Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Stratfor : Η Ιταλική αμφισβήτηση της Γερμανικής ηγεσίας

Δημοσιεύτηκε στις

Η… ανανέωση της πολιτικής αβεβαιότητας στην Ιταλία απειλεί να αναζωπυρώσει την αστάθεια στην ευρωζώνη, μόλις η νομισματική ένωση άρχισε να δείχνει σημάδια βελτίωσης της χρηματοοικονομικής σταθερότητάς της. Ήδη, η κρίση στην Ιταλία προκαλεί κλίμα ανησυχίας στη Γερμανία.
Στις 26 Φεβρουαρίου, μιλώντας σε προεκλογική του εκστρατεία, ο Peer Steinbrueck, ο υποψήφιος των Σοσιαλδημοκρατών για την καγκελαρία της Γερμανίας, δήλωσε πως η πολιτική αστάθεια της Ιταλίας θα γίνει μεγαλύτερο πρόβλημα για την ευρωζώνη. Χαρακτήρισε τον επικεφαλής του Κινήματος των Πέντε Αστέρων, Beppe Grillo, και τον επικεφαλής του κόμματος Λαός της Ελευθερίας, Silvio Berlusconi, λαϊκιστές και καραγκιόζηδες. 

Αρκετά μέλη του συνασπισμού της Angela Merkel ζήτησαν αυτήν την εβδομάδα τα ιταλικά κόμματα να αποκαταστήσουν τη σταθερότητα και να συνεχίσουν τις μεταρρυθμίσεις που ανέλαβε να πραγματοποιήσει ο απερχόμενος πρωθυπουργός Mario Monti.Η ανησυχία της Γερμανίας είναι κυρίως πολιτική: την εκλογική επιτυχία του Κινήματος των Πέντε Αστέρων, το οποίο επικρίνει τις κυριαρχούσες ελίτ και απορρίπτει την ηγεσία της Γερμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα μπορούσαν να αντιγράψουν άλλα κόμματα στην Ευρώπη. Η αστάθεια της Ιταλίας θα μπορούσε επίσης να φέρει το Βερολίνο στη δύσκολη θέση να παράσχει πολιτική και οικονομική βοήθεια σε μια χώρα που έχει ψηφίσει κατά των μέτρων λιτότητας τα οποία έχει σχεδιάσει η Ε.Ε. και υποστηρίζει η Γερμανία. Αυτό θα μπορούσε να βλάψει την προσπάθεια της Merkel να επανεκλεγεί φέτος. Τέλος, η Γερμανία αντιμετωπίζει τον κίνδυνο μέλη της ευρωζώνης -ιδιαίτερα της περιφέρειας- να αρχίσουν να εκφράζουν πιο ανοικτά τις επικρίσεις τους έναντι της ηγεσίας του Βερολίνου.
Οι ηγέτες της Γερμανίας παρακολουθούν στενά την πολιτική κατάσταση στην Ιταλία. Η αστάθεια στην Ιταλία θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια αύξηση του κόστους δανεισμού για πολλές χώρες της ευρωζώνης. Αυτό αποτελεί εστία ανησυχίας ιδιαίτερα για την Ισπανία, η οποία έλαβε πακέτο διάσωσης για τις τράπεζές της το 2012, αλλά κατάφερε να αποφύγει το αίτημα για διάσωση της χώρας. Τους τελευταίους μήνες, η Μαδρίτη έχει αντιμετωπίσει υψηλά, αλλά ανεκτά κόστη δανεισμού. 


Η ισπανική κυβέρνηση φοβάται τώρα ότι η πολιτική αναταραχή στην Ιταλία θα μπορούσε να επαναφέρει τη Μαδρίτη στο επίκεντρο της χρηματοοικονομικής κρίσης της Ευρώπης. 


Οι χώρες της ευρωζώνης που πιέζονται από τις αγορές μέχρι στιγμής ακολουθούν τηστρατηγική της Γερμανίας. Ακόμα και όταν, ως αποτέλεσμα της κρίσης, κυβερνήσεις που αντιτίθενται σε αυτήν ανέλαβαν την εξουσία ανατρέποντας κυβερνήσεις που ήταν ανοικτά υπέρ της Γερμανίας, προχώρησαν στην εφαρμογή μη δημοφιλών μεταρρυθμίσεων ως αντάλλαγμα την οικονομική βοήθεια. 


Το αποτέλεσμα των ιταλικών εκλογών μπορεί να αλλάξει αυτήν τη δυναμική και να αναγκάσει τη Γερμανία να είναι πιο «εξυπηρετική» έναντι των προβληματικών χωρών προκειμένου να διατηρήσει την ευρωζώνη. 


Η βασική αιτία ανησυχίας της Γερμανίας σε ό,τι αφορά τις ιταλικές εκλογές είναι, συνεπώς,πολιτική και όχι οικονομική. Οι ισχυρές επιδόσεις του Κινήματος των Πέντε Αστέρωνστις εκλογές, όπως και το δημοσκοπικό ράλι του Berlusconi (που βασίστηκε κυρίως στην ανοικτή αντίθεσή του προς τη γερμανική ηγεσία), πιθανότατα θορύβησαν το Βερολίνο. Αν και η Γερμανία έχει αντιμετωπίσει ξανά τον Berlusconi στο παρελθόν, το Κίνημα των Πέντε Αστέρων είναι ένα νέο στοιχείο. 


Ο Grillo, ο ηγέτης του κινήματος, επικέντρωσε την εκστρατεία του στην επίκριση της κυβερνώσας ελίτ της Ιταλίας και της πολιτικής λιτότητας της κυβέρνησης. Ο Grillo αμφισβήτησε επίσης την ηγεσία της Γερμανίας κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής κρίσης και άφησε να εννοηθεί ότι η Ιταλία θα μπορούσε να φύγει από την ευρωζώνη. Η εκλογική επίδοση του Grillo κατέστησε σαφές ότι μια αντισυστημική πολιτική πλατφόρμα μπορεί να έχει εκλογική επιτυχία σε μια χώρα που πλήττεται από την ύφεση και την αυξανόμενη ανεργία.
Ωριμάζουν οι απειλές για το καθεστώς 

Οι φόβοι της Γερμανίας είναι διπλοί. Από τη μία πλευρά, το Βερολίνο ανησυχεί μήπως η Ιταλία εγκαταλείψει τη λιτότητα και «σπάσει» τη συμμαχία με τις Βρυξέλλες που είχε πετύχει η τεχνοκρατική κυβέρνηση του Monti. Η Γερμανία φοβάται ότι η Ιταλία μπορεί να κάνει μια ισχυρότερη συμμαχία με τη Γαλλία -και ενδεχομένως με την Ισπανία- σε μια προσπάθεια να χαλαρώσουν οι πολιτικές λιτότητας και να επιδιωχθούν εναλλακτικές προσεγγίσεις στην αντιμετώπιση της ευρωπαϊκής κρίσης. 


Από την άλλη πλευρά, οι έντονες συζητήσεις αναφορικά με τις θεμελιώδεις αιτίες της ευρωπαϊκής κρίσης φέρνουν επίσης φόβους στο Βερολίνο. Το ευρώ συνδέει 17 χώρες με διαφορετικά επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας. Η δημιουργία του κοινού νομίσματος ενίσχυσε τις γερμανικές εξαγωγές και εδραίωσε τη θέση της Γερμανίας ως ηγέτιδας οικονομικής δύναμης στην Ευρώπη. Το ζήτημα τώρα είναι ποιος θα επωμιστεί το βάρος του μετριασμού της ευρωπαϊκής κρίσης: η ευρωπεριφέρεια μέσω της λιτότητας, ή το κέντρο -κυρίως η Γερμανία- μέσω της μόνιμης χρηματοδότησης της ευρωζώνης. 


Αυτό το ερώτημα, που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν απαγορευμένο, τίθεται πλέον ανοιχτά από τα αντισυστημικά κόμματα που έχουν πραγματικές πιθανότητες να αποκτήσουν εξουσία. Το ερώτημα ετέθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα πέρυσι και φέτος από το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, και θα τεθεί από πολλά ακόμα ανερχόμενα κόμματα στην ευρωζώνη. Μέχρι στιγμής, τα παραδοσιακά κόμματα έχουν προσεγγίσει πολύ άτολμα το ερώτημα των γερμανικών χειρισμών στην κρίση. Καθώς τα ακραία κόμματα θα γίνονται μέρος του κατεστημένου, το ίδιο θα συμβαίνει και με την απόρριψη του ευρωπαϊκού κατεστημένου. 


Αυτή η μεταβαλλόμενη δυναμική θα μπορούσε να έχει σημαντικότατες εγχώριες επιπτώσεις στη Γερμανία. Η ανανεωμένη αστάθεια στην Ιταλία έρχεται σε μια ακατάλληλη στιγμή για την κυβέρνηση Merkel. Η Γερμανία διεξάγει γενικές εκλογές τον Σεπτέμβριο και η Merkel δενθέλει η επιστροφή της πολιτικής και οικονομικής αστάθειας στην Ευρώπη να θέσει σε κίνδυνο την επανεκλογή της. Μέχρι στιγμής, οι Γερμανοί ψηφοφόροι δείχνουν να εκτιμούν τη στρατηγική της να ζητά αυστηρά περισσότερες μεταρρυθμίσεις και μια κεντρική εποπτεία των χωρών που λαμβάνουν βοήθεια. 


Μια ανανεωμένη αναζωπύρωση της οικονομικής κρίσης λόγω της αστάθειας στην Ιταλία θα μπορούσε να θέσει εν αμφιβόλω την ευρωπαϊκή στρατηγική της Merkel. Αν ενταθούν οι πιέσεις, γεγονός που θα εξαρτηθεί από τις αγορές και από το πώς θα εξελιχθεί η πολιτική κατάσταση στην Ιταλία, η Merkel πιθανότατα θα γίνει πιο δεκτική σε πιθανή παρέμβαση από την ΕΚΤ, αφού κάτι τέτοιο δεν θα αφορά άμεσα τα χρήματα των Γερμανών φορολογουμένων. Ωστόσο, ακόμα και αυτή η εναλλακτική θα μπορούσε να αποδειχθεί μη δημοφιλής στο εσωτερικό της χώρας. 


Η κρίση στην Ιταλία όχι μόνο απειλεί να επαναφέρει την αστάθεια στην ευρωζώνη, αλλά δείχνει επίσης κι ότι οι προσπάθειες της Γερμανίας να διασφαλίσει ότι οι νέες κυβερνήσεις ευθυγραμμίζονται με τη στρατηγική του Βερολίνου γίνονται όλο και πιο δύσκολες. Τους επόμενους μήνες, το Βερολίνο θα προσπαθήσει να υποστηρίξει ότι οι χώρες εφαρμόζουν μεταρρυθμίσεις όχι επειδή έτσι διατάζει η Γερμανία, αλλά γιατί πρέπει να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών. 


Οι πιέσεις της αγοράς, υπό τη μορφή υποβαθμίσεων από οίκους αξιολόγησης και αύξησης του κόστους χρηματοδότησης, θα ενισχύσουν σε κάποιον βαθμό το επιχείρημα του Βερολίνου και θα αναγκάσουν τις χώρες της ευρωπεριφέρειας να εφαρμόσουν τις μεταρρυθμίσεις, ασχέτως της γερμανικής θέσης. 


Όποιος και να ηγηθεί της Γερμανίας θα έρθει αντιμέτωπος με ένα δίλημμα: Οι Γερμανοί ψηφοφόροι θέλουν το Βερολίνο να αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση του μέλλοντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να πιέσει ώστε να γίνουν δομικές αλλαγές σε άλλες χώρες. Από την άλλη πλευρά, η εικόνα της Γερμανίας ως ηγέτιδας των προσπαθειών διαχείρισης της κρίσης θα μπορούσε να κινδυνεύσει αφού ίσως οδηγούσε σε βάθεμα της κρίσης σε άλλες χώρες και να παγιώσει την αντίσταση κατά της γερμανικής στρατηγικής – όπως έδειξαν και οι εκλογές στην Ιταλία.
euro2day

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Newsroom6 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις16 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις46 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Δημοφιλή