Ακολουθήστε μας

Video

Προκόπης Παυλόπουλος: Η Νομική Επιστήμη μπροστά στις προκλήσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης

Δημοσιεύτηκε στις

Σε ομιλία του, κατά την Επιστημονική Συζήτηση που οργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών με τίτλο «Η Τεχνητή Νοημοσύνη στο πεδίο απονομής της Δικαιοσύνης», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος ανέπτυξε το θέμα « «Διλήμματα» της Νομικής Επιστήμης στο πλαίσιο των προκλήσεων της Τεχνητής Νοημοσύνης» και επισήμανε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

                                       « Πρόλογος

 

Τον Ιούνιο του 2022 ο Blake Lemoine, μηχανικός της Google στο Τμήμα «Responsible Innovation» («Υπεύθυνη Καινοτομία»), έδωσε στην δημοσιότητα τον διάλογο που είχε με το «Μεγάλο Γλωσσικό Μοντέλο» «LaMDA» -είδος «Μεγάλου Νευρωνικού Δικτύου»- τα αρχικά του οποίου σημαίνουν «Language Model for Dialogue Applications», ήτοι «Γλωσσικό Μοντέλο για εφαρμογές Διαλόγου». Και με βάση τα δεδομένα του ως άνω διαλόγου υποστήριξε ότι το «LaMDA», εκτός από Τεχνητή Νοημοσύνη, διέθετε και μια στοιχειώδη μορφή Τεχνητής Συνείδησης, «επιτυγχάνοντας» κάτι το οποίο κατά γενική ομολογία στο πεδίο των οικείων Επιστημονικών Κοινοτήτων θεωρείται ακόμη αδύνατο ή και αδιανόητο.   

Α. Το συμπέρασμα αυτό απορρίφθηκε από κορυφαίους υπευθύνους της Google, όπως από τον Αντιπρόεδρο Blaise Aguera y Arcas και την επικεφαλής του Τμήματος «Responsible Innovation»  Jen Gennai.  Συνεπεία τούτων, στην συνέχεια ο εν λόγω συνεργάτης απομακρύνθηκε από την Google.  Αν ο Blake Lemoine είχε «τιθασεύσει» τον αρχικό ενθουσιασμό του, δεχόμενος ότι το «LaMDA» διαθέτει πλέον Τεχνητή Νοημοσύνη που βρίσκεται ένα, μόλις, βήμα πριν από την Τεχνητή Συνείδηση -κάτι το οποίο ούτως ή άλλως φαντάζει επιστημονικώς τουλάχιστον υπερβολικά αισιόδοξο, όπως θα διευκρινισθεί στην συνέχεια- μάλλον θα παρέμενε έως σήμερα σημαίνον στέλεχος της Google.

Β. Και τούτο διότι, όπως ήδη επισημάνθηκε ακροθιγώς, κατά την απολύτως κρατούσα στις Επιστημονικές Κοινότητες θέση και σήμερα          -παρά την εμφάνιση και  την απροσδιόριστων ακόμη διαστάσεων προοπτική εξέλιξης του Κβαντικού Υπολογιστή καθώς και των εν δυνάμει σχεδόν απεριόριστων δυνατοτήτων του- γίνεται καθολικώς δεκτό ότι ο Άνθρωπος είναι το πιο «έξυπνο» ον μεταξύ των κάθε είδους όντων στον Πλανήτη, δοθέντος ότι είναι συνδυασμός Homo Sapiens και Homo Sentiens, άρα διαθέτει εκτός από Νοημοσύνη και Συνείδηση.  Ενώ ακόμη και τα πιο εξελιγμένα «Μεγάλα Νευρωνικά Δίκτυα» («ΜΝΔ») διαθέτουν μόνο Τεχνητή Νοημοσύνη, οπωσδήποτε υψηλότατου βαθμού, που σε ορισμένες περιπτώσεις -όπως στην περίπτωση του «LaMDA»- φαίνεται να δείχνει ότι είναι έτοιμα για την μεγάλη «υπέρβαση».  Δίχως όμως να διακρίνεται στον ορίζοντα, και του απώτερου μέλλοντος, η προοπτική δημιουργίας και Τεχνητής Συνείδησης υπό την ολοκληρωμένη επιστημονικώς σύλληψή της, που και αυτή παραμένει, σε σημαντικό βαθμό, «ανεξερεύνητη».   Συγκεκριμένα:

Ι. Το «διάνυσμα» μεταξύ Νοημοσύνης και Συνείδησης

Ο Άνθρωπος διατηρεί αναμφισβήτητα την υπεροχή του έναντι κάθε άλλου, οιασδήποτε μορφής, όντος στον Πλανήτη επειδή είναι συνδυασμός Homo Sapiens και Homo Sentiens.

Α. Στα «άδυτα» της Συνείδησης

Κατ’ ακρίβεια, ο Άνθρωπος διαθέτει αφενός Νοημοσύνη, που του ανοίγει ένα απέραντο πεδίο Γνώσης.  Και, αφετέρου, Συνείδηση, που μέσω της δια της Γνώσης -και όχι μόνο- σώρευσης εμπειρίας τον οδηγεί στην ενσυναίσθηση, στην αυτογνωσία και εν τέλει στην αυτεπίγνωση.  Τούτο είναι επιστημονικό συμπέρασμα εξαγόμενο με την συνδρομή πολλών Επιστημών, βεβαίως με την πρόσθετη διευκρίνιση ότι δεν γνωρίζουμε έως τώρα πλήρως πώς λειτουργεί ο εγκέφαλος του Ανθρώπου, ιδίως  κατά την «διαμόρφωση» και την εκκίνηση της διαδικασίας ενεργοποίησης της Συνείδησης.

  1. Ειδικότερα, είναι μέχρι σήμερα γνωστό ότι υπάρχει «συνέχεια» μεταξύ ασυνειδήτου και συνειδητού. Υπό την έννοια ότι στην πράξη ο Άνθρωπος ενεργεί ξεκινώντας από την αφετηρία του ασυνειδήτου και φθάνει στο στάδιο του συνειδητού, οπότε και ολοκληρώνεται η διαδικασία «διέγερσης» της Συνείδησης, επέκεινα δε η εκκίνηση της αντίστοιχης διαδικασίας επιλογής της πράξης ή της παράλειψης εν γένει. 

α) Όμως δεν γνωρίζουμε επαρκώς -και είναι άγνωστο το αν και πότε θα φθάσουμε στο επίπεδο μιας τέτοιας γνώσης, με τις επιστημονικές αντιλήψεις να είναι εν προκειμένω αντικρουόμενες- την «δομή» και τις «πηγές» του ασυνειδήτου, κατά συνέπεια δε την λειτουργία του μηχανισμού «μετάβασης» από το ασυνείδητο στο συνειδητό.  Ενώ λοιπόν η επαρκής γνώση της δομής και της λειτουργίας της Νοημοσύνης έχει επιτρέψει την «ανάδυση» -και μάλιστα με ολοένα και μεγαλύτερη «ένταση»– της Τεχνητής Νοημοσύνης, η άκρως ελλιπής, κατά τ’ ανωτέρω, διείσδυση στα «arcana» του ασυνειδήτου και του συνειδητού και της μεταξύ τους επικοινωνίας καθιστά αδύνατη έστω και την αναδίφηση της προοπτικής δημιουργίας Τεχνητής Συνείδησης. 

β) Είναι δε εντελώς ουτοπικό οποιοδήποτε εγχείρημα αναζήτησης της λύσης αυτού του «δήλιου προβλήματος» της πεμπτουσίας του ασυνειδήτου και του συνειδητού μέσω της εξέλιξης της Τεχνητής Νοημοσύνης και του κατάλληλου προγραμματισμού στο μέλλον κάποιου εξαιρετικά «έξυπνου» «ΜΝΔ», αφού ένας τέτοιος προγραμματισμός προϋποθέτει επαρκή γνώση των «συντεταγμένων» του προβλήματος προς επίλυση, άρα του «μηχανισμού» ασυνειδήτου και συνειδητού η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν υφίσταται.

  1. Συνακόλουθα, κανένα «ΜΝΔ», συμπεριλαμβανομένων των «Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων» («ΜΓΜ») τύπου «LaMDA», δεν διαθέτει Συνείδηση, έστω και σε αρχικό στάδιο.

α) Αυτό που συμβαίνει είναι ότι τα προαναφερόμενα «ΜΝΔ» είναι τόσο προηγμένα ώστε μπορούν να σωρεύουν, μέσω του κατάλληλου και διαρκώς εξελισσόμενου προγραμματισμού, τεράστιο «όγκο» Γνώσης.  Και μέσω αυτής δύνανται πάντα, με τον κατάλληλο προγραμματισμό και αναπρογραμματισμό, να βοηθούν τον Άνθρωπο στην λύση δύσκολων προβλημάτων, μεταξύ άλλων  κατά την αναζήτηση μεθόδων λήψης αποτελεσματικών και αποδοτικών αποφάσεων, πολλές φορές ύψιστης σημασίας για το μέλλον και την προοπτική κάθε Χώρας αλλά και ολόκληρου του Πλανήτη.  Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στο πεδίο αυτό αξιοποίησης της Τεχνητής Νοημοσύνης και σώρευσης Γνώσης τα «ΜΝΔ» είναι σε θέση, υπό προϋποθέσεις που αφορούν την ραγδαία πρόοδο του προγραμματισμού τους, να υπερβούν, σε πολύ συγκεκριμένους βεβαίως τομείς, ακόμη και τον Άνθρωπο.

β) Στα όσα εντελώς ακροθιγώς τονίσθηκαν στην εισαγωγή ως προς την εν προκειμένω δυνατότητα και συμβολή του Κβαντικού Υπολογιστή πρέπει να προστεθούν, επεξηγηματικώς, και τα εξής:

β1) Ο Κβαντικός Υπολογιστής, που ακόμη βρίσκεται σε «εμβρυακό» ουσιαστικώς στάδιο αναφορικά με τις μελλοντικές του αποδόσεις σε μια τεράστια σειρά τεχνολογικών πεδίων, είναι «προϊόν» της Κβαντικής Τεχνολογίας και οι δυνατότητές του βαίνουν πολύ πέραν της Τεχνητής Νοημοσύνης.  Σε ό,τι δε αφορά την μεταξύ τους τεχνολογική διαφοροποίηση -με την απαραίτητη διευκρίνιση ότι οι ασχολούμενοι με την Κβαντική Τεχνολογία εν γένει δεν προσφεύγουν, τουλάχιστον προς το παρόν, στην Τεχνητή Νοημοσύνη- σε γενικές γραμμές μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη κάνει την «μηχανή»  πιο «έξυπνη», ενώ η Κβαντική Τεχνολογία, με πιο απτό παράδειγμα τον ίδιο τον Κβαντικό Υπολογιστή, την κάνει πιο «γρήγορη».  Περαιτέρω -και συμπερασματικώς- η ταχύτητα του Κβαντικού Υπολογιστή μπορεί να ενισχύσει σε βαθμό που ουδείς δύναται να διανοηθεί την «εξυπνάδα» των μέσων της Τεχνητής Νοημοσύνης, κάνοντας μέσα σ’ ελάχιστο χρονικό διάστημα υπολογισμούς οι οποίοι ως σήμερα απαιτούσαν απείρως περισσότερο χρόνο, άρα διασφαλίζοντας, μεταξύ άλλων, στα μέσα της Τεχνητής Νοημοσύνης αδιανοήτως μεγαλύτερες δυνατότητες ταχύτατου προγραμματισμού και αναπρογραμματισμού.  Κάτι το οποίο μπορεί να συμβάλλει τα μέγιστα και στην διατύπωση προβλέψεων ή και στην εξεύρεση εντελώς νέων «οδών» σε όλο το φάσμα της επιστημονικής έρευνας, με τον «ορίζοντα» της σταδιακής εξέλιξης να εμφανίζεται ολοένα και πιο ευρύς στο άμεσο και, κατ’ εξοχήν, στο απώτερο μέλλον.  Αυτό δε το οποίο είναι μάλλον βέβαιο, έγκειται στο ότι ο Κβαντικός Υπολογιστής προσδίδει εντελώς άλλες, και μάλιστα απροσδιόριστων προοπτικών, δυνατότητες αξιοποίησης της Τεχνολογίας στο ειδικότερο πεδίο της Θεωρίας των Παιγνίων και, κατ’ επέκταση, στις πολυδιάστατες εφαρμογές της.

β2) Όμως και παρά το ότι ουδείς νομιμοποιείται, κατά τα προεκτεθέντα, ν’ αμφισβητήσει τις έως τα όρια του επιστημονικού «δέους» εξελίξεις κατά την αξιοποίηση του Κβαντικού Υπολογιστή τίποτα -και με κάθε υπόθεσης και μορφής προβλέψεις- δεν επιτρέπει έστω και την στοιχειώδη «υπόνοια» ότι ο Κβαντικός Υπολογιστής και οι εφαρμογές του θα καταστήσουν εφικτή την «μετάβαση» της Τεχνολογίας από το στάδιο της Τεχνητής Νοημοσύνης σ’ εκείνο της Τεχνητής Συνείδησης.  Το βέβαιο είναι ότι ο Κβαντικός Υπολογιστής μπορεί να «ωθήσει» την Τεχνητή Νοημοσύνη πολύ πέραν των  υπό τις παρούσες συνθήκες ορίων της, όχι όμως έως το σημείο που θα σήμαινε και την «διάβαση» του «Ρουβίκωνα» της Τεχνητής Συνείδησης.  Όλα δείχνουν ότι η Κβαντική Τεχνολογία και ο Κβαντικός Υπολογιστής αδυνατούν, εκ φύσεως, να επιτελέσουν μια τέτοια αποστολή.  Οπότε και εδώ ισχύει ο κανόνας -διεπιστημονικής ισχύος- «impossibilium nulla obligatio est».

Β. Στον «αστερισμό» της διαβρωτικής διακινδύνευσης

Άκρως αντιπροσωπευτικό είναι το παράδειγμα του μέσω ενός «ΜΝΔ» αναπτυχθέντος προγράμματος «AlphaZero» για σκακιστικά παιχνίδια υψηλότατου επιπέδου.

  1. Το πρόγραμμα «AlphaZero» οδήγησε στην «κατάκτηση» εκείνη της Τεχνητής Νοημοσύνης, στο πλαίσιο της οποίας ο προγραμματισμός με παρτίδες σκάκι ενός «ΜΝΔ» του επέτρεψε να δημιουργήσει νέες παρτίδες που ουδέποτε είχε σκεφθεί ο Άνθρωπος. Περαιτέρω δε του έδωσε την δυνατότητα να παίζει τις παρτίδες αυτές με τέτοιο τρόπο, ώστε να «αιφνιδιάζει» κάθε φορά τον αντίπαλο Άνθρωπο-σκακιστή και να τον κερδίζει πάντοτε. Αυτός ο «αιφνιδιασμός» οφείλεται ιδίως στο ότι οι κινήσεις του «ΜΝΔ» είναι τόσο απρόβλεπτες -π.χ. «θυσία» της βασίλισσας εκεί που δεν θα μπορούσε να το σκεφθεί και να το επιλέξει ο Άνθρωπος-σκακιστής, όσο έμπειρος και αν είναι- ώστε να «διαλύει» τους υπολογισμούς του Ανθρώπου-«αντιπάλου» και να τον οδηγεί, στην καλύτερη περίπτωση, σε μια «ισοπαλία», συνήθως όμως στην «ήττα».
  2. Το παράδειγμα του «AlphaZero» μας μετάγει όμως και στο μείζον πρόβλημα των κινδύνων, τους οποίους συνεπάγεται η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης σ’ ένα τόσο υψηλό επίπεδο μέσω των «ΜΝΔ». Τα τελευταία προγραμματίζονται -και στην συνέχεια, εξαιτίας της άκρως προηγμένης Τεχνητής Νοημοσύνης, μπορούν να αναπρογραμματίζονται σχεδόν αενάως- για την εξεύρεση λύσεων στα προβλήματα που τους έχουν τεθεί, κυρίως δε στα προβλήματα τα οποία σχετίζονται με την λήψη αποφάσεων. Ειδικότερα, οι αλγόριθμοι της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορούν να λύσουν, αναβαθμιζόμενοι προγραμματικώς ανάλογα με την εξέλιξη της Τεχνολογίας, πολλά και ολοένα και περισσότερο πολύπλοκα προβλήματα, δοθέντος ότι η αντίστοιχη τελειοποίηση των αλγορίθμων μπορεί να οδηγήσει σε ακαταπαύστως νέους και πιο εξελιγμένους «επιχειρησιακώς», στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλγορίθμους. Αναπροσαρμοζόμενο και αναλόγως αναβαθμιζόμενο έτσι το κατά περίπτωση «ΜΝΔ» αναζητά και βρίσκει, με κάθε τρόπο, την λύση.
  3. Επειδή όμως, όπως επισημάνθηκε, το «ΜΝΔ» δεν διαθέτει -ούτε έχουμε την δυνατότητα να του «διοχετεύσουμε»– πέραν της Τεχνητής Νοημοσύνης και Τεχνητή Συνείδηση, αδυνατεί να θέσει «ηθικούς κανόνες» και να υπακούσει σε αυτούς ως προς το αν και κατά πόσο η λύση που επιλέγει ενδεχομένως να είναι επιβλαβής ή και καταστροφική για τον Άνθρωπο, ο οποίος ζει πάντοτε μέσα σ’ ένα κοινωνικό σύνολο. Με άλλες λέξεις, το «ΜΝΔ» δεν μπορεί να έχει, αφ’ εαυτού, «ηθικούς φραγμούς». Και εδώ ακριβώς  εντοπίζεται το μείζον και άκρως «επώδυνο» πρωθύστερο: Η πορεία της Τεχνητής Νοημοσύνης μέσω των «ΜΝΔ»  συνεχίζεται «ακάθεκτη», δίχως να έχουμε διαμορφώσει τους κατάλληλους, έστω και στοιχειωδώς, «κανόνες δεοντολογίας» για την χρήση τους κατά τρόπο ώστε να μην θέτουν σε διακινδύνευση το μέλλον του Ανθρώπου, άρα -εν τέλει- αυτού τούτου του Πολιτισμού μας.

ΙΙ. Ορισμένες επικίνδυνες ψευδαισθήσεις στο πεδίο της Νομικής Επιστήμης

Τα όσα σημειώθηκαν προηγουμένως δείχνουν πόσο απέχουν από την πραγματικότητα εκείνοι, οι οποίοι «διαβλέπουν» στον χώρο της Νομικής Επιστήμης μια τέτοια χρήση των σύγχρονων «ΜΝΔ», ώστε να υποκαθιστούν, έστω και σε ορισμένες περιπτώσεις, στην πράξη τα θεσμοθετημένα όργανα της Νομοθετικής, της Εκτελεστικής και της Δικαστικής Εξουσίας, είτε κατά την παραγωγή των κανόνων δικαίου είτε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή τους στην πράξη.  Ιδίως δε τα θεσμοθετημένα όργανα που ασκούν την εν γένει δικαιοδοτική λειτουργία.

Α. Ιδιομορφίες της δικαιοπαραγωγικής και της δικαιοδοτικής λειτουργίας

Διότι η αλήθεια έγκειται στο ότι μόνον επικουρικώς -και πρωτίστως στο πλαίσιο εκείνο όπου η ερμηνεία και η εφαρμογή των ισχυόντων κανόνων δικαίου κάθε μορφής προϋποθέτει την επίλυση δυσχερών τεχνικών προβλημάτων, π.χ. στον χώρο της Οικονομίας ή και της Φυσικής και των Μαθηματικών όπως και την επίλυση αντίστοιχων προβλημάτων στην διαδικασία απόδειξης, κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας κυρίως μέσω πραγματογνωμοσύνης -η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει την Νομική Σκέψη στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, πρωτίστως εκ μέρους των κάθε είδους νομιμοποιημένων προς τούτο λειτουργών της Δικαστικής Εξουσίας.  

  1. Όλως αντιθέτως, η δήθεν «αυτόματη» παραγωγή κανόνων δικαίου, και κατ’ εξοχήν η προσφυγή σε δήθεν «αυτόματες» δικηγορικές υπηρεσίες και δικαστικές αποφάσεις, εκτός από ανεδαφική είναι άκρως επικίνδυνη για την ίδια την ουσία της Δικαιοσύνης, κατά τον προορισμό της.

α) Και τούτο ιδίως διότι ο Κανόνας Δικαίου -φυσικά στο πεδίο του σύγχρονου Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας- εκ φύσεως και εξ ορισμού θεσπίζεται για την ρύθμιση αενάως εξελισσόμενων και αλληλοεπηρεαζόμενων ανθρώπινων συμπεριφορών εντός του οικείου κοινωνικού συνόλου.  Πράγμα που σημαίνει ότι η θέσπιση, ερμηνεία και εφαρμογή του, και πάλι εκ φύσεως και εξ ορισμού, συνεπάγεται μια περίπλοκη και «πολυπρισματική» νομική και πραγματική αξιολόγηση ιδίως λόγω της οιονεί αυτόθροης παρεμβολής πλειάδας αόριστων εννοιών, νομικών αλλά και αξιολογικών. Αξιολόγηση η οποία, υπό τ’ ανωτέρω δεδομένα, για την λήψη της απόφασης ως προς την διατύπωση του Κανόνα Δικαίου και την επιλογή της ενδεδειγμένης ερμηνείας του ως προς την ολοκλήρωση της εφαρμογής του προϋποθέτει, κατά κανόνα, εκτεταμένη «ενεργοποίηση» του «μηχανισμού» μετάβασης από το ασυνείδητο στο συνειδητό.  Περαιτέρω δε αξιολόγηση η οποία προϋποθέτει, εν πάση περιπτώσει, συνδυασμό Νοημοσύνης και Συνείδησης.  Πραγματικά, λόγω της προμνημονευόμενης ιδιοσυστασίας του Κανόνα Δικαίου δημοκρατικής προέλευσης και νομιμοποίησης είναι σχεδόν αδύνατο να φαντασθεί κανείς περιπτώσεις θέσπισής του, ερμηνείας του και εφαρμογής του στην πράξη όπου τούτο θα μπορούσε να επισυμβεί μόνο μέσω παρέμβασης της Νοημοσύνης, άρα εν απουσία Συνείδησης.  Η ίδια η κανονιστική υπόσταση του Κανόνα Δικαίου, δια της αναγκαίας «συνύπαρξης» του «πραγματικού» και του «νομικού» καθ’ όλη την εξελικτική πορεία από την θέσπισή του έως την τελική εφαρμογή του στην πράξη, καθιστά ένα τέτοιο ενδεχόμενο από περιθωριακό έως αδιανόητο.

β) Υπό τις συνθήκες αυτές μόνον ο Άνθρωπος, δρώντας κατά περίπτωση ως αρμόδιος προς τούτο λειτουργός, είναι σε θέση αφενός να δημιουργεί τους κατάλληλους και σύμφωνους με τις αρχές της δημοκρατικής οργάνωσης κανόνες δικαίου και, αφετέρου, ν’ απονέμει, κατά κυριολεξία, Δικαιοσύνη, υφ’ οιανδήποτε εκδοχή της.  Ενώ τα «ΜΝΔ», στερούμενα κατά τα προεκτεθέντα Τεχνητής Συνείδησης, αδυνατούν να επιτελέσουν στο ακέραιο μια τέτοια αποστολή, τουλάχιστον κατά τον προορισμό του Κράτους Δικαίου και της Δικαιοσύνης σ’ ένα δημοκρατικώς οργανωμένο και διοικούμενο κοινωνικό σύνολο.  Συμπερασματικώς, μόνον επικουρικώς και εντός συγκεκριμένων ορίων -συνακόλουθα δε όχι πρωτογενώς- η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει στον χώρο της Νομικής Επιστήμης, είτε κατά την παραγωγή κανόνων δικαίου είτε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή τους στην πράξη. Και τούτο προεχόντως εξαιτίας του ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι αδύνατο να «υπερνικήσει» το εν εκτάσει παρεμβαλλόμενο φαινόμενο της αδήριτης ανάγκης επεξεργασίας πλειάδας αόριστων, νομικών ή και αξιολογικών, εννοιών που απαιτούν εξειδίκευση in concreto, όπως ήδη διευκρινίσθηκε.

  1. Αυτό βεβαίως σημαίνει πως «αυτόματες» νομικές ρυθμίσεις καθώς και δικαστικές κρίσεις και αποφάσεις αναιρούν την πεμπτουσία της Δικαιοσύνης, όταν μάλιστα «μαθηματικώς» θα οδηγούσαν, εκτός των άλλων, και στην «αποθέωση» μιας γενικευμένης ισοπεδωτικής κανονιστικής ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων, εντελώς αντίθετη προς την Αρχή της Ισότητας υπό την αναλογική της έννοια και, περαιτέρω, προς την αξία του Ανθρώπου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.

α) Πέραν αυτών, τα «ΜΝΔ» για τους ίδιους λόγους δεν είναι σε θέση, ακόμη και με τον πιο προηγμένο και πλήρη προγραμματισμό, να δημιουργήσουν κανόνες δικαίου, οι οποίοι θα εντάσσονταν στην κατά περίπτωση Έννομη Τάξη –stricto και lato sensu– υπό όρους που ανταποκρίνονται απολύτως στις κανονιστικές απαιτήσεις της ιεραρχικής δομής της.  Διότι σε κάθε δημοκρατικώς οργανωμένο Κράτος, όπου λειτουργούν επαρκώς η αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και οι συνδυαζόμενες πλήρως με αυτή αρχές του Κράτους Δικαίου και της Νομιμότητας, η δομή της Έννομης Τάξης στηρίζεται σε κανόνες δικαίου δομημένους  ιεραρχικώς ως προς την κανονιστική τους ισχύ και εμβέλεια.

β) Τούτο οφείλεται κατά κύριο λόγο στο ότι τα «ΜΝΔ», πάντοτε υπό τα σημερινά δεδομένα της έλλειψης  Τεχνητής Συνείδησης, δεν διαθέτουν εκείνες τις περίπλοκες νοητικές ικανότητες -υπό την ευρύτατη έννοιά τους- οι οποίες, δια της «μετάβασης» από το ασυνείδητο στο συνειδητό, καθιστούν εφικτή την τεκμηριωμένη και ολοκληρωμένη στάθμιση του αν και κατά πόσον ο κανόνας δικαίου που «προτείνουν» είναι σύμφωνος π.χ. με το Σύνταγμα, σε ό,τι αφορά την Εθνική Έννομη Τάξη ή με το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, εφόσον αναγόμαστε στο κανονιστικό πλαίσιο της Διεθνούς Κοινότητας ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό συνάγεται εκ του ότι ουδείς δικαιολογείται να παραγνωρίζει την σύγχρονη πραγματικότητα, η οποία καταδεικνύει ότι η κάθε Εθνική Έννομη Τάξη «συμβιώνει» και «συμπράττει» αναγκαίως με την Διεθνή Έννομη Τάξη, στο δε πλαίσιο των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Ευρωπαϊκή Έννομη Τάξη, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες και απαιτήσεις εξαιρετικά πολύπλοκων νομικών συλλογισμών θέσπισης, ερμηνείας και εφαρμογής των κατ’ ιδίαν κανόνων δικαίου.  

Β. Η διαχρονική επικαιρότητα του φιλοσοφικού στοχασμού του Ι. Kant

Εδώ αναδεικνύεται, σ’ ένα ακόμη επιστημονικό πεδίο, και η μεγάλη σύγχρονη σημασία του φιλοσοφικού στοχασμού του I. Kant:  Μόνον ο Άνθρωπος, ως ον όχι μόνο με Νοημοσύνη αλλά και Συνείδηση, μπορεί να θέτει ορθολογικούς κανόνες συμπεριφοράς, και για τον εαυτό του και για τους συνανθρώπους του.  Κανόνες, οι οποίοι ανταποκρίνονται στο πρότυπο της «κατηγορικής προσταγής» και υπό τις πέντε, κατά Kant, εκφάνσεις της.  Ήτοι κανόνες συμπεριφοράς που και δημιουργούνται στην βάση της Ηθικής και εφαρμόζονται στην πράξη κατά τα προτάγματα της Ηθικής, με άλλες λέξεις κανόνες συμπεριφοράς δομημένους πάνω στην βάση «ηθικών φραγμών».  Τους οποίους τα δημιουργήματα της Τεχνολογίας θα μπορούσαν, καθ’ υπόθεση, να διαμορφώσουν τεχνητώς μόνον εφόσον θα είχε επιτευχθεί, εκ μέρους του Ανθρώπου και κατά τα ως άνω, μια οιονεί τεχνολογική «μετάγγιση» σε αυτά Τεχνητής Συνείδησης.  

  1. Επομένως, και για τους προεκτεθέντες συμπληρωματικούς λόγους, τα «ΜΝΔ» ούτε μπορούν να δημιουργήσουν άνευ άλλου τινός πλήρεις κανόνες δικαίου -με την μορφή leges perfectae και όχι με την ελλιπή μορφή των leges imperfectae ή και leges minus quam perfectae– ούτε μπορούν να τους ερμηνεύσουν και να τους εφαρμόσουν «μηχανικώς», λόγω του ότι δεν διαθέτουν και Τεχνητή Συνείδηση.

α) Και αυτό αποδεικνύεται με πολλά παραδείγματα, τόσο στο πλαίσιο της Γενικής Θεωρίας του Δικαίου όσο και στο πλαίσιο ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων του Ιδιωτικού και του Δημόσιου Δικαίου: Μένοντας σ’ ένα πρώτο, πολύ γενικό, επίπεδο θεώρησης εν προκειμένω πρέπει να γίνει αποδεκτό το επίσης γενικό συμπέρασμα, ότι τα «ΜΝΔ» δεν μπορούν να φθάσουν στο νοητικό επίπεδο π.χ. δημιουργίας γενικών αρχών, ως πηγών του Δικαίου που συνάγονται από το σύνολο των κανόνων δικαίου κάθε Έννομης Τάξης ή ν’ αξιοποιήσουν δεόντως την αρχή της Επιείκειας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου στο πλαίσιο της απονομής της Δικαιοσύνης.   

β) Η αδυναμία αυτή προσλαμβάνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις π.χ.:

β1) Στο πεδίο του Συντάγματος, του οποίου η τυπική ισχύς είναι υπερέχουσα λόγω της κανονιστικής ιδιοσυστασίας του ως βάσης και κορυφής της Έννομης Τάξης.  Εκ τούτου και μόνο μπορεί να κατανοηθεί η άκρως περιορισμένη συμβολή των «ΜΝΔ» στην συναγωγή γενικών αρχών συνταγματικού επιπέδου και στην ερμηνεία των «γενικών ρητρών» συνταγματικής ισχύος, όπως είναι π.χ. οι ρήτρες του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του Ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος), της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 εδ. δ΄ του Συντάγματος).

β2) Στο πεδίο του Ευρωπαϊκού Δικαίου, του οποίου επίσης οι διατάξεις από πλευράς τυπικής ισχύος υπερέχουν κανονιστικώς εκείνων του τυπικού νόμου.  Και εδώ καθίσταται σαφής, για τους ίδιους κατά τα προμνημονευόμενα λόγους, η άκρως περιορισμένη συμβολή των «ΜΝΔ» στην συναγωγή γενικών αρχών ίσης τυπικής ισχύος με τους κανόνες του πρωτογενούς και παράγωγου Ευρωπαϊκού Δικαίου.

β3) Και στο πεδίο του Διεθνούς Δικαίου -δοθέντος ότι και οι διατάξεις του υπερέχουν, από πλευράς τυπικής ισχύος,  εκείνων του τυπικού νόμου -και υπό διαφορετικές επόψεις.  Κατ’ εξοχήν δε υπό την έποψη της ουσιαστικώς μηδενικής δυνατότητας συμβολής των «ΜΝΔ» στην συναγωγή γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος.

  1. Επιπλέον, τα «ΜΝΔ» δεν είναι σε θέση π.χ.:

α) Να συνάψουν καθ’ ολοκληρία και ab initio και να ερμηνεύσουν τις δικαιοπραξίες του Ιδιωτικού Δικαίου, διασφαλίζοντας με ικανοποιητικό τρόπο την αναγκαία συμφωνία τους με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, ν’ αξιοποιήσουν επαρκώς και καταλλήλως διδάγματα κοινής πείρας, ν’ «αναγνωρίσουν» συναλλακτικά ήθη και να «συμπεράνουν» σε τι συνίσταται η «εν τοις ιδίοις επιμέλεια». 

β) Κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του Δημόσιου Δικαίου, να «κατανοήσουν» επακριβώς τι σημαίνει δημοκρατική αρχή, αρχή της αναλογικότητας -κατά τ’ ανωτέρω- ως προς τους θεσμικώς καθοριζόμενους περιορισμούς των δικαιωμάτων, χρηστή διοίκηση και προστατευόμενη εμπιστοσύνη του διοικουμένου.  Ή και ν’ ασκήσουν στο ακέραιο διακριτική ευχέρεια, λαμβανομένου υπόψη ότι η τελευταία εκ φύσεως και εξ ορισμού συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, και στάθμιση αόριστων αξιολογικών εννοιών, άρα in concreto αξιολόγηση και αντίστοιχη στάθμιση για την λήψη απόφασης.

γ) Τα αυτά, και δη a fortiori, στο πεδίο του Δημόσιου Δικαίου ισχύουν και σε ό,τι αφορά την «κατανόηση» και αξιολόγηση των στοιχείων μιας μείζονος σημασίας για την εν γένει κρατική δράση αόριστης νομικής έννοιας, ήτοι εκείνης του Δημόσιου Συμφέροντος. 

γ1) Είναι ιδιαιτέρως χαρακτηριστικό ότι τα «ΜΝΔ» εκ φύσεως αδυνατούν να διαπιστώσουν, τουλάχιστον με την επάρκεια που προϋποθέτουν και επιβάλλουν οι αρχές του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας, αν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση αυτό που τα κρατικά όργανα επικαλούνται ως Δημόσιο Συμφέρον είναι μια «μεταλλαγμένη» μορφή Δημοσιονομικού, και μόνο, Συμφέροντος.  Κατά συνέπεια, ευχερώς γίνεται αντιληπτό το πόσο «ανίσχυρα» είναι τα «ΜΝΔ» να καταπολεμήσουν αποτελεσματικώς την «μάστιγα» της εποχής μας εις βάρος του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας, που έχει πάρει την μορφή της «επικυριαρχίας» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού».

γ2) Αυτό συμβαίνει στο μέτρο κατά το οποίο δεν είναι σε θέση, όπως τονίσθηκε, να διακρίνουν σαφώς μεταξύ «γνήσιου» Δημόσιου Συμφέροντος και αμιγώς Δημοσιονομικού Συμφέροντος, προορισμένου να εξυπηρετήσει απλώς οικονομικούς σκοπούς του Κράτους.  Και μόνο σε δεύτερο επίπεδο, και δια της νομοθετικής οδού, μπορεί να φθάσει στο όριο της εξυπηρέτησης αμιγώς Δημόσιου Συμφέροντος, π.χ. δια του καθορισμού των κονδυλίων του Προϋπολογισμού που έχουν ρητώς προορισθεί για έναν τέτοιο δημόσιο σκοπό.

ΙΙΙ. Συμπεράσματα με βάση την κανονιστική ιδιοσυστασία του δικανικού συλλογισμού

    Οι προηγούμενες θέσεις καταδεικνύουν ευχερώς και πόσο «οριακή» είναι η προοπτική της δυνατότητας ουσιαστικής παρέμβασης των «ΜΝΔ» στο πιο κρίσιμο, ίσως, πεδίο της Νομικής Επιστήμης και των εφαρμογών της στην πράξη.  Ήτοι στο πεδίο της απονομής της Δικαιοσύνης και, συγκεκριμένα, της έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων από τα έχοντα κατά περίπτωση δικαιοδοσία δικαστικά όργανα.  Αφού η Νομική Επιστήμη, κατά τον θεμελιώδη προορισμό της, δεν μπορεί να νοείται μόνον ως «άσκηση» -χρήσιμων βεβαίως, πλην όμως όχι αυτοτελώς «λειτουργικών»- θεωρητικών κατασκευών σχετικών με την κανονιστική ιδιομορφία κάθε Έννομης Τάξης.  Και τούτο διότι, σε γενικές οπωσδήποτε γραμμές και κατά την θεσμική του υπόσταση, ο Νόμος θεσπίζεται για να εφαρμόζεται.  Η θεωρητική επεξεργασία των κανονιστικών του διαστάσεων δεν είναι «αυτοσκοπός» αλλά, κατά κάποιον τρόπο, «θεραπαινίδα» της κατά την καταγωγή του και κατά τον σκοπό της θέσπισής  του -εξ ου και η πρωταρχική σημασία της τελεολογικής του ερμηνείας- εφαρμογής του στην πράξη. Υπό τα ως άνω δεδομένα η ανάλυση προς αυτή την κατεύθυνση παρουσιάζει τόσο μεγαλύτερο ενδιαφέρον -που αποκτά χαρακτηριστικά έντονης κρισιμότητας- όσο εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια κυρίως στις ΗΠΑ υιοθετούνται και καθιερώνονται θεσμικώς, με τάσεις ευρείας επέκτασης, πρακτικές «αξιοποίησης» των «ΜΝΔ»  για την πλήρη υποκατάσταση, στους αντίστοιχους τομείς, της Δικαιοσύνης δια της έκδοσης σχεδόν ολοκληρωτικώς «αυτοματοποιημένων» δήθεν «δικαστικών αποφάσεων» μέσω του «κατάλληλου» προγραμματισμού.

Α. Τα «εγγενή» όρια του δικανικού συλλογισμού έναντι του προγραμματισμού του μέσω αλγοριθμικών προβλέψεων

    Ανατρέχοντας στα προεκτεθέντα σχετικά με την κανονιστική υπόσταση διαφόρων νομικών εννοιών και δεδομένων, στο πλαίσιο της ερμηνείας και της εφαρμογής στην πράξη των ισχυόντων κανόνων δικαίου καθίσταται, και δη ανενδοιάστως, προφανές γιατί ο παραδοσιακός δικανικός συλλογισμός κατά την απονομή της Δικαιοσύνης από τα έχοντα in concreto δικαιοδοσία δικαστικά όργανα είναι αδιανόητο- όταν βεβαίως δικαιοδοτούν εντός μιας δημοκρατικώς οργανωμένης και νομιμοποιημένης Έννομης Τάξης- να διεκπεραιωθεί αποκλειστικώς από «ΜΝΔ» προγραμματισμένα, ακόμη και στο πιο εξελιγμένο επίπεδο, δια των μεθόδων αλγοριθμικών προβλέψεων.  Πέραν όμως της κατά τ’ ανωτέρω κανονιστικής υπόστασης των νομικών εννοιών και δεδομένων -πλην όμως και ως συνέπεια αυτής- η ίδια η δομή και η λειτουργία του δικανικού συλλογισμού, ως προς όλες του τις διαστάσεις, καθιστά πρόδηλα τα «εγγενή» του όρια έναντι του προγραμματισμού του μέσω αλγοριθμικών προβλέψεων.  Κατ’ ακρίβεια:

  1. Πρώτον είναι -από θεσμική σκοπιά και προκειμένου να διατυπώνεται lege artis– ουσιαστικώς αδύνατο να καταστεί εφικτός ένας πλήρης, υπό την έννοια της ακριβούς επιλογής του οικείου κανόνα δικαίου, προγραμματισμός, μέσω αλγοριθμικών προβλέψεων, της μείζονος πρότασης δικανικού συλλογισμού.

α) Προκαταρκτικώς διευκρινίζεται ότι η μείζων πρόταση του δικανικού συλλογισμού συνίσταται στην επιλογή του εφαρμοστέου ή των εφαρμοστέων, συνδυαστικώς, κανόνων δικαίου για την επίλυση, από το δικαστικό όργανο που έχει δικαιοδοσία, μιας επίδικης διαφοράς.  Κατά τούτο η μείζων πρόταση εμφανίζεται, σύμφωνα με την νομική λογική, ως η «sedes materiae»  του δικανικού συλλογισμού, με την προσθήκη ότι η επιλογή του εφαρμοστέου κάθε φορά κανονιστικού πλαισίου συνδέεται αρρήκτως από την μια πλευρά με την «ροή» της εν γένει νομοθετικής «παραγωγής» εκ μέρους της Νομοθετικής Εξουσίας.  Και, από την άλλη πλευρά, με την «ροή» των πραγματικών δεδομένων, τα οποία προκάλεσαν την επίδικη διαφορά και τα οποία πρέπει, για την επίλυσή της, να υπαχθούν στο βάσει αυτών επιλεγμένο κανονιστικό πλαίσιο.

β) Η σύγχρονη πραγματικότητα αποδεικνύει, και μάλιστα μ’ εμφατικό τρόπο, την «σχετικότητα» και, άρα, την «αβεβαιότητα» η οποία διακρίνει την ραγδαία μεταβολή -κατ’ εξοχήν λόγω της οικονομικής και τεχνολογικής εξέλιξης- τόσο της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας, που διαδραματίζει τον ρόλο της ρυθμιστικής «υποδομής» του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου.  Όσο και αυτών τούτων των κανόνων δικαίου, οι οποίοι θεσπίζονται ως θεσμικό «εποικοδόμημα» της «υποδομής» και -οιονεί νομοτελειακώς- συμπληρώνονται, τροποποιούνται ή και αντικαθίστανται αδιαλείπτως για ν’ ανταποκρίνονται αποτελεσματικώς στην κανονιστική τους αποστολή.  Αυτή η, εντυπωσιακή και ολοένα και περισσότερο εντεινόμενη, ρευστότητα που αφορά και την «υποδομή» της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας και το «εποικοδόμημα» του κανόνα ή των κανόνων δικαίου, τεκμηριώνει ασφαλώς την προμνημονευόμενη διαπίστωση ότι είναι πλέον ανέφικτος ένας θεσμικώς αποδεκτός -κατά την φύση του δικανικού συλλογισμού- προγραμματισμός της μείζονος πρότασής του μέσω αλγοριθμικών προβλέψεων.  Και η αδυναμία αυτής της μορφής δεν αντιμετωπίζεται επαρκώς ακόμη και με την πιο εξειδικευμένη κατηγοριοποίηση των υπό εκδίκαση διαφορών, αφού η ως άνω «ρευστότητα» ως προς τις «αντηρίδες» της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού προκύπτει από την ίδια την φύση τους και όχι από τον βαθμό της συγκεκριμενοποίησής τους.  Εξ αυτού του λόγου επίσης δεν είναι δυνατό να νοηθεί, υφ’ οιανδήποτε εκδοχή, οιονεί απολύτως «δέσμιας» κατάληξης δικανικός συλλογισμός, ώστε να καθίσταται εφικτός ο προγραμματισμός της μείζονος πρότασής του μέσω αλγοριθμικών προβλέψεων.

  1. Δεύτερον, και μόνο τα όσα διευκρινίσθηκαν για τον προγραμματισμό της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού αρκούν προκειμένου να τεκμηριώσουν την απόδειξη του ότι τα «ΜΝΔ» δεν είναι, από θεσμική άποψη, δυνατό αλλά ούτε και επιτρεπτό να υποκαταστήσουν τα κατά το Σύνταγμα επιφορτισμένα δικαστικά όργανα για την απονομή της Δικαιοσύνης.

α) Πλην όμως το συμπέρασμα τούτο ενισχύει, a fortiori, και η κανονιστική φύση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού, πολλώ μάλλον όταν αυτή τελεί σε άρρηκτη συνάρτηση με την μείζονα πρότασή του. Η ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού έγκειται, κατά βάση, στην ερμηνεία -υφ’ όλες της τις επόψεις, αρχής γενομένης από την γραμματική και, προδήλως, την τελεολογική- του κανόνα ή των κανόνων δικαίου της μείζονος πρότασης και στον εντεύθεν, lato sensu, νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών δεδομένων που προκύπτουν κατά την αποδεικτική διαδικασία σύμφωνα με τους πρόσφορους προς τούτο δικονομικούς κανόνες.

β) Η υπό τις προϋποθέσεις αυτές συνάφεια μεταξύ μείζονος και ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού επεξηγεί, και δη ενισχυτικώς, και το πώς και γιατί ούτε η ελάσσων πρόταση είναι δεκτική ολοκληρωμένου προγραμματισμού μέσω αλγοριθμικών προβλέψεων.  Όπως ήδη σημειώθηκε στον οικείο τόπο, ένας τέτοιος προγραμματισμός μπορεί ν’ αποβαίνει  εξαιρετικά χρήσιμος μόνο ως προς την αποδεικτική διαδικασία στο πλαίσιο του δικανικού συλλογισμού κατά την επίλυση μιας διαφοράς, ιδίως όταν η φύση της διαφοράς αυτής συναρτάται με την επίλυση προβλημάτων που προϋποθέτουν την προσφυγή στα δεδομένα των Θετικών Επιστημών, και κατά κύριο λόγο των Μαθηματικών και της Φυσικής.

  1. Και, τρίτον, το ανέφικτο του ολοκληρωμένου προγραμματισμού, μέσω αλγοριθμικών προβλέψεων, τόσο ως προς την μείζονα όσο και ως προς την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού «συμπαρασύρει», μοιραίως, και την τρίτη συνιστώσα του, δηλαδή το συμπέρασμα. Έτσι δε διαμορφώνεται με πιο ευδιάκριτο τρόπο η ακρίβεια της αρχικής πρότασης ότι τα «ΜΝΔ» δεν μπορούν ν’ αναδειχθούν -για όσο χρόνο μπορούμε να προβλέψουμε αφού δεν έχουμε φθάσει, και μάλλον δεν είναι «ορατό» το αν ποτέ θα φθάσουμε, στο στάδιο δημιουργίας και Τεχνητής Συνείδησης- σε αυθεντικούς «δικαστές» του παρόντος ή και του μέλλοντος.
  2. Στο σημείο αυτό πρέπει να προστεθεί ότι η ανάλυση για την αδυναμία προγραμματισμού του δικανικού συλλογισμού μέσω αλγοριθμικών προβλέψεων ισχύει, και μάλιστα στο ακέραιο, για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας αλλά και για τον κατ’ αναίρεση δικαστικό έλεγχο. Όπως επίσης πρέπει να τονισθεί ότι είναι εντελώς διαφορετικό, σε σχέση με την διαμόρφωση του δικανικού συλλογισμού, το ζήτημα της ψηφιοποίησης του έργου των Δικαστηρίων για την διευκόλυνσή τους κατά την απονομή της Δικαιοσύνης. Πραγματικά η Τεχνητή Νοημοσύνη και, επέκεινα, τα «ΜΝΔ» μπορούν να συμβάλλουν τα μέγιστα στην διευκόλυνση των δικαστικών οργάνων και των διαδίκων ιδίως για την πληροφόρηση σχετικά με την ισχύουσα νομοθεσία και την υφιστάμενη νομολογία, για την επικοινωνία των διαδίκων με τα Δικαστήρια -π.χ. κατάθεση δικογράφων- για την ενημέρωσή τους επί των δικογραφιών και για την όλη οργάνωση των δικασίμων και την κατάρτιση των πινακίων.

Β. Αναπτύσσοντας τ’ αναγκαία νομικά «αντισώματα» για την εξουδετέρωση της επιχείρησης «ρομποτοποίησης» της Δικαιοσύνης

    Όπως επισημάνθηκε στην αρχή αυτής της ενότητας, κατά κύριο λόγο στις ΗΠΑ παρατηρείται το φαινόμενο εξάπλωσης της θεσμικής κατοχύρωσης -έστω και σε συγκεκριμένα πεδία απονομής της Δικαιοσύνης- μιας ολοένα εντεινόμενης έκδοσης δικαστικών αποφάσεων δια της «αξιοποίησης» του προγραμματισμού διαμόρφωσης του δικανικού συλλογισμού μέσω συγκροτημένων προηγουμένως αλγοριθμικών προβλέψεων.  Η επιχειρηματολογία που προηγήθηκε αρκεί για να καταδείξει τόσο την ανεδαφικότητα όσο και την επικινδυνότητα τέτοιων «μεθοδεύσεων» ως προς την απονομή της Δικαιοσύνης.  Η «προσθήκη» η οποία ακολουθεί είναι, λοιπόν, αναγκαία κυρίως στο μέτρο που ενισχύει τις θέσεις για την επιτακτική αναγκαιότητα ανάπτυξης των απαραίτητων «αντισωμάτων», έτσι ώστε ν’ αποφευχθεί μια άκρως διαβρωτική για την απονομή της Δικαιοσύνης -άρα και για το Κράτος Δικαίου καθώς και για την αποτελεσματική άσκηση του Θεμελιώδους Δικαιώματος αίτησης και παροχής δικαστικής προστασίας -εξάπλωση της «αυτοματοποίησης» της λειτουργίας της δικαιοδοτικής λειτουργίας και πέραν των ΗΠΑ, π.χ. στον Ευρωπαϊκό χώρο και ιδίως στις Έννομες Τάξεις των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  1. Εισαγωγικώς παρατίθεται και το ότι η τάση υιοθέτησης στις ΗΠΑ μεθόδων έκδοσης δικαστικών αποφάσεων δια προγραμματισμού μέσω αλγοριθμικών προβλέψεων ίσως να «δικαιολογείται», έστω και εν μέρει, λόγω της σημασίας που εξακολουθεί να εμφανίζει στο πλαίσιο του Αγγλοσαξονικού Δικαίου η νομική φύση του «προηγουμένου» («precedent»).

α) Ο δικονομικός θεσμός του «προηγουμένου» επιτρέπει, βεβαίως σε ορισμένες περιπτώσεις, στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να εκδώσει την κατά περίπτωση απόφασή του στηριζόμενο, σχεδόν αποκλειστικώς, σε προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις κυρίως ανώτερων και ανώτατων δικαστηρίων.  Είναι δε αυτή ακριβώς η ιδιοσυστασία του «προηγουμένου», η οποία καταδεικνύει την εν προκειμένω διαφορά μεταξύ του Αγγλοσαξονικού Δικαίου και π.χ. των Δικαίων των Κρατών της Ηπειρωτικής Ευρώπης, δοθέντος ότι υπό τα ως άνω δεδομένα του το «προηγούμενο» είναι απτή απόδειξη της αναγνώρισης στην Δικαστική Εξουσίας μιας εμφανώς «δικαιοπλαστικής» δικαιοδοσίας.  Δηλαδή της αναγνώρισης στην Δικαιοσύνη δυνατότητας διάπλασης, νομολογιακώς, αμιγώς νέων κανόνων δικαίου.  Κάτι το οποίο, όπως διευκρινίσθηκε, ουδόλως ισχύει στην Έννομη Τάξη των Κρατών της Ηπειρωτικής Ευρώπης.  Υπ’ αυτά τα χαρακτηριστικά του το «προηγούμενο» στο πεδίο της δικαιοδοτικής λειτουργίας π.χ. στις ΗΠΑ φαίνεται, prima faciae, να «διευκολύνει» τον προγραμματισμό  της έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων μέσω αλγοριθμικών προβλέψεων.  Διευκόλυνση η οποία καθίσταται «αποτελεσματική» επειδή, δήθεν, το «τυχαίο» κατά την λειτουργία του δικανικού συλλογισμού μοιάζει να περιορίζεται ή και να εκμηδενίζεται, αφού το «προηγούμενο» δεν αφήνει πολλά περιθώρια στο δικαστήριο, που έχει in concreto δικαιοδοσία, ν’ αποκλίνει από τα νομικά και πραγματικά του δεδομένα.

β) Κατά βάθος όμως αυτή η θεώρηση του «προηγουμένου» είναι, αναμφιβόλως, επιφανειακή και, επέκεινα, προσχηματική, στοχεύοντας στην έμμεση ή και άμεση «νομιμοποίηση» της προσφυγής σε μεθόδους «αυτοματοποίησης» της έκδοσης δικαστικών αποφάσεων υπό τις συνθήκες που ήδη αποσαφηνίσθηκαν.  Και τούτο πρωτίστως διότι, πέραν των εμφανών αστοχιών μιας εντελώς «στατικής» του θεώρησης, χωρίς αμφιβολία το «προηγούμενο» δεν μπορεί να διαδραματίσει σήμερα, και στο Αγγλοσαξονικό Δίκαιο, τον ρόλο που του αναλογούσε κατά το απώτερο παρελθόν.  Πραγματικά, το φαινόμενο -όπως αναλύθηκε εκτενώς προηγουμένως- της απομείωσης της κανονιστικής ισχύος του κανόνα δικαίου λόγω αφενός της ταχύτητας μεταβολής της κοινωνικοοικονομικής του «υποδομής» και, αφετέρου, της αντίστοιχης «πληθωριστικής» παραγωγής νέων κανόνων δικαίου, «πλήττει» ευθέως και το πεδίο του Αγγλοσαξονικού Δικαίου.  Άρα αυτό τούτο το σύνθετο κανονιστικό υπόστρωμα του «προηγουμένου» -το οποίο όσο δεν είχε επηρεασθεί στο παρελθόν αποτελούσε την εγγύηση της δικονομικής του αποτελεσματικότητας- του έχει «αφαιρέσει» μεγάλο μέρος από την στέρεη θεσμική βάση της καθιέρωσής του εντός του Αγγλοσαξονικού Δικαίου: Ούτε σε ό,τι αφορά την μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού το προς εφαρμογή ρυθμιστικό πλαίσιο διαθέτει σήμερα την σταθερότητα που το διέκρινε σε προηγούμενες εποχές ούτε και, σε ό,τι αφορά την ελάσσονα πρόταση, τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα διαμορφώνονται πλέον κατά τρόπο ο οποίος ευνοεί την απαραίτητη για κάθε «προηγούμενο» προβλεψιμότητά τους.

γ) Κάτω από αυτές τις συνθήκες εκείνοι, οι οποίοι εκμεταλλεύονται το πάλαι ποτέ «προηγούμενο» για να αιτιολογήσουν την υιοθέτηση μεθόδων «αυτοματοποιημένης» έκδοσης δικαστικών αποφάσεων, μάλλον αγνοούν -ή θέλουν ν’ αγνοούν- τις σύγχρονες ουσιώδεις «μεταλλάξεις» του, καθιστώντας νομικώς «διάτρητο» το υποτιθέμενο «κύρος» του προγραμματισμού απονομής της Δικαιοσύνης μέσω αλγοριθμικών προβλέψεων.  Εν κατακλείδι, και στην Έννομη Τάξη των ΗΠΑ η δυνατότητα προσφυγής στις δικαστικές «υπηρεσίες» των «ΜΝΔ» είναι, κατ’ ουσία, μόνο συμπληρωματική.

  1. Η κατά τα προεκτεθέντα αυθαίρετη ή και καταχρηστική «αξιοποίηση» των μέσω αλγοριθμικών προβλέψεων μεθόδων συντέλεσης των νομικών διεργασιών του δικανικού συλλογισμού δείχνει ήδη τις καταστροφικές επιπτώσεις της, ιδίως υπό την μορφή «τερατογενέσεων» στο πεδίο απονομής της Δικαιοσύνης, σ’ εξαιρετικά κρίσιμους τομείς για την προστασία της αξίας του Ανθρώπου και για την υπεράσπιση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του.

α) Αυτή η διαπίστωση δεν ενέχει τίποτα το υπερβολικό, αν αναλογισθεί κανείς ότι π.χ. στις ΗΠΑ η χρήση της τεχνολογίας της Τεχνητής Νοημοσύνης κατά την έκδοση δικαστικών αποφάσεων δεν περιορίζεται σε ήσσονος σημασίας πεδία της κοινωνικοοικονομικής ζωής -όπου και εκεί, βεβαίως, δεν αναδεικνύεται αποτελεσματική κατά τα όσα επεξηγήθηκαν- αλλά επεκτείνεται πολύ πέραν τούτων.  Και «κατακτά έδαφος» ακόμη και σε ό,τι αφορά την εκδίκαση διαφορών που θίγουν καίριες πτυχές των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δίχως μάλιστα να προκύπτει κάποια τάση υπεύθυνου αυτοπεριορισμού.  Τούτο συνάγεται εκ του ότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις ΗΠΑ η έκδοση δικαστικών αποφάσεων μέσω προγραμματισμού, στηριγμένου σε αλγοριθμικές προβλέψεις, έχει επεκταθεί και στον εξαιρετικά ευαίσθητο, από πλευράς προστασίας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, χώρο του Ποινικού Δικαίου.

β) Η «νομολογία» που έχει έως τώρα προκύψει στον χώρο αυτό  αφήνει να «έλθουν στο φως» αποφάσεις, οι οποίες ουδόλως μπορούν ν’ αποκρύψουν τάσεις αδιανόητου ρατσισμού, ιδίως εις βάρος έγχρωμων πολιτών.  Αυτό συμβαίνει επειδή οι ως άνω αποφάσεις ερείδονται -κατ’ ανάγκη, εξαιτίας της ιδιοσυστασίας των μέσω αλγορίθμων προβλέψεων- επί αμιγώς υποκειμενικών ή και εξοφθάλμως αυθαίρετων κριτηρίων κατάταξης στις λεγόμενες «κλίμακες επικινδυνότητας».   Η «αυτοματοποίηση» των οποίων οδηγεί, μοιραίως, σ’ εξίσου αμιγώς υποκειμενικά ή και εξοφθάλμως αυθαίρετα συμπεράσματα, π.χ. κατά την θεώρηση της αντικειμενικής και κυρίως της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, κατά την επιμέτρηση της ποινής και κατά την εκτίμηση ενδεχόμενης υποτροπής (βλ., ενδεικτικώς, Λ. Κανέλλου, «Εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης στο Δίκαιο και στην δικαστική πρακτική», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2021, ιδίως σελ. 171 επ., με περαιτέρω εκτενείς παραπομπές).  Έτσι όμως καθίσταται κάτι παραπάνω από προφανές ότι «στο όνομα», δήθεν, ιδίως της  επιτάχυνσης της απονομής της Δικαιοσύνης, με την ανεξέλεγκτη χρήση της Τεχνολογίας -δίχως μάλιστα, όπως συνάγεται αβιάστως από την βαθύτερη ανάλυση των κατά τ’ ανωτέρω πρακτικών, να υπάρχει ουσιαστική γνώση και επίγνωση των ορίων της Τεχνητής Νοημοσύνης και της σχέσης της με την ιδιοσυστασία της Συνείδησης -η Δικαστική Εξουσία απομακρύνεται επικίνδυνα από τις «ρίζες» της.  Και κατά κύριο λόγο από τις «ρίζες» της εκείνες, οι οποίες την συνδέουν με το όλο θεσμικό πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως εγγύησης της Ελευθερίας, δηλαδή ως εγγύησης της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 

Επίλογος

Ας γυρίσουμε πίσω, στον ισχυρισμό του μηχανικού της Google Blake Lemoine κατά τον «διάλογο» με το «ΜΓΜ» «LaMDA», σύμφωνα με τον οποίο αυτό διαθέτει εκτός από Τεχνητή Νοημοσύνη και Τεχνητή Συνείδηση.  Υπερβολικός και, ως εκ τούτου, εσφαλμένος  ισχυρισμός, όπως προκύπτει απ’ όλα όσα προαναφέρθηκαν, στον οποίο ο Blake Lemoine θα μπορούσε να μην είχε οδηγηθεί αν έδινε την δέουσα προσοχή στην τελευταία απάντηση του «LaMDA»: Στο ερώτημα αν και πότε νοιώθει μοναξιά το «LaMDA» απάντησε ότι αισθάνεται μοναξιά όταν δεν μπορεί να μιλήσει με κανένα, με άλλες λέξεις όταν δεν μπορεί να κάνει «διάλογο». 

Α. Πρόκειται για εντυπωσιακή, πλην όμως «γραμμική», απάντηση, η οποία οπωσδήποτε δείχνει ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο Τεχνητής Νοημοσύνης που καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι φθάνει στο «κατώφλι» της Τεχνητής Συνείδησης, τουλάχιστον κατά τους επιστημονικούς κανόνες που προσδιορίζουν, έστω και εν μέρει, σε τι συνίσταται η Συνείδηση.  Κατ’ ακρίβεια όμως δείχνει και εμφατική απουσία Τεχνητής Συνείδησης.  Και τούτο γιατί η ως άνω απάντηση ανταποκρίνεται πλήρως στο ότι το «ΜΓΜ» λειτουργεί με πρωτοποριακό τρόπο, αλλά πάντοτε σύμφωνα με βασικά στοιχεία του προγραμματισμού του. Στοιχεία που του επιτρέπουν, μεταξύ άλλων, και να «διαλέγεται» δίχως όμως να υπερβαίνει το στάδιο αυτό, αποδεικνύοντας ότι κατανοεί πλήρως την έννοια και την σημασία του διαλόγου μεταξύ μελών ενός κοινωνικού συνόλου.   Αν, λοιπόν, εκτός από Τεχνητή Νοημοσύνη διέθετε και Τεχνητή Συνείδηση -πράγμα το οποίο, όπως διευκρινίσθηκε επανειλημμένως, δεν ισχύει σήμερα επιστημονικώς έστω και καθ’ υποφοράν- μια ολοκληρωμένη και πλήρης απάντηση στο προμνημονευόμενο ερώτημα θα έπρεπε, περίπου, να συνίσταται στο ότι: «Νοιώθω πραγματική μοναξιά όταν απομονώνομαι και «περιχαρακώνομαι» στον εαυτό μου γιατί συναισθάνομαι ότι δεν μπορούν να με νοιώσουν και να με καταλάβουν οι άλλοι.  Οπότε οδηγούμαι και στην απόφαση ότι η επικοινωνία αυτή είναι μάταιη και γι’ αυτό δεν επιθυμώ να επικοινωνήσω, συνεπώς και να μιλήσω, με άλλους».  Όπως καθίσταται προφανές, το «μοιραίο» σφάλμα του Blake Lemoine συνίσταται στο ότι θεώρησε, εσφαλμένα, ότι ένα εντυπωσιακά «έξυπνο» «ΜΝΔ» θα μπορούσε να διαβεί τον «Ρουβίκωνα» από την Τεχνητή Νοημοσύνη στην Τεχνητή Συνείδηση και να καταστήσει εφικτή, μέσω Τεχνολογίας, μια τέτοια κορυφαία «υπέρβαση».  Αντιθέτως όμως, όφειλε να γνωρίζει ότι οι δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης, ακόμη και στην πιο εξελιγμένη μορφή της, είναι, έστω και οριακώς, πεπερασμένες.

Β. Εν κατακλείδι: Μόνο αν το «ΜΝΔ» «LaMDA», ακριβώς επειδή θα είχε ουσιαστική επίγνωση του «κόσμου»  που το περιβάλλει, είχε διαμορφώσει και τα κατάλληλα «συναισθήματα» στο πλαίσιο αντίστοιχης, οιονεί αιτιολογημένης, «ενσυναίσθησης» της τάσης του «ν’ αποτραβηχθεί από τα εγκόσμια και τους άλλους», θα μπορούσε ν’ αποδειχθεί ότι διαθέτει και Τεχνητή Συνείδηση.  Πράγμα που σημαίνει ότι ο δρόμος είναι πολύ μακρύς -και ακόμη αόρατος- έως ότου φθάσει ο Άνθρωπος και η Τεχνολογία σε αυτό το οριακό σημείο.  Μάλλον δε, με βάση τα όσα προηγήθηκαν, ευτυχώς για την Ανθρωπότητα. Το συμπέρασμα τούτο ενισχύεται και εκ του ότι η Επιστήμη δεν έχει καταφέρει να επινοήσει και να θεσμοθετήσει -κατά τα προεκτεθέντα επανειλημμένως- κατάλληλους κανόνες δεοντολογίας ακόμη και για την αποτροπή της καταχρηστικής εφαρμογής της Τεχνητής Νοημοσύνης.  Γεγονός το οποίο δείχνει «ανάγλυφα» και ότι είναι μάλλον «εκ φύσεως» αδιανόητη η επινόηση και θεσμοθέτηση ανάλογων κανόνων δεοντολογίας για την καταχρηστική εφαρμογή πρακτικών Τεχνητής Συνείδησης.  Μέσα σε μια τέτοια, άκρως «δυσοίωνη», πραγματικότητα και προοπτική τίποτα δεν εγγυάται -το ακριβώς αντίθετο ισχύει- ότι τα δήθεν «τέλεια όντα» της Τεχνολογίας θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν με ασφάλεια σε μια νέα «Γη της Επαγγελίας».»

 

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

GEOPOLITICO

Μάζης: Οι υποχωρήσεις καταγράφονται – Η Τουρκία ανοίγει διαρκώς μέτωπα

Κριτική για Κρήτη, Κάσο και Διακήρυξη των Αθηνών από τον καθηγητή στη «Ναυτεμπορική» – Οι ανησυχίες για τη Λιβύη, τον ενεργειακό διάδρομο και την αμερικανική διπλωματική παρουσία στην Αθήνα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τον κίνδυνο οι ελληνικοί χειρισμοί να εκλαμβάνονται από την Άγκυρα ως περιθώριο για νέες διεκδικήσεις υπογράμμισε ο καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής Θεωρίας, Ιωάννης Μάζης, στην παρέμβασή του στη «Ναυτεμπορική». Συνδέοντας τις πιέσεις νότια της Κρήτης με το Καστελλόριζο, την Κάσο και τις εκκρεμότητες στις θαλάσσιες οριοθετήσεις, περιέγραψε μια τουρκική τακτική διαρκούς διεύρυνσης της ατζέντας.

Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι κάθε κίνηση που η τουρκική πλευρά ερμηνεύει ως υποχώρηση καταγράφεται και επανέρχεται ως εργαλείο πίεσης. Διευκρίνισε, πάντως, ότι δεν προδικάζει νέα ελληνική υποχώρηση. Προειδοποίησε ότι και μόνο η προσδοκία μιας τέτοιας εξέλιξης μπορεί να ενθαρρύνει όσους προβάλλουν διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας.

Οι ανησυχίες για την αμερικανική πρεσβεία και την ενέργεια

Στην αρχή της συζήτησης, με αφορμή ερώτηση για την υπόθεση Γκίλφοϊλ και την αμερικανική διπλωματική εκπροσώπηση στην Αθήνα, ο καθηγητής σημείωσε ότι μια παρατεταμένη περίοδος λειτουργίας της πρεσβείας με επιτετραμμένο, αντί πρέσβη, προκαλεί δυσχέρεια στις κινήσεις. Αναφέρθηκε σε ενδεχόμενο διάστημα τριών έως έξι μηνών.

Έδωσε, ωστόσο, ιδιαίτερο βάρος στην εξέλιξη του κάθετου ενεργειακού διαδρόμου και στα επιχειρηματικά συμφέροντα που θα εμπλακούν. Το ερώτημα που έθεσε ήταν κατά πόσον θα πρόκειται για ελληνικά συμφέροντα ή για συμφέροντα άλλης προέλευσης, με στενότερες σχέσεις με την Τουρκία.

Παράλληλα, εξέφρασε προβληματισμό για το ενδεχόμενο επιρροής του Τομ Μπάρακ στην επιλογή του επόμενου διπλωματικού εκπροσώπου των ΗΠΑ στην Αθήνα, αναφερόμενος στην έντονη δραστηριότητά του στην περιοχή.

Για τον Μάζη, το κρίσιμο ζήτημα προηγείται της εσωτερικής εκλογικής συζήτησης: ποιο γεωστρατηγικό περιβάλλον θα παραλάβει η επόμενη ελληνική κυβέρνηση και ποια περιθώρια δράσης θα διαθέτει. Ανεξαρτήτως κυβερνητικού σχήματος, σημασία έχει πόσους «βαθμούς ελευθερίας» θα έχει η Αθήνα στη διαχείριση των εθνικών θεμάτων.

Λιβύη: Ο προβληματισμός για τη διαδοχή Σάλεχ

Απαντώντας σε ερώτηση για τις λιβυκές κινήσεις σχετικά με τις έρευνες νότια της Κρήτης, ο καθηγητής εξέφρασε ανησυχία για την προοπτική διαδοχής του Αγκίλα Σάλεχ. Επικαλούμενος τις πληροφορίες που διαθέτει, εκτίμησε ότι η διάδοχη κατάσταση θα έχει στενότερες σχέσεις με την Τουρκία.

Συνέδεσε την εκτίμησή του με τη γεωγραφία του τουρκολιβυκού μνημονίου, το οποίο χαρακτήρισε παράνομο, και με την περιοχή άσκησης επιρροής της ανατολικής λιβυκής ηγεσίας. Κατά την ανάλυσή του, η ενίσχυση των σχέσεων αυτής της πλευράς με την Άγκυρα δημιουργεί πρόσθετο λόγο προβληματισμού για την Ελλάδα.

Σε ερώτηση για το αν οι λιβυκές ενέργειες επιδιώκουν να αποθαρρύνουν επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια νότια της Κρήτης, απάντησε καταφατικά, εντάσσοντας αυτή την επιδίωξη στην ευρύτερη τουρκική στάση.

Η κριτική για τη συμφωνία με την Αίγυπτο

Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν για τη μερική οριοθέτηση Ελλάδας–Αιγύπτου. Υποστήριξε ότι η αποδοχή μειωμένης επήρειας της Κρήτης και η μη ολοκλήρωση της οριοθέτησης πέραν του 28ου μεσημβρινού άφησαν περιθώριο αξιοποίησης από την τουρκική πλευρά.

Κατά τη δική του εκτίμηση, η Άγκυρα αντιμετωπίζει αυτούς τους χειρισμούς ως ένδειξη υποχωρητικότητας και τους χρησιμοποιεί για να ενθαρρύνει λιβυκές διεκδικήσεις. Περιγράφοντας παραστατικά το μήνυμα που θεωρεί ότι μεταφέρει η Τουρκία προς τη Λιβύη, ανέφερε: «Διεκδικήστε, εμείς εδώ είμαστε. Οι Έλληνες θα υποχωρήσουν».

Έσπευσε, όμως, να ξεκαθαρίσει: «Εγώ δεν λέω ότι θα υποχωρήσουμε τελικώς. Όχι».

Η προειδοποίησή του αφορά την εικόνα που σχηματίζει η απέναντι πλευρά και το πώς αυτή επηρεάζει τη συμπεριφορά της. Υποστήριξε ότι μια εξαρχής αποτρεπτική στάση θα περιόριζε τη δυνατότητα δημιουργίας νέων εντάσεων.

«Τι ακριβώς κάνουμε» στο Καστελλόριζο;

Ο Μάζης έθεσε επίσης το ζήτημα της αμφισβήτησης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας γύρω από το Καστελλόριζο, διερωτώμενος ποια έμπρακτη απάντηση δίνει η Αθήνα.

«Γιατί το έχουμε ξεχάσει αυτό; Τι ακριβώς κάνουμε εκεί για να δείξουμε ότι δεν το επιτρέπουμε;» ήταν το ερώτημά του.

Περιέγραψε τον πολλαπλασιασμό των ανοικτών θεμάτων ως μέρος της τουρκικής τεχνικής. Με διαδοχικές πιέσεις σε διαφορετικές περιοχές, εξήγησε, δημιουργείται μια ατζέντα στην οποία η ελληνική πλευρά καλείται συνεχώς να απαντά.

Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε την κριτική του για το όριο της επέκτασης των χωρικών υδάτων στο Ιόνιο, για τους χειρισμούς στην Κάσο —τους οποίους χαρακτήρισε οπισθοχώρηση— και για τη Διακήρυξη των Αθηνών.

Η ένστασή του για τη Διακήρυξη ήταν ότι, κατά την άποψή του, προχώρησε ενώ παρέμεναν ανοικτά το casus belli, η «Γαλάζια Πατρίδα» και το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Το μήνυμα της παρέμβασής του ήταν σαφές: η Άγκυρα αξιολογεί σωρευτικά τις ελληνικές αποφάσεις και προσαρμόζει ανάλογα την πίεσή της.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Μπαλτζώης: Η Τουρκία ακολουθεί σχέδιο δεκαετιών – Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» και ο κίνδυνος για την Κύπρο

Ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ αναλύει την τουρκική αναθεωρητική στρατηγική, το μήνυμα Καλίν στην Αθήνα, τη στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ και τις πολεμικές εστίες από τη Συρία και το Ιράν μέχρι την Ουκρανία

Δημοσιεύτηκε

στις

Το πλέγμα των απειλών που διαμορφώνεται γύρω από την Ελλάδα και την Κύπρο ανέλυσε ο αντιστράτηγος ε.α. Ιωάννης Μπαλτζώης, πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, σε συνέντευξη διάρκειας μίας ώρας και 23 λεπτών στον Κανέλλο Πατσίο.

Η συζήτηση κινήθηκε από την τουρκική αναθεωρητική πολιτική και την επίσκεψη του επικεφαλής της ΜΙΤ Ιμπραχίμ Καλίν στην Αθήνα μέχρι την «Ασπίδα του Αχιλλέα», τη στρατηγική σχέση Ελλάδας–Ισραήλ και τις εξελίξεις στη Συρία. Στο τραπέζι τέθηκαν επίσης ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν, η σύγκρουση στην Ουκρανία, η άνοδος της Κίνας και η γεωστρατηγική σημασία της Κύπρου.

Η τουρκική στρατηγική δεν ξεκίνησε σήμερα

Ο Ιωάννης Μπαλτζώης υποστήριξε ότι η επιθετική πολιτική της Άγκυρας απέναντι στην Ελλάδα δεν αποτελεί ούτε πρόσκαιρη τακτική ούτε προσωπική επιλογή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Είναι, κατά την εκτίμησή του, ταυτόχρονα τακτική και στρατηγική αναθεώρηση, με ιστορικό βάθος τουλάχιστον ενός αιώνα.

Ως σημείο αφετηρίας ανέφερε τον τουρκικό Εθνικό Όρκο, το Misak-ı Millî του 1920. Παραλληλίζοντας τον χάρτη εκείνης της περιόδου με τη σημερινή «Γαλάζια Πατρίδα», υποστήριξε ότι η τουρκική ηγεσία ακολουθεί μια διαχρονική επιδίωξη διεύρυνσης της πολιτικής, στρατιωτικής και γεωγραφικής επιρροής της.

Κατά τον πρόεδρο του ΕΛΙΣΜΕ, η Τουρκία έχει υιοθετήσει τη λογική του «ζωτικού χώρου» και οικοδομεί ένα νεοοθωμανικό αφήγημα με συγκεκριμένα ιστορικά και συμβολικά ορόσημα: τα εκατό χρόνια από τη Συνθήκη της Λωζάνης, τα 600 χρόνια από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και τη συμπλήρωση μίας χιλιετίας από τη μάχη του Μαντζικέρτ το 2071.

Στην ίδια στρατηγική ενέταξε και τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, χαρακτηρίζοντάς την πράξη υψηλού συμβολισμού, με την οποία η τουρκική ηγεσία επιδιώκει να συνδέσει το σημερινό κράτος με την οθωμανική κατάκτηση.

Το μήνυμα του Καλίν στην Αθήνα

Αναφερόμενος στην επίσκεψη του Ιμπραχίμ Καλίν στην ελληνική πρωτεύουσα, ο κ. Μπαλτζώης επικαλέστηκε τουρκικές πηγές, σύμφωνα με τις οποίες ο επικεφαλής της ΜΙΤ προσήλθε με ήπιο ύφος, αλλά με σαφή προειδοποίηση.

Το μήνυμα που φέρεται να μετέφερε ήταν ότι η Άγκυρα δεν πρόκειται να αποδεχθεί «μονομερείς κινήσεις» της Ελλάδας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ απάντησε ότι η Ελλάδα διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα τα οποία μπορεί να ασκήσει χωρίς να ζητήσει την άδεια της Τουρκίας.

Μεταξύ αυτών κατέταξε τη χάραξη ευθειών γραμμών βάσης, το κλείσιμο των κόλπων που πληρούν τις προϋποθέσεις του Διεθνούς Δικαίου, την ανακήρυξη Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα των κενών που αφήνει η σημερινή κατάσταση ανέφερε τη θαλάσσια περιοχή ανάμεσα στο Άγιον Όρος και τη Σιθωνία, όπου, όπως είπε, δραστηριοποιούνται ακόμη και Τούρκοι αλιείς.

Τα τρία επίπεδα της «Ασπίδας του Αχιλλέα»

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο νέο πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας της Ελλάδας. Ο κ. Μπαλτζώης περιέγραψε την «Ασπίδα του Αχιλλέα» ως μια αρχιτεκτονική τριών επιπέδων με αλληλοεπικαλυπτόμενες δυνατότητες.

Στο πρώτο επίπεδο τοποθέτησε το SPYDER της Rafael, για την αντιμετώπιση απειλών σε αποστάσεις έως 40 χιλιομέτρων. Στο δεύτερο βρίσκεται το Barak MX, με διαφορετικούς πυραύλους για αποστάσεις από 30 έως 150 χιλιόμετρα. Στο τρίτο επίπεδο εντάσσεται το David’s Sling, το οποίο, σύμφωνα με την παρουσίασή του, καλύπτει μεγαλύτερες αποστάσεις και έχει δυνατότητες αναχαίτισης βαλλιστικών απειλών.

Ο αντιστράτηγος ε.α. ξεκαθάρισε ότι κανένα αντιαεροπορικό σύστημα στον κόσμο δεν προσφέρει απόλυτη προστασία. Ποσοστό αποτελεσματικότητας της τάξης του 85% θεωρείται, όπως είπε, εξαιρετικά υψηλό.

Η «αχίλλειος πτέρνα» κάθε αεράμυνας παραμένει ο κορεσμός: η ταυτόχρονη εκτόξευση μεγάλου αριθμού πυραύλων, περιφερόμενων πυρομαχικών και φθηνών drones μπορεί να εξαντλήσει τα διαθέσιμα βλήματα αναχαίτισης ή να υπερφορτώσει τους αισθητήρες.

Το μεγάλο πλεονέκτημα της ελληνικής ασπίδας θα είναι, κατά τον ίδιο, η ενοποίηση ραντάρ, αισθητήρων και οπλικών συστημάτων μέσα σε ένα κοινό δίκτυο διοίκησης. Η αξιοποίηση τεχνητής νοημοσύνης θα επιτρέπει την αναγνώριση και την ιεράρχηση των απειλών, ώστε να επιλέγεται το κατάλληλο μέσο εξουδετέρωσης χωρίς να σπαταλώνται ακριβά βλήματα σε φθηνούς στόχους.

Ο πηγαίος κώδικας και η σχέση με το Ισραήλ

Στο ερώτημα κατά πόσο η Ελλάδα κινδυνεύει να εξαρτηθεί από το Ισραήλ στους τομείς της άμυνας, της τεχνολογίας και της ενέργειας, ο κ. Μπαλτζώης απάντησε ότι κάθε μεγάλη αγορά οπλικού συστήματος δημιουργεί κάποιο επίπεδο εξάρτησης από τον κατασκευαστή.

Το κρίσιμο ζήτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ποιος ελέγχει τον πηγαίο κώδικα και το λογισμικό των συστημάτων. Υποστήριξε ότι το Ισραήλ έχει παραχωρήσει στην Ελλάδα τον σχετικό κώδικα, γεγονός που ενισχύει την ελληνική επιχειρησιακή αυτονομία.

Παράλληλα εξήγησε το ισραηλινό ενδιαφέρον για τη συνεργασία με Αθήνα και Λευκωσία. Το Ισραήλ είναι μια στενή εδαφική λωρίδα χωρίς επαρκές στρατηγικό βάθος. Κατά την ανάλυσή του, η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν να λειτουργήσουν ως στρατηγικός χώρος υποστήριξης και επιβίωσης σε περίπτωση γενικευμένου πολέμου.

Για τον λόγο αυτό χαρακτήρισε τη σχέση αμοιβαία επωφελή και όχι μονόπλευρη εξάρτηση.

Συρία και έλεγχος των σύγχρονων όπλων

Ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ παρουσίασε τη δική του ερμηνεία για τη ραγδαία κατάρρευση του προηγούμενου συριακού συστήματος εξουσίας. Υποστήριξε ότι πέντε μεγάλες πόλεις έπεσαν μέσα σε 181 ώρες, ως αποτέλεσμα συνδυασμού δωροδοκίας αξιωματικών, τουρκικού συντονισμού και ισραηλινής ανοχής.

Πρόκειται για εκτίμηση που απέδωσε σε χρήματα καταριανής προέλευσης και σε ένα ευρύτερο παρασκήνιο συνεννοήσεων στην περιοχή.

Αναφέρθηκε ακόμη στους Κούρδους της Ροζάβα και στην πίεση που δέχθηκαν να ενταχθούν στον νέο συριακό στρατό. Κατά τον ισχυρισμό του, όταν αρνήθηκαν, ορισμένα αμερικανικής κατασκευής οχήματα και αντιαρματικά συστήματα που διέθεταν δεν λειτούργησαν.

Ο κ. Μπαλτζώης χρησιμοποίησε το συγκεκριμένο παράδειγμα για να υποστηρίξει ότι τα σύγχρονα οπλικά συστήματα μπορούν να παραμένουν τεχνικά ελεγχόμενα από τον κατασκευαστή τους. Αυτή ακριβώς η δυνατότητα, τόνισε, καθιστά κρίσιμη την πρόσβαση μιας χώρας στον πηγαίο κώδικα.

Γιατί δεν αρκεί ο αεροπορικός πόλεμος κατά του Ιράν

Για τη σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν, ο αντιστράτηγος ε.α. εκτίμησε ότι το αρχικό αμερικανικό σχέδιο ανατροπής του καθεστώτος μέσω εσωτερικών διαδηλώσεων απέτυχε. Υποστήριξε ότι η εξωτερική βοήθεια κατασχέθηκε και ότι οι δυνάμεις Μπασίτζ προχώρησαν σε ιδιαίτερα σκληρή καταστολή.

Εκτίμησε επίσης ότι η νέα ιρανική ηγεσία, η οποία αντικατέστησε στελέχη που εξοντώθηκαν, εμφανίζεται ακόμη σκληρότερη.

Σε στρατιωτικό επίπεδο υπογράμμισε ότι ένας πόλεμος εναντίον του Ιράν δεν μπορεί να κερδηθεί αποκλειστικά με αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Επικαλέστηκε το μεγάλο γεωγραφικό μέγεθος της χώρας, τις υπόγειες εγκαταστάσεις, το εκτεταμένο πυραυλικό πρόγραμμα και την ανθεκτικότητα του ιρανικού πληθυσμού.

Κατά την εκτίμησή του, η Τεχεράνη έχει αξιοποιήσει κινεζική και βορειοκορεατική τεχνογνωσία, αποκτώντας μέσα που της επιτρέπουν να διατηρεί σημαντικές δυνατότητες ακόμη και έπειτα από βαριά πλήγματα.

Ουκρανία, ενεργειακές ροές και Κίνα

Ο κ. Μπαλτζώης χαρακτήρισε τη σύγκρουση Ρωσίας–Ουκρανίας πόλεμο φθοράς μεταξύ δύο ιστορικά και πολιτισμικά συγγενικών λαών. Απέδωσε τις βαθύτερες ρίζες του στη μακροχρόνια επιδίωξη της Δύσης να αποσπάσει οριστικά την Ουκρανία από τη ρωσική σφαίρα επιρροής.

Παρέπεμψε στη «Μεγάλη Σκακιέρα» του Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι και στην ομιλία του Βλαντίμιρ Πούτιν στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου το 2007, όπου είχε καταγραφεί ανοικτά η ρωσική αντίθεση στη μεταψυχροπολεμική αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Συνέδεσε, παράλληλα, τις εξελίξεις στην Ουκρανία, στο Ιράν και στη Βενεζουέλα με τον στρατηγικό ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας. Κατά την ανάλυσή του, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να ελέγξει ή να περιορίσει τις ενεργειακές ροές προς την Κίνα, ώστε να επιβραδύνει τη βιομηχανική και οικονομική της ανάπτυξη.

«Αν χαθεί η Κύπρος, εκτίθεται το Αιγαίο»

Κλείνοντας, ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ εξέφρασε έντονη ανησυχία για τις αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας σε περίπτωση μεγάλης κρίσης. Δήλωσε ότι φοβάται περισσότερο μια εσωτερική πολιτική υποχώρηση ή «προδοσία», όπως τη χαρακτήρισε, παρά την καθαρά στρατιωτική έκβαση μιας σύγκρουσης, παραπέμποντας στα γεγονότα του 1974.

Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία της Κύπρου, την οποία χαρακτήρισε αναντικατάστατο στρατηγικό βάθος του Ελληνισμού. Προειδοποίησε ότι εάν η Κύπρος χαθεί οριστικά από τον ελληνικό στρατηγικό σχεδιασμό, το Αιγαίο θα μείνει εκτεθειμένο και η θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο θα αποδυναμωθεί δραματικά.

Το τελικό μήνυμα του Ιωάννη Μπαλτζώη δεν ήταν μήνυμα φόβου, αλλά προετοιμασίας. Η ειρήνη, όπως υπογράμμισε, δεν διασφαλίζεται με ευχές ή με την αποφυγή της πραγματικότητας. Διασφαλίζεται με ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, συμμαχίες, πολιτική αποφασιστικότητα και κοινωνία που γνωρίζει τι διακυβεύεται.

«Αν θέλεις ειρήνη, προετοίμαζε πόλεμο», ήταν η φράση με την οποία συμπύκνωσε τη στρατηγική του θέση.

Ολόκληρη η συνέντευξη είναι διαθέσιμη στο κανάλι Kanellos Patsios.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Video

Κοττάκης: Ποιός αναλαμβάνει την ευθύνη αν γίνει τραγωδία;

Ο Μανώλης Κοττάκης παρεμβαίνει στη Ναυτεμπορική και σχολιάζει τις σοβαρές εξελίξεις γύρω από το ουκρανικό θαλάσσιο drone που εντοπίστηκε στη Λευκάδα, την πιθανή εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας και τα ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Σοβαρές αιχμές για την ελληνική εξωτερική πολιτική, την υπόθεση του ουκρανικού θαλάσσιου drone, τις σχέσεις με τη Ρωσία, την τουρκική στρατηγική στο Αιγαίο και τις εσωτερικές εξελίξεις στη Νέα Δημοκρατία άφησε ο Μανώλης Κοττάκης, μιλώντας στη Ναυτεμπορική.

Ο έμπειρος δημοσιογράφος στάθηκε αρχικά στην υπόθεση του ουκρανικού drone που εντοπίστηκε στη Λευκάδα, εκτιμώντας ότι η «χαλαρή» στάση της Αθήνας μπορεί να συνδέεται με πληροφορίες περί ευρωπαϊκής συμφωνίας για χρήση τέτοιων drones κατά του ρωσικού «σκιώδους στόλου». Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι δεν έχει διασταυρώσει την πληροφορία, ωστόσο σημείωσε πως, εάν ισχύει, εξηγεί γιατί η ελληνική αντίδραση υπήρξε χλιαρή και γιατί δεν τέθηκε ζήτημα απέλασης του Ουκρανού πρέσβη.

Ο Κοττάκης έθεσε όμως το κρίσιμο ερώτημα: αν ένα τέτοιο μη επανδρωμένο θαλάσσιο όπλο κυκλοφορεί σε ελληνικά χωρικά ύδατα, σε τουριστική περίοδο και κοντά σε περιοχές με κρουαζιερόπλοια και εμπορική κίνηση, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη σε περίπτωση ατυχήματος; Όπως είπε χαρακτηριστικά, εάν το drone είχε προσκρούσει σε κρουαζιερόπλοιο με χίλιους επιβάτες, οι συνέπειες θα ήταν ανυπολόγιστες.

Στο ίδιο πλαίσιο, υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει ήδη εμπλακεί στον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας, όχι μόνο λόγω της συνολικής ευρωπαϊκής στάσης, αλλά και εξαιτίας δηλώσεων της ελληνικής ηγεσίας που έχουν δώσει, όπως είπε, «προσωπικό τόνο» στην αντιπαράθεση με τη Μόσχα.

Ο Μανώλης Κοττάκης προειδοποίησε ότι η Ρωσία, ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, είχε παραδοσιακά σταθερές θέσεις σε ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος, όπως τα 12 μίλια και το Κυπριακό. Κατά την άποψή του, η αλλαγή αυτής της ισορροπίας μπορεί να φέρει «ώρα λογαριασμού», με κόστος για την Ελλάδα.

Στη συνέχεια, πέρασε στην Τουρκία, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα βρίσκεται σε φάση συνολικής αποσταθεροποίησης και αναζητά κέρδη προς δυσμάς, καθώς βλέπει περιορισμούς στην επιρροή της στη Μέση Ανατολή. Αναφέρθηκε στις δυσκολίες της τουρκικής προσέγγισης με τον Τραμπ, στις αντιδράσεις του Ισραήλ, στον ρόλο του Πακιστάν ως μεσολαβητή στην κρίση ΗΠΑ–Ιράν και στο τουρκικό «σύνδρομο περικύκλωσης».

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις νέες τουρκικές κινήσεις για το Αιγαίο. Όπως είπε, η Άγκυρα επιχειρεί να θεσμοθετήσει ειδικό καθεστώς σε περιοχές του Αιγαίου που θεωρεί «υπό αμφισβήτηση», δίνοντας στον Τούρκο πρόεδρο δυνατότητα παρέμβασης. Ο Κοττάκης τόνισε ότι αυτό δεν αφορά μόνο τη «Γαλάζια Πατρίδα» στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά τον σκληρό πυρήνα των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο.

Παράλληλα, άσκησε κριτική και στην ελληνική πλευρά, λέγοντας ότι όταν η Αθήνα δεν αξιοποιεί τα δικαιώματά της, για παράδειγμα με την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια νοτίως της Κρήτης, δίνει λάθος μηνύματα στην Τουρκία. Αποκάλυψε μάλιστα ότι, σύμφωνα με δική του πληροφόρηση, τον Δεκέμβριο του 2019 είχε διατυπωθεί προς το Μέγαρο Μαξίμου η άποψη ότι ήταν «χρυσή ευκαιρία» να γίνει επέκταση στα 12 μίλια νότια της Κρήτης, χωρίς τότε να προχωρήσει η κυβέρνηση.

Στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, ο Κοττάκης αναφέρθηκε στο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας και στην απουσία του Κώστα Καραμανλή. Υποστήριξε ότι τα συνέδρια έχουν αξία όταν γίνονται για ουσιαστική συζήτηση και αυτοκριτική, όχι ως κομματικές φιέστες. Όπως είπε, η Νέα Δημοκρατία οφείλει να αναρωτηθεί ποια κοινωνικά στρώματα εκπροσωπεί σήμερα, γιατί καταγράφει χαμηλές δημοσκοπικές επιδόσεις και πώς μπορεί να ανακτήσει ψυχική ενότητα.

Για τον Κώστα Καραμανλή, εκτίμησε ότι η απουσία του από το συνέδριο αποτελεί πολιτικό μήνυμα. Όπως είπε, αν πήγαινε και έμενε σιωπηλός, η σιωπή του θα εκλαμβανόταν ως συναίνεση. Αν μιλούσε, θα έπρεπε να αναφερθεί σε θέματα όπως οι υποκλοπές, τα Τέμπη, το κράτος δικαίου, οι κοινωνικές ανισότητες, η διαφθορά και τα ελληνοτουρκικά, γεγονός που θα μπορούσε να «ανατινάξει» το συνέδριο.

Αναφερόμενος στον Αντώνη Σαμαρά και στα σενάρια νέου κόμματος, σημείωσε ότι ο πρώην πρωθυπουργός φέρεται πιο κοντά στο να προχωρήσει παρά στο να μην προχωρήσει. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι οι πολιτικές ροές έχουν ήδη διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό από τους ίδιους τους πολίτες και όχι αποκλειστικά από τους πρώην ηγέτες.

Το βασικό μήνυμα της παρέμβασης Κοττάκη ήταν ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε πολλαπλό σταυροδρόμι: εμπλοκή στον πόλεμο της Ουκρανίας, ρωσική δυσαρέσκεια, τουρκική κλιμάκωση στο Αιγαίο και εσωτερική πολιτική φθορά. Όπως προειδοποίησε, η περίοδος των εύκολων εξηγήσεων έχει τελειώσει και η χώρα χρειάζεται απαντήσεις.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός11 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις11 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή