Ιστορία - Πολιτισμός
Θα μπορούσε το 1919 η ελληνική κυβέρνηση να διεκδικήσει αντί της Σμύρνης την Κωνσταντινούπολη;
Η πρόταση των Βρετανών εμπειρογνωμόνων Αρνολντ Τόινμπι και Χάρολντ Νίκολσον και η υποδοχή της από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον διεθνή παράγοντα
Το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Νοέμβριο του 1918, βρήκε την Ελλάδα στο στρατόπεδο των νικητών, ενώ την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία είχε συνταχθεί στον πόλεμο με τις Κεντρικές Δυνάμεις, σε εκείνο των ηττημένων. Συνεπώς, οι προοπτικές που διανοίγονταν ήταν διαφορετικές: η Ελλάδα προσδοκούσε μια νέα εδαφική διεύρυνση, έπειτα από εκείνη που είχε επιτύχει κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία μια περαιτέρω συρρίκνωση της επικράτειάς της.
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, λοιπόν, ετίθετο ένα ερώτημα: ποιες θα έπρεπε να είναι οι προς ανατολάς διεκδικήσεις της στα εδάφη τής υπό διαμελισμό Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;
Σχεδόν ταυτοχρόνως με το τέλος του πολέμου (2 Νοεμβρίου 1918), ο Ελευθέριος Βενιζέλος απάντησε στο ερώτημα αυτό με ένα υπόμνημα που υπέβαλε στον Βρετανό ομόλογό του Λόιντ Τζορτζ. «Το σχέδιο περιλάμβανε τη δημιουργία ανεξάρτητου αρμενικού κράτους, τη δημιουργία, υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών, ενός ανεξάρτητου κράτους Κωνσταντινούπολης και Ανατολικής Θράκης, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ελευθερία των Στενών και την προσάρτηση της δυτικής Μικράς Ασίας στην Ελλάδα» (M. Llewellyn Smith, «Το όραμα της Ιωνίας», ΜΙΕΤ, σελ. 149).
Τρεις μήνες αργότερα (3-4 Φεβρουαρίου 1919), στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων, ο Ελληνας πρωθυπουργός παρουσιάστηκε στο Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο (Συμβούλιο των Δέκα) για να εξηγήσει και να αιτιολογήσει τις ελληνικές θέσεις. Η ανάλυσή του βασιζόταν στην εκτενή επίσημη έκθεση «Η Ελλάς ενώπιον του Συνεδρίου της Ειρήνης», την οποία είχε συντάξει ο ίδιος και εξηγούσε γιατί πρέπει να περιέλθουν στην Ελλάδα τα νησιά του Αιγαίου που παρέμεναν υπό τουρκική κατοχή, τα υπό ιταλική κατοχή Δωδεκάνησα, σχεδόν ολόκληρη η Βόρειος Ηπειρος και η Θράκη (δυτική και ανατολική).
Αναφερόμενος στην Κωνσταντινούπολη, υποστήριξε ότι στην πραγματικότητα ήταν πόλη ελληνική, αλλά, δεδομένων των πολλαπλών διεθνών συμφερόντων επ’ αυτής, πρότεινε ένα ειδικό διεθνές καθεστώς για το αστικό συγκρότημα μαζί με μια εκτεταμένη περιοχή πέριξ αυτού, τα οποία θα ετίθεντο υπό την εντολή της Κοινωνίας των Εθνών. Οπως είχε πει αστειευόμενος, ήταν «ο μόνος Ελληνας στον κόσμο που απέρριπτε την Κωνσταντινούπολη» (Τζάιλς Μίλτον, «Χαμένος παράδεισος», Μίνωας, 2022, σελ. 153).
Μάλιστα, σε ερώτηση του Λόιντ Τζορτζ αν πρότεινε τη διεθνοποίηση της Κωνσταντινούπολης και του περιαστικού της χώρου, συμπεριλαμβανομένων του Σκουταρίου και της απέναντι ακτής του Βοσπόρου, ο Βενιζέλος απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας στο διεθνές καθεστώς και τις περιοχές του Ιζμίτ (Νικομήδεια), της Καλλίπολης, της Μπίγας και μέρους της Προύσας (Σωτ. Ριζάς, «Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας», Καστανιώτης, 2015, σελ. 63).
Η εν λόγω επιλογή, να διεκδικηθεί δηλαδή η Σμύρνη και όχι (ή και) η Κωνσταντινούπολη, συζητήθηκε πολύ τότε – και εξακολουθεί να συζητείται. Επ’ αυτής, καταθέτουν τις απόψεις τους τέσσερις ιστορικοί, φωτίζοντάς την από διάφορες οπτικές.
Κρίσιμες παράμετροι στο δίλημμα του Βενιζέλου
Το δίλημμα του Βενιζέλου ανάμεσα στην ελληνική κυριαρχία της Κωνσταντινούπολης και την εντολή στη Σμύρνη φαίνεται παράδοξο σε δύο σημεία του. Οτι ο Βενιζέλος το 1919 συγκέντρωνε την αποδοχή ολόκληρης της κυβερνητικής παράταξης, ώστε κάθε καίρια απόφαση εξωτερικής πολιτικής να φέρει το όνομά του. Το άλλο παράδοξο είναι το δίλημμα ανάμεσα στην κυριαρχία, που αποτελεί υπέρτερη κατοχή για την Ελλάδα από την απλή εντολή (mandate).
Το δίλημμα αυτό θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε στο παρακάτω κείμενο.
Στο Συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι, τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1919, προκλήθηκε μεγάλη συζήτηση για το μέλλον της οθωμανικής πρωτεύουσας. Οι ΗΠΑ δεν φαίνονταν πρόθυμες να αναλάβουν την εντολή και οι Βρετανοί δεν είχαν διάθεση να ανατεθεί αυτή στους Γάλλους ή στους Ιταλούς.
Στις 14 Απριλίου 1919, ο ιστορικός Αρνολντ Τόινμπι και ο διπλωμάτης Χάρολντ Νίκολσον, ως εμπειρογνώμονες του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, παρουσίασαν μια ρηξικέλευθη πρόταση: καθώς η Ελλάδα επρόκειτο να λάβει ολόκληρη τη Θράκη στο εγγύς μέλλον, το ευρωπαϊκό τμήμα της Τουρκίας και μέρος της Κωνσταντινούπολης, όπως και τα δυτικά εδάφη της, θα συνόρευαν μελλοντικά με τη Θράκη, η οποία θα ανήκε πλέον στην Ελλάδα. Η πρόταση των δύο κατέτεινε σε ανάθεση από τους Συμμάχους του τμήματος της ευρωπαϊκής Κωνσταντινούπολης στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την πρόταση των δύο ανδρών, η Ελλάδα θα έπρεπε να ανταλλάξει την προοπτική της εντολής (mandate) στη Σμύρνη με κυριαρχία στην ευρωπαϊκή Κωνσταντινούπολη, μαζί με τις ευρωπαϊκές της ακτές στα Δαρδανέλλια. Η Τουρκία θα διατηρούσε τα ασιατικά της εδάφη και τις ασιατικές ακτές της. Ετσι, οι δυο χώρες θα είχαν σύνορα θαλάσσια. Ορος για ανάληψη της κυριαρχίας στην ευρωπαϊκή Κωνσταντινούπολη θα ήταν η εγκατάλειψη της εντολής στη Σμύρνη.
Ωστόσο, ο Βενιζέλος προτιμούσε την εντολή στη Σμύρνη αντί της κυριαρχίας στο ευρωπαϊκό τμήμα της Κωνσταντινούπολης και του μισού του ελέγχου των Στενών.
Προέβλεπε ίσως ότι οι άλλες μεγάλες δυνάμεις δεν θα συμφωνούσαν ποτέ με ένα τόσο σημαντικό απόκτημα από την Ελλάδα και ιδιαίτερα με την απόκτηση μέρους του ελέγχου των Στενών. Ο Βενιζέλος είχε το χάρισμα να βλέπει πιο μακριά από τους συγχρόνους του και αντιλαμβανόταν την αλλαγή που είχε αρχίσει να εμφανίζεται στις σχέσεις των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η εντολή της Ελλάδας στη Σμύρνη θα μπορούσε να μεταβληθεί σε πέντε χρόνια με δημοψήφισμα σε πλήρη κυριότητα. Υπό κάποιες προϋποθέσεις σύμπραξης με τους Αρμενίους και ίσως τους Λεβαντίνους, θα ήταν δυνατό να αποκτήσει την πόλη η Ελλάδα.
Αν, συνεπώς, θεωρούσε την απόκτηση της Σμύρνης μελλοντικά δυνατή, προτιμούσε να διακινδυνεύσει την επιλογή της Σμύρνης έναντι της κυριότητας στη μισή Κωνσταντινούπολη.
Στην πρόταση Τόινμπι – Νίκολσον υπήρχε ακόμα πρόνοια για τη λειτουργία της Αγίας Σοφίας ως χριστιανικής εκκλησίας, καθώς και σκέψη για τη δημιουργία διεθνούς επιτροπής για τα Στενά, ανάλογη με την Επιτροπή του Δουνάβεως.
Το σχέδιο αυτό υποστήριξε και ο επικεφαλής των πολιτικών υποθέσεων στη νοτιοανατολική Ευρώπη, σερ Αϊρ Κρόου, ο οποίος είχε προτείνει παρόμοιο σχέδιο προηγουμένως.
Υπήρχαν όμως και οι φωνές των επιφυλακτικών για το σχέδιο αυτό, όπως του πρώην πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, Λούις Μάλετ, ο οποίος φοβόταν: 1) ότι η Ελλάδα θα μετέφερε την πρωτεύουσά της στην Κωνσταντινούπολη, εγκαταλείποντας την ελληνική ενδοχώρα σε παρακμή. 2) Η ενέργεια αυτή θα προκαλούσε την έντονη δυσαρέσκεια των Τούρκων και 3) θα επέτρεπε στους Ιταλούς να διεκδικήσουν τη Σμύρνη και ολόκληρο τον νομό του Αϊδινίου.
Στις εναλλακτικές λύσεις του Νίκολσον, πρώτη ήταν η Κωνσταντινούπολη για την Ελλάδα. Η δεύτερη ήταν να δοθούν στην Ελλάδα η Σμύρνη και το Αϊβαλί και το μελλοντικό τουρκικό κράτος να ανατεθεί σε κάποια εντολοδόχο δύναμη, εκτός της Ιταλίας.
Οι καθυστερήσεις περιόρισαν τις επιλογές του Βενιζέλου στην εντολή στη Σμύρνη. Το σχέδιο Τόινμπι – Νίκολσον ναυάγησε και ο Βενιζέλος προχώρησε στην υλοποίηση της δικής του προτίμησης για την εντολή στη Σμύρνη, η οποία ίσως κάποτε θα μεταβαλλόταν σε κυριαρχία ελληνική.
* Ο κ. Θάνος Μ. Βερέμης είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ.
Η Σμύρνη ήταν περισσότερο ελληνική από την Πόλη
Θα ήταν λάθος να πάρει κανείς στα σοβαρά την άποψη ότι ο Βενιζέλος ήταν τάχα αδιάφορος ή και εχθρικός απέναντι στους Ελληνες της Πόλης. Η άποψη αυτή ανακυκλώνεται από όσους εμφορούνται ακόμη και σήμερα από μία παράξενη αναχρονιστική εμπάθεια εναντίον του. Φαίνεται πως αγνοούν τις μάχες που έδωσε και κέρδισε στη Λωζάννη για την παραμονή των Ελλήνων και του Πατριαρχείου στην Πόλη. Αλλοι ήσαν λοιπόν οι λόγοι που κατέληξε να προτιμήσει τη Σμύρνη το 1919.
Το ζήτημα αυτό ανέδειξε πριν από σαράντα και πλέον χρόνια ο αξέχαστος Νίκος Πετσάλης-Διομήδης με μία διεξοδική ανάλυση που παραμένει αξεπέραστη. Σ’ αυτήν, ελάχιστα θα είχε να προσθέσει κανείς.
Χρειάζεται όμως να τονιστεί περισσότερο η προϊστορία του ζητήματος. Από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μέχρι την πτώση του τσαρικού καθεστώτος το 1917, ίσχυε ένα δεδομένο: η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά επρόκειτο να περιέλθουν στη Ρωσία αν νικούσε η Αντάντ. Υπήρξε μάλιστα από την αρχή του 1915 οριστική σχετική δέσμευση από τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία, τις δύο άλλες Μεγάλες Δυνάμεις που αποτελούσαν τότε τη συμμαχία.
Με αυτά τα δεδομένα, η Ελλάδα δεν μπορούσε βέβαια, ως νέος σύμμαχος της Αντάντ, να διεκδικήσει τα ίδια με τη Ρωσία. Εναλλακτικά, μπορούσαν να της προσφερθούν μόνο εδαφικά κέρδη στη Μικρά Ασία (δηλαδή και η Σμύρνη), όπως ακριβώς έγινε. Κατά τα άλλα, μόνο η διεθνοποίηση της Πόλης και των Στενών θα αποτελούσε ρεαλιστικό ενδεχόμενο ευνοϊκότερο για τα ελληνικά συμφέροντα από τη μονομερή ρωσική επικράτηση. Ετσι, η επιλογή της Σμύρνης αντί για την Πόλη υπαγορεύθηκε ήδη από το 1914-15 από την τότε συγκυρία.
Αυτή η συγκυρία άλλαξε μόνο από το 1917, με την πτώση του τσαρικού καθεστώτος, την απόσυρση των εδαφικών του βλέψεων και τελικά την απόσυρση της ίδιας της Ρωσίας από τον πόλεμο, μετά την επικράτηση των Μπολσεβίκων. Αναζητήθηκε λοιπόν από τους συμμάχους κάποια μορφή διεθνοποίησης της Κωνσταντινούπολης και των Στενών υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών, που επρόκειτο να συσταθεί. Αυτή τη λύση εξακολουθούσε να προτιμά και ο Βενιζέλος. Διεκδικούσε όμως την Κωνσταντινούπολη για την Ελλάδα αν ματαιωνόταν η διεθνοποίηση.
Δυσκολίες συνάντησε η ιδέα να δημιουργηθεί ένα τεχνητό κρατίδιο που θα περιλάμβανε την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά και για το οποίο θα δινόταν στις ΗΠΑ εντολή από την Κοινωνία των Εθνών. Αντιδρώντας στις δυσκολίες αυτές, ο Χάρολντ Νίκολσον και ο Αρνολντ Τόινμπι (ο μετέπειτα κορυφαίος ιστορικός), ως εμπειρογνώμονες της βρετανικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης, επεξεργάστηκαν και παρουσίασαν μία ριζική εναλλακτική λύση, που έμοιαζε ακαταμάχητη στην απλότητα και τη λογική της. Η Ελλάδα θα αποκτούσε όλα τα ευρωπαϊκά εδάφη της Τουρκίας και την Κωνσταντινούπολη, παραιτούμενη από τα μικρασιατικά και τη Σμύρνη. Αντίστροφα, η Τουρκία θα περιοριζόταν αποκλειστικά στα μικρασιατικά της εδάφη (κρατώντας και τη Σμύρνη).
Οταν ο Βενιζέλος έμαθε το νέο αυτό σχέδιο από τον Νίκολσον, αγανάκτησε. Καυχήθηκε μάλιστα πως ήταν ο μόνος Eλληνας στη Γη που ήταν σε θέση να αρνηθεί την Πόλη! Ο Πετσάλης-Διομήδης γράφει ότι «αυτό ίσως ήταν ένα από τα τραγικότερα λάθη του». Ωστόσο, τον δικαιολογεί. Τέσσερις μέρες αργότερα, οι ηγέτες της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ του ζήτησαν να καταλάβει η Ελλάδα τη Σμύρνη για να προλάβει τους Ιταλούς. Στη συγκυρία αυτή, όπως είδαμε στο προηγούμενο ερώτημα, δεν μπορούσε να αρνηθεί και να αρκεστεί στην αβέβαιη ακόμη προσφορά της Κωνσταντινούπολης, εγκαταλείποντας τη Σμύρνη και τα μικρασιατικά εδάφη, δηλαδή τους εκεί πολλαπλάσιους ελληνικούς πληθυσμούς. Ετσι, η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη ακύρωσε οποιαδήποτε σκέψη για Κωνσταντινούπολη. Η απόκτησή της έμεινε για το απροσδιόριστο μέλλον.
Πάντως, χρειάζεται κάποτε να προσεγγίσουμε το ζήτημα και αποστασιοποιημένα, αφήνοντας κατά μέρος τις πατροπαράδοτες ρομαντικές αντιλήψεις, έστω για λίγο. Το να αφαιρεθεί οριστικά η Κωνσταντινούπολη από την ηττημένη Τουρκία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μία ακραία επιλογή, χωρίς προηγούμενο. Η Κωνσταντινούπολη δεν έπαυε να αποτελεί την οθωμανική πρωτεύουσα από πέντε σχεδόν αιώνες. Είχε συμβεί να βρεθούν υπό εχθρική κατοχή πρωτεύουσες κρατών στη διάρκεια ή στη λήξη πολέμων (λ.χ. το Παρίσι), δεν είχαν όμως ποτέ αφαιρεθεί από τα κράτη που τελικά ηττήθηκαν.
Iσως γι’ αυτό ο Βενιζέλος δεν θεωρούσε αδιανόητο να παραμείνει η Πόλη οθωμανική πρωτεύουσα, αν μπορούσε να υπάρξει μία ελληνοτουρκική συνεννόηση και συνεργασία, με αντάλλαγμα την παραχώρηση της Θράκης και της Σμύρνης στην Ελλάδα. Τις σχετικές συζητήσεις ανέδειξε και πάλι ο Νίκος Πετσάλης-Διομήδης. Ακυρώθηκαν και αυτές από την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη.
Εξάλλου, αφού η Πόλη χρημάτισε οθωμανική πρωτεύουσα επί τόσους αιώνες, ήταν αναμενόμενο να έχει Τούρκους κατοίκους, τουλάχιστον διπλάσιους από τους Eλληνες. Το αντίστροφο ίσχυε για την ίδια τη Σμύρνη (όχι την ενδοχώρα της). Hταν τελικά περισσότερο ελληνική από την Πόλη, μολονότι της έλειπαν τα μνημεία και οι μνήμες.
* Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η ισορροπία δυνάμεων και η τύχη της Πόλης
Το ερώτημα υποκρύπτει δύο παραδοχές, καμία από τις οποίες δεν ανταποκρίνεται σε πραγματικά δεδομένα.
• Οτι την άνοιξη του 1919 η ελληνική κυβέρνηση μπορούσε να πείσει το Συμβούλιο των Τεσσάρων, ή πολύ περισσότερο να τους επιβάλει την ανάθεση της διοίκησης της Κωνσταντινούπολης ή την κυριαρχία πάνω στην Πόλη και την περιοχή της.
• Οτι είναι δυνατός ένας εκ των υστέρων έλεγχος της υπόθεσης ότι η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης θα είχε ευτυχέστερη κατάληξη για την Ελλάδα από τη λύση της Σμύρνης.
Θα μπορούσα να περιορίσω την απάντησή μου εδώ. Αν επεκτείνομαι είναι για να εξηγήσω τι σήμαινε η κυριαρχία πάνω στην Κωνσταντινούπολη τόσο για τις Μεγάλες Δυνάμεις όσο και για τα κράτη που δημιουργήθηκαν στην περιοχή, από την έναρξη του Ανατολικού Ζητήματος. Ο τρόπος που αντιμετώπισαν το ζήτημα της τύχης της Κωνσταντινούπολης καταδεικνύει ότι, ακόμη και στις μεγαλύτερες κρίσεις, κανένα κράτος δεν τόλμησε ή δεν πέτυχε να την καταλάβει μονομερώς.
Στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829, την πρώτη από αυτές τις κρίσεις, μετά τις σοβαρές ήττες του οθωμανικού στρατού και την άλωση της Αδριανούπολης από τα ρωσικά στρατεύματα, με τη συνθήκη της Αδριανούπολης (14.9.1829) ο σουλτάνος υποχρεώθηκε σε μεγάλες εδαφικές παραχωρήσεις στα Βαλκάνια και τον Καύκασο για να ανακόψει την πορεία τους προς την Κωνσταντινούπολη. Τότε, μπροστά στο ενδεχόμενο κατάληψης της Κωνσταντινούπολης, ή ακόμη και διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο τσάρος συγκρότησε ειδική επιτροπή, η εισήγηση της οποίας αποτέλεσε τον άξονα της ρωσικής πολιτικής ενόψει των επόμενων κρίσεων του Ανατολικού Ζητήματος: η πτώση της Κωνσταντινούπολης και της ευρωπαϊκής Τουρκίας έπρεπε να είναι αντικείμενο διαπραγματεύσεων με τις Μεγάλες Δυνάμεις. Η εισήγηση κατέληγε ότι «τα πλεονεκτήματα της διατήρησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ευρώπη είναι περισσότερα από τα μειονεκτήματα· ότι η πτώση της (Κωνσταντινούπολης) επομένως θα ήταν αντίθετη προς τα αληθινά συμφέροντα της Ρωσίας· ότι συνεπώς θα ήταν φρόνιμο να προσπαθήσουμε να την αποτρέψουμε…».
Η επόμενη μεγάλη απειλή κατά της αυτοκρατορίας σημειώθηκε όταν η Ρωσία επιχείρησε να αποκαταστήσει την επιρροή της στα Βαλκάνια και τον Καύκασο, που είχε χάσει κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο. Εκμεταλλευόμενη τα εθνικά κινήματα στα Βαλκάνια, κήρυξε τον πόλεμο κατά της αυτοκρατορίας και εισέβαλε στα εδάφη της Ρουμανίας στα τέλη Απριλίου 1877. Μετά την κατάληψη της Σόφιας, ο κίνδυνος για άλωση της Αδριανούπολης και αυτής της Κωνσταντινούπολης ήταν ορατός. Επειτα από βρετανική πίεση, η Ρωσία ανέστειλε την προέλασή της στον Αγιο Στέφανο, νοτιοδυτικά της Κωνσταντινούπολης. Η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (3.3.1878) αποτέλεσε το απόγειο της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια. Η άμεση αναθεώρησή της με τη Συνθήκη του Βερολίνου (13.7.1878) φέρει την υπογραφή, εκτός της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων, αποκατέστησε μια ισορροπία συμφερόντων στην Ανατολή και αποτέλεσε τον άξονα του Ανατολικού Ζητήματος για 35 χρόνια. Παρά τις κρίσεις που ακολούθησαν, οι Μεγάλες Δυνάμεις κατόρθωσαν να διατηρήσουν αυτή την ισορροπία μέχρι το 1914.
Την ισορροπία αυτή απείλησε να διαταράξει το 1912 η Βαλκανική Συμμαχία, που κατά τον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο επιχείρησε να εκδιώξει την Οθωμανική Αυτοκρατορία από τα ευρωπαϊκά της εδάφη. Ο βουλγαρικός στρατός σε μία εντυπωσιακή προέλαση προς τα νοτιοανατολικά σταμάτησε στην Τσατάλτζα, έξω από την Κωνσταντινούπολη. Η βουλγαρική απειλή συσπείρωσε τις Μεγάλες Δυνάμεις που αποφάσισαν ότι η τύχη ορισμένων περιοχών θα καθοριζόταν από την Ευρωπαϊκή Συμφωνία και όχι από τους εμπολέμους. Οι περιοχές αυτές ήσαν: το νέο κράτος της Αλβανίας, η Αδριανούπολη με την Κωνσταντινούπολη, ο Αθως, τα όρια Βουλγαρίας και Ρουμανίας και τα νησιά του Αιγαίου. Οι επιδιώξεις των συμμάχων περιορίστηκαν από τις Μεγάλες Δυνάμεις για να διασωθεί η κλυδωνιζόμενη ευρωπαϊκή ισορροπία.
Την επόμενη φορά που απειλήθηκε η Κωνσταντινούπολη, στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Ρωσία δεν υφίστατο πλέον. Οι δυνάμεις που ενδιαφέρονταν για την τύχη της ήσαν οι νικήτριες: Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία και Ελλάδα. H ανάγκη όμως που υπαγόρευε την εξισορρόπηση των συμφερόντων των νικητών ήταν η ίδια με την ανάγκη για συνεννόηση μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων του προπολεμικού κόσμου. Με βάση το άρθρο VII της σύμβασης ανακωχής του Μούδρου (30.10.1918), η Πόλη αποτέλεσε de facto την έδρα συμμαχικής στρατιωτικής διοίκησης, τις ζώνες της οποίας μοιράστηκαν οι χώρες αυτές. Στη συνδιάσκεψη των Παρισίων, ο Βενιζέλος απέτυχε να εξασφαλίσει από το Συμβούλιο των Τεσσάρων τη δημιουργία διεθνούς κράτους που θα περιλάμβανε την Κωνσταντινούπολη με τα Στενά και τη γύρω περιοχή και θα βρισκόταν υπό την προστασία της Κοινωνίας των Εθνών. Σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 36 της Συνθήκης των Σεβρών (10.8.1920), η Κωνσταντινούπολη παρέμεινε έδρα της τουρκικής κυβέρνησης και του σουλτάνου και η διεθνής κατοχή της διήρκεσε μέχρι την ανακωχή των Μουδανιών (11.10.1922) και τη μετέπειτα υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης (24.7.1923).
Σε όλη την εξέλιξη του Ανατολικού Ζητήματος οι Μεγάλες Δυνάμεις κράτησαν την κατοχή της Κωνσταντινούπολης έξω από το πεδίο του μεταξύ τους ανταγωνισμού.
* Η κ. Ελένη Γαρδίκα – Κατσιαδάκη είναι ομότιμη ερευνήτρια της Ακαδημίας Αθηνών.

Κλίβανοι του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη. (ΚΕΝΤΡΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΑΘΗΝΑ)

Κωνσταντινούπολη, 1920. Βρετανοί στρατιώτες παρελαύνουν μπροστά από το τέμενος Νουσρετιγιέ. Φωτ. SHUTTERSTOCK
Η απώλεια της Θράκης ήταν η μεγαλύτερη συμφορά
Στις 30 ∆εκεµβρίου 1918, ο Βενιζέλος ανταποκρινόμενος σε αίτημα του προέδρου Ουίλσον, να του εκθέσει τις ελληνικές εδαφικές βλέψεις, δεν περιέλαβε σε αυτές την Κωνσταντινούπολη. Οπως και δεν την περιέλαβε την 3η Φεβρουαρίου 1919 στην επίσημη παρουσίαση των ελληνικών διεκδικήσεων που έκαμε ενώπιον του Συνεδρίου Ειρήνης. Απεναντίας, σε αμφότερες τις περιπτώσεις είχε ζητήσει την παραχώρηση στην Ελλάδα ολόκληρης της δυτικής Μικρασίας. Πιθανώς το σχέδιό του να προέβλεπε είτε την εν καιρώ απόκτηση της Κωνσταντινούπολης μέσω μιας ελληνικής Μικρασίας και Ανατολικής Θράκης, είτε τη διεθνοποίηση της Πόλης, όπως το ήθελε και ο βασικός υποστηρικτής του Λόιντ Τζορτζ. Ισως η δεύτερη λύση να ήταν το προοίμιο της πρώτης.
Ο Βενιζέλος είχε όλα περίπου τα δεδομένα εναντίον του, πέρα από τον φοβερό ελληνικό εσωτερικό διχασμό που ο ίδιος με φανατισμό συντηρούσε:
α. Η Ελλάδα δεν είχε κηρύξει τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ούτε οι ΗΠΑ στη Βουλγαρία, η οποία εξακολουθούσε να διεκδικεί μεγάλο τμήμα της Θράκης.
β. Ο δημογραφικός παράγοντας ήταν σχεδόν παντού αρνητικός.
γ. Είχε να αντιµετωπίσει την εχθρότητα των Ιταλών, τόσο στη Μικρασία όσο και στη Θράκη, όπου σχεδόν ανοικτά εξόπλιζαν Βούλγαρους κομιτατζήδες, ενώ την ηττημένη Βουλγαρία υποστήριζαν επίσης ισχυροί αγγλικοί και αμερικανικοί παράγοντες. Η στάση των Γάλλων ήταν αμφίρροπη.
δ. Οι Βρετανοί πιέζονταν από τους µουσουλµάνους και τους ινδουιστές (χάρη στον ενωτικό αγώνα του Γκάντι) των Ινδιών, που ήθελαν να αποτρέψουν την απομάκρυνση του σουλτάνου – χαλίφη από την Κωνσταντινούπολη.
Ολα τα παραπάνω είχαν εξαιρετικά δυσχερaάνει την προέλαση του ελληνικού στρατού στη Θράκη, είχαν αποτρέψει τη διασυμμαχική κατοχή της Πόλης και την εγκατάσταση εκεί ελληνικής αρμοστείας και είχαν καθυστερήσει την έλευση του θωρηκτού «Αβέρωφ», το οποίο αγκυροβόλησε στον Βόσπορο (27.11.18) δύο εβδομάδες μετά τον είσπλου του συμμαχικού στόλου. Ολόκληρο το πρώτο τρίμηνο του 1919 η κατάσταση παρέμενε εξαιρετικά ρευστή ως προς την ύπαρξη ή όχι κράτους Κωνσταντινούπολης, ως προς τα όριά του στη Θράκη και τη Μικρασία, ως προς τη Δύναμη που θα αναλάμβανε την εντολή επ’ αυτού, ως προς τα νότια σύνορα της Βουλγαρίας, ενώ συνεζητείτο η απόδοση της περιοχής της Σμύρνης στην Ελλάδα μαζί με ιταλικά εδαφικά αντισταθμίσματα στον Καύκασο. Ταυτόχρονα πλήθαιναν οι ανησυχητικές πληροφορίες για μαζικό εξοπλισμό των Τούρκων στη Θράκη και στην Ανατολή. Η ελληνική πλευρά πίεζε όπου και όσο μπορούσε, γνωρίζοντας ότι η τύχη της περιοχής βρισκόταν στα χέρια των διόλου μονοιασμένων μεταξύ τους Δυνάμεων.
Και ενώ η αβεβαιότητα παρατεινόταν και οι πιθανότητες παραμονής του σουλτάνου στην Πόλη ήσαν ακόμη οι επικρατέστερες, η ηγεσία των Ελλήνων της Πόλης –έχοντας επικεφαλής τον τοποτηρητή του Οικουμενικού θρόνου Δωρόθεο Προύσης – εθνικιστή ιεράρχη υποστηριζόμενο από την Αθήνα– με τον ενθουσιασμό, την ανυπομονησία και την επιπολαιότητα που συχνά μας διακρίνει σε κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας μας, λάμβαναν στις 16 Μαρτίου 1919 την απόφαση να διαρρήξουν πλήρως τις σχέσεις με την οθωμανική πολιτεία. Την ίδια δε στιγμή που ο Βενιζέλος έτεινε ευήκοον ους στην ανεδαφική πρωτοβουλία του Μπασρή μπέη, περί συστάσεως ελληνοτουρκικής συνομοσπονδίας, που τόσο θυμίζει τη σύλληψη, σε άλλους καιρούς, του Ιωνα Δραγούμη και του Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαΐδη.
Βλέποντας τους Αμερικανούς να αμφιταλαντεύονται αν θα αναλάβουν την εντολή και τις λοιπές Δυνάμεις διχασμένες, οι Βρετανοί εμπειρογνώμονες Αρνολντ Τόινμπι και Χάρολντ Νίκολσον συνέλαβαν πρόταση που προέβλεπε την παραχώρηση της ευρωπαϊκής πλευράς των Στενών, συμπεριλαμβανομένης της Κωνσταντινούπολης, στην Ελλάδα και ολόκληρης της Μικρασίας στην Τουρκία που θα τελούσε υπό εντολή Δυνάμεως άλλης από την Ιταλία. Η λύση ήταν ξεκάθαρη, καθώς τόσο η Σμύρνη όσο και η Πόλη δεν αποκόπτονταν από την οικονομική ενδοχώρα τους, ενώ πληθυσμιακά οι Ελληνες ήσαν σαφώς περισσότεροι στη Θράκη, που επί πλέον αποτελούσε προέκταση της βόρειας Ελλάδος. Η συμπαρουσία δύο κρατών στα Στενά αποτελούσε επίσης εγγύηση ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Ακολούθησαν συμπληρωματικές προτάσεις με στόχο την προστασία των Ελλήνων της Μικρασίας, την ικανοποίηση των Ιταλών, την επιβολή διεθνούς ελέγχου στη ναυσιπλοΐα των Στενών, την αποφυγή μεταφοράς της ελληνικής πρωτεύουσας στην Πόλη και τη μη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε ορθόδοξο ναό, κάτι για το οποίο ιδιαιτέρως επέμενε το Βατικανό… Δύο άλλες εναλλακτικές που προτάθηκαν, προέβλεπαν την ανάληψη της εντολής από τους Αμερικανούς και την εκχώρηση της Σμύρνης στην Ελλάδα, με τη λοιπή Μικρασία τουρκική υπό ιταλική εντολή.
Κλίνοντας υπέρ της πρώτης λύσης, οι Βρετανοί εξουσιοδότησαν τον Νίκολσον να υποβάλει τις ανωτέρω προτάσεις στους Αμερικανούς. Αδημονώντας να απεμπλακούν από την ευρωπαϊκή σφηγκοφωλιά, ήταν βέβαιο ότι θα επέλεγαν την πρώτη πρόταση. Φθάνοντας στις ΗΠΑ, ο Νίκολσον διαπίστωσε ότι ο κύβος είχε ριφθεί: για να μην προφτάσουν να την πάρουν οι Ιταλοί, οι Ελληνες είχαν σταλεί στη Σμύρνη, από εκείνους που μόλις είχαν εγκρίνει την πρότασή του!
Υπεραισιόδοξος για την αίσια εξέλιξη των εθνικών πραγμάτων, τα οποία ελάμβαναν θετική τροπή, ο Βενιζέλος αντιτάχθηκε οργισμένα στην πρόταση του Νίκολσον. «Είμαι ο μόνος Ελλην επί Γης που αρνείται την Κωνσταντινούπολη», του είπε…
Παραβλέποντας τα βασικά δεδομένα που ξένοι στρατιωτικοί και πολιτικοί δεν έπαυαν να του εκθέτουν, του είχαν δε τονισθεί από Ελληνες ήδη το 1915, ο Βενιζέλος βυθίστηκε στο μικρασιατικό αδιέξοδο, που τελικώς οδήγησε στην απώλεια τόσο της Μικράς Ασίας όσο και της Ανατολικής Θράκης. Κατά τη γνώμη του γράφοντος, η απώλεια της Θράκης ήταν η μεγαλύτερη συμφορά. Διότι έχοντας παράθυρο στον Εύξεινο, ο Ελληνισμός θα διατηρούσε στην περιοχή τον ρόλο που ήταν δικός του από την αρχαιότητα.
* Ο κ. Κώστας Μ. Σταματόπουλος είναι ιστορικός, διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
GEOPOLITICO
Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας
Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.
Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.
Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα
Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.
Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.
Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.
Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.
Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ
Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).
Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.
Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.
Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.
Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.
Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού
Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.
Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.
Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.
Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.
Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.
Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές
Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.
Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.
Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.
Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.
Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.
Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας
Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.
Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.
Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.
Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.
Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.
Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.
Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.
Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών
Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.
Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.
Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.
Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.
Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.
Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.
Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές
Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.
Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.
Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.
Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.
Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
