 1915 ικανοποιούσε την αιώνια επιδίωξη της Ρωσίας για την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά, λαμβάνοντας υπόψη και τα αγγλικά συμφέροντα. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμο ήταν για τη Ρωσία ιερός πόλεμος.
Oι Ρώσοι επαναστάτες στο σχεδιασμό της γερμανικής αντιτσαρικής πολιτικής
Όταν την 1η Αυγούστου 1914 η Γερμανία κήρυξε πόλεμο στη Ρωσία, ο Λένιν, ηλικίας 44 ετών, με τη σύζυγό του Κρούσπαγια ζούσε τη Γαλικία, κοντά στην Κρακοβία, επί εδάφους της Αυστροουγγαρίας. Συνελήφθη από την αυστριακή αστυνομία και ανακρίθηκε με την υποψία ότι είναι Ρώσος κατάσκοπος. Κατά τη ανάκριση η αστυνομία διαπίστωσε ότι είναι πολέμιος του τσαρισμού. Επενέβησαν και αυστριακοί Σοσιαλδημοκράτες που τον γνώριζαν και επιβεβαίωσαν στην αστυνομία της Κρακοβίας, όπου κρατούνταν ο Λένιν, την εχθρότητά του προς τον τσάρο, με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος και να αναχωρήσει για την ουδέτερη Ελβετία. Χωρίς ισχυρούς οικονομικούς πόρους, ζούσε λιτά με τη γυναίκα του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Ζυρίχη.


Ένα κρεβάτι, μια θερμάστρα με κάρβουνο, ένα τραπέζι με μια στοίβα βιβλίων ήταν η περιουσία του. Κάθε μέρα μελετούσε στις βιβλιοθήκες της Ζυρίχης και έκανε επαναστατικά κηρύγματα σε νεαρούς Σοσιαλιστές της Ελβετίας για την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση που θα προέκυπτε από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. «Εμείς οι παλιοί ίσως δεν θα βιώσουμε τους αποφασιστικούς αγώνες της επερχόμενης επανάστασης. Αλλά είμαι βέβαιος ότι οι νέοι θα έχουν την τύχη όχι μόνο να αγωνιστούν, αλλά και να νικήσουν στην επερχόμενη προλεταριακή επανάσταση», έλεγε σε διάλεξή του σε νέους Σοσιαλιστές της Ελβετίας τον Ιανουάριο του 1917. Η επαναστατική του διεθνιστική ρητορική δεν ήταν αρεστή στους Ευρωπαίους Σοσιαλδημοκράτες που είχαν ψηφίσει τους προϋπολογισμούς των κυβερνήσεών τους, κάτι που προκάλεσε τον επιθανάτιο ρόγχο της Β΄ Διεθνούς.
Ο Λένιν, εκτός των κύκλων της Σοσιαλδημοκρατίας και αστυνομίας της Πετρούπολης, δεν ήταν ευρύτερα γνωστός. Πληροφορίες για Ρώσους επαναστάτες, πολιτικούς φυγάδες, άρχιζε να συγκεντρώνει η γερμανική κυβέρνηση από τα τέλη του 1914. Μετά την αποτυχία των γερμανικών επιχειρήσεων στο δυτικό μέτωπο το 1914, η Γερμανία σχεδίαζε την απεμπλοκή της από το ανατολικό μέτωπο. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί ή με την υπογραφή χωριστής ειρήνης με την τσαρική Ρωσία και την έξοδο της Ρωσίας από την Αντάντ ή με την εσωτερική υπονόμευση της τσαρικής Ρωσίας, υποστηρίζοντας επαναστατικές δυνάμεις. Από τα τέλη του 1914 οι γερμανικές πρεσβείες στη Βέρνη, στην Κοπεγχάγη και στη Στοκχόλμη άρχισαν να συγκεντρώνουν πληροφορίας για Ρώσους επαναστάτες. Βασικός πληροφοριοδότης ήταν ο Σοσιαλδημοκράτης Alexander Helphand, ένας μικροκαμωμένος, στρουμπουλός Λευκορώσος εβραϊκής καταγωγής, γνωστός με το ψευδώνυμο Parvus, που ως υπερχρεωμένος ‘’επιχειρηματίας’’ διείδε στην υπόθεση μια ευκαιρία πλουτισμού.

Έζησε χρόνια στη Γερμανία την οποία λάτρευε και το διαμέρισμά του στο Μόναχο ήταν κέντρο διέλευσης Ρώσων επαναστατών. Τυχοδιωκτική φύση, χάθηκε για ένα διάστημα στα Βαλκάνια και έφθασε απένταρος στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβριο του 1910. Τον Ιανουάριο του 1915 το Υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας έλαβε ένα τηλεγράφημα από τον Γερμανό πρέσβη Hans von Wangenheim στην Κωνσταντινούπολη στο οποίο αναφερόταν ότι ένας επιχειρηματίας, ο Alexander Helphand, είχε ένα σχέδιο για την ανατροπή του τσαρισμού, τονίζοντας ότι τα συμφέροντα της γερμανικής κυβέρνησης ήταν ταυτόσημα με αυτά των Ρώσων επαναστατών. Ο Helphand πίστευε ότι θα ενεργούσε γρήγορα, μολύνοντας με αντιτσαρική προπαγάνδα τα ρωσικά στρατεύματα πριν αυτά σταλούν στο μέτωπο και συγκαλώντας ένα συνέδριο των Ρώσων επαναστατών στο εξωτερικό για να ενεργούν ως ενιαίο σώμα. Ήταν πρόθυμος να κάνει τα απαραίτητα πρώτα βήματα για το σκοπό αυτό, έγραφε ο Wangenheim στο Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά θα χρειαζόταν σημαντικά ποσά. Η προσφορά του Parvus εκτιμήθηκε θετικά στο Βερολίνο. Τέλη Μαρτίου 1915 έλαβε 1.000.000 μάρκα και μετακόμισε στην Κοπεγχάγη, συνεργαζόμενος υπό την ασυλία του επιχειρηματία με την εκεί γερμανική πρεσβεία για τον κοινό σκοπό και έχοντας ένα δίκτυο πληροφοριοδοτών.
Το όνομα του Λένιν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις 25 Μαρτίου 1915 σε έκθεση πληροφοριοδότη προς την γερμανική πρεσβεία της Βέρνης. Αργότερα δόθηκαν και άλλα στοιχεία για το πρόγραμμα του Λένιν που προέβλεπε, πέρα από τις κοινωνικές αλλαγές στη Ρωσία, την υπογραφή χωριστής ειρήνης της Ρωσίας με τη Γερμανία, χωρίς να ληφθεί υπόψη η Γαλλία. Στο Βερολίνο εκτιμούσαν ότι από όλους τους Ρώσους επαναστάτες οι Μπολσεβίκοι ήταν οι πλέον έμπιστοι για την υπόθεση της υπογραφής χωριστής ειρήνης. Το Βερολίνο έκρινε ότι έπρεπε να τηρήσει επί του παρόντος στάση αναμονής και να συγκεντρώνει πληροφορίες. Σημαντικός αποδείχτηκε εδώ ο ρόλος του Γερμανού πρέσβη στην Κοπεγχάγη Urlich Graf von Brockendorff – Rantzau που γνώριζε καλά τη Ρωσία και είχε στενή συνεργασία με τον Parvus.


Η Φεβρουριανή επανάσταση του 1917 και η δυαδική εξουσία Προσωρινής Κυβέρνησης και Σοβιέτ, η επιστροφή του Λένιν και το Οκτωβριανό Πραξικόπημα/Οκτωβριανή Επανάσταση.
Στο μέτωπο η Ρωσία υφίστατο ήττες . Η επίθεση του Brusilov στη Γαλικία το καλοκαίρι του 1916, παρά την αρχική της επιτυχία, τελικά απέτυχε. Η δυσαρέσκεια ήταν γενική και ένας σπινθήρας αρκούσε να προκαλέσει γενικευμένη εξέγερση.
Η Επανάσταση ξέσπασε εντελώς αυθόρμητα στις 23 Φεβρουαρίου/8 Μαρτίου 1917, όταν κυκλοφόρησε στην Αγία Πετρούπολη η φήμη ότι αρχίζει η πείνα. Μεγάλες ουρές γυναικών σχηματίστηκαν μπροστά από τα καταστήματα και σε λίγο άρχισαν να κραυγάζουν, ζητώντας ψωμί. Χιλιάδες εργάτες άφησαν τις δουλειές τους και έτρεξαν να συνενωθούν με τα πλήθη. Η αστυνομία επέδειξε αυτοσυγκράτηση. Τις επόμενες ημέρες υπήρξαν νέες διαδηλώσεις και απεργίες με 40 περίπου νεκρούς. Παρατηρήθηκαν και συμπτώματα διάλυσης στο στράτευμα και η φρουρά της Πετρούπολης προσχώρησε στην Επανάσταση. Τα συνθήματα ήταν Ψωμί, Γη, Ειρήνη, δεν είχαν καμία σχέση με τον Μαρξισμό. Στις 2/15 Μαρτίου ο τσάρος παραιτήθηκε και η Ρωσία για πρώτη φορά στην ιστορία της ανακηρύχθηκε σε Δημοκρατία.

Σχηματίσθηκε Προσωρινή Κυβέρνηση, αποτελούμενη από Φιλελεύθερους της Δούμας με αριστοκρατική και αστική καταγωγή. Για παράδειγμα πρωθυπουργός ήταν ο πρίγκηπας Λβώφ και υπουργός Εξωτερικών ο Μιλγιούκωφ. Ο μόνος σοσιαλιστικής απόχρωσης υπουργός ήταν ο Κερένσκυ, υπουργός Δικαιοσύνης, που ανήκε στο μικρό, ειρηνικό, σοσιαλιστικό κόμμα των Τρουντοβίκων.
Όπως και το 1905, έτσι και τώρα συγκροτήθηκαν τα επαναστατικά συμβούλια των σοβιέτ (εργάτες, αγρότες, στρατιώτες), στα οποία συμμετείχαν κυρίως οι Σοσιαλδημοκράτες ( Μενσεβίκοι και Μπολσεβίκοι) και οι Σοσιαλεπαναστάτες. Οι Μπολσεβίκοι ήταν μειοψηφία στα σοβιέτ και σε ιδεολογική σύγχυση. Μετά τη πτώση του τσαρισμού στη Ρωσία υπήρχαν επί της ουσίας δύο πολιτικές δυνάμεις , η φιλελεύθερη δημοκρατία και η σοσιαλδημοκρατία. Τα σοβιέτ ασκούσαν πίεση στην Προσωρινή Κυβέρνηση. Στις 16 Μαρτίου 1917 η Προσωρινή Κυβέρνηση ανήγγειλε την προσήλωσή της στη Δημοκρατία και την ελευθερία, την πολιτική αμνηστία, τη διεξαγωγή εκλογών για Συντακτική Συνέλευση η οποία θα έλυνε τα φλέγοντα ζητήματα: το πολιτειακό, τη συνέχιση του πολέμου ή την ειρήνη, το αγροτικό, τα εργατικό, το εθνικό και άλλα. Τα σοβιέτ κατά βάση συναινούσαν στη γενική θέση ότι η Συντακτική Συνέλευση ήταν αρμόδια, χωρίς βία, να αποφασίσει για τα βασικά ζητήματα. Η Προσωρινή Κυβέρνηση απελευθέρωσε όλους τους πολιτικούς κρατούμενους και εξόριστους, μεταξύ αυτών και τους Μπολσεβίκους. Επίσης επέτρεψε τον επαναπατρισμό των φυγάδων από το εξωτερικό και τη νόμιμη δράση των πολιτικών κομμάτων, την ελευθερία λόγου, Τύπου και συγκεντρώσεων . Εκτόξευσε όμως την απειλή ότι όσοι επέστρεφαν με γερμανική βοήθεια θα θεωρούνταν εχθροί.
Βασικό θέμα ήταν ο πόλεμος. Μπορεί την οριστική απόφαση να την έπαιρνε η Συντακτική Συνέλευση , αλλά η θέση των σοβιέτ ‘’ειρήνη ‘χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις’’ δεν ήταν η θέση του υπουργού Εξωτερικών Μιλγιούκωφ. Σε συνέντευξή του σε κυβερνητική εφημερίδα, στις 5 Απριλίου, μία ημέρα μετά την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο (4.4.1917), τόνιζε τις εδαφικές διεκδικήσεις της Ρωσίας στη Δυτική Ουκρανία (Γαλικία), για να ενωθεί με την Ανατολική Ουκρανία, στην Κωνσταντινούπολη όπου «το τουρκικό έθνος, παρά τους πέντε αιώνες κυριαρχίας, δεν έχει εξαπλώσει βαθιά τις ρίζες του εκεί» . Η κατοχή των Στενών ήταν ένα μέτρο «προστασίας των πυλών της ρωσικής πατρίδας». Με άλλα λόγια δεν παρουσίαζε τις εδαφικές διεκδικήσεις της Ρωσίας ως προσάρτηση ξένων εδαφών, αλλά είτε ως ιστορικά δίκαια της Ρωσίας είτε ως ζωτικούς λόγους ασφάλειας. Είναι γνωστά τα προβλήματα που προκλήθηκαν στην Ρωσία από το κλείσιμο των Στενών το 1914.
Στο μέτωπο ωστόσο υπήρχαν μονάδες που συνέχιζαν να μάχονται, αλλά και μονάδες στις οποίες σημειώνονταν λιποταξίες και φαινόμενα ανυπακοής, στρατιώτες διέταζαν τους αξιωματικούς, και στις πόλεις εργάτες είχαν καταλάβει τα εργοστάσια. Πολλοί στρατιώτες διερωτώντο, τι νόημα είχε να λάβουν γη, αν είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο. Το ζήτημα του πολέμου εκμεταλλεύτηκε επιδέξια ο Λένιν . Η επιστροφή του Λένιν μετέβαλε την κατάσταση και απέδειξε τη σημασία του ρόλου της προσωπικότητας στην ιστορία.
O Λένιν πληροφορούνταν τα τεκταινόμενα στη Ρωσία από τις εφημερίδες. Ήταν τόσο έντονη η επιθυμία να επιστρέψει στη Ρωσία ώστε τα βράδια ξυπνούσε με τους εφιάλτες του Κερένσκυ και του Μιλγιούκωφ! Ήρθε σε επαφή με τη γερμανική πρεσβεία της Βέρνης και τελικά επήλθε συμφωνία ανάμεσα στον Λένιν και τους Γερμανούς στους οποίους δεν ήταν τώρα άγνωστος. Οι Γερμανοί αναλάμβαναν να επιτρέψουν στο Λένιν και στους συνεργάτες του να περάσουν από γερμανικό έδαφος και έθεταν στη διάθεσή τους ειδικό σιδηροδρομικό όχημα για να φθάσουν στη Ρωσία.

Το ειδικά σφραγισμένο βαγόνι θα θεωρούνταν “ουδέτερο έδαφος” και δεν θα ελέγχονταν. Υπολόγιζαν ότι ο Λένιν και οι συνεργάτες του θα εξαπέλυαν μια επανάσταση, κάτι που θα τους διευκόλυνε να θέσουν εκτός μάχης τη Ρωσία. Για τη Γερμανία το ζήτημα αυτό ήταν επείγον μετά και την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο. Η επαφή του Λένιν με τη γερμανική κυβέρνηση έγινε μέσω Γερμανών Σοσιαλιστών και το Γενικό Επιτελείο έδωσε τη συγκατάθεσή του.
Η αναχώρηση του Λένιν και των 32 συνεργατών του από τη Ζυρίχη έγινε στις 9 Απριλίου 1917, Μεγάλη Δευτέρα των Ορθοδόξων, για να φθάσουν τις ημέρες του Πάσχα στη Ρωσία, όταν ίσως οι συνοριακοί έλεγχοι θα ήταν χαλαροί. Το τραίνο έφθασε στη Στοκχόλμη στις 13 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή.


Σουηδοί Σοσιαλδημοκράτες υποδέχτηκαν τον Λένιν και την ομάδα του, δίνοντας χρηματική βοήθεια και αγοράζοντάς τους καινούργια ρούχα. Το βασικότερο όμως ήταν ότι από την Κοπεγχάγη στη Στοκχόλμη αφίχθη και ο μυστηριώδης Parvus και συναντήθηκε με τον αυστριακό Karl Radek που ανήκε στην ομάδα του Λένιν. Ο Radek έμεινε στη Στοκχόλμη και δεν εισήλθε σε ρωσικό έδαφος. Πρόβλημα της ομάδας του Λένιν ίσως θα ήταν η διέλευση από τη Σουηδία στο Μεγάλο Δουκάτο της Φινλανδίας που ανήκε στη ρωσική επικράτεια. Ο συνοριακός σταθμός του Tornio ήταν ένα στρατιωτικό φυλάκιο της Αντάντ. Άγγλοι αξιωματικοί αναγνώρισαν τον Λένιν που ισχυρίστηκε ότι ήταν δημοσιογράφος. Απευθύνθηκαν στη ρωσική κυβέρνηση. Κατά μία εκδοχή ο Κερένσκυ, υπουργός Πολέμου, απάντησε ότι η Δημοκρατική Ρωσία επιτρέπει στους πολίτες της να επιστρέψουν στη Ρωσία. Έτσι, δεν ίσχυσε η ρητορική του αποκλεισμού όσων είχαν επιστρέψει με γερμανική βοήθεια! Κατά μία άλλη εκδοχή αναζητήθηκε ο Μιλγιούκωφ που όμως δεν βρέθηκε. Πλησίαζε το Πάσχα. Τελικά ο Λένιν και η ομάδα του εισήλθαν σε φιλανδικό/ ρωσικό έδαφος και στις 16 Απριλίου έφθασαν στην Αγία Πετρούπολη. Την επόμενη ημέρα ο Λένιν κάλεσε τους Μπολσεβίκους και ανήγγειλε τις περιβόητες «θέσεις του Απρίλη» με τις οποίες υποστήριζε την άμεση παύση του πολέμου, τη μη στήριξη της Προσωρινής Κυβέρνησης από τη μειοψηφία των Μπολσεβίκων, τη μετατροπή της δημοκρατικής επανάστασης σε κομμουνιστική και το πέρασμα όλης της εξουσίας στα σοβιέτ.

Οι Μπολσεβίκοι ήταν μια μειοψηφία στα σοβιέτ της Πετρούπολης και της Μόσχας. Είχαν όμως μια σταδιακή άνοδο. Αυτό οφειλόταν στη ενισχυμένη προπαγάνδα που ασκούσαν με την εφημερίδα τους, την Πράβδα, χάρη στη γερμανική οικονομική βοήθεια, στην εκμετάλλευση του πολέμου και στη διορατικότητα και οξύνοια του Λένιν που ήξερε να εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες της Προσωρινής Κυβέρνησης και να κρίνει πότε ήταν η κατάλληλη στιγμή για δράση.

Μαύρο γερμανικό χρήμα διακινούνταν τους επόμενους μήνες από τον Parvus και τον Radek στους Μπολσεβίκους. Δεν είναι γνωστό μέσω ποιών διαύλων, μάλλον σε εταιρείες-φαντάσματα του Parvus στη Ρωσία. Πολλά έγγραφα έχουν καταστραφεί. Η ρωσική κυβέρνηση με τη βοήθεια πρακτόρων της Αντάντ είχε υποκλέψει τηλεγραφήματα για τη διακίνηση μαύρου χρήματος στη Ρωσία από το εξωτερικό, αλλά πουθενά δεν υπήρχε το όνομα του Λένιν. Όλες οι υποψίες όμως φωτογράφιζαν τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους.
Τον Μάιο (1-3.05.1917) η Προσωρινή Κυβέρνηση διήλθε την πρώτη της κρίση. Ο υπουργός Εξωτερικών Μιλγιούκωφ επέδωσε διπλωματική διακοίνωση στη Αντάντ στην οποία διαβεβαίωνε τους συμμάχους ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση θα συνέχιζε τον πόλεμο μέχρι την τελική νίκη. Η διπλωματική διακοίνωση προκάλεσε διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες στις οποίες έλαβαν μέρος εκπρόσωποι όλων των σοσιαλιστικών κομμάτων. Οι Καντέ ανακοίνωσαν την πάταξη της αναρχίας και κάλεσαν τους πολίτες να στηρίξουν τον Μιλγιούκωφ και την Προσωρινή Κυβέρνηση. Οι Μπολσεβίκοι κάλεσαν εργάτες και στρατιώτες σε ξεχωριστή διαδήλωση για την καταδίκη της διπλωματικής διακοίνωσης του Μιλγιούκωφ και της πολιτικής της Προσωρινής Κυβέρνησης. Ένα μέρος των Μποσλεβίκων της Πετρούπολης κάλεσε τους διαδηλωτές να καταλάβουν την εξουσία. Εκδηλώθηκαν και ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των διαδηλωτών, καθώς άλλοι στήριζαν την κυβέρνηση και άλλοι ζητούσαν την ανατροπή της με αποτέλεσμα να υπάρξουν και τα πρώτα θύματα μετά τη Φεβρουριανή Επανάσταση. Η κρίση προκάλεσε την παραίτηση του Μιλγιούκωφ και του υπουργού των Στρατιωτικών Γκουτσκώφ. Το υπουργείο των Στρατιωτικών ανέλαβε ο Κερένσκυ. Η Προσωρινή Κυβέρνηση συνεχώς διευρυνόταν με Σοσιαλιστές υπουργούς, με αποτέλεσμα να απαρτίζεται από 6 Σοσιαλιστές και 10 Φιλελεύθερους. Υπουργός Γεωργίας, για παράδειγμα, έγινε ο Σοσιαλεπαναναστάτης Τσερνώφ, για να επεξεργαστεί το πρόγραμμα του κόμματος για την αγροτική μεταρρύθμιση.
Οι Μπολσεβίκοι επιδόθηκαν σε ανηλεή πόλεμο φθοράς της κυβέρνησης, των Μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστών (Εσαίρων). Τον Ιούνιο διοργάνωσαν νέες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία στην Πρώτη Πανρωσική Σύνοδο των σοβιέτ. Αλλά είχαν μόνο 35 μέλη, 250 μέλη ήταν Μενσεβίκοι και Σοσιαλεπαναστάτες. Η Πρώτη Πανρωσική Σύνοδος εξέφρασε την στήριξη στην κυβέρνηση και τάχθηκε υπέρ της συνέχισης του πολέμου. Μόλις άρχισε την 1η Ιουλίου η ρωσική επίθεση στο μέτωπο της Γαλικίας-αρχικά με επιτυχίες- αναρχικοί συμμάχησαν με τους Μπολσεβίκους στην Πετρούπολη. Στο μέτωπο Μποσλεβίκοι προπαγανδιστές και Γερμανοί πράκτορες καλλιεργούσαν ηττοπάθεια στο ρωσικό στρατό, καλώντας τους στρατιώτες να μην πολεμήσουν και να μην υπακούουν στις διαταγές των αξιωματικών στον ιμπεριαλιστικό αυτό πόλεμο, αλλά να τον μετατρέψουν σε εμφύλιο. Η ρωσική επίθεση στη Γαλικία απέτυχε. Στις 15 Ιουλίου οι αναρχικοί στην Αγία Πετρούπολη αποφάσισαν ένοπλη εξέγερση για την ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης, διεισδύοντας στη φρουρά της πόλης και στους ναύτες της Κροστάνδης. Άρχισαν ένοπλες συγκρούσεις. Οι Μπολσεβίκοι, μετά από μερικές αμφιταλαντεύσεις, στήριξαν τελικά τους αναρχικούς. Κατά το Λένιν ήταν προτιμότερο να κάνεις λάθος στο πλευρό των επαναστατημένων μαζών παρά να έχεις δίκαιο και να είσαι εναντίον τους. Τότε η Προσωρινή Κυβέρνηση διέταξε τη σύλληψη των ηγετών των Μπολσεβίκων, αποκαλώντας τον Λένιν κατάσκοπο των Γερμανών. Εναντίον του Λένιν είχε διαταχθεί εισαγγελική παραγγελία για τη διερεύνηση των σχέσεών του με τους Γερμανούς. Ο Λένιν, μεταμφιεσμένος ως χωρικός, διέφυγε στη Φιλανδία, ο Τρότσκυ, που μόλις το καλοκαίρι του 1917 είχε προσχωρήσει στους Μπολσεβίκους, συνελήφθη και φυλακίστηκε, όπως και άλλοι ηγέτες των Μπολσεβίκων. Στη Φινλανδία ο χαλκέντερος Λένιν συνέθεσε τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1917 την πραγματεία Κράτος και Επανάσταση, στην οποία εισήγαγε τον όρο του Σοσιαλσωβινιστή για τους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλεπαναστάτες, όπως για τους Ευρωπαίους Σοοσιαλδημοκράτες που στήριζαν τον πόλεμο των κυβερνήσεών τους. Διευκρίνισε: «Το ρεύμα αυτό, σοσιαλισμός στα λόγια, σωβινισμός στην πράξη, το διακρίνει η πρόστυχη λακεδίστικη προσαρμογή «των αρχηγών του σοσιαλισμού» στα συμφέροντα όχι μόνο της «δικής του» εθνικής αστικής τάξης , μα και του «δικού κράτους», γιατί οι περισσότερες από τις λεγόμενες μεγάλες Δυνάμεις από καιρό εκμεταλλεύονται και υποδουλώνουν πολλές μικρές και αδύναμες εθνότητες. Κι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι ίσα-ίσα πόλεμος για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα αυτού του είδους της λείας. Η πάλη για την απαλλαγή των εργαζομένων μαζών από την επιρροή της αστικής γενικά τάξης γενικά, και της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης ιδιαίτερα, δεν είναι δυνατή χωρίς την καταπολέμηση των οπορτουνιστικών προλήψεων για το κράτος… Οι παλιάνθρωποι του σοσιαλσωβινισμού το 1914-1917 σκέπαζαν την υπεράσπιση των ληστρικών συμφερόντων της «δικής τους» αστικής τάξης με φράσεις για «την υπεράσπιση της πατρίδας», για «άμυνα της δημοκρατίας και της επανάστασης» και με άλλα παρόμοια». Δίνοντας μια ασαφή εικόνα για την Κομμούνα των Παρισίων, ο Λένιν υποστήριζε ότι «η αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού» θα συνέτριβε το αστικό κράτος.

Στις 27 Ιουλίου 1917 σχηματίστηκε η δεύτερη Προσωρινή Κυβέρνηση Συνασπισμού με πρωθυπουργό τον ίδιο τον Κερένσκυ που διατήρησε και το Υπουργείο των Στρατιωτικών. Ανώτατος διοικητής του ρωσικού στρατού διορίστηκε ο στρατηγός Λ. Κορνίλωφ. Στο μέτωπο εισήχθηκε η θανατική ποινή. Ο Κορνίλωφ ήταν υπέρ της λήψης σκληρών μέτρων , απαραίτητων για την πολιτική σταθερότητα και την αποτροπή της αποσύνθεσης της χώρας και του στρατού.
Στις 7 Σεπτεμβρίου 1917 ο Κορνίλωφ θέλησε να μετακινήσει το Τρίτο Σώμα Ιππικού στην Αγία Πετρούπολη για την επιβολή της τάξης. Αρχικά ο Κερένσκυ συμφωνούσε, αλλά κατόπιν άλλαξε γνώμη, φοβούμενος ότι ο Κορνίλωφ προετοίμαζε πραξικόπημα, ότι θα χάνονταν τα κεκτημένα της επανάστασης, ότι θα μετατρεπόταν σε Βοναπαρτιστή. Πανικοβλημένος ο Κερένσκυ, καθαίρεσε τον Κορνίλωφ και ζήτησε τη βοήθεια των ηγετών της επανάστασης, συμπεριλαμβανομένων και των Μπολσεβίκων που πρόσφατα είχε φυλακίσει . Τους απελευθέρωσε και τους επέτρεψε να εξοπλιστούν. Μη διαθέτοντας πολιτική πείρα και οξύνοια, και με κακό σύμβουλο τον πανικό, ο Κερένσκυ ‘’ πήγε στο στόμα του λύκου’’. Στις 13 Σεπτεμβρίου ο Κορνίλωφ συνελήφθη. Η απειλή στρατιωτικού πραξικοπήματος που ήγειρε η υπόθεση Κορνίλωφ έπαψε πολύ γρήγορα να υφίσταται. Οι σιδηροδρομικοί αρνήθηκαν να μεταφέρουν τα στρατεύματα του Κορνίλωφ στην πρωτεύουσα, ενώ και περισσότεροι από τους στρατιώτες δεν έβλεπαν με ενθουσιασμό την προοπτική κατάλυσης των σοβιέτ που δεν εξισώνονταν με τους Μπολσεβίκους. Από τη ρήξη Κορνίλωφ-Κερένσκυ κερδισμένος βγήκε ο Λένιν. Στις αρχές Οκτωβρίου επέστρεψε από την κρυψώνα του στη Ρωσία και οι Μπολσεβίκοι άρχισαν να αποκτούν την πλειοψηφία στα σοβιέτ της Πετρούπολης,, επισείοντας τον κίνδυνο παλινόρθωσης του τσαρισμού.
Στις 10/23 Οκτωβρίου 1917 η Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων αποφάσισε την κατάληψη της εξουσίας, μετά από εισήγηση του Λένιν, που έκρινε ότι η στιγμή ήταν κατάλληλη λόγω της αποδυνάμωσης της θέσης του Κερένσκυ. Ο Ζηνόβιεφ και o Κάμενεφ αντέδρασαν, επικαλούμενοι ότι οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν την πλειοψηφία του ρωσικού λαού στα σοβιέτ σε πανρωσικό πλαίσιο, και είχαν ήδη προκηρυχτεί εκλογές για Συντακτική Συνέλευση. Τελικά υπέκυψαν στην πίεση του Λένιν Για την προετοιμασία της κατάληψης της εξουσίας είχε συγκροτηθεί μια Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή. Κρίσιμη ίσως σημασία είχε το γεγονός ότι ο Κερένσκυ είχε αποξενώσει τους στρατιώτες της φρουράς της Πετρούπολης, όταν θέλησε να τους στείλει στο μέτωπο. Η κατάληψη της εξουσίας είχε χρονικά προσδιοριστεί έτσι ώστε να συμπέσει με τη Δεύτερη Πανρωσική Σύνοδο των σοβιέτ η οποία θα επικύρωνε την κατάληψη της εξουσίας. Τη νύχτα της 26ης Οκτωβρίου 1917 (6ης προς 7η Νοεμβρίου) οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν σιδηροδρομικούς σταθμούς, γέφυρες, το κεντρικό ταχυδρομείο, το τηλεγραφικό πρακτορείο, το τηλεφωνικό κέντρο και ορισμένα δημόσια κτήρια, εργοστάσια ηλεκτρικού ρεύματος αποθήκες τροφίμων , την Εθνική Τράπεζα . Κατέλαβαν τα Χειμερινά Ανάκτορα και συνέλαβαν τους υπουργούς. Ο κόσμος δεν είχε αντιληφθεί τι είχε συμβεί. Το πρωί της 7ης Νοεμβρίου η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή εξέδωσε την ακόλουθη προκήρυξη «Η Προσωρινή Κυβέρνηση καθαιρέθηκε. Η εξουσία πέρασε στα χέρια της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής που βρίσκεται επικεφαλής του προλεταριάτου και της φρουράς της Πετρουπόλεως. Όλα τα επίκαιρα σημεία της πόλης έχουν καταληφθεί. Ζήτω η Επανάσταση».

Και στη Δεύτερη Πανρωσική Σύνοδο των σοβιέτ οι Μπολσεβίκοι δεν διέθεταν την απόλυτη πλειοψηφία. Η πλειοψηφία των αντιπροσώπων ήταν πρόθυμη να ψηφίσει υπέρ της μεταβίβασης της εξουσίας στα σοβιέτ, όχι όμως να εγκρίνει όλες τις πρωτοβουλίες των Μπολσεβίκων, όπως τη βίαιη ανατροπή του Κερένσκυ ή το ελεγχόμενο πλήρως από τους Μπολσεβίκους Συμβούλιο των Λαϊκών Κομισάριων που εκτελούσε τυπικά χρέη κυβέρνησης. Ορισμένοι Σοσιαλεπαναστάτες και Μενσεβίκοι άσκησαν δριμύτατη κριτική στους Μπολσεβίκους και χαρακτήρισαν την ενέργειά τους πραξικόπημα. Τελικά όμως καμιά επαναστατική δύναμη δεν αμφισβήτησε το μονοπώλιο της εξουσίας των Μπολσεβίκων που υπό την κάλυψη των σοβιέτ θα επέβαλλαν ένα μονοκομματικό σύστημα.
H κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων και η καθαίρεση της κυβέρνησης Κερένσκυ χωρίς ουσιαστική αιματοχυσία έχει σαφή χαρακτηριστικά πραξικοπήματος. Ο χαρακτηρισμός Επανάσταση απηχεί την γενικότερη επαναστατική ζύμωση που υπήρχε στη Ρωσία. Αλλά σε τελευταία ανάλυση τι ζητούσε ο κόσμος όταν τον Φεβρουάριο του 1917 κατήλθε στο δρόμο και ανέτρεψε τον τσάρο; Ψωμί, Γη και Ειρήνη, συνθήματα που ελάχιστη σχέση είχαν με τον Μαρξισμό. Τι εξασφάλισαν οι Μπολσεβίκοι; Όχι μια ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις, αλλά μια ταπεινωτική ειρήνη με εδαφικές παραχωρήσεις, όπως θα δούμε, οι χωρικοί δεν απέκτησαν γη ως ελεύθεροι ιδιοκτήτες καλλιεργητές, η γη περιήλθε στο κράτος και δεν διανεμήθηκε στους χωρικούς, παρά τα αρχικά διατάγματα, οι κουλάκοι που προϋπήρχαν, αργότερα εξοντώθηκαν, η πλήρης παράλυση του κράτους και της οικονομίας οδήγησε τον Λένιν στη Νέα Οικονομική Πολιτική ( 1920) που ήταν μια soft αναβίωση καπιταλισμού. Οι Μπολσεβίκοι δεν έλαβαν υπόψη τη λαϊκή ετυμηγορία, όπως αυτή εκφράστηκε στις πρώτες ελεύθερες πανρωσικές εκλογές της 25ης Νοεμβρίου/8ης Δεκεμβρίου 1917, που είχαν προκηρυχθεί ακόμα από την Προσωρινή Κυβέρνηση. Οι Μπολσεβίκοι έλαβαν το 25%, τα σοσιαλιστικά κόμματα το 62%, τα αστικά κόμματα το 13% των ψήφων. Στη Συντακτική Συνέλευση από τους 715 βουλευτές μόνο οι 183 ήταν Μπολσεβίκοι. Οι Ρώσοι ψήφισαν για μια φιλελεύθερη σοσιαλιστική δημοκρατία. Αλλά η τόσο προ πολλού αναμενόμενη Συντακτική Συνέλευση διαλύθηκε γρήγορα από τους Μπολσεβίκους με τη βία. Ο Λένιν γνώριζε ότι η Ρωσία χωρίς ισχυρό προλεταριάτο δεν ήταν ώριμη για προλεταριακή επανάσταση, αλλά ανέμενε ότι η ρωσική επανάσταση θα αποτελούσε τη θρυαλλίδα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάσταση με πρώτη χώρα τη Γερμανία. Ο Λένιν διαψεύστηκε, όπως και ο Μάρξ.
Η εξόφληση των γερμανικών λογαριασμών: Από την ανακωχή της 15ης Δεκεμβρίου 1917 με τους Γερμανούς στην ταπεινωτική συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ της 3ης Μαρτίου 1918.
Ιδιαίτερους λόγους να επιχαίρουν για τα τεκταινόμενα στη Ρωσία είχαν φυσικά οι Γερμανοί. Επειδή θεωρούσαν επισφαλή τη θέση των Μπολσεβίκων, βιάζονταν για την ανακωχή και την υπογραφή συνθήκης ειρήνης.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών Kühlmann έγραφε σε αξιωματικό-σύνδεσμο του Υπουργείου Εξωτερικών στις 3 Δεκεμβρίου 1917: «Η διάσπαση της Αντάντ και στη συνέχεια η διαμόρφωση ευνοϊκών γι’ μας συνθηκών είναι , από διπλωματικής απόψεως, ο σπουδαιότερος πολιτικός μας σκοπός. Ως ασθενέστερος κρίκος της εχθρικής αλυσίδας εμφανιζόταν η Ρωσία. Επομένως ενδεικνυόταν για μας η χαλάρωση και η απόσπασή του , αν αυτό ήταν δυνατόν. Τον σκοπό αυτό εξυπηρετούσε η αποσυνθετική εργασία που φροντίσαμε να αναληφθεί πίσω από το μέτωπο, στο εσωτερικό της Ρωσίας, η ενθάρρυνση των διασπαστικών τάσεων και η υποστήριξη των Μπολσεβίκων. Μόνο τα μέσα που στείλαμε στους Μπολσεβίκους δια διαφόρων οδών και με εναλλασσόμενη διαρκώς ετικέτα, τους επέτρεψαν να συγκροτήσουν και να εκδώσουν το κυριώτερο δημοσιογραφικό τους όργανο, την Πράβδα, να αναπτύξουν ενεργητική δράση και να διευρύνουν τη στενή αρχική βάση του κόμματός τους. Οι Μπολσεβίκοι βρίσκονται ήδη στην εξουσία. Δεν μπορούμε φυσικά να προβλέψουμε πόσο καιρό θα μπορέσουν να παραμείνουν στην εξουσία. Για την ενίσχυση των θέσεών τους τούς είναι απαραίτητη η ειρήνη. Είναι ευνόητο για την πλευρά μας ότι έχουμε κάθε συμφέρον να εκμεταλλευτούμε την βραχεία ίσως παραμονή τους στην εξουσία για να καταλήξουμε πρώτον σε μια ανακωχή και στη συνέχεια, αν είναι δυνατόν, στη συνομολόγηση της ειρήνης. Η σύναψη μιας χωριστής ειρήνης θα σήμαινε την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου πολεμικού μας σκοπού, τη ρήξη των σχέσεων της Ρωσίας με τους συμμάχους της….».. (Α. Β. Ζeman (ed), Germany and the Revolution in Russia, 1915- 1918. Documents from the Archives of the German Foreign Ministry, London 1958, p. 94. Επίσης βλ. Γ. Κ. Γεωργαλά, Ο Κομμουνισμός. Θεωρία , Πράξις, Ιστορία και Κριτική, Αθήναι 1968, σσ.226-227 ) .
H πρωτοβουλία για τη σύναψη ανακωχής προήλθε από τη ρωσική πλευρά. Οι Μπολσεβίκοι προσέγγισαν τους Γερμανούς στις 13/26 Νοεμβρίου 1917 κοντά στο Dvink και άρχισαν διαπραγματεύσεις στο Γενικό Επιτελείο των Κεντρικών Δυνάμεων του Ανατολικού Μετώπου στο Brest-Litovsk, όπου στις 2/15 Δεκεμβρίου συνήφθηκε η ανακωχή. Αρχικά είχε διάρκεια 10 ημερών, αλλά συνεχώς παρατεινόταν. Για τη ρωσική πλευρά ήταν απλά η νομιμοποίηση μιας προ πολλού υπάρχουσας κατάστασης.
Πολύ δύσκολη αποδείχτηκε η συνομολόγηση της ειρήνης, οι σχετικές διαπραγματεύσεις άρχισαν στις 9/22 Δεκεμβρίου 1917. Ήταν η πρώτη φορά που η νεαρή μπολσεβίκικη σοβιετική εξουσία ερχόταν σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο για ένα σημαντικό θέμα. Οι Μπολσεβίκοι απαίτησαν δημόσιο διάλογο και από την πρώτη μέρα κατέστη σαφές ότι οι δύο αντιπροσωπείες εξέφραζαν δύο διαφορετικούς κόσμους και μιλούσαν διαφορετική γλώσσα. Ο Γερμανός υφυπουργός Εξωτερικών Kühlman, o Επιτελάρχης της Ανώτατης Γερμανικής Διοίκησης στο Ανατολικό Μέτωπο Hoffman, ο υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας Czernin, όπως και οι επικεφαλής της τουρκικής και της βουλγαρικής αντιπροσωπείας επιδίωκαν ανταλλάγματα, κυρίως εδαφικά.

Για τον Α. Joffe, που στις 27 Δεκεμβρίου 1917/9 Ιανουαρίου 1918 είχε αντικαταστήσει προσωρινά τον Τρότσκυ ως Λαϊκός Κομισάριος για εξωτερικά θέματα, η ειρήνη ήταν ένα βήμα για την παγκόσμια επανάσταση, ο ακρογωνιαίος λίθος για τη νέα σοσιαλιστική τάξη πραγμάτων. Επίτηδες ασκούσε μια παρελκυστική τακτική με αόριστα κηρύγματα για την αυτοδιάθεση των λαών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ήταν υπό καθεστώς αποικιοκρατίας. Στα μέσα Ιανουαρίου 1918 ο Hoffman απαίτησε την εκχώρηση συγκεκριμένων εδαφών, ως conditio sine qua non, και προανήγγειλε χωριστές συνομιλίες με την εθνική Ουκρανική Εθνοσυνέλευση (Rada) που είχε την εξουσία στο Κίεβο και επιδίωκε μια Ανεξάρτητη Ουκρανία. Ως πρωτεύουσα της Ουκρανίας οι Μπολσεβίκοι είχαν ανακηρύξει το Χάρκοβο τον Δεκέμβριο του 1917. Στην Ουκρανία υπήρχε μια δυαδική εξουσία. Μετά την πτώση του τσαρισμού είχε τεθεί σε κίνηση η διαδικασία ανεξαρτητοποίησης των μη ρωσικών εθνοτήτων, ιδιαίτερα στον Καύκασο (1918-1921). Ο Hoffman έθεσε τους Μπολσεβίκους ενώπιον του διλήμματος ή εξαγορά της ειρήνης με την εκχώρηση εδαφών ή επανάληψη των εχθροπραξιών. To θέμα αυτό προκάλεσε εντός των Μπολσεβίκων μια έντονη διένεξη . Ο Λένιν τάχθηκε αμέσως υπέρ την αποδοχής των όρων και θεώρησε ως ανεύθυνη τυχοδιωκτική πολιτική τη διακύβευση της σοβιετικής εξουσίας μπροστά στην αμυδρά ελπίδα της παγκόσμιας επανάστασης! (Θέσεις της 7ης / 20ής Ιανουαρίου 1918). Είχε όμως ελάχιστους οπαδούς και με κόπο, συνεπικουρούμενος και από τον Μπουχάριν, κατάφερε να αποτρέψει έναν επαναστατικό πόλεμο εναντίον των Ιμπεριαλιστών. Η πλειοψηφία ακολούθησε την έξυπνη, αλλά μη ρεαλιστική θέση του Τρότσκυ ‘’ ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη’’. «Ελπίζοντας σταθερά στην επικείμενη παγκόσμια επανάσταση, αποσύρουμε το στρατό μας και το λαό μας από τον πόλεμο…..είμαστε όμως εξαναγκασμένοι … να μην βάλουμε την υπογραφή μας», δήλωσε εμφατικά ο Τρότσκυ στις 10 Φεβρουαρίου 1918. Αναχώρησε από το Brest- Litovsk και επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη, γενόμενος δεκτός με επευφημίες. Η Παγκόσμια Επανάσταση όμως δεν ξέσπασε και οι Κεντρικές Δυνάμεις αντέδρασαν, αναγνωρίζοντας την 1η Φεβρουαρίου 1918 την εθνική Λαϊκή Δημοκρατία της Ουκρανίας και συνάπτοντας την 9η Φεβρουαρίου τη λεγόμενη ‘’ Ειρήνη του Ψωμιού’’( Brotfrieden), δηλαδή αναγνώριση της Ουκρανίας με αντάλλαγμα τρόφιμα. «Η Γερμανία, η Αυστροουγγαρία, η Βουλγαρία και η Τουρκία από μη μια πλευρά η Ουκρανική Λαϊκή Δημοκρατία από την άλλη, δηλώνουν, ότι η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ τους έχει τερματιστεί. Τα συμβεβλημένα μέρη είναι αποφασισμένα, από τώρα και στο εξής, να ζουν σε αμοιβαία ειρήνη και φιλία», τονιζόταν στο κείμενο της χωριστής ειρήνης.
Με τη δικαιολογία ότι η συμπεριφορά της ρωσικής αντιπροσωπείας έθεσε τέρμα στην ανακωχή, άρχισε στις 18 Φεβρουαρίου 1918 η γερμανική επίθεση σε όλο το μέτωπο χωρίς την παραμικρή αντίσταση, και ενώ ο Τρότσκυ είχε ήδη διατάξει την αποστράτευση. Ενώπιον του άμεσου κινδύνου συντριβής της επανάστασης από τους Γερμανούς, υπερίσχυσε η γνώμη του Λένιν, ο Τρότσκυ υπαναχώρησε και με την ψήφο του ο Λένιν το απόγευμα της 18ης Φεβρουαρίου 1918 εξασφάλισε την πλειοψηφία στην Κεντρική Επιτροπή. Η σοβιετική κυβέρνηση ζήτησε αμέσως τη συνομολόγηση ειρήνης. Οι Κεντρικές Δυνάμεις απάντησαν αργά, στις 23 Φεβρουαρίου, σε ένδειξη απαξίωσης. Η παρελκυστική τακτική των Μπολσεβίκων με την χιμαιρική προσδοκία της παγκόσμιας επανάστασης (με σπινθήρα το γερμανικό στρατό) απέβη μοιραία. Οι Γερμανοί συνέχισαν την προέλαση και έθεσαν σκληρότερους όρους, τους οποίους αποδέχτηκε και πάλι ο Λένιν. Στην Κεντρική Επιτροπή εξασφάλισε μια οριακή πλειοψηφία (7 Ναι, 4 Όχι, 4 Αποχές).

Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Λένιν χρηματίστηκε από τους Γερμανούς για την αποδοχή και επιβολή γενικά στην Κεντρική Επιτροπή των σκληρών γερμανικών όρων. Τα λεγόμενα Sisson Documents είναι πλαστά, όπως απέδειξε πειστικά και ο George E. Kennan, ο ιδεολογικός πατέρας του Ψυχρού Πολέμου. [Βλ. ‘’ The Sisson Documents’’, Journal of Modern History, 28: 2 (June 1956), pp.130-154 ]. Κέρδιζε όμως λεφτά από τη μαύρη αγορά μολυβιών και προφυλακτικών. «What is beyond doubt is that Lenin accepted 2, 000 rubles from Fürstenberg in April when he was planning his journey to Russia, and he took 800 more for Zinoviev. He did not balk at that variety of German gold. For those who still refuse to credit that the greatest socialist on earth could ever lie about a wad of German notes, the alternative is to concede that he subsidized himself with profits from the war’s black- market trade in lead pencils and condoms (with teat end)». (Catherine Merridale, Lenin on the Train, Penguin Books, Penguin Random House UK, 2017, p. 261).
Στις 3 Μαρτίου 1918 υπογράφτηκε η συνθήκη ειρήνης στο Brest-Litovsk και στις 15 Μαρτίου επικυρώθηκε από το Τέταρτο Πανρωσικό Συνέδριο των σοβιέτ. Σύμφωνα με τους όρους, η σοβιετική κυβέρνηση έπρεπε να εκχωρήσει τη Λιθουνία, τη Λεττονία, την Εσθονία και την Πολωνία , να αναγνωρίσει την Ουκρανία και τη Φιλανδία ως κυρίαρχα κράτη και να αποσύρει τα στρατεύματα και τις ερυθρές φρουρές και στο μέλλον να μη διεξάγει προπαγάνδα εναντίον των εθνικών κυβερνήσεων των χωρών αυτών. Η Τουρκία προσάρτησε το Καρς, το Αρδαχάν και το Μπατούμ. Η προσάρτηση της Βεσσαραβίας, που ήδη από τον Δεκέμβριο του 1917 είχε καταληφθεί από το ρουμανικό στρατό, στη Ρουμανία αναγνωρίστηκε σε ειδική συνθήκη μεταξύ της Ρουμανίας και των Κεντρικών Δυνάμεων στις 9 Μαρτίου 1918. Η Ρωσία έχασε ένα μεγάλο μέρος της επικράτειά της με την ταπεινωτική ειρήνη του Brest- Litovsk. Λόγω της γερμανικής απειλής η σοβιετική κυβέρνηση μετέφερε την πρωτεύουσα από την Πετρούπολη στη Μόσχα στις 12 Μαρτίου 1918.

Εν τέλει, δεν ήταν η Παγκόσμια Προλεταριακή Επανάσταση που έσωσε τον Λένιν από τα δεσμά της ταπεινωτικής Συνθήκης του Brest- Litovsk, αλλά η συνθηκολόγηση της Γερμανίας το Νοέμβριο του 1918. Η Γερμανία έπρεπε να διατηρεί στρατεύματα στις νέες χώρες, κάτι που αποδυνάμωσε το δυτικό μέτωπο, όπου κυρίως κρίθηκε ο Μεγάλος Πόλεμος. Η είσοδος της Αμερικής στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε κυρίως οικονομική και δευτερευόντως στρατιωτική σημασία για την Αντάντ. Η δημιουργία εθνικών κρατών στην Ανατολική Ευρώπη μετά τη διάλυση των Αυτοκρατοριών, κρατών εχθρικών προς τη Σοβιετική Ένωση, κατέστησε την επαγγελία της Παγκόσμιας Επανάστασης της Τρίτης Διεθνούς (1919) θνησιγενή, ο Λένιν, βλέποντας τη διάψευση των προσδοκιών του και το χάος που προκάλεσε στη Ρωσία, υπέστη καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια μέχρι που πέθανε τον Ιανουάριο του 1924 σε ηλικία μόλις 54 ετών και ο Στάλιν, εξουδετερώνοντας πολιτικά τον Τρότσκυ, αποδέχτηκε την σταθεροποίηση του καπιταλισμού και περιορίστηκε στο σοσιαλιστικό πείραμα σε μια μόνο χώρα.
Мирные переговоры в Брест-Литовске / Peace talks In Brest-Litovsk: 1917-1918

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Hahlweg W. (Ed.), Der Friede von Brest-Litowsk – Ein unveröffentlichter Band aus dem Werk des Untersuchungsausschusses der Deutschen Verfassungsgebenden Nationalversammlung und des Deutschen Reichstages, Düsseldorf, 1971.
Merridale C., Lenin on the Train, Penguin Books, Penguin Random House UK, 2017.Warth, R. D., The Allies and the Russian Revolution from the Fall of the Monarchy to the Peace of Brest-Litovsk. Durham, N. C., Duke University Press, 1954.Wheeler-Bennett, J.W, The Treaty of Brest-Litovsk and Germany’s Eastern Policy (Oxford Pamphlets of World Affairs), Claredon Press, Oxford, 1939.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
GEOPOLITICO
Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας
Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.
Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.
Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα
Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.
Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.
Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.
Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.
Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ
Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).
Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.
Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.
Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.
Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.
Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού
Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.
Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.
Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.
Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.
Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.
Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές
Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.
Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.
Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.
Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.
Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.
Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας
Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.
Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.
Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.
Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.
Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.
Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.
Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.
Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών
Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.
Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.
Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.
Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.
Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.
Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.
Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές
Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.
Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.
Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.
Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.
Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
