Αναλύσεις
Προκόπης Παυλόπουλος για τη Γενοκτονία των Αρμενίων: “Η Τουρκία δεν έχει διδαχθεί από το αποτρόπαιο παρελθόν της! Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Κύπρος”
“Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της συνεχιζόμενης τουρκικής βαρβαρότητας που πλήττει καιρίως τον πυρήνα του Διεθνούς Δικαίου είναι εκείνο της Μαρτυρικής Κύπρου, πλήρους Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ζει την τραγωδία της κατοχής του ενός τρίτου του εδάφους της από την Τουρκία εδώ και 50 χρόνια”, ανέφερε μεταξύ άλλων ο τέως πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Φόρο Τιμής για την 109η Επέτειο της Γενοκτονίας των Αρμενίων απέτινε ο Προκόπης Παυλόπουλος, ο οποίος αναφέρθηκε στη διαχρονική επικαιρότητα του μηνύματος «δεν ξεχνάμε, ποτέ ξανά» και για το αποτρόπαιο αυτό έγκλημα της τουρκικής βαρβαρότητας»
Στην ομιλία του, με θέμα «Φόρος Τιμής κατά την 109η Επέτειο της Γενοκτονίας των Αρμενίων», στο πλαίσιο της ειδικής Εκδήλωσης Μνήμης που οργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών σε συνεργασία με την Πρεσβεία της Δημοκρατίας της Αρμενίας, ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:
«Πρόλογος
Εκ μέρους της Ακαδημίας Αθηνών, και με αισθήματα ειλικρινούς συγκίνησης και εκπλήρωσης αυτονόητου χρέους, αποτίω στα τραγικά θύματά της τον οφειλόμενο φόρο τιμής κατά την 109η Επέτειο της Γενοκτονίας των Αρμενίων, με αδίστακτους θύτες τους τότε πολιτικώς ιθύνοντες της Τουρκίας κυρίως επί της εποχής των Νεοτούρκων.
Α. Και υπενθυμίζω, ότι η Ελλάδα υπήρξε μια από τις πρώτες Χώρες που αναγνώρισαν την Γενοκτονία των Αρμενίων ως ένα στυγερό έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας το οποίο δεν πρέπει, κατ’ ουδένα τρόπο, να λησμονηθεί ούτε να μείνει ατιμώρητο. Πραγματικά, με τον ν.2397/1996 -ο οποίος ψηφίσθηκε ύστερα από πρόταση της ίδιας της Βουλής των Ελλήνων- αφενός αναγνωρίσθηκε η Γενοκτονία των Αρμενίων και, αφετέρου, ορίσθηκε η 24η Απριλίου κάθε έτους ως Ημέρα Μνήμης 1.500.000 και πάνω αθώων ψυχών, που θανατώθηκαν με βάρβαρο τρόπο κατά την διάρκεια του στυγερού τούτου εγκλήματος κατά της Ανθρωπότητας. Και στο σημείο αυτό οφείλω να επισημάνω με ιδιαίτερη έμφαση -και θα το επισημάνω εκ νέου στον επίλογο της ομιλίας μου- ότι Ελλάδα και Αρμενία, Αρμενία και Ελλάδα, συμπορεύονται, με στενούς δεσμούς φιλίας, εδώ και πολλές δεκαετίες στον ανηφορικό δρόμο της υπεράσπισης κορυφαίων αρχών και αξιών, ιδίως δε εκείνων της υπεράσπισης της Ειρήνης, της Δημοκρατίας, της Δικαιοσύνης και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αυτές οι «αντηρίδες» της τόσο ειλικρινούς φιλίας και στενής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Αρμενίας, Αρμενίας και Ελλάδας, εδράζονται και στις μαρτυρικές περιόδους των Γενοκτονιών που έχουν βιώσει τα Έθνη μας. Περιόδους, τις οποίες οφείλουμε να μην ξεχνάμε, ούτε κατ’ ελάχιστο, όχι γιατί μας διακατέχουν αισθήματα εκδίκησης απέναντι στους Τούρκους θύτες. Αλλά διότι αυτή η μνήμη μας εμπνέει και μας καθοδηγεί στο να υπηρετούμε, στο διηνεκές, και την εξής μεγάλη, προεχόντως Ανθρωπιστική, αρχή: «Ποτέ ξανά».
Β. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε η Ελλάδα και όταν η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε τον ν.4285/2014 για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας γενικώς, το ρυθμιστικό πλαίσιο του οποίου περιλαμβάνει και την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 -στην διατύπωση της οποίας είχα την τιμή να συμβάλω προσωπικώς, ως Βουλευτής τότε- σύμφωνα με την οποία: «1.Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή δια του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, επιδοκιμάζει, ευτελίζει ή κακόβουλα αρνείται την ύπαρξη ή τη σοβαρότητα εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, του Ολοκαυτώματος και των εγκλημάτων του ναζισμού που έχουν αναγνωρισθεί με αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων ή της Βουλής των Ελλήνων και η συμπεριφορά αυτή στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους της που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή την αναπηρία, όταν η συμπεριφορά αυτή εκδηλώνεται κατά τρόπο που μπορεί να υποκινήσει βία ή μίσος ή ενέχει απειλητικό ή υβριστικό χαρακτήρα κατά μίας τέτοιας ομάδας ή μέλους της, τιμωρείται με τις ποινές της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου.» Υπό τα δεδομένα αυτά κατά την σημερινή Εκδήλωση Μνήμης έχω χρέος, ενώπιον της Ακαδημίας Αθηνών, να επαναφέρω στην μνήμη μας ορισμένες πτυχές της συντέλεσης της Γενοκτονίας των Αρμενίων, η οποία συνιστά πάντα, όπως ήδη εξέθεσα, ένα από τα πιο ζοφερά εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας.
Ι. Το ιστορικώς τεκμηριωμένο χρονικό της βάρβαρης Γενοκτονίας των Αρμενίων
Η γενικευμένη πλέον, σε διεθνή κλίμακα, αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων -η οποία λαμβάνει μάλιστα ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις παρά τις, διαχρονικές, ιταμές αντιδράσεις της Τουρκίας- καταδεικνύει ότι, «τύχη αγαθή», αυτή η βαρβαρότητα που κατ’ ουσία στράφηκε εναντίον της Ανθρωπότητας δεν πρόκειται να λησμονηθεί. Όπως επίσης δεν πρόκειται να μείνουν, εν τέλει, ατιμώρητοι οι, ακόμη και μέχρι σήμερα προκλητικώς αμετανόητοι, Τούρκοι θύτες.
Α. Οι Αρμένιοι είναι ένα πανάρχαιο Χριστιανικό Έθνος το οποίο ζούσε, πριν την Γενοκτονία και τον επέκεινα ξεριζωμό μεγάλου μέρους του που διασκορπίσθηκε έκτοτε ανά την Υφήλιο, στην περιοχή της εγγύς Ανατολής μεταξύ της Ρωσίας και του ευρύτερου εδάφους της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έθνος φιλειρηνικό και δημιουργικό, αλλά και με έντονο το αίσθημα και το φρόνημα της Ελευθερίας, οι Αρμένιοι -όπως, σχεδόν ταυτοχρόνως, π.χ. οι Έλληνες και οι Ασσύριοι στα ίδια, περίπου, εδάφη- άρχισαν ν’ ασφυκτιούν υπό το «πνιγηρό» καθεστώς καταπίεσης, το οποίο σταδιακώς «όρθωσε» εναντίον τους αρχικώς η ηγεσία της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
- Συγκεκριμένα, και αφού προηγουμένως επιχείρησε να καταπνίξει ποικιλοτρόπως το ελεύθερο φρόνημα των Αρμενίων -που είχαν αρχίσει ν’ αναπτύσσονται μ’ εξαιρετική επιτυχία στο πνευματικό αλλά και στο οικονομικό πεδίο και να διεκδικούν τον «χώρο» αυτοδιοίκησης ή και αυτονομίας η οποία τους αναλογούσε- από τις αρχές της δεκαετίας του 1880 το καθεστώς του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ του Β΄ οργάνωσε, απροκαλύπτως, απηνείς διωγμούς εναντίον τους, όπως λίγο ύστερα και εναντίον π.χ. των Ελλήνων και των Ασσυρίων. Οι ειδεχθείς εκτελέσεις και σφαγές στην περιοχή του Σασούν, το 1894, ήταν η αρχή. Και έως το 1896, οι νεκροί Αρμένιοι είχαν ξεπεράσει τις 300.000.
- Ελάχιστα χρόνια μετά, από το 1908 -όταν και επικράτησαν «εκθρονίζοντας» τον Σουλτάνο- και έως το 1918 την «σκυτάλη» πήραν οι Νεότουρκοι. Εκείνοι, οι οποίοι μετέτρεψαν το έγκλημα των μαζικών εκτελέσεων και σφαγών σε μια αδιανόητη Γενοκτονία. Επί Σουλτάνου ακόμη, και προκειμένου να εξασφαλίσουν και να εκμεταλλευθούν εναντίον του την βοήθεια των καταπιεζόμενων Εθνοτήτων εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Νεότουρκοι υποκρίθηκαν ότι επιθυμούσαν να συνασπισθούν με τους Αρμένιους -το ίδιο δε έκαναν και με άλλους, π.χ. με τους Έλληνες και με τους Ασσύριους- υποσχόμενοι αναγνώριση σε αυτούς ευρείας αυτοδιοίκησης, η οποία θα είχε την έκταση έως και μιας μορφής αυτονομίας. Η στάση των Νεοτούρκων ήταν εντελώς ψευδεπίγραφη και προσχηματική, αφού σύμφωνα με τα αμάχητα ιστορικά τεκμήρια, τα οποία προέκυψαν στην πορεία, ευθύς εξ αρχής είχαν σχεδιάσει την αμέσως μετά την επικράτησή τους έναρξη επιχειρήσεων ακραίων εθνοκαθάρσεων, στην πραγματικότητα δε ανελέητων Γενοκτονιών, εναντίον όλων των εντός Τουρκίας σημαντικών Εθνοτήτων, αρχής γενομένης από τους Αρμενίους. Δεν είναι λοιπόν υπερβολή -κάθε άλλο- να υποστηριχθεί ότι αρχική στόχευση των Νεοτούρκων ήταν όχι η οριστική πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των Σουλτάνων αλλά η «ανασύστασή» της στα πρότερα εδάφη της με τον «μανδύα» ενός, δήθεν, «σύγχρονου» πλην όμως εθνικώς «καθαρού» κράτους.
Β. Τούτο συνάγεται αβιάστως με βάση τα ίδια από συμβάντα που ακολούθησαν την κατάληψη της ηγεσίας της Τουρκίας από το καθεστώς των Νεοτούρκων.
- Και τούτο, διότι οι Νεότουρκοι ουδέποτε σκέφθηκαν να σεβασθούν, ούτε καθ’ υποφοράν, τις προγενέστερες δεσμεύσεις τους περί αυτοδιοίκησης ή και αυτονομίας υπέρ των Αρμενίων. Και μόνο το γεγονός ότι μόλις από τον Απρίλιο του 1909 προέβησαν σε καταλλήλως προσχεδιασμένους και «υποχθονίως» οργανωμένους απηνείς διωγμούς και σε μαζικές εκτελέσεις, κυρίως στις περιοχές των Αδάνων και της Κιλικίας, βεβαιώνει «του λόγου το ασφαλές». Όταν πλέον είχαν θέσει τα θεμέλια της κρατικής δομής, μέσω της οποίας το καθεστώς του Σουλτάνου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε πλήρως καταρρεύσει, οι Νεότουρκοι ενεργοποίησαν, με αμείλικτη μεθοδικότητα και βαρβαρότητα, τον ειδεχθή μηχανισμό της εξαφάνισης του Αρμενικού Έθνους δια της ωμής Γενοκτονίας του.
- «Αποφράδα ημέρα» υπήρξε η 24η Απριλίου – εξ ου και η Επέτειος της Γενοκτονίας των Αρμενίων κατ’ αυτή την ημερομηνία- του 1915, αρχικώς με την σύλληψη 150 επιφανών Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη. Στην συνέχεια οι Νεότουρκοι επιδόθηκαν, δίχως ίχνος δισταγμού και ανθρωπιστικής ευαισθησίας, στις ομαδικές εκτελέσεις και σφαγές που έως το 2018 είχαν «καταγράψει», με ανεξίτηλες ψηφίδες, στην Ιστορία ένα πρωτόγνωρο έως τότε έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας. Πάνω από 1.500.000 Αρμένιοι ήταν τα τραγικά θύματα της πρώτης Γενοκτονίας του 20ού αιώνα. Μιας Γενοκτονίας, η οποία είχε την επίσημη «σφραγίδα» του Τουρκικού Κράτους, όπως προκύπτει -φυσικά μεταξύ άλλων, ατράνταχτων, αποδεικτικών στοιχείων- και από το τηλεγράφημα του τότε Υπουργού Εσωτερικών της Τουρκίας Ταλαάτ Πασά προς τους νομάρχες της Ανατολικής Μικράς Ασίας: «Αποφασίσαμε να τεθεί τέρμα στο ζήτημα των Αρμενίων με την εκτόπισή τους στις ερήμους και την εξόντωση αυτού του ξενικού στοιχείου».
ΙΙ. Η Γενοκτονία των Αρμενίων και το αληθινό νόημα του «ποτέ ξανά»
Η αμείλικτη ετυμηγορία της Ιστορίας και σε ό,τι αφορά την «κατηγορική προσταγή» που πρέπει να συνοδεύει, αδιαλείπτως, την «κηλίδα» βαρβαρότητας της Γενοκτονίας των Αρμενίων -η οποία έχει ενταχθεί εσαεί στις «δέλτους» της- μας δείχνει τον δρόμο για το πώς πρέπει να εννοεί, σύμπασα η Ανθρωπότητα, το κορυφαίο ηθικό «πρόταγμα» του «ποτέ ξανά». Και αυτό από την μια πλευρά διότι, δίχως αμφιβολία, το βάρβαρο έγκλημα της Γενοκτονίας των Αρμενίων σε μεγάλο βαθμό υποτιμήθηκε ή και αποσιωπήθηκε -για λόγους που όλοι σήμερα αντιλαμβάνονται- όταν συντελέσθηκε. Και, από την άλλη πλευρά, διότι όπως έδειξε η μετέπειτα πορεία της Ανθρωπότητας αλλά και όπως δείχνει με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση η δυσοίωνη και δυστοπική εξέλιξη των καιρών μας, το «ποτέ ξανά» όχι μόνο δεν έχει χάσει την ουσία του αλλά, όλως αντιθέτως, διατηρεί στο ακέραιο την επικαιρότητά του, αν βεβαίως έχουμε αποφασίσει, με την δέουσα υπευθυνότητα κατ’ εξοχήν απέναντι στις γενιές που έρχονται, να μην επιτρέψουμε και να μην ανεχθούμε άλλες Γενοκτονίες. Και δη Γενοκτονίες, οι οποίες θα έλθουν όχι με την μορφή που τις γνώρισε η Ανθρωπότητα κατά τον 20ό αιώνα, αλλά καλυμμένες με την «λεοντή» δήθεν ιστορικώς και οιονεί νομοτελειακώς «επιβεβλημένων» συγκρούσεων μεταξύ ισχυρών. Κάτι το οποίο είναι τόσο περισσότερο επικίνδυνο γι’ αυτήν, όσο μπορεί να οδηγήσει, δίχως προοπτική έγκαιρης αποτροπής, αφενός σε νέες αδιανόητες αιματοχυσίες και, αφετέρου και εν τέλει, στην κατάλυση της ίδιας της Δημοκρατίας και στην πλήρη αποδυνάμωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Α. Τα κατά τ’ ανωτέρω συμπεράσματα προκύπτουν αβιάστως εκ του ότι η «απάθεια» -κατά την επικρατέστερη εκδοχή- της τότε Διεθνούς Κοινότητας απέναντι στην κατά τα προαναφερθέντα πρώτη Γενοκτονία του 20ού αιώνα, την Γενοκτονία των Αρμενίων, άνοιξε τον «ασκό του Αιόλου» και για όλα τα λοιπά εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας που επακολούθησαν έως το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου.
- Κατά πρώτο λόγο η «απάθεια» αυτή της Διεθνούς Κοινότητας, και δη καθ’ όλη την διάρκεια της συντέλεσης της Γενοκτονίας των Αρμενίων, επέτρεψε να βιώσουν, σχεδόν παραλλήλως, ανάλογες Γενοκτονίες π.χ. ο Ελληνισμός του Πόντου και της Μικράς Ασίας καθώς και το Έθνος των Ασσυρίων. Μεμονωμένες φωνές ανά την Υφήλιο δεν ήταν αρκετές για να «ξυπνήσουν» συνειδήσεις, ενώ και η «σιγή» της μεγάλης μερίδας του Τύπου της εποχής σε πολλές Χώρες της Ευρώπης συνιστούσε απτή απόδειξη του ότι η «Γηραιά Ήπειρος» απομακρύνονταν επικίνδυνα από τις θεμελιώδεις αρχές και τις αξίες της Ιστορίας της και του Πολιτισμού της. Γεγονός το οποίο προοιωνιζόταν, με ζοφερούς μάλιστα οιωνούς, τα μέλλοντα να συμβούν. Κορυφαίο «παράδειγμα προς αποφυγήν», αναφορικά με την Γενοκτονία των Αρμενίων, ήταν εκείνο της ηγεσίας της τότε Γερμανίας. Η οποία μολονότι γνώριζε τα κατά συρροήν γενοκτονικά εγκλήματα της Τουρκίας όχι μόνο σιωπούσε, αλλά και είχε επιβάλει καθεστώς λογοκρισίας στον Τύπο της ως προς αυτά. Υπόδειγμα ήθους για τα γερμανικά δεδομένα αποτέλεσε η απελπισμένη προσπάθεια του επικεφαλής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας Καρλ Λίμπνεχτ να φέρει «στο φως» τα της Γενοκτονίας των Αρμενίων ήδη από τις αρχές (Ιανουάριος) του 1916. Μια προσπάθεια που, δυστυχώς, «φιμώθηκε» απροκαλύπτως και «έπεσε στο κενό».
- Η «Νέμεσις» για την Γερμανία δεν άργησε να εμφανισθεί με το πιο αποκαλυπτικό της πρόσωπο. Ο Αδόλφος Χίτλερ είχε ήδη διδαχθεί πολλά από την κατά τα προεκτεθέντα απαράδεκτη υποτίμηση, διεθνώς αλλά κυρίως από την Γερμανία, της Γενοκτονίας των Αρμενίων και των Γενοκτονιών του Ελληνισμού του Πόντου και του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας καθώς και των Ασσυρίων. Και στηρίχθηκε ακριβώς σε αυτή την τραγική ολιγωρία για να οργανώσει, μεθοδικά και κυνικά, το μεγαλύτερο πια έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας, το Ολοκαύτωμα των Εβραίων. Σήμερα όλοι θυμούνται ότι το 1939 ο Αδόλφος Χίτλερ διερωτάτο, με απύθμενο θράσος: «Ποιος, άραγε, μιλάει σήμερα για τον αφανισμό των Αρμενίων»; Πολύ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναγνώρισε επισήμως την Γενοκτονία των Αρμενίων. Τούτο συνέβη την 23η Απριλίου 2015, όταν ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Γιοακίμ Γκάουκ παρέστη στην επιμνημόσυνη δέηση για τα τραγικά θύματα της Γενοκτονίας των Αρμενίων σε Ναό του Βερολίνου. Κατά την ίδια περίοδο ήλθε, επιτέλους, η αναγνώριση και εκ μέρους των Χωρών στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και αλλού. Παρήγορο σημάδι είναι η ραγδαία πλέον εξάπλωση της τάσης επίσημης αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Αρμενίων, σε παγκόσμια κλίμακα. Κάτι για το οποίο εμείς, οι Έλληνες, έχουμε εμπράκτως αγωνισθεί από κοινού με τον Λαό της Αρμενίας, προσβλέποντας σε μια καθολική αναγνώριση και ομόθυμη, παγκοσμίως, καταδίκη της Τουρκίας για τα γενοκτονικά της εγκλήματα γενικώς, άρα και για εκείνα που αφορούν τον Ελληνισμό του Πόντου και τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας.
Β. Στην προσπάθειά μου να συμπυκνώσω σε λίγες φράσεις τα όσα διδάσκει η Ιστορία εμάς, τους Έλληνες και τον αδελφό Λαό της Αρμενίας μεσ’ από τις τραγωδίες των πρώτων Γενοκτονιών του 20ού αιώνα -της τραγωδίας της Γενοκτονίας των Αρμενίων, που υπήρξε η αφετηρία του κοινού Γολγοθά μας, και της τραγωδίας των Γενοκτονιών του Ελληνισμού του Πόντου και του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, από το 1918 έως το 1922- γυρίζω λίγο πίσω μέσα στον χρόνο.
- Συγκεκριμένα δε γυρίζω πίσω στην 5η Νοεμβρίου 2019, όταν ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, περί το τέλος της θητείας μου, επισκέφθηκα επισήμως την Αρμενία. Από εκείνη την επίσκεψη μένει βαθιά χαραγμένο στην μνήμη μου το προσκύνημά μου στο Μνημείο των Θυμάτων της Γενοκτονίας των Αρμενίων: Εκεί, στο Ερεβάν, στο Μνημείο του Τσιτσερνακαμπέρντ, το οποίο υψώνεται επιβλητικά σ’ έναν από τους τρεις λόφους πάνω από τον ποταμό Χραζντάν, με θέα προς το πάντα χιονισμένο Αραράτ. Το οποίο μπορεί να είναι «αιχμάλωτο» στο τουρκικό έδαφος, μόλις λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορα της Αρμενίας, πλην όμως παραμένει πάντα εμβληματικό σύμβολο της κοινής μας Θρησκείας και Θρησκευτικής Παράδοσης, του Χριστιανισμού. Και ακόμη πιο βαθιά χαραγμένη μένει στην μνήμη μου η στιγμή, όταν έσκυψα πάνω από την «ακοίμητη» φλόγα του Μνημείου, η οποία θυμίζει μαζί με την Γενοκτονία των Αρμενίων και την Αναγέννηση του Αρμενικού Έθνους. Το λευκό γαρύφαλλο που άφησα εκεί το θεωρώ πάντα ένα κομμάτι της ψυχής μου -όπως δε πιστεύω της ψυχής κάθε Έλληνα αλλά και κάθε πολιτισμένου Ανθρώπου- που θα φωτίζει τον δρόμο μου στο διηνεκές, πέρα από τον χρόνο και, κυρίως, πέρα από αξιώματα.
- Τέλος, και με την πίστη ότι αυτά εκφράζουν, αδιαλείπτως, το βαθύτερο νόημα των σχέσεων Ελλάδας και Αρμενίας, Αρμενίας και Ελλάδας, υπενθυμίζω τις σκέψεις που μοιράσθηκα με τον τότε ομόλογό μου Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Αρμενίας, και με τις οποίες ξεκίνησα εισαγωγικώς την ομιλία μου: «Τα θεμέλια της τόσο ειλικρινούς φιλίας και στενής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Αρμενίας εδράζονται και στις μαρτυρικές στιγμές που έχουν ζήσει τα Έθνη μας. Στιγμές, τις οποίες οφείλουμε να μην ξεχνάμε, ούτε κατ’ ελάχιστο, όχι γιατί μας διακατέχουν αισθήματα εκδίκησης απέναντι στους θύτες μας. Αλλά διότι αυτή η μνήμη μας οδηγεί στο να υπηρετούμε, για πάντα, την μεγάλη Ανθρωπιστική αρχή: «Ποτέ ξανά». Τούτες οι μαρτυρικές στιγμές είναι ποτισμένες με το αίμα των τραγικών Θυμάτων βάρβαρων Γενοκτονιών, συγκεκριμένα δε της Γενοκτονίας των Αρμενίων από την μια πλευρά και της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας, από την άλλη. Όπως είναι γνωστό, η Ελλάδα υπήρξε πρωτοπόρος, όταν το 1996, με τον ν. 2397/1996, αναγνώρισε την Γενοκτονία των Αρμενίων και καθιέρωσε την 24η Απριλίου Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Αρμενίων, ενώ το 2014 ποινικοποίησε την άρνησή της. Από την πλευρά της, το 2015 η Ολομέλεια της Εθνοσυνέλευσης της Δημοκρατίας της Αρμενίας αναγνώρισε την Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Και εμείς, οι Έλληνες, χαιρετίζουμε το γεγονός ότι η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων διευρύνεται εντυπωσιακά.»
Επίλογος
Ο επίλογος των όσων εκτέθηκαν συνοπτικώς προηγουμένως για την Γενοκτονία των Αρμενίων αλλά και για τις λοιπές Γενοκτονίες, οι οποίες στιγμάτισαν με βάρβαρο τρόπο την ιστορία του πρώτου τετάρτου του 20ού αιώνα με αδίστακτο θύτη την Τουρκία, δεν μπορεί παρά να επικεντρωθεί από την μια πλευρά στο, πάντα επίκαιρο δυστυχώς, πραγματικό νόημα του «ποτέ ξανά». Και, από την άλλη πλευρά, στο τι οφείλει να πράξει η Διεθνής Κοινότητα, και κατ’ εξοχήν η Ευρωπαϊκή Ένωση, απέναντι στην Τουρκία, η οποία με βάση την συμπεριφορά και των σύγχρονων ηγεσιών της δεν φαίνεται να έχει διδαχθεί -ούτε έχει υποχρεωθεί να διδαχθεί- τα δέοντα για το αποτρόπαιο παρελθόν της.
Α. Σε ό,τι αφορά το «ποτέ ξανά», ως ιστορικός «δείκτης πορείας» μας αφήνει, υπό όρους διάρκειας και συνέπειας, κυρίως το δίδαγμα ότι η μνήμη για την Γενοκτονία των Αρμενίων -όπως, μεταξύ άλλων, και για τις Γενοκτονίες του Ελληνισμού του Πόντου και του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας- πρέπει να παραμένει πάντα ζωντανή, δίχως εκπτώσεις και δίχως υπολογισμούς σκοπιμοτήτων, οιαδήποτε και αν είναι η προέλευσή τους και η «έξαρσή» τους κατά την εκάστοτε συγκυρία. Κατά συνέπεια και ο αγώνας, σε διεθνή κλίμακα, για την πλήρη και ειλικρινή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων -αλλά και όλων των λοιπών Γενοκτονιών- συνεχίζεται και θα συνεχίζεται έως την τελική του δικαίωση.
Β. Όμως, το δίδαγμα του «ποτέ ξανά» δεν αποκτά το πλήρες νόημά του δίχως την οιονεί «κύρωση» του κεντρικού του «προτάγματος», το οποίο συνίσταται στην επιταγή: «Μηδενική ανοχή». Και είναι προφανές ότι η επιταγή αυτή έχει, και σήμερα, αποδέκτη προδήλως και την Τουρκία, πολλώ μάλλον όταν πριν απ’ όλα οφείλει, ως θύτης των Γενοκτονιών που διέπραξε, τουλάχιστον μια αναδρομική και ανυπόκριτη συγγνώμη, την οποία ουδέποτε έως σήμερα εξέφρασε. Και όχι μόνον αυτό, αλλά αδιστάκτως και προκλητικώς φθάνει μέχρι το σημείο να «επαίρεται» για το βάρβαρο παρελθόν της. Η δε Διεθνής Κοινότητα και η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλουν ν’ αναλογισθούν ότι το θράσος αυτό της Τουρκίας «τρέφεται» από την ολιγωρία τους να της δείξουν τον δρόμο της μη ανοχής, επιβάλλοντάς της τις κυρώσεις που προβλέπονται από το Διεθνές Δίκαιο όταν και σήμερα το παραβιάζει, εξοφθάλμως, και μάλιστα κατά συρροή. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της συνεχιζόμενης τουρκικής βαρβαρότητας που πλήττει καιρίως τον πυρήνα του Διεθνούς Δικαίου είναι εκείνο της Μαρτυρικής Κύπρου, πλήρους Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ζει την τραγωδία της κατοχής του ενός τρίτου του εδάφους της από την Τουρκία εδώ και 50 χρόνια. Και η εν προκειμένω αδιαφορία της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμφανίζεται τόσο περισσότερο δυσοίωνη για το παρόν και το μέλλον, όσο είναι κατάδηλο πως η εισβολή και κατοχή της Τουρκίας στην Κύπρο, το 1974, ήταν ένα είδος «προπομπού» της βάρβαρης εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία. Διότι σίγουρα στην σκέψη των ιθυνόντων της Ρωσίας επικράτησε, «επικαιροποιημένη», η «αλήστου μνήμης» ρήση: «Ποιος σήμερα θυμάται την εισβολή και κατοχή της Τουρκίας στην Κύπρο»; Σε όλα αυτά προστίθεται και το εξής, το οποίο αποδεικνύει την ως προς τούτο αδιανόητη «επιμηθεϊκή» πολιτική κατά κύριο λόγο του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Τουρκία: Η τελευταία όχι μόνον ουδέποτε καταδίκασε απεριφράστως την βάρβαρη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, αλλά και τηρεί εξοφθάλμως μια επαμφοτερίζουσα τακτική, δοθέντος ότι δίχως κανένα πρόσχημα και διατηρεί «αρμονικές» σχέσεις με την Ρωσία και αποκομίζει πολλαπλά οφέλη από το αίμα που χύνεται «κρουνηδόν» στα μέτωπα της Ουκρανίας. Υπό τα δεδομένα αυτά η σημερινή, εμβληματική, εκδήλωση Μνήμης της Ακαδημίας Αθηνών για τα τραγικά θύματα της Γενοκτονίας των Αρμενίων σηματοδοτεί, μεταξύ άλλων, και την αποφασιστικότητα των δύο Λαών μας, της Ελλάδας και της Αρμενίας, της Αρμενίας και της Ελλάδας, να δείξουμε, έστω και μόνοι, urbi et orbi στους ταραγμένους καιρούς μας ότι δεν πρόκειται να υποστείλουμε, με οποιοδήποτε κόστος, τα «σύμβολα» των αρχών και αξιών που είναι σύμφυτες με την Ιστορία μας και με τον Πολιτισμό μας. Ιδίως δε των αρχών και αξιών του Ανθρωπισμού, της Αλληλεγγύης, της Δημοκρατίας, της Δικαιοσύνης και των εγγυήσεων της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.»
GEOPOLITICO
Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση
Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ και εξετάζει τη σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το LNG και τον Κάθετο Διάδρομο.
Τις εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τον ανταγωνισμό για τη διακίνηση φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την ενίσχυση της συνεργασίας με την Ινδία ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News». Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ανάγκη η Αθήνα να προχωρήσει τους ενεργειακούς και αμυντικούς σχεδιασμούς της, απέναντι στην προσπάθεια της Άγκυρας να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο.
Κεντρικό θέμα αποτέλεσε η πληροφορία που μετέφερε ο παρουσιαστής για την υποβολή αιτήματος από τη Nexans προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή, η εισήγηση προς τον υπουργό Εξωτερικών και, μετά την έγκριση, η προώθησή του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την έκδοση της σχετικής αναγγελίας. Ο ίδιος τοποθέτησε τις πιθανές εξελίξεις στα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου, επικαλούμενος πληροφορίες από πηγές του.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε επίσης ότι, βάσει της ενημέρωσης που διαθέτει, δεν έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα αδειοδότησης προς την Τουρκία. Περιέγραψε ως διαφορετικό ζήτημα την ενημέρωση των χωρών της περιοχής για τις εργασίες και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, χωρίς να αφήσει περιθώριο επιβολής τουρκικών απαιτήσεων.
Η ενεργειακή σύγκρουση πίσω από τη διπλωματία
Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην αναφερόμενη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και στον τρόπο με τον οποίο την παρουσίασαν τουρκικά μέσα ενημέρωσης.
Ο παρουσιαστής μετέφερε δημοσιεύματα της Hürriyet και του Haber Global, επισημαίνοντας ότι επιχειρούν να συνδέσουν την εξέλιξη με ενδεχόμενη υποβάθμιση της Ελλάδας και αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή αποτελεί τουρκική ανάγνωση και δεν αποδεικνύει από μόνη της μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής.
Στη δική του ανάλυση, το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται στον ανταγωνισμό για το LNG και στις υποδομές μεταφοράς φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Συνέδεσε τον ελληνικό Κάθετο Διάδρομο με τις κινήσεις της τουρκικής BOTAŞ και τις συνεργασίες της με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερο μερίδιο στη διακίνηση και εμπορία αερίου.
Η Τουρκία, όπως ανέφερε, επιχειρεί να αξιοποιήσει αγωγούς, εγκαταστάσεις LNG, αποθηκευτικούς χώρους και διασυνδέσεις, ώστε να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο αναδιανομής ενέργειας. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιδίωξη δημιουργεί ανταγωνιστικές πιέσεις προς τους ελληνικούς σχεδιασμούς.
Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου στην αμερικανική πρεσβεία. Αντιπαρέβαλε την πολιτική πρόσβαση που αποδίδει στον Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα με την ανάγκη η Αθήνα να διαθέτει συνομιλητή με εμπειρία και επιρροή στην Ουάσιγκτον.
Στο πλαίσιο της συζήτησης για πιθανή διαδοχή, αναφέρθηκε στα ονόματα των Γκας Μπιλιράκη, Τζον Κατσιματίδη και Τζον Τζορτζ, παρουσιάζοντάς τα ως ονόματα που ακούγονται και εκφράζοντας προτίμηση για τον Μπιλιράκη.
Ελλάδα, Κύπρος και Ινδία: Από τις επαφές στη βιομηχανική συνεργασία
Ξεχωριστή θέση είχε η προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας, με αφορμή τις επαφές του Ινδού αξιωματούχου Ρατζές Κουμάρ Σινγκ στην Αθήνα, έπειτα από την παρουσία του στην Κύπρο.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε στη συνάντηση με τον Θανάση Δαβάκη και στην επίσκεψη στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, δίνοντας έμφαση στις συζητήσεις για την αμυντική βιομηχανία και την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών. Εκτίμησε ότι η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο τεχνολογικό και βιομηχανικό περιεχόμενο, ακόμη και μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων.
Για την κυπριακή διάσταση, στάθηκε στην επίσκεψη του Ινδού αξιωματούχου στην Πράσινη Γραμμή και στην προβολή εικόνων από τη διχοτομημένη Λευκωσία σε ινδικά μέσα. Κατά την εκτίμησή του, η ανάδειξη των συνεπειών της τουρκικής εισβολής έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Συνέδεσε, επίσης, τις αμυντικές επαφές με τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον IMEC. Υποστήριξε ότι το Νέο Δελχί αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Κύπρο ως κρίσιμους εταίρους για την πρόσβασή του στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσα από ένα πλέγμα λιμενικών, εμπορικών και στρατηγικών συνεργασιών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Θεσσαλονίκη, την οποία παρουσίασε ως λιμάνι που διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη μεταφορά ινδικών εμπορευμάτων προς τα Βαλκάνια. Τόνισε, πάντως, ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός προϋποθέτει αναβάθμιση των υποδομών και αξιόπιστη εμπορευματική σιδηροδρομική σύνδεση.
Τριβές ανάμεσα σε Άγκυρα και Μπακού
Η εκπομπή εξέτασε ακόμη τις εντάσεις που, σύμφωνα με τον παρουσιαστή, καταγράφονται στις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν, με αφορμή το ζήτημα της μαντίλας στα σχολεία.
Ο ίδιος περιέγραψε αντιδράσεις από τουρκικούς κυβερνητικούς κύκλους και απαντήσεις από την αζερική πλευρά, η οποία επικαλείται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και απορρίπτει παρεμβάσεις στα εσωτερικά της. Εκτίμησε ότι η αντιπαράθεση αναδεικνύει όρια στην τουρκική επιρροή επί του Μπακού.
Ταυτόχρονα, απέρριψε τις αναφορές περί πραξικοπήματος και καθόδου στρατού στους δρόμους, αναφέροντας ότι σχετικά βίντεο που κυκλοφόρησαν ήταν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Οι τριβές που περιέγραψε παρουσιάστηκαν ως ένδειξη πίεσης στη σχέση των δύο χωρών, χωρίς να τεκμηριώνουν από μόνες τους οριστική στρατηγική ρήξη.
Ο Καπετανίδης στην Israel Hayom και η αμυντική σχέση με το Ισραήλ
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο του αρχισυντάκτη του Geopolitico.gr, Χρήστου Κωνσταντινίδη, στην Israel Hayom, με αναφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και στην ιστορία του Νίκου Καπετανίδη.
Ανέδειξε τη σημασία της παρουσίασης σε ισραηλινό μέσο της δράσης του Πόντιου δημοσιογράφου, ο οποίος κατέγραφε τις διώξεις και τις σφαγές και οδηγήθηκε στην αγχόνη από το κεμαλικό καθεστώς. Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία του Τοπάλ Οσμάν στο άρθρο και στη σύνδεσή του με τη βία σε βάρος ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών.
Στη συνέχεια παρουσίασε βασικά σημεία ανάλυσης του Σάι Γκαλ για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα αποκτά ευρύτερο στρατηγικό και βιομηχανικό ρόλο, πέρα από την αγορά εξοπλισμών.
Χρήστος Κωνσταντινίδης: Η Τουρκία αρνείται να λογοδοτήσει για τα δικά της εγκλήματα
Λιβύη και «Γαλάζια Πατρίδα»
Στο κλείσιμο, ο παρουσιαστής εξέφρασε ανησυχία για τις εξελίξεις στη Λιβύη και το ενδεχόμενο περαιτέρω κινήσεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κάλεσε την Αθήνα να αξιοποιήσει τη διπλωματική της επιρροή και τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τέλος, μετέφερε πληροφορίες για χρονική μετάθεση του τουρκικού νομοσχεδίου περί «Γαλάζιας Πατρίδας», συνδέοντάς την με την αναμονή των ελληνικών αποφάσεων για τον GSI. Κατά την εκτίμησή του, η αναβολή αποτελεί τακτικό χειρισμό της Άγκυρας, η οποία παρακολουθεί τις επόμενες κινήσεις της Αθήνας.
Αναλύσεις
Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;
Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που θα συνδέει πολιτισμό, παραγωγή, υποδομές και αποτροπή βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης.
Την απόσταση ανάμεσα στους επαίνους για τον ελληνικό πολιτισμό και στην έμπρακτη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων ανέδειξαν ο Σταύρος Καλεντερίδης και η Μάγδα Αθανασιάδου στην εκπομπή της 14ης Οκτωβρίου. Με αφετηρία την ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, η συζήτηση επεκτάθηκε στον ανταγωνισμό για τους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους και στον κίνδυνο η Ελλάδα να περιοριστεί σε έναν δευτερεύοντα μεταφορικό ρόλο στον IMEC.
Η Αθανασιάδου, εκπαιδευτικός και υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, υποστήριξε ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί συντελεστή εθνικής ισχύος. Η αξιοποίησή της, όμως, προϋποθέτει ένα κράτος που μπορεί να τη συνδέσει με συγκεκριμένες πολιτικές, παραγωγική οικονομία και υπεράσπιση της κυριαρχίας του.
Η ελληνική κληρονομιά ως εργαλείο πολιτικής
Αναλύοντας την ομιλία Ρούμπιο, η προσκεκλημένη επισήμανε ότι η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας από ξένες δυνάμεις υπηρετεί συχνά σύγχρονες πολιτικές επιδιώξεις. Στη δική της ανάγνωση, ο Αμερικανός υπουργός αξιοποίησε έννοιες όπως η δημοκρατία, η αριστεία, η φιλοπατρία και η θυσία, συνδέοντάς τες με τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της αριστείας στην αρχαία ελληνική πόλη. Όπως εξήγησε, οι ξεχωριστές ικανότητες ενός ανθρώπου αποκτούσαν αξία μέσα από την υπηρεσία προς την κοινότητα. Η διάκριση αυτή, κατά την ίδια, είναι απαραίτητη για να κατανοηθεί το περιεχόμενο των αρχαιοελληνικών αναφορών και να αποφεύγεται η προσαρμογή τους στις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες.
Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τη συζήτηση με τη χρήση του όρου «αριστεία» στην ελληνική πολιτική ζωή, ασκώντας έντονη κριτική στην κυβέρνηση για την απόσταση που, όπως υποστήριξε, χωρίζει τη σχετική ρητορική από την πραγματικότητα.
Η κριτική για Κύπρο και ελληνοτουρκικά
Το βασικό σημείο της κριτικής της Αθανασιάδου ήταν ότι οι αναφορές στην εθνική ταυτότητα και στην υπεράσπιση των συμφερόντων των κρατών δεν συνοδεύτηκαν, κατά την εκτίμησή της, από αντίστοιχες σαφείς τοποθετήσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων.
Η ίδια χαρακτήρισε τις απαντήσεις Ρούμπιο στα ελληνοτουρκικά ως τήρηση ίσων αποστάσεων και επέκρινε την απουσία σαφούς αναφοράς στη στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο και στα θαλάσσια δικαιώματα των νησιών. Υποστήριξε ότι η γενική προτροπή για αποφυγή σύγκρουσης αφήνει εκτός συζήτησης ήδη συντελεσμένες παραβιάσεις και τις συνέπειές τους.
Ο Καλεντερίδης συμφώνησε με αυτή την αποτίμηση, τονίζοντας την αντίφαση που εντοπίζει ανάμεσα στην αξιοποίηση του ελληνικού πολιτιστικού συμβολισμού και στην αντιμετώπιση των ελληνικών ζητημάτων κυριαρχίας.
Η Αθανασιάδου έστρεψε, πάντως, το βάρος στην ελληνική ευθύνη. Η στάση των ξένων δυνάμεων πρέπει να οδηγεί τη χώρα σε καλύτερη οργάνωση της δικής της στρατηγικής. Η ιστορική κληρονομιά, όπως σημείωσε, οφείλει να λειτουργεί ως οδηγός για το παρόν και το μέλλον, αποφεύγοντας την προγονοπληξία και την αυτάρκεια των επαίνων.
IMEC: Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος σχεδιάζει
Στο δεύτερο μεγάλο σκέλος της εκπομπής, οι δύο συνομιλητές συζήτησαν τον διάδρομο διασύνδεσης Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης και τη θέση που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα.
Ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για αναλύσεις και σχεδιασμούς που, όπως ανέφερε, αναδεικνύουν την Ιταλία και την Τεργέστη, παραμερίζοντας την ελληνική διαδρομή. Συνέδεσε αυτόν τον κίνδυνο με την κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου, επιρρίπτοντας βαριές πολιτικές ευθύνες στην κυβέρνηση για τις ελλείψεις του δικτύου και την τραγωδία των Τεμπών.
Η Αθανασιάδου επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο της ελληνικής συμμετοχής. Με βάση τις αναλύσεις που επικαλέστηκε, ο IMEC αφορά ένα σύνθετο σύστημα μεταφορών, τεχνολογίας, ψηφιακών υποδομών και ασφάλειας. Συνεπώς, το ζητούμενο για μια χώρα είναι να έχει λόγο στις υπηρεσίες, στα πρότυπα και στις τεχνολογικές συνεργασίες που θα καθορίζουν τη λειτουργία του.
«Αν γίνουμε το γαϊδουράκι του IMEC», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον κίνδυνο μιας συμμετοχής περιορισμένης στη μεταφορά φορτίων. Στην ανάλυσή της, η γεωγραφική θέση χρειάζεται υποδομές, τεχνογνωσία και δυνατότητα προστασίας τους για να αποδώσει ουσιαστικό στρατηγικό όφελος.
Οι επιφυλάξεις για τα σενάρια γύρω από την Γκίλφοϊλ
Η συζήτηση επεκτάθηκε στον Κάθετο Διάδρομο και στα σενάρια που ο Καλεντερίδης συνέδεσε με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και ανταγωνιστικά συμφέροντα στην περιοχή.
Η Αθανασιάδου διατύπωσε ρητή επιφύλαξη ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων για παρασκηνιακές μεθοδεύσεις. Επισήμανε ότι δεν διαθέτει πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων και ότι ούτε τα δημοσιεύματα που συζητούν τέτοια ενδεχόμενα επιτρέπουν βεβαιότητες. Έθεσε ως ουσιαστικό ερώτημα το πώς δρα η ίδια η Ελλάδα μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό.
Πολιτισμός, παραγωγή και αποτροπή
Επικαλούμενη τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, η προσκεκλημένη υποστήριξε ότι η οικονομία, η πολιτική και η στρατιωτική ισχύς συνδέονται στενά. Έδωσε έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην αμυντική βιομηχανία, στην έρευνα και στην καινοτομία, καθώς και στην ανάγκη ενός κράτους ικανού να αποτρέπει τον πόλεμο.
Παράλληλα, ανέδειξε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τη συνεργασία με την ομογένεια, τα θερινά σχολεία και τις πανεπιστημιακές ανταλλαγές ως πεδία άσκησης πολιτιστικής πολιτικής. Ο Καλεντερίδης μετέφερε σχετικές εμπειρίες από τη Βοστόνη, περιγράφοντας ενδιαφέρον ακαδημαϊκών για συνεργασίες στην Ελλάδα και εμπόδια στην υλοποίησή τους.
Ξεχωριστή αναφορά έγινε στη Θεσσαλονίκη και στις δυνατότητές της ως βαλκανικού κέντρου εκπαίδευσης και συνεργασίας. Η Αθανασιάδου συνέδεσε αυτές τις προοπτικές με τη λειτουργία των μεταφορικών υποδομών και την αξιοποίηση των νέων επιστημόνων. Η θέση που διατύπωσε ήταν σαφής: ο πολιτισμός αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικής στρατηγικής και χρειάζεται θεσμούς, ανθρώπους και υποδομές για να μετατραπεί σε ισχύ.
GEOPOLITICO
EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας
Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και τα ναρκωτικά μέχρι τον χρυσό, τους πολύτιμους λίθους και τα όπλα, τα δίκτυα λαθρεμπορίου στις παραμεθόριες περιοχές Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν φέρονται να λειτουργούν με την ανοχή ή και τη συμμετοχή παραγόντων των κρατικών μηχανισμών. Η παράνομη οικονομία δεν αποτελεί απλώς εγκληματική δραστηριότητα, αλλά μηχανισμό επιβίωσης, πολιτικής επιρροής και ελέγχου ολόκληρων περιοχών.
Μια διαφορετική διάσταση του λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν αναδεικνύει ο αναλυτής πληροφοριών και ειδικός σε ζητήματα αντιτρομοκρατίας Ajmal Sohail, σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2026 στο EurAsia Review.
Με τίτλο «Why Powerful Interests Continue To Protect Smuggling Networks Across Iran, Pakistan, And Afghanistan», ο Sohail υποστηρίζει ότι το λαθρεμπόριο στην περιοχή δεν επιβιώνει μόνο εξαιτίας της αδυναμίας των κρατών να ελέγξουν τα σύνορά τους. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ανάλυσή του, έχει εξελιχθεί σε μια παραοικονομία που εξυπηρετεί οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα ισχυρών παραγόντων.
Το σημαντικότερο στοιχείο της προσέγγισής του είναι ότι αμφισβητεί την παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα κράτη επιθυμούν να καταπολεμήσουν το λαθρεμπόριο, αλλά δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα.
Όπως υποστηρίζει, σε αρκετές περιπτώσεις τμήματα της κρατικής διοίκησης, των τελωνειακών υπηρεσιών και των μηχανισμών ασφαλείας αποκομίζουν οφέλη από τη διατήρηση αυτής της κατάστασης.
Βαλουχιστάν: Η καρδιά μιας τεράστιας παράνομης οικονομίας
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Βαλουχιστάν, η εκτεταμένη περιοχή που συνδέει γεωγραφικά το Πακιστάν με το Ιράν και το Αφγανιστάν.
Πρόκειται για έναν χώρο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από οικονομική υπανάπτυξη, περιορισμένη κρατική παρουσία, εθνοτικές και φυλετικές αντιπαραθέσεις και μακροχρόνια δράση ένοπλων οργανώσεων.
Σύμφωνα με το EurAsia Review, μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχουν δημιουργηθεί δίκτυα που διακινούν καύσιμα, ναρκωτικά, όπλα, ξυλεία, πολύτιμους λίθους, χρυσό, μάρμαρο και άλλα εμπορεύματα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Bahramcha, στην αφγανική επαρχία Χελμάντ, καθώς και στον διάδρομο Shin Nari, στην περιοχή Arghistan του Αφγανιστάν. Τα συγκεκριμένα σημεία περιγράφονται ως σημαντικοί κόμβοι που συνδέουν τοπικούς διακινητές με μεγαλύτερα περιφερειακά και διεθνή εμπορικά δίκτυα.
Η ιδιαιτερότητα αυτών των κυκλωμάτων είναι η δυνατότητά τους να προσαρμόζονται στις επιχειρήσεις καταστολής.
Όταν οι αρχές ενισχύουν τους ελέγχους στο λαθρεμπόριο καυσίμων, οι διακινητές μπορούν να στραφούν σε άλλες πηγές κέρδους, όπως οι πολύτιμοι λίθοι ή τα μεταλλεύματα. Όταν αυξάνεται η πίεση στη διακίνηση ναρκωτικών, ενισχύεται η δραστηριότητα σε διαφορετικούς τομείς του παράνομου εμπορίου.
Αυτή η διαφοροποίηση, επισημαίνει ο αναλυτής, καθιστά τα δίκτυα εξαιρετικά ανθεκτικά.
Οι καταγγελίες για εμπλοκή στρατιωτικών και υπηρεσιών ασφαλείας
Το πλέον αιχμηρό σημείο του δημοσιεύματος αφορά τον ρόλο κρατικών παραγόντων στην προστασία του λαθρεμπορίου.
Ο Sohail υποστηρίζει ότι η διακίνηση μεγάλων φορτίων καυσίμων, ξυλείας, χρυσού και άλλων εμπορευμάτων μέσα από αυστηρά επιτηρούμενες παραμεθόριες ζώνες δύσκολα θα μπορούσε να πραγματοποιείται σε τέτοια κλίμακα χωρίς κάποιο επίπεδο θεσμικής ανοχής.
Κατά την εκτίμησή του, τμήματα τοπικών διοικήσεων, συνοριακών δυνάμεων, τελωνείων, υπηρεσιών πληροφοριών και παραγόντων που συνδέονται με στρατιωτικούς μηχανισμούς ενδέχεται να αποκομίζουν οφέλη από τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.
Οι μηχανισμοί που περιγράφει περιλαμβάνουν τη διαφθορά, την επιλεκτική εφαρμογή της νομοθεσίας, την άτυπη φορολόγηση παράνομων φορτίων και την πολιτική προστασία συγκεκριμένων δικτύων.
Ιδιαίτερα στο πακιστανικό Βαλουχιστάν, ο αναλυτής υποστηρίζει ότι ορισμένοι παράγοντες ασφαλείας μπορεί να αντιμετωπίζουν το λαθρεμπόριο όχι μόνο ως πηγή οικονομικού κέρδους, αλλά και ως εργαλείο διαχείρισης των σχέσεων με τοπικές φυλές και ομάδες επιρροής.
Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια αντίφαση: ενώ επισήμως το πακιστανικό κράτος χαρακτηρίζει το λαθρεμπόριο απειλή για την εθνική ασφάλεια, ορισμένοι παράγοντες φέρονται να θεωρούν ότι η παράνομη οικονομία συμβάλλει στη διατήρηση τοπικών ισορροπιών.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο αποτελεί ανάλυση γνώμης και δεν παραθέτει συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις ή ονομαστικά στοιχεία αξιωματούχων που να αποδεικνύουν κάθε επιμέρους ισχυρισμό περί εμπλοκής κρατικών υπηρεσιών.
Γιατί οι επιχειρήσεις καταστολής δεν έχουν μόνιμο αποτέλεσμα
Σύμφωνα με τον Sohail, η διατήρηση αυτών των συμφερόντων εξηγεί γιατί πολλές επιχειρήσεις κατά του λαθρεμπορίου αποδεικνύονται προσωρινές.
Οι αρχές ανακοινώνουν συλλήψεις, κατασχέσεις και εντατικοποίηση των συνοριακών ελέγχων, ωστόσο οι υποδομές και οι σχέσεις που επιτρέπουν στο παράνομο εμπόριο να λειτουργεί συχνά παραμένουν άθικτες.
Οι διακινητές αλλάζουν διαδρομές, χρησιμοποιούν νέους μεσάζοντες και μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε γειτονικές περιοχές.
Κατά τον αναλυτή, αυτό το φαινόμενο μπορεί να υποδηλώνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο πραγματικός στόχος δεν είναι η πλήρης εξάλειψη του λαθρεμπορίου, αλλά ο έλεγχος και η ρύθμισή του από όσους διαθέτουν ισχύ στο τοπικό σύστημα.
Ιρανικά καύσιμα, χρυσός και πολύτιμοι λίθοι
Σημαντικό οικονομικό σκέλος της παράνομης δραστηριότητας αποτελεί η διακίνηση ιρανικών καυσίμων προς το Πακιστάν.
Η διαφορά στις τιμές και οι ιδιαίτερες συνθήκες της περιφερειακής αγοράς δημιουργούν κίνητρα για τη μεταφορά καυσίμων εκτός των νόμιμων εμπορικών μηχανισμών.
Ο Sohail επισημαίνει ότι η δραστηριότητα αυτή υπονομεύει την επίσημη αγορά ενέργειας του Πακιστάν, ενώ δημιουργεί σημαντικά έσοδα για τα δίκτυα των διακινητών.
Παράλληλα, ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι προσφέρουν δυνατότητες αποθήκευσης πλούτου και μεταφοράς αξίας έξω από το τραπεζικό σύστημα.
Αυτή η πρακτική έχει ιδιαίτερη σημασία για οικονομικούς παράγοντες που επιδιώκουν να παρακάμψουν χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς ή κυρώσεις.
Το παράνομο εμπόριο ξυλείας, μαρμάρου και όνυχα συμπληρώνει την εικόνα μιας οικονομίας που λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εκτός των επίσημων φορολογικών και ρυθμιστικών μηχανισμών.
Η σύνδεση του λαθρεμπορίου με τις ένοπλες οργανώσεις
Η ανάλυση προχωρά πέρα από το οικονομικό επίπεδο και εξετάζει τις επιπτώσεις στην περιφερειακή ασφάλεια.
Οι ίδιοι διάδρομοι που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εμπορευμάτων μπορούν να αξιοποιηθούν για τη διακίνηση όπλων, χρημάτων και προσώπων που σχετίζονται με ένοπλες ή εξτρεμιστικές οργανώσεις.
Σύμφωνα με τον Sohail, τα εγκληματικά κυκλώματα και οι βίαιοι μη κρατικοί δρώντες δεν λειτουργούν πάντοτε ανεξάρτητα μεταξύ τους.
Μπορούν να χρησιμοποιούν κοινές υποδομές μεταφορών, άτυπα χρηματοπιστωτικά συστήματα, μεσάζοντες και διεφθαρμένους κρατικούς παράγοντες.
Αυτό σημαίνει ότι η παράνομη οικονομία μπορεί να δημιουργεί ένα περιβάλλον από το οποίο επωφελούνται οργανώσεις που επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της περιοχής.
Δεν συνεπάγεται, πάντως, ότι κάθε διακινητής ή κάθε τοπική κοινότητα που εξαρτάται από το άτυπο εμπόριο συνδέεται με την τρομοκρατία. Η ανάλυση αναδεικνύει κυρίως την ύπαρξη κοινών διαδρομών και μηχανισμών που μπορούν να αξιοποιηθούν από διαφορετικούς παράνομους δρώντες.
Το μεγάλο παράδοξο: Το λαθρεμπόριο ως μέσο επιβίωσης
Μία από τις σημαντικότερες επισημάνσεις του άρθρου αφορά την κοινωνική διάσταση του φαινομένου.
Σε πολλές παραμεθόριες περιοχές, η επίσημη οικονομία δεν μπορεί να προσφέρει επαρκείς θέσεις εργασίας ή σταθερά εισοδήματα.
Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες οικογένειες εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από το διασυνοριακό εμπόριο, τις μεταφορές, τις αποθήκες, τις υπηρεσίες προστασίας και τα άτυπα χρηματοπιστωτικά δίκτυα.
Η ξαφνική εξάλειψη αυτών των δραστηριοτήτων, χωρίς τη δημιουργία νόμιμων οικονομικών εναλλακτικών, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις.
Κατά τον Sohail, αυτή η εξάρτηση αποτελεί ακόμη έναν λόγο για τον οποίο κρατικοί και τοπικοί παράγοντες αποφεύγουν την πλήρη σύγκρουση με το παράνομο οικονομικό σύστημα.
Μία εκτεταμένη καταστολή θα μπορούσε να στερήσει το εισόδημα από ολόκληρες κοινότητες και να ενισχύσει τις δυνατότητες στρατολόγησης εγκληματικών ή ένοπλων οργανώσεων.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα σύνορα, αλλά η διακυβέρνηση
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι το λαθρεμπόριο στη μεθόριο Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με περισσότερες περιπολίες, συνοριακούς φράχτες και συλλήψεις.
Ο αναλυτής θεωρεί αναγκαία τη δημιουργία πραγματικών μηχανισμών λογοδοσίας, την αντιμετώπιση των σχέσεων διαφθοράς και πολιτικής προστασίας, καθώς και την ανάπτυξη νόμιμων οικονομικών δραστηριοτήτων στις παραμεθόριες περιοχές.
Η γεωπολιτική σημασία αυτής της προσέγγισης είναι ιδιαίτερη.
Σε μια περιοχή όπου συνυπάρχουν μακροχρόνιες συγκρούσεις, αδύναμοι διοικητικοί μηχανισμοί, ισχυρές τοπικές δομές εξουσίας και διεθνή οικονομικά συμφέροντα, το λαθρεμπόριο μπορεί να λειτουργεί ως παράλληλο σύστημα διακυβέρνησης.
Δεν αποτελεί απλώς μια παρανομία που διαπράττεται εναντίον του κράτους. Σύμφωνα με τον Sohail, σε ορισμένες περιπτώσεις συντηρείται ακριβώς επειδή εξυπηρετεί συμφέροντα ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στους μηχανισμούς κρατικής εξουσίας.
Το κεντρικό ερώτημα που θέτει το δημοσίευμα δεν είναι γιατί οι κυβερνήσεις αδυνατούν να σταματήσουν τα κυκλώματα, αλλά ποιοι ωφελούνται από τη διατήρησή τους.
Και όσο οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που τα προστατεύουν παραμένουν αναλλοίωτες, το τρίγωνο Ιράν–Πακιστάν–Αφγανιστάν θα εξακολουθεί, κατά την εκτίμηση του αναλυτή, να αποτελεί χώρο όπου το οργανωμένο έγκλημα, η τοπική εξουσία και οι ανάγκες επιβίωσης των πληθυσμών διαπλέκονται.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας