Διεθνή
Νεοκλής Σαρρής: Οι ρίζες της ελληνοτουρκικής διαμάχης και η οθωμανική φαντασίωση
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις από το 1974 και εδώ υπήρξαν ο καταλύτης για ιδεολογικοπολιτικές μετεξελίξεις στην Ελλάδα που παρασύρουν και το μεγάλο κεφάλαιο της εθνικής ταυτότητας.
Ιστορικά η ταυτότητα αυτή παρά τον φόρτο της πολιτιστικής παρακαταθήκης που εμπεριέχει σημαδεύεται και από την αντιπαράθεσή της προς την «τουρκική» ταυτότητα, ανεξάρτητα αν τρίμματα παγιωθείσας καθημερινής συμπεριφοράς ή/και πρακτικών ενυπάρχουν σε αμφότερες τις ταυτότητες.
Η κυριότερη αιτία οφείλεται στο ότι επί αιώνες ο τελευταίος μουσουλμάνος στο οθωμανικό κράτος προηγείτο του πρώτου τη τάξει ρωμιού ορθοδόξου χριστιανού (όπως άλλωστε συνέβαινε και με τους υπόλοιπους μη μουσουλμανικούς λαούς και εθνότητες).
Όποια ψιμυθίωση αυτής της κατάστασης, εκτός του ότι είναι ανιστόρητη, είναι και καταγέλαστη.
Στον δεύτερο τόμο του έργου του «Ιστορία Χαμένων Ευκαιριών» ο Ευάγγελος Αβέρωφ Τοσίτσας ομολογεί πως μετά την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου η στάση της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας είχε χροιά της «σουλτανικής περιόδου».
Συνεπώς στην πραγματικότητα η επίσημα πια διακηρυγμένη από τον τούρκο υπουργό των εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου νεο-οθωμανική πολιτική (σύμφωνα προς την οποία η Άγκυρα οφείλει σε πραγμάτωση του «στρατηγικού της βάθους να ελέγχει την Ευρωοασιαφρική (sic)», δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ τρεις ηπείρους, έχοντας ως δορυφόρους της όλες τις περιοχές που υπήρξαν κάποτε τμήματα του οθωμανικού κράτους), δεν είναι καινοφανής.
Απλώς ενυπήρχε στα πλαίσια των μύχιων πόθων που ήλθαν στην επιφάνεια λόγω των διεθνών συγκυριών από τη μια και της οικονομικής έκρηξης που σημειώθηκε στη χώρα.
Η κρίση στις σχέσεις των δύο χωρών δεν προήλθε, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, από το πραξικόπημα της χούντας στην Κύπρο ή δεν προήλθε μόνο από αυτό.
Στην πραγματικότητα κάποιους μήνες πριν, μια μικρή ομάδα από «τεχνοκράτες» του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών είχε υποβάλει στον Μπουλέντ Ετζεβίτ, ο οποίος ήταν πρωθυπουργός, μια έκθεση η οποία αναφερόταν στα «δικαιώματα της Τουρκίας επί του Αιγαίου» τα οποία είχαν καταπατηθεί από την Ελλάδα.
Ο Ετζεβίτ, προκειμένου να ικανοποιήσει από τη μια τον δήλο εθνικισμό του και από την άλλη τους στρατιωτικούς με τους οποίους είχε από το πραξικόπημα του 1970 ανοικτούς λογαριασμούς, υιοθέτησε το κείμενο.
Το αποτέλεσμα ήταν, τέλη Μαΐου του 1974 (τραγική ειρωνεία, στην επέτειο της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης), το «υδρογραφικό» σκάφος του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού «Τσανταρλή» με ειδική τελετή να αποπλεύσει από το Καμπάτας του Βοσπόρου προκειμένου να διενεργήσει υδρογραφικές έρευνες.
Η ειδική αυτή τελετή ήταν απομίμηση της τελετής με την οποία την ίδια εποχή κάθε χρόνο απέπλεε ο οθωμανικός στόλος για την «Άσπρη θάλασσα», στην οποία συμμετείχαν ο σουλτάνος, ο σαντραζάμης, οι βεζύρηδες και λοιποί αξιωματούχοι.
Ο στόλος, αφού διαγούμιζε από τον νησιωτικό χώρο τους φόρους και τα διάφορα δοσίματα, επέστρεφε κατά Σεπτέμβριο μήνα.
Έτσι λοιπόν, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας (του ναυάρχου Κορουτούρκ), του πρωθυπουργού και άλλων επισήμων το υδρογραφικό σκάφος απέπλευσε.
Όπως παρατηρεί ο Bilal Simsir, επί σειράν ετών επικεφαλής του τμήματος τεκμηρίωσης και αρχείων του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και συγγραφέας πολλών βιβλίων και επίσημων συλλογών με αρχειακό υλικό, στον πρόλογο του δίτομου έργο του «Το πρόβλημα του Αιγαίου», το «Τσανταρλή» δεν απέπλευσε για να διεξάγει έρευνες στο Αιγαίο, αλλά για να αμφισβητήσει την ελληνική κυριαρχία επί του Αιγαίου.
Ο ίδιος συγγραφέας παρατηρεί ότι η Ελλάδα δημιουργήθηκε στη θάλασσα και ότι από την πρώτη μέρα οι στασιαστές (sic) είχαν παρατάξει έναντι του οθωμανικού στόλου έναν δικό τους στόλο.
Το πρόβλημα ήταν η επίτευξη της ναυτικής ισχύος (sea power, στις μέρες μας air-sea power).
Η ισχύς αυτή, κατά τον περίφημο ναύαρχο John Hamilton, είναι η ικανότητα μιας χώρας με το ναυτικό της (και σήμερα και με την αεροπορία της) να ασκεί την κυριαρχία μιας θαλάσσιας περιοχής (και του εναέριού της χώρου) διατηρώντας εντός αυτής την πρωτοβουλία κινήσεων έναντι άλλων.
Και κατά την ελληνική επανάσταση του 1821 από την πρώτη ημέρα που εκδηλώθηκε μέχρι τέλους (ενώ κατά ξηρά είχε καμφθεί) διατήρησε τη ναυτική ισχύ της στο Αιγαίο.
Ο Simsir ισχυρίζεται ότι μέχρι το 1912 στο Αιγαίο υπήρχε συγκυριαρχία μεταξύ του οθωμανικού κράτους και της Ελλάδας, που ανατράπηκε από τον ναύαρχο Κουντουριώτη με τη ναυμαχία έξω από το ακρωτήρι Έλλη των Δαρδανελίων.
Αυτός υπήρξε ο «πρώτος γύρος». Κατά τον ίδιο, τον Μάιο του 1974 άρχιζε ο δεύτερος γύρος που θα έπρεπε να είναι για την Τουρκία νικηφόρος.
Η τουρκοελληνική συγκυριαρχία στο Αιγαίο
Το θέμα της συγκυριαρχίας στο Αιγαίο δεν είναι νέο. Προέκυψε αρχικά ως αποτέλεσμα του Βαλκανικού Πολέμου.
Οι νεότουρκοι του κινήματος «Ένωση και Πρόοδος» προχώρησαν στο εγχείρημά τους όχι για να οδηγήσουν τη χώρα σε συμμαχία με τη Γερμανία, όπως εσφαλμένα είναι γνωστό, αλλά ακριβώς το αντίθετο.
Κινήθηκαν προκειμένου να αποτρέψουν μια λύση του Μακεδονικού που ετοίμαζαν οι σύμμαχοι η οποία προέβλεπε τον διορισμό χριστιανού γενικού διοικητή, δηλώνοντας ταυτόχρονα τη δυσαρέσκειά τους στην προσέγγιση της Γερμανίας από τον σουλτάνο Αμπντουλχαμίτ Β΄.
(Συμπληρωματικό αίτιο υπήρξε και η επετηρίδα που είχε σκαλώσει σε υπερήλικες στρατηγούς οι οποίοι εμπόδιζαν την ανέλιξη των πολύ νεωτέρων).
Στόχος των κινηματιών ήταν να αναζωογονήσουν τα παλαιά κλέη της συμμαχίας του οθωμανικού κράτους με την Αγγλία και τη Γαλλία (όπως στον Κριμαϊκό Πόλεμο) όταν μάχονταν εναντίον της Ρωσίας.
Τους είχε διαφύγει ότι στο μεταξύ οι δυο χώρες είχαν αποκαταστήσει τις σχέσεις τους με τη Ρωσία σε τέτοιο βαθμό που ο Αμπντουλχαμίτ, προκειμένου να εξευμενίσει τους Άγγλους, τους είχε παραχωρήσει την Κύπρο.
Όταν διαπίστωσε ότι οι σύμμαχοι δεν είχαν σκοπό να επανέλθουν στην αρχική τους συμμαχία με το οθωμανικό κράτος, στράφηκε προς τους Γερμανούς, όπως έκαναν τελικά και οι νεότουρκοι.
Όταν όμως εκδηλώθηκε ο Βαλκανικός Πόλεμος, στην κυβέρνηση δεν ήταν οι νεότουρκοι, αλλά ένας ευρύτερος συνασπισμός από την ετερόκλητη αντιπολίτευση (όπως ισλαμιστές και χριστιανικές εθνότητες).
Η κυβέρνηση αυτή ανατράπηκε με πραξικόπημα από τους νεότουρκους, οι οποίοι πρόσβλεπαν, όπως αναφέρθηκε, στους Δυτικούς συμμάχους.
Τότε Αγγλία και Γαλλία, με διακοίνωσή τους προς την ελληνική κυβέρνηση, ζήτησαν την επιστροφή της Ίμβρου και Τενέδου που ήταν εγγύς των στενών (η Ρωσία, με ξέχωρη ανακοίνωση, εκτός από τα δύο αυτά νησιά αξίωνε την επιστροφή και της Λήμνου και της Σαμοθράκης) και την άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων προς επιβολή καθεστώτος ελληνοτουρκικής συγκυριαρχίας στο Αιγαίο.
Οι διαπραγματεύσεις αυτές άρχισαν, αλλά σε λίγο διακόπηκαν όταν το οθωμανικό κράτος εξήλθε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ουσιαστικά οι διακοπείσες διαπραγματεύσεις επανάρχισαν τον Ιούλιο του 1997 στη Μαδρίτη όταν στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής των μελών του ΝΑΤΟ και υπό την καθοδήγηση της αμερικανίδας υπουργού των Εξωτερικών Μαντλίν Ολμπράιτ, συναντήθηκε ο έλληνας πρωθυπουργός Κώστα Σημίτης με τον τούρκο Πρόεδρο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και ο πρώτος αναγνώρισε «νόμιμα και ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο» ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για μια μελλοντική συγκυριαρχία.
Με την προϋπόθεση ότι θα είχαν ασκηθεί αφόρητες πιέσεις από την Ολμπράιτ, μπορούσε η Ελλάδα να συμπληρώσει την παραπάνω δήλωση με τη φράση «όσο νόμιμα και ζωτικά είναι τα συμφέροντα της Ελλάδας στα Στενά και τη Μαύρη Θάλασσα».
Και αυτό δεδομένου ότι η Ελλάδα είναι συμβαλλόμενο μέρος τόσο της Διεθνούς Σύμβασης περί Στενών της Λωζάννης (1923), όσο και της παρόμοιας Σύμβασης του Μοντρέ (1936) που θα μπορούσαν ρητά να μνημονευτούν και να αναφερθούν στη δήλωση.
Η συγκυριαρχία όμως στο Αιγαίο στις αρχές του 20ού αιώνα είχε νόημα.
Γιατί η λεπτή εδαφική λωρίδα που εκτείνεται κατά μήκος των παραλίων της Δυτικής Μικράς Ασίας (Ιωνία, Καρία κ.λπ.) κατοικούνταν σχεδόν αποκλειστικά από ρωμιούς χριστιανούς, δηλαδή ο πληθυσμός ήταν ακριβώς ο ίδιος σε σύνθεση με τον πληθυσμό των νησιών.
Στην πράξη η Τουρκία πραγματοποίησε την εθνοκάθαρση στη Μικρά Ασία και εξαφάνισε τους γηγενείς Ρωμιούς απαιτώντας συγκυριαρχία στο Αιγαίο.
Έτσι όπως έγινε με την Ανατολική Θράκη της οποίας ο πληθυσμός μέχρι το 1912 ήταν κατά πλειοψηφία ελληνικός – σε αναλογία που θύμιζε τον πληθυσμό της Πελοποννήσου το 1821.
Και εκεί η περιοχή υπέστη εθνοκάθαρση, οπότε το αίτημα πλέον είναι η συγκυριαρχία και της Δυτικής Θράκης (διά μέσου της διαχείρισης της εκεί μειονότητας).
Το ίδιο ακριβώς που συνέβη στην Κύπρο, όπου με (και από) την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων πραγματοποιήθηκε μια βίαιη εθνοκάθαρση στο υπό κατοχήν τμήμα της μεγαλονήσου και ένας χυδαίος και προκλητικός εποικισμός από την Τουρκία.
Οπότε με τα διάφορα σχέδια Ανάν ή τις κυοφορούμενες λύσεις προβλέπεται μια τουρκική συγκυριαρχία σε όλη την έκταση της Κύπρου.
Συγκυριαρχία και στην ελληνικήΘράκη και στην Κύπρο
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1954 ο καθηγητής Νιχάτ Ερήμ (που ανήκε στην αντιπολίτευση) σε άρθρο του δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Χαλκτσή», όργανο του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, αναφερόμενος σε κινήσεις Ελληνοκυπρίων για αυτοδιάθεση, τόνιζε ότι «για το συμφέρον του ελευθέρου κόσμου» (μπροστά δηλαδή στον από Βορρά κίνδυνο) θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί ελληνοτουρκική συγκυριαρχία στην Κύπρο η οποία θα έπρεπε να επεκταθεί και στα νησιά του Αιγαίου που απέχουν 50 μίλια από τις μικρασιατικές ακτές, δηλαδή αυτό που και σήμερα διεκδικείται από την Τουρκία και το οποίο οριοθετείται από τον 25ο Μεσημβρινό ο οποίος καθώς τέμνει κάθετα την Ελλάδα στα δύο προεκτείνεται προς Βορράν και περιλαμβάνει και την ελληνική Θράκη!
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ίδιο πρόσωπο υπήρξε ο «πατέρας» της λύσης που τελικά δόθηκε στη Ζυρίχη και το Λονδίνο στο Κυπριακό.

Ο πρωθυπουργός Αντνάν Μεντερές προσέλαβε τον Ερήμ ως σύμβουλο (όπως και ο Καραμανλής τον Θεμιστοκλή Τσάτσο, πατέρα του Δ. Τσάτσου, ο οποίος ανήκε και αυτός στην αντιπολίτευση).
Η συνεργασία του Ερήμ με τις βρετανικές αρχές (και από ένα σημείο και μετά και με την κυβέρνηση των ΗΠΑ) υπήρξε απόλυτη.
Όλες οι «συνταγματικές προτάσεις» που προήλθαν από τη βρετανική πλευρά (σχέδιο Ράντγκλιφ 1956, Μακ Μίλλαν 1958) είχαν ως εμπνευστή τον Νιχάτ Ερήμ ο οποίος είχε ανασύρει ένα «συνταγματικό σχέδιο» που είχαν εκπονήσει οι νεότουρκοι με τους Αυστριακούς και Γερμανούς το 1911 προκειμένου να το εφαρμόσουν στην (ενιαία) Μακεδονία όπως και στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη.
Το σχέδιο αυτό προέβλεπε αντί της λαϊκής κυριαρχίας την κυριαρχία των «εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων» εμπνευσμένο από τη δομή του οθωμανικού κράτους.
Αυτό ακριβώς το σχέδιο αποτέλεσε και τον κορμό της συμφωνίας της Ζυρίχης (εν αγνοία όμως της ελληνικής πλευράς για την προέλευσή του!).
Δύο χρόνια πριν από τον Ερήμ ο διεθνολόγος Μεχμέτ Σακά υποστηρίζει τη διδακτορική του διατριβή στον γάλλο καθηγητή Ρουσσώ με τίτλο «Τα τουρκικά δίκαια στο Αιγαίο» στην οποία προτείνει την εκμίσθωση για 90 χρόνια των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου στην Τουρκία.
Η Ελλάδα κατ’ αυτόν τον τρόπο «θα αποδείξει ότι είναι ειλικρινής (sic) στην τουρκοελληνική φιλία» και ταυτόχρονα θα αποκτήσει τη στρατιωτική προστασία της Τουρκίας!
Αξίζει να προστεθεί πως το πόνημα αυτό του Σακά μετά μισό αιώνα διανέμεται στα τουρκικά σχολεία ως βοηθητικό διδακτικό βιβλίο.
ΠΗΓΗ: Αππελαίος
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
