Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τουρκικό “μπάσιμο”! Τουρκικές αλυσίδες ανοίγουν εκατοντάδες υποκαταστήματα στην Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

Η ειρηνική συμβίωση Ελλάδας και Τουρκίας είναι ένα διαρκές στοίχημα και για τις δύο πλευρές, με τις περιόδους υψηλής έντασης -σε ορισμένες μάλιστα από τις οποίες τα τύμπανα του πολέμου μόνο προσχηματικά δεν χτυπούσαν- να είναι χρονικά σαφώς πιο διευρυμένες από τις αντίστοιχες της πλήρους ή σχετικής έστω ηρεμίας. Η γεωγραφική θέση των δύο χωρών έχει μονοδρομήσει τη διαρκή ανταγωνιστική γεωπολιτική τους σχέση και ό,τι αυτό συνεπάγεται, με την ιστορία των ελληνοτουρκικών συρράξεων να μιλάει από μόνη της.

Τις τελευταίες δεκαετίες ωστόσο, όπου η ελληνοτουρκική προσέγγιση εξακολουθεί να αποτελεί στόχο αλλά και πολύπλοκο σταυρόλεξο, ο ρόλος της οικονομίας στον κατευνασμό των «παθών» είναι ολοένα και πιο ενεργός. Μόνο τυχαίο δεν είναι ότι τις πολιτικές και διπλωματικές προσπάθειες εκτόνωσης των επικίνδυνων για την ειρήνη καταστάσεων συνόδευε ή και κινητοποιούσε ακόμα η «αφύπνιση» της οικονομίας. Από το υψηλότερο επιχειρηματικό επίπεδο της συνεργασίας κολοσσών μέχρι τη μικρότερη τουριστική μονάδα ενός ελληνικού ακριτικού νησιού που υποδέχεται τους Τούρκους τουρίστες, όλοι έπαιζαν τον δικό τους αποτρεπτικό ρόλο.

Αποδείχτηκε ότι η οικονομία, το εμπόριο, οι επενδύσεις, ο τουρισμός μπορούν και μας φέρνουν τελικά πιο κοντά. Τις επικίνδυνες κρίσεις του ’87 όπως και των Ιμίων το ’96 ακολούθησαν περίοδοι σχετικής ηρεμίας, με αισθητή αναθέρμανση της οικονομικής συνεργασίας και των εκατέρωθεν επενδύσεων. Βεβαίως, μια παλιά λαϊκή παροιμία λέει ότι ««ο Τούρκος φίλος δεν πιάνεται». Αλλά οι business δεν έχουν ανάγκη από φιλίες. Θέλουν στόχο, πλάνο πάνω σε επενδυτικές ευκαιρίες και στη βάση του αμοιβαίου συμφέροντος στις αγορές των δύο χωρών. Οι «νόμοι» αυτοί συχνά κατισχύουν ακόμη και των πιο σκληρών ιστορικών αντιπαλοτήτων.

«Είναι η οικονομία, ανόητε», όπως είχε πει ο εμπνευστής της, επικεφαλής της προεκλογικής καμπάνιας του Κλίντον το 1992 και γνωστός πολιτικός αναλυτής, Τζέιμς Κάρβιλ, για να τον αντιγράψει 25 χρόνια αργότερα ο αείμνηστος Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Υποδεικνύοντας τον καταλυτικό ρόλο της οικονομίας στην κίνηση της ανθρωπότητας και την επίδραση σε όλες τις συνιστώσες που τη διατρέχουν και που μπορεί, στην περίπτωσή μας, να υπερβεί στεγανά και εμπόδια αιώνων, διευκολύνοντας την προσέγγιση και των πιο άσπονδων εχθρών. Ας μην ξεχνάμε ότι παρά τη μακροχρόνια κρίση που τη διατρέχει, ιδίως με εξωφρενικούς ρυθμούς πληθωρισμού, η Τουρκία δεν παύει να αποτελεί μια σημαντική διεθνή οικονομική δύναμη: μέλος των G20, με ΑΕΠ 1,1 τρισ. δολαρίων, ανάπτυξη το 2023 στο 4,5% και μια αγορά 90 εκατομμυρίων ανθρώπων.

Η αφετηρία και η ώθηση

Ετσι και τώρα, η προσέγγιση των δύο χωρών είναι εμφανής μετά από μια μακρόχρονη περίοδο εντάσεων που πυροδοτούνταν από τις κατά καιρούς σκοπιμότητες του Ταγίπ Ερντογάν. Με αφετηρία τη συνάντηση του Βίλνιους μεταξύ του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Τούρκου προέδρου τον περασμένο Ιούλιο και μετέπειτα σημαντικό ορόσημο την επίσκεψη του κ. Ερντογάν στην Αθήνα τον Δεκέμβριο, η προσπάθεια αναθέρμανσης των διμερών σχέσεων δίνει καρπούς σε όλα τα μέτωπα. Με βασικό όχημά της όμως και την οικονομική, εμπορική και επιχειρηματική συνεργασία, όπου οι δύο χώρες ζουν μία από τις πιο ουσιαστικές περιόδους της τελευταίας 50ετίας. Κυριολεκτικά μια «νέα άνοιξη», λίγες ημέρες πριν τη νέα συνάντηση των δύο ηγετών, αυτή τη φορά στην Αγκυρα, στις 13 Μαΐου.

Οι αριθμοί

Ιδίως από την πλευρά των γειτόνων μας, με την έξοδο πολλών τουρκικών επιχειρήσεων προς δυσμάς και τον επενδυτικό προορισμό Ελλάδα να παίρνει χαρακτηριστικά απόβασης. Από την ενέργεια μέχρι το λιανικό εμπόριο και από το real estate και τον τουρισμό μέχρι τις ιχθυοκαλλιέργειες και τη βιομηχανία, τουρκικές εταιρείες σκανάρουν επενδυτικές προκλήσεις και ευκαιρίες στη χώρα μας και προχωρούν στο διά ταύτα. Ενδεικτικοί, όσο και αποκαλυπτικοί της νέας πραγματικότητας και των προοπτικών που διαμορφώνονται, πάντα υπό την αίρεση της διατήρησης του κλίματος προσέγγισης, οι αριθμοί:

– Το 2022 το διμερές εμπόριο ανήλθε στα 5,4 δισ. ευρώ. Τα 2,5 δισ. ελληνικές εξαγωγές στην Τουρκία και τα 2,9 δισ. εισαγωγές απ’ αυτήν. Αύξηση 18,4% έναντι του 2021. Μητσοτάκης και Ερντογάν στην Αθήνα ανέβασαν τον πήχη στα 10 δισ. δολάρια για τα επόμενα χρόνια.

– Μεταξύ 2002-2021 η Ελλάδα προχώρησε σε άμεσες επενδύσεις 7 δισ. δολαρίων στην Τουρκία, δηλαδή το 3,9% των διεθνών επενδύσεων στη γείτονα, όπου δραστηριοποιούνται 61 ελληνικές εταιρείες. Ανάμεσά τους Τιτάν, Intralot, Chipita, Alumil, Πλαστικά Κρήτης, Isomat, Kleemann, Ελληνικοί Λευκόλιθοι, Καρέλια κ.ά.

– Η Ελλάδα είναι στη 10η θέση των χωρών που υποδέχονται της τουρκικές εξαγωγές, ενώ η Τουρκία στην 5η μεταξύ των πελατών των ελληνικών προϊόντων.

– 800 Τούρκοι κατέχουν ήδη την ελληνική Golden Visa, δηλαδή διαθέτουν μόνιμη άδεια διαμονής επενδυτή, όντες στη δεύτερη θέση μεταξύ των ξένων που την έχουν αποκτήσει πίσω από τους Κινέζους. Σε σύνολο 14.875 αιτημάτων την τελευταία τριετία (2021-23), κατέχουν επίσης τη 2η θέση με 1.432 αιτήσεις.

– Το μέτρο της τουριστικής βίζας-εξπρές για Τούρκους επισκέπτες σε 10 νησιά του ανατολικού Αιγαίου έχει ήδη οδηγήσει σε τριπλασιασμό αφίξεων από τη γείτονα.

Στο retail

Η αγορά του retail συνιστά τον τομέα με την πιο εμφατική κινητικότητα τουρκικών εταιρειών προς την Ελλάδα το τελευταίο διάστημα. Ενα κύμα ισχυρών αλυσίδων με υψηλές φιλοδοξίες έχει ξεκινήσει «αποβατική εκστρατεία» στη χώρα μας.

Σε θέση ατμομηχανής η διεθνής αλυσίδα ένδυσης LC Waikiki, η «τουρκική Zara» όπως αποκαλείται, η οποία προσώρας διαθέτει 12 καταστήματα διασπαρμένα σε όλη την Ελλάδα (Αθήνα, Πειραιάς, Πάτρα, Ηράκλειο, Αλεξανδρούπολη, Λάρισα κ.α.) με πλάνο ανάπτυξης έως και 30 μέχρι και το 2026. Διαθέτοντας 950 καταστήματα σε 46 χώρες, η φιλοδοξία της είναι να αποτελέσει τον τρίτο κορυφαίο παίκτη σε ένδυση, υπόδηση και αξεσουάρ στην Ευρώπη, ανταγωνιζόμενη ευθέως τους Ισπανούς της Inditex (Zara κ.λπ.) και τους Σουηδούς της H&M. Το μότο της φιλοσοφίας της είναι «όλοι αξίζουν να ντύνονται καλά».

mustafa-kucuc-waikiki
Κατάστημα της διεθνούς αλυσίδας ένδυσης LC Waikiki

Με έσοδα στα 34,1 δισ. δολάρια πέρυσι και εξάπλωση της αλυσίδας μέχρι και τη Λατινική Αμερική, ο ιδιοκτήτης της Μουσταφά Κιουτσούκ βιώνει μια περίοδο εκτόξευσης της προσωπικής του περιουσίας που αγγίζει τα 2 δισ. δολάρια και τον κατατάσσει αυτή την εβδομάδα στο Νο 1632 της λίστας «Forbes». Από την Ελλάδα, τα έσοδα του 2022 διαμορφώθηκαν σε 23,1 εκατ. ευρώ, διπλάσια του 2021.

mustafa-kucuk
Ο Μουσταφά Κιουτσούκ

Με 5 καταστήματα στην Αθήνα, η αλυσίδα λευκών ειδών και διακόσμησης Madame Coco έχει κλείσει 4 χρόνια στην ελληνική αγορά. Ιδρύθηκε το 2011 από τον Τουργκούτ Αϊντίν, έγινε γρήγορα ισχυρή διεθνής αλυσίδα στον κλάδο, με 391 καταστήματα σε 19 χώρες και ετήσια έσοδα 722 εκατ. δολάρια.

Μια ακόμη τουρκική αλυσίδα ένδυσης, η Colin’s του Eroglu Holdings Group, σχεδιάζει την περαιτέρω ανάπτυξη δικτύου καταστημάτων στην ελληνική αγορά. Αποτελεί σημαντική δύναμη στο εμπόριο ενδυμάτων με πάνω από 600 καταστήματα σε 38 χώρες. Στην Ελλάδα η παρουσία της εντοπίζεται προς το παρόν σε επιλεγμένα σημεία (Εμπορικό Κέντρο Σπάτων, Πάτρα κ.α.).

turgut-aydin
Ο ιδρυτής του Madame Coco, Τουργκούτ Αϊντίν

Με επόμενο σταθμό την Αθήνα, μετά την Αλεξανδρούπολη και τη Θεσσαλονίκη, αναπτύσσεται και η τουρκική αλυσίδα εσωρούχων Penti. Βρίσκεται στο Νο 3 των βιομηχανιών καλτσών στην Ευρώπη, παράγοντας 80 εκατομμύρια ζεύγη ετησίως, λειτουργώντας ένα σύνολο 600 καταστημάτων, τα 200 εκτός Τουρκίας, σε 34 χώρες.

Εδώ και σχεδόν 2 χρόνια η Vakko, μεταξύ των κορυφαίων οίκων μόδας και luxury προϊόντων στην Τουρκία, με διαδρομή 90 χρόνων, έχει ανοίξει θυγατρική και στην Ελλάδα, χωρίς όμως έκτοτε να κάνει το επόμενο βήμα. Εχει σχεδιάσει τις στολές για το προσωπικό της Turkish Airlines, αλλά και για την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Τουρκίας.

Σε αντίθετες τροχιές οι δύο κορυφαίοι όμιλοι

Βεβαίως υπάρχουν οι μεγαλύτερες άμεσες τουρκικές επενδύσεις στην Ελλάδα. Τη δεκαετία του 2010, εποχή της μεγάλης κρίσης, δύο κορυφαίοι τουρκικοί όμιλοι, ο Koc και η Dogus, ανταγωνίστηκαν σκληρά σε εξαγορές στη χώρα μας. Αλλά τώρα κινούνται σε αντίθετες τροχιές.

Ο όμιλος Koc μεταξύ άλλων απέκτησε την Avis Greece στα τέλη του 2017 έναντι 318,1 εκατ. ευρώ. Τα κέρδη του είναι εντυπωσιακά. Ο συνολικός κύκλος εργασιών της εταιρείας παρουσίασε αύξηση κατά 17,1% το 2022 σε σχέση με το 2021, στα 234,9 εκατ. ευρώ, με κέρδη προ φόρων στα 32 εκατ. Μιλάμε για μία από τις ισχυρότερες οικογένειες της Τουρκίας, με σαφή κεμαλική προσήλωση, με την περιουσία του Μουσταφά Ραχμί Κοτς να ανέρχεται στα 3,1 δισ. δολάρια, που τον έφεραν την περασμένη εβδομάδα στο Νο 1056 της λίστας «Forbes». Ο όμιλος Koc Holdnigs έχει πάνω από 130.000 εργαζομένους και πάνω από 100 εταιρείες (διυλιστήρια, αυτοκινητοβιομηχανία Tofas κ.ά.) κάτω από την ομπρέλα του. Στην ιδιοκτησία του και η μαρίνα Μυτιλήνης, καθώς και κάποια ακόμη ακίνητα στο νησί.

mustafa-koc
Ο Μουσταφά Ραχμί Κοτς
mustafa-koc-marina-mitilinis
Η μαρίνα Μυτιλήνης βρίσκεται κάτω από την ομπρέλα του ομίλου Koc Holdnigs, ενός από τους μεγαλύτερους της Τουρκίας, με 130.000 εργαζομένους και πάνω από 100 εταιρείες (διυλιστήρια, αυτοκινητοβιομηχανία Tofas κ.ά.)

Στον αντίποδα, ο όμιλος Dogus του επίσης δισεκατομμυριούχου Φερίτ Σαχένκ, που την περασμένη δεκαετία είχε σπουδαία παρουσία στην Ελλάδα. Στον κατασκευαστικό κλάδο, τουριστικά projects και μαρίνες στη χώρα μας, έχοντας μέχρι το μισό «Χίλτον», τον μισό «Αστέρα» και τις μαρίνες Βουλιαγμένης, Φλοίσβου, Γουβιών Κέρκυρας, Λευκάδας και Ζέας, έχει μειώσει στο ελάχιστο το ελληνικό επενδυτικό του αποτύπωμα, μόλις σε μία εταιρεία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, ισχνής λειτουργίας.

Βιομηχανία και ενεργειακά projects

Μια αρκετά προβεβλημένη επένδυση των Τούρκων στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια είναι αυτή του 74χρονου Νιγιαζί Ονέν της Dardanel Onentas, εισηγμένης στο Χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης, η οποία απέκτησε στα μέσα του 2022 την εταιρεία κατεψυγμένων αλιευμάτων Καλλιμάνης και δύο εργοστάσιά της έναντι περίπου 10 εκατ. ευρώ με ισχυρό κούρεμα των δανείων της. Στόχος της είναι η μέσω Ελλάδας είσοδός της και σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Εξι μήνες μετά, με επενδύσεις και είσοδο σε νέες κατηγορίες προϊόντων, ξεκίνησε να ανακτά τα χαμένα μερίδιά της στην ελληνική αγορά ώστε να ξαναγίνει ένα ισχυρό brand. Απέχει πάντως ακόμη αρκετά.

niyazi-onen
Ο Νιγιαζί Ονέν

Την ίδια ώρα, μια ιστορική βιομηχανία της Θεσσαλονίκης, η Μακεδονική Εταιρεία Χάρτου (πρώην ΜΕΛ), έχει περάσει στα χέρια του τουρκικού ομίλου Pak Group. Ενός κολοσσού, καθότι τέταρτος μεγαλύτερος κατασκευαστής χαρτονιού στην Ευρώπη. Σήμερα παράγει 120.000 τόνους χαρτονιού και εξάγει το 50% της παραγωγής της με έσοδα άνω του μισού δισ. δολαρίων. Η πρώην Μακεδονική Εταιρεία Λαδόπουλου ιδρύθηκε το 1964. Το 1981 πέρασε στον Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων και το 1998 ο κ. Οικονόμου, επικεφαλής ομάδας επενδυτών, απέκτησε την εταιρεία-leader στον κλάδο της, με μεγάλη ακίνητη περιουσία, αλλά λόγω της κρίσης και της αδυναμίας χρηματοδότησης από τις τράπεζες οδηγήθηκε στην πώληση. Παράγει χαρτόνια συσκευασίας για τρόφιμα (πίτσες, γλυκά, γιαούρτια κ.ά.).

niyazi-onen-dardanel-onentas
Από το 2022 η εταιρεία κατεψυγμένων αλιευμάτων Καλλιμάνης και δύο εργοστάσιά της πέρασαν στην ιδιοκτησία του 74χρονου Νιγιαζί Ονέν της Dardanel Onentas έναντι περίπου 10 εκατ. ευρώ με ισχυρό κούρεμα των δανείων της

Παραπλήσια της ΜΕΛ, επένδυση 28 εκατ. ευρώ για τη δημιουργία της μονάδας παραγωγής χαρτοκιβωτίων Nova Packaging στη Βιομηχανική Περιοχή της Σίνδου προχώρησε ο τουρκικός όμιλος Eren Holding. Ο εν λόγω, με 36 θυγατρικές, δραστηριοποιείται εκτός από το χαρτί, στη συσκευασία, την ενέργεια, την κλωστοϋφαντουργία, την τσιμεντοβιομηχανία και το λιανεμπόριο.

Μακεδονία

Παράλληλα, την αγορά της Ανατολικής Μακεδονίας ιχνηλατούν τουρκικοί ενεργειακοί όμιλοι με στόχο την πραγματοποίηση επενδύσεων ύψους πολλών εκατομμυρίων ευρώ για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από αέριο σε συνεργασία με Ελληνες εταίρους. Κατεύθυνση στην οποία έδωσε ισχυρή ώθηση το ειδικό μνημόνιο κατανόησης που υπεγράφη τον Δεκέμβριο στην Αθήνα, στο περιθώριο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας των δύο χωρών, μεταξύ των επικεφαλής των διαχειριστών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας των δύο πλευρών (ΑΔΜΗΕ, TEIAS) για τη σύνδεση της γραμμής Μπαμπαεσκί – Νέας Σάντας.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ελληνοτουρκικού Επιμελητηρίου Βορείου Ελλάδος, Δημήτρη Συμεωνίδη, υπάρχει προχωρημένο στάδιο διαπραγματεύσεων με δύο τουρκικούς ομίλους για ισάριθμες ενεργειακές επενδύσεις, ύψους περίπου 100 εκατ. ευρώ η καθεμιά. Εντονο επενδυτικό ενδιαφέρον εξάλλου για την ελληνική αγορά ΑΠΕ δείχνουν και άλλοι Τούρκοι επιχειρηματίες. Ο όμιλος Goktekinenergji, που συγκαταλέγεται στις 10 πιο γρήγορα αναπτυσσόμενες εταιρείες στην Τουρκία, έχει πάρει άδειες παραγωγής και αναπτύσσει 3 μεγάλα φωτοβολταϊκά projects στην Αμφίκλεια κοντά στα Καμένα Βούρλα, 260 MW, 220 MW και 120 MW αντίστοιχα. Για το τρίτο, μάλιστα, έχει ζητήσει τροποποίηση της άδειας προκειμένου να προσθέσει και άδεια αποθήκευσης ενέργειας.

Αντίστοιχα, ο όμιλος Polat Holding, που ανήκει στον μεγιστάνα Αντνάν Πολάτ, πρώην ιδιοκτήτη της Γαλατά Σαράι, ενδιαφέρεται να επενδύσει στις ΑΠΕ στη χώρα μας. Ο κ. Πολάτ το γνωστοποίησε -μαζί με τη χαρά του για την επαγγελματική άφιξη των… Εργκίν Αταμάν και Φατίχ Τερίμ στην Αθήνα- στο πλαίσιο του ελληνοτουρκικού επιχειρηματικού φόρουμ που πραγματοποιήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου στην Κωνσταντινούπολη, με συμμετοχή δεκάδων σημαντικών Τούρκων και Ελλήνων επιχειρηματιών. Πέραν της ενέργειας, όπου στη γείτονα έχει πραγματοποιήσει επενδύσεις 1 δισ. δολαρίων σε ΑΠΕ, διαθέτοντας αιολικά πάρκα 708 MW, η Polat Holding εξετάζει επενδυτικές ευκαιρίες στην Ελλάδα στο real estate και το εμπόριο.

Παραγωγική παρουσία στην Ελλάδα έχει επίσης η Polisan Holdings στη ΒΙΠΕ Βόλου, έχοντας εξαγοράσει από το 2013 το 100% των εγκαταστάσεων παραγωγής πολυαιθυλίνης της εταιρείας Artenius Hellas. Ανήκει στην οικογένεια Μπιτλίς που ξεκίνησε τις εμπορικές της δραστηριότητες στον κλωστοϋφαντουργικό κλάδο το 1956, για να επεκταθεί στα χημικά, βαφή, διαχείριση λιμένων, real estate κ.λπ., ξεκινώντας τις εξαγορές της στο εξωτερικό από την ελληνική εταιρεία. Επίσης η Suoz Energy, που ανήκει στους γιους της πρώην πρωθυπουργού (επί Ιμίων) Τανσού Τσιλέρ εξαγόρασε στα μέσα του 2018 τα εργοστάσια κατασκευής φωτοβολταϊκών πάνελ δύο εταιρειών, της Piritium Α.Ε. και της Silcio Α.Ε., με στόχο όμως τη μεταφορά της μίας έστω μονάδας στην Τουρκία.

Ενώ στη Θεσσαλονίκη ήδη «αποβιβάστηκαν» η μεγαλύτερη τουρκική αλυσίδα ζαχαροπλαστείων (310 καταστήματα), η Mado, με 2 καταστήματα και οι φούρνοι «Smyrna Boyoz», φέρνοντας στη συμπρωτεύουσα τα boyoz, ονομαστά γλυκίσματα της Σμύρνης.

Real estate στα νησιά

Σε πολλά νησιά, κυρίως του Αιγαίου, αλλά όχι μόνο, υπάρχουν εγκατεστημένες ή εξελίσσονται τουρκικές επενδύσεις και δραστηριότητες μικρών και μεγάλων τουρκικών επιχειρήσεων. Η παρουσία τους διαρκώς διευρύνεται με μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην αγορά ακινήτων και τον τουρισμό (καταλύματα και εστίαση). Πρόκειται για σχετικά μικρές αλλά πολλές επενδύσεις, οι οποίες πραγματοποιούνται και μέσω εταιρειών συμμετοχών, όπου εμφανίζονται και αραβικά ή ακόμα και αμερικανικά κεφάλαια, με συνέπεια να μην εντοπίζονται και τόσο εύκολα από τα ραντάρ της αγοράς και να μην αποτυπώνονται με ακρίβεια από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία. Υπολογίζονται πάντως αθροιστικά γύρω στο διόλου ευκαταφρόνητο 1 δισ. ευρώ.

halit-cinginioglou-monaco-1
H Meganisi Hidden Resort απέκτησε έκταση 33 στρεμμάτων στην περιοχή Μακριά Πούντα στο Μεγανήσι

Παραδείγματα, αυτά της Akfen Συμμετοχών που δραστηριοποιείται στην αγροτική παραγωγή και που εμφανίστηκε πέρυσι στη Χίο να αγοράζει εκτάσεις έναντι 20 εκατ. ευρώ. Η Cengiz Holding νωρίτερα συμμετείχε σε οδικό project στη Ρόδο, η Limak στην κατασκευή έργου στο αεροδρόμιο Σάμου, ενώ η Yildirim Holding κατασκευάζει εργοστάσιο πλαστικών στην Κέρκυρα.

halit-cinginioglou
Ο Χαλίτ Τσινγκιλίογλου

Επίσης, στο Μεγανήσι επενδύει ο Χαλίτ Τσινγκιλίογλου, ένα από τα μεγάλα επιχειρηματικά ονόματα της Τουρκίας, με έδρα του ομίλου του το Λονδίνο και δραστηριότητες σε ενέργεια, τράπεζες, ασφαλιστική αγορά, real estate σε πολλές χώρες της Ευρώπης και της Ασίας. Μόνιμος κάτοικος του πριγκιπάτου του Μονακό, με τη σύζυγό του ίδρυσαν την εταιρεία Meganisi Hidden Resort, με αντικείμενο τις υπηρεσίες ενοικίασης ακινήτων και καταλυμάτων, με προοπτική επέκτασης στον κλάδο της φιλοξενίας και σε άλλους δημοφιλείς ελληνικούς προορισμούς. Σε επέκταση εξάλλου των δραστηριοτήτων της στην Ελλάδα προχωρεί και η Ziraat Bank, με παρουσία σε Αθήνα, Ξάνθη και Κομοτηνή. Κατέχει το πιο διαδεδομένο τραπεζικό δίκτυο στην Τουρκία, με 24.556 υπαλλήλους, 1.751 καταστήματα στη γείτονα, συν άλλα 80 σε 18 χώρες του εξωτερικού.

Η τουριστική βίζα-εξπρές

Τριπλασιασμό των αφίξεων Τούρκων τουριστών σε πέντε νησιά του Αιγαίου, σε σχέση με το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου 2023, επέφερε η εφαρμογή της επταήμερης βίζας-εξπρές. Το μέτρο, στη βάση της συμφωνίας Μητσοτάκη – Ερντογάν, εφαρμόζεται από τις 31 Μαρτίου σε Λέσβο, Χίο, Σάμο, Κω, Ρόδο, ενώ από την επόμενη Τρίτη θα επεκταθεί σε Λήμνο, Λέρο, Σύμη, Κάλυμνο και Καστελόριζο. Ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης από τη Λέσβο πριν από δέκα ημέρες ανέφερε με εμφανή ικανοποίηση πως «το πρόγραμμα αυτό είναι η έμπρακτη επιβεβαίωση ότι η προσέγγιση Ελλάδας και Τουρκίας έχει απτά πραγματικά αποτελέσματα – πρώτα και πάνω απ’ όλα για τους νησιώτες μας, οι οποίοι είναι και οι πρώτοι που θέλουν να ζούμε σε συνθήκες ειρήνης και ασφάλειας με τον γείτονά μας και να έχουμε προφανώς και τα οικονομικά οφέλη από αυτή την τακτική επικοινωνία».

Στόχος των δύο πλευρών, όπως διατυπώθηκε και τον Δεκέμβριο στην Αθήνα και επαναβεβαιώθηκε στο Φόρουμ της Κωνσταντινούπολης, είναι οι σχεδόν 600.000 Ελληνες και ισάριθμοι Τούρκοι τουρίστες που επισκέπτονται μέσω ξηράς κυρίως την Τουρκία οι μεν και μέσω θάλασσας την Ελλάδα οι δε αντίστοιχα κάθε χρόνο, να αυξηθούν στο 1 εκατομμύριο εκατέρωθεν.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή