Διεθνή
Οι ΗΠΑ πρέπει πλέον να αναγνωρίσουν το κράτος της Παλαιστίνης
Γράφουν οι R. David Harden και Larry Garber
Η αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους από τις ΗΠΑ θα βελτίωνε την αξιοπιστία της Ουάσιγκτον στα μάτια των Παλαιστινίων και θα καθιστούσε πιο πιθανή τη λύση των δύο κρατών.
Είναι καιρός πια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αναγνωρίσουν το κράτος της Παλαιστίνης και να συνταχθούν με τις άλλες 139 χώρες που το έχουν ήδη πράξει. Ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν, που έχει την εξουσία να προβεί στην αναγνώριση, οφείλει να γράψει Ιστορία και να διατηρήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο της λύσης των δύο κρατών για τους Ισραηλινούς και τους Παλαιστινίους.
Επί δεκαετίες, οι πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών προβάλουν το δέλεαρ μιας ανεξάρτητης Παλαιστίνης, που θα ζει δίπλα δίπλα με το Ισραήλ, με ειρήνη και ασφάλεια. Για τους Παλαιστινίους, η αναγνώριση από τις ΗΠΑ έχει καταστεί πλέον χίμαιρα. Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση του Ισραήλ έχει υπονομεύσει ενεργά τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, αποδυναμώνοντας την Παλαιστινιακή Αρχή και καλλιεργώντας έναν βαθύ διχασμό στον παλαιστινιακό λαό.
Η αναγνώριση της Παλαιστίνης από τις ΗΠΑ θα είχε διπλωματικό αλλά και πολιτικό νόημα στην παρουσία συγκυρία, δεδομένου ότι η ομάδα εθνικής ασφάλειας του κ. Μπάιντεν επεξεργάζεται ένα σχέδιο για τη Γάζα μετά τη λήξη του πολέμου που προκάλεσε η επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου. Η επακόλουθη εισβολή του Ισραήλ προκάλεσε τον θάνατο χιλιάδων Παλαιστινίων και ισοπέδωσε τον παλαιστινιακό θύλακα. Ο πρόεδρος την προηγούμενη εβδομάδα δήλωσε ότι η διεθνής υποστήριξη προς το Ισραήλ εξασθενεί λόγω των “αδιάκριτων βομβαρδισμών” της Γάζας.
Η αναγνώριση θα έχει τέσσερα οφέλη. Πρώτον, η αναγνώριση της Παλαιστίνης από τους Αμερικανούς θα έδειχνε στον παλαιστινιακό λαό ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτέλους ευθυγραμμίζουν τη ρητορική τους με ουσιαστικές πράξεις. Το βέτο των ΗΠΑ, στις αρχές του μήνα, στο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για κατάπαυση του πυρός και η έγκριση έκτακτων πωλήσεων στρατιωτικού υλικού στο Ισραήλ πριν την κοινοποίησή τους στο Κογκρέσο υποδηλώνουν τη συνεχιζόμενη υποστήριξη των πολεμικών στόχων του Ισραηλινού πρωθυπουργού, Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ο κ. Μπάιντεν θα μπορούσε να εξισορροπήσει το διπλωματικό παιχνίδι. Η αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους θα προσέδιδε εθνική νομιμότητα στον παλαιστινιακό λαό, ο οποίος θα αντιλαμβανόταν πλέον ότι ο 75ετής αγώνας του για ανεξαρτησία έχει γίνει αποδεκτός από τον στενότερο σύμμαχο του Ισραήλ και τον ηγέτη του ελεύθερου κόσμου. Σε πρακτικό επίπεδο, η εγκατάσταση πρέσβη των ΗΠΑ θα διασφάλιζε ότι οι Παλαιστίνιοι της Δυτικής Όχθης και της Γάζας θα είχαν άμεση γραμμή επικοινωνίας με τον πρόεδρο και τον υπουργό Εξωτερικών.
Δεύτερον, η αναγνώριση της Παλαιστίνης θα υπονόμευε τις φιλοδοξίες της Χαμάς για την εγκαθίδρυση ενός ισλαμικού κράτους “από τον ποταμό ως τη θάλασσα”. Η Χαμάς δείχνει να μην ενδιαφέρεται για τη διακυβέρνηση, την οικοδόμηση μιας σύγχρονης οικονομίας ή τη σύνδεση του παλαιστινιακού λαού με την κοινότητα των εθνών. Στόχος της παραμένει η καταστροφή του Ισραήλ. Η αναγνώριση από τις ΗΠΑ θα ενίσχυε το πολιτικό κεφάλαιο της Παλαιστινιακής Αρχής, αντίπαλο της Χαμάς, την κοινωνία των πολιτών, την επιχειρηματική κοινότητα αλλά και όσους είναι έτοιμοι να ζήσουν ειρηνικά με το Ισραήλ.
Τρίτον, η αναγνώριση θα έστελνε ένα ισχυρό μήνυμα αποκήρυξης της κυβέρνησης Νετανιάχου, η οποία έχει κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να αποδυναμώσει την Παλαιστινιακή Αρχή, αποστρέφει το βλέμμα της από τις βίαιες ενέργειες των εποίκων και έχει υπονομεύσει την προοπτική της λύσης των δύο κρατών.
Οι διαφωνούντες θα μπορούσαν να επικαλεστούν το επιχείρημα του ηθικού κινδύνου: Γιατί η Ουάσιγκτον να επιβραβεύσει την κακή συμπεριφορά των Παλαιστινίων; Με την αναγνώριση της Παλαιστίνης, ωστόσο, η κυβέρνηση θα αποδείξει ότι δεν αντιμετωπίζει όλους τους Παλαιστινίους ως υποστηρικτές της Χαμάς. Άλλωστε, σύμφωνα με επτά έρευνες κοινής γνώμης που διεξήχθησαν πριν την 7η Οκτωβρίου, η πλειοψηφία των Παλαιστινίων δήλωνε ότι θα προτιμούσε να ζει σε ένα ανεξάρτητο κράτος σε ειρήνη με το Ισραήλ. Η υποστήριξη αυτής της επιθυμίας από τις ΗΠΑ, που θα περιλαμβάνει και δεσμεύσεις να συνδράμει στην ανοικοδόμηση της Γάζας και στη βελτίωση των συνθηκών ζωής στον παλαιστινιακό θύλακα, θα έδινε στον εκεί πληθυσμό ένα κίνητρο να επιλέξει νέους ηγέτες που θα εργαστούν για την επίτευξη του παλαιστινιακού οράματος: την ανεξαρτησία.
Το όλο εγχείρημα δεν είναι τόσο περίπλοκο όσο φαντάζει. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ επιβεβαίωσε, στο πλαίσιο της υπόθεσης “Ζιβοτόφσκι εναντίον Κέρι” το 2015, ότι ο πρόεδρος έχει την αποκλειστική, συνταγματική εξουσία να ανοίγει διπλωματικούς διαύλους και να αναγνωρίζει κράτη. Ο κ. Μπάιντεν δεν χρειάζεται την έγκριση του Κογκρέσου ή τη θέσπιση νέων νόμων.
Επίσης, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την αναγνώριση ενός κράτους η επίλυση όλων των πολιτικών ζητημάτων και των θεμάτων ασφαλείας. Τον Μάιο του 1948, για παράδειγμα, ο πρόεδρος Χάρι Σ. Τρούμαν αναγνώρισε το κράτος του Ισραήλ παρά τις περιφερειακές συγκρούσεις. Μετά από μια συμφωνία εκεχειρίας, τα de facto σύνορα του Ισραήλ κατέληξαν να είναι αρκετά διαφορετικά από αυτά που προέβλεπε το σχέδιο διχοτόμησης των Ηνωμένων Εθνών.
Πιο πρόσφατα, τον Φεβρουάριο του 2008, η κυβέρνηση του Τζόρτζ Ο. Μπους αναγνώρισε επίσημα το Κόσοβο. Ακόμη και σήμερα, η Σερβία αρνείται να αποδεχθεί την ανεξαρτησία του Κοσόβου ή να αναγνωρίσει ότι έχουν κοινά σύνορα. Τον Ιούλιο του 2011 οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνώρισαν το Νότιο Σουδάν ως ανεξάρτητο κράτος, παρότι οι εδαφικές διαφορές του με το Σουδάν παραμένουν ανεπίλυτες. Τα μη καθορισμένα σύνορα μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης δεν αποτέλεσαν εμπόδιο για την αναγνώριση του Ισραήλ το 1948 και δεν πρέπει να αποτελέσουν εμπόδιο ούτε στην αναγνώριση της Παλαιστίνης σήμερα.
Η αναγνώριση του Παλαιστινιακού κράτους θα προσέφερε όμως και εσωτερικά πολιτικά οφέλη στον κ. Μπάιντεν. Θα τον βοηθούσε να συσπειρώσει ορισμένα μέλη της εκλογικής του βάσης. Οι προοδευτικοί και πολλοί Αμερικανοί μουσουλμάνοι είναι τόσο απογοητευμένοι από την πολιτική της κυβέρνηση για τη Γάζα που ξεκίνησε μια προσπάθεια για την ήττα του προέδρου σε έξι κρίσιμες εκλογικά πολιτείες των ΗΠΑ – παρότι το αποτέλεσμα μπορεί να είναι τελικά η νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2024.
Αν και ορισμένοι υποστηρικτές του Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιτάσσονται στην ύπαρξη ενός παλαιστινιακού κράτους, πολλοί άλλοι θα υποδέχονταν θετικά την προσπάθεια των ΗΠΑ να ωθήσει το Ισράηλ να αναγνωρίσει πως η λύση των δύο κρατών είναι ο μόνος δρόμος για την επίτευξη της ειρήνης. Η συσπείρωση των υποστηρικτών των Δημοκρατιών σε κρίσιμες εκλογικά πολιτείες με την αναγνώριση του Παλαιστινιακού κράτους θα μπορούσε ενδεχομένως να διασφαλίσει μια καθαρή εκλογική νίκη στον Μπάιντεν.
Η σύσταση παλαιστινιακού κράτους θα είχε φυσικά και τίμημα. Το Ισραήλ θα απαιτήσει την ουσιαστική αποδυνάμωση των υποδομών της Χαμάς και την απομάκρυνση των ανώτερων αξιωματούχων της. Η κυβέρνηση Μπάιντεν θα πρέπει στη συνέχεια να αποσοβήσει τις εύλογες ανησυχίες του Ισραήλ όσον αφορά την ασφάλειά του. Ο πρόεδρος θα πρέπει να συνδυάσει την αναγνώριση της Παλαιστίνης από τις ΗΠΑ με την επιβεβαίωση της σχέσης ΗΠΑ – Ισραήλ, συμπεριλαμβάνοντας τη δέσμευσή του να ενισχύσει τη ικανότητα αυτοπροστασίας του Ισραήλ.
Ας μιλήσουμε ξεκάθαρα. Η αναγνώριση της Παλαιστίνης από τις ΗΠΑ δεν θα διασφαλίσει την ειρήνη στη Μέση Ανατολή, αλλά θα ενισχύσει την προοπτική της λύσης των δύο κρατών με στόχο τον τερματισμό του πολέμου μεταξύ Παλαιστινίων και Ισραηλινών. Οι δύο πλευρές θα πρέπει επίσης να διαπραγματευθούν για την επίτευξη δίκαιων και ισότιμων λύσεων όσον αγορά τα σύνορα, την ασφάλεια, τους πρόσφυγες, το καθεστώς της Ιερουσαλήμ, το νερό και τις μελλοντικές οικονομικές τους σχέσεις.
Εντούτοις, η αναγνώριση ενός παλαιστινιακού κράτους από τις ΗΠΑ και η μακροπρόθεσμη δέσμευση προάσπισης της ασφάλειας του Ισραήλ θα συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην οικοδόμηση ενός μέλλοντος όπου οι δύο λαοί θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί, ειρηνικά.
*Ο R. David Harden είναι πρώην υποδιευθυντής του γραφείου για τη δημοκρατία, τις συγκρούσεις και την ανθρωπιστική βοήθεια του Οργανισμού για τη Διεθνή Ανάπτυξη των ΗΠΑ (USAID), πρώην επικεφαλής της αποστολή του USAID στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, και πρώην ανώτερος σύμβουλος του ειδικού απεσταλμένου για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα.
* Ο Larry Garber διετέλεσε ανώτερος αξιωματούχος του USAID κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων Κλίντον και Ομπάμα, ενώ υπηρέτησε ως επικεφαλής της αποστολής του USAID στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα και ως παρατηρητής στις προεδρικές, βουλευτικές και δημοτικές εκλογές στην Παλαιστίνη.
© 2023 Διατίθεται από το “The New York Times Licensing Group”
Αναδημοσίευση από το capital.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

