Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Αναβλήθηκε το “Ελληνικό Φεστιβάλ” (Greekfest) στις 20 Ιουλίου μετά από πίεση της Ομογένειας

Δημοσιεύτηκε στις

Ενημερωνόμαστε ότι οι διοργανωτές του Ελληνικού Φεστιβάλ που είχε οριστεί να πραγματοποιηθεί στο Barnet Playing Fields στις 20 Ιουλίου 2024, μετά την έντονη αντίδραση που αντιμετώπισαν από την Ομογένεια με σχόλια στις ιστοσελίδες του Greekfest για τη λανθασμένη επιλογή της 20ης Ιουλίου, ημέρας της πρώτης βάρβαρης Τουρκικής εισβολής του 1974 και που συμπίπτει φέτος να ολοκληρώνονται 50 χρόνια από τότε, αποφάσισαν να μεταφέρουν την εκδήλωση για τις 7 Σεπτεμβρίου 2024.

Την περασμένη εβδομάδα επισκέφθηκαν τα γραφεία της Ελληνικής Κυπριακής Αδελφότητας στο Φίνσλεϋ, αφενός ενημέρωσαν την απόφασή τους να αναβάλουν την εκδήλωση για τον Σεπτέμβριο, ευαισθητοποιημένοι, όπως είπαν, από την έντονη αντίδραση ομογενών για την ημερομηνία και αφετέρου ενημερώθηκαν περισσότερο για τις αντικατοχικές εκδηλώσεις και την τραγωδία της πατρίδας μας.

Η απόφασή τους γίνεται δεκτή με ικανοποίηση.

Ανακοίνωσαν την αλλαγή με ανάρτησή τους την Κυριακή 9 Ιουνίου 2024 ενημερώνοντας ότι ακύρωσαν το Ελληνικό Φεστιβάλ για τις 20 Ιουλίου και το μεταφέρουν για τις 7 Σεπτεμβρίου 2024. Με το χαρακτηριστικό τίτλο « Εσείς μιλήσατε. Εμείς ακούσαμε» («YOU SAID. WE LISTENED»)

http://www.eleftheria.co.uk/pdf/613202483819Eleftheria_1209.pdf 13/6/2024 σελ. 7

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Hürriyet: «Διπλωματική απογοήτευση για την Αθήνα» – Η τουρκική ανάγνωση της επίσκεψης Ρούμπιο και τα μηνύματα για τα F-35

Ως διπλωματική απογοήτευση για την Ελλάδα επιχειρεί να παρουσιάσει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα. Σύμφωνα με την τουρκική ερμηνεία, η ελληνική κυβέρνηση δεν απέσπασε τις δημόσιες δεσμεύσεις που επιδίωκε απέναντι στην Άγκυρα, ενώ η Ουάσιγκτον διατήρησε ανοικτό το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η εφημερίδα εστιάζει επίσης στις αμερικανικές εξοπλιστικές συμφωνίες με την Ελλάδα, χρησιμοποιώντας τον αιχμηρό χαρακτηρισμό «Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε».

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τη δική της ερμηνεία για τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα παρουσιάζει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet, επιχειρώντας να αποδομήσει την εικόνα ενίσχυσης της ελληνοαμερικανικής στρατηγικής συνεργασίας που προβάλλει η ελληνική κυβέρνηση.

Στο δημοσίευμα της 9ης Οκτωβρίου 2026, η εφημερίδα υποστηρίζει ότι, παρά την υψηλού επιπέδου υποδοχή του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών και τη συμβολική σημασία της ομιλίας του στην Πνύκα, η Αθήνα δεν εξασφάλισε σαφή αμερικανική τοποθέτηση υπέρ των ελληνικών θέσεων στις διαφορές με την Τουρκία.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια του τουρκικού Τύπου να αξιολογήσει τις συνέπειες του έκτου γύρου του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος πραγματοποιήθηκε στις 7 Οκτωβρίου.

«Διπλωματική απογοήτευση» παρά την υποδοχή Ρούμπιο

Σύμφωνα με την Hürriyet, η Αθήνα επένδυσε σημαντικά στην επίσκεψη του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει μεγαλύτερη πολιτική υποστήριξη έναντι της Τουρκίας.

Η εφημερίδα υποστηρίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση επιχείρησε να αναδείξει τον τουρκικό αναθεωρητισμό και τις εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, προσδοκώντας ότι ο Ρούμπιο θα υιοθετούσε δημόσια πιο συγκεκριμένες θέσεις.

Ωστόσο, κατά την τουρκική ερμηνεία, ο Αμερικανός υπουργός απέφυγε να μετατρέψει την επίσκεψή του σε μια αντιτουρκική διπλωματική παρέμβαση.

Η Hürriyet εκλαμβάνει τη στάση αυτή ως ένδειξη ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιθυμεί να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις και με τους δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι η απουσία δημόσιας καταδίκης της Άγκυρας δεν ισοδυναμεί με υιοθέτηση των τουρκικών θέσεων. Ούτε αποδεικνύει από μόνη της ότι η ελληνική πλευρά δεν πέτυχε τους στόχους της επίσκεψης.

F-35: Το σημείο στο οποίο επικεντρώνεται η Άγκυρα

Το σημαντικότερο μέρος της τουρκικής επιχειρηματολογίας αφορά την πιθανότητα επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35.

Η Hürriyet αναδεικνύει τις δηλώσεις του Ρούμπιο σχετικά με την επιθυμία του Ντόναλντ Τραμπ να επιλυθεί το πρόβλημα που εμποδίζει τις παραδόσεις των αεροσκαφών.

Ο Αμερικανός υπουργός, σε συνέντευξή του στην Καθημερινή, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η Τουρκία είχε ήδη καταβάλει χρήματα για ορισμένα από τα μαχητικά, επισημαίνοντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιθυμούσε να προχωρήσει η παράδοσή τους, εφόσον αυτό καταστεί νομικά εφικτό.

Η τουρκική εφημερίδα παρουσιάζει αυτή τη δήλωση ως θετικό μήνυμα προς την Άγκυρα.

Ωστόσο, υπάρχει μια καθοριστική παράμετρος: ο Ρούμπιο ξεκαθάρισε ότι η ισχύουσα αμερικανική νομοθεσία δεν επιτρέπει την παράδοση F-35 όσο παραμένει ανεπίλυτο το ζήτημα των ρωσικών συστημάτων S-400.

Όπως καταγράφει και η τουρκική έκδοση της Euronews, ο Αμερικανός υπουργός υπογράμμισε ότι η μεταφορά των αεροσκαφών δεν μπορεί να προχωρήσει πριν εκπληρωθούν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Συνεπώς, η πραγματική αμερικανική θέση περιλαμβάνει δύο διαφορετικά στοιχεία: πολιτική πρόθεση αναζήτησης λύσης και διατήρηση των υφιστάμενων νομικών περιορισμών.

Η Hürriyet επιλέγει να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο πρώτο.

Οι S-400 εξακολουθούν να κρατούν την Τουρκία εκτός προγράμματος

Η απόκτηση των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 από την Τουρκία παραμένει το βασικό εμπόδιο στις προσπάθειες επανένταξής της στο πρόγραμμα των F-35.

Η Ουάσιγκτον είχε αποκλείσει την Άγκυρα από το πρόγραμμα, εκτιμώντας ότι η λειτουργία των S-400 δημιουργούσε κινδύνους για την ασφάλεια ευαίσθητων τεχνολογιών του αμερικανικού μαχητικού.

Η κυβέρνηση Ερντογάν έχει επιχειρήσει επανειλημμένα να επιτύχει μια διευθέτηση, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ανακοινωθεί συμφωνία που να επιτρέπει την άρση των περιορισμών.

Οι δηλώσεις Ρούμπιο δείχνουν ότι η αμερικανική πλευρά δεν αποκλείει μια μελλοντική λύση, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει μεταβάλει το υφιστάμενο καθεστώς.

Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, η οποία έχει ήδη προχωρήσει στην απόκτηση 20 F-35 και προγραμματίζει την ένταξή τους στην Πολεμική Αεροπορία τα επόμενα χρόνια.

Η πιθανή μελλοντική επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα θα αποτελούσε σημαντική εξέλιξη στον περιφερειακό εξοπλιστικό σχεδιασμό. Προς το παρόν, όμως, δεν υπάρχει απόφαση παράδοσης των αεροσκαφών.

«Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε»

Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η αντιμετώπιση του αμυντικού πακέτου που συμφωνήθηκε μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον.

Η Hürriyet χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε», επιχειρώντας να παρουσιάσει την επίσκεψη Ρούμπιο ως μια επιτυχημένη εμπορική αποστολή για την αμερικανική αμυντική βιομηχανία, αλλά με περιορισμένα πολιτικά ανταλλάγματα για την ελληνική κυβέρνηση.

Σύμφωνα με το Reuters, η Ελλάδα συμφώνησε σε εξοπλιστικό σχεδιασμό ύψους έως 4 δισ. δολαρίων, ο οποίος περιλαμβάνει την προμήθεια προηγμένων πυρομαχικών και την αναβάθμιση επιπλέον μαχητικών F-16.

Πηγές του ελληνικού υπουργείου Άμυνας ανέφεραν ότι το πακέτο περιλαμβάνει πυραύλους και βόμβες για τα F-16 Viper, τα F-35 και τα ελικόπτερα Black Hawk.

Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνεται ο σχεδιασμός αναβάθμισης άλλων 37 ελληνικών F-16 Block 50 στην έκδοση Viper, με εκτιμώμενο κόστος περίπου 1 δισ. δολαρίων.

Η τουρκική εφημερίδα επιχειρεί να υποβαθμίσει τη σημασία αυτών των συμφωνιών, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν εξασφάλισε την πλήρη κάλυψη των απαιτήσεών της σε προηγμένα οπλικά συστήματα.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε συγκεκριμένα όπλα που έχει ζητήσει η Αθήνα για τα F-35, τα οποία, σύμφωνα με την Hürriyet, δεν περιλαμβάνονται στο ανακοινωθέν πακέτο.

Ο Ρούμπιο είχε επιβεβαιώσει ότι αιτήματα για ορισμένα προηγμένα όπλα εξακολουθούν να εξετάζονται και ότι οι τελικές αποφάσεις ανήκουν στην αμερικανική κυβέρνηση.

Αυτό σημαίνει ότι η εκκρεμότητα δεν συνιστά απαραίτητα οριστική απόρριψη των ελληνικών αιτημάτων.

Τι πραγματικά συμφωνήθηκε μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον

Η τουρκική παρουσίαση επικεντρώνεται κυρίως στα F-35 και στις εξοπλιστικές αγορές, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο άλλες πτυχές του Στρατηγικού Διαλόγου.

Κατά την επίσκεψη Ρούμπιο ανακοινώθηκε η ενίσχυση της συνεργασίας των δύο χωρών στον τομέα της ασφάλειας, με νέο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Παράλληλα, συζητήθηκαν η ενεργειακή ασφάλεια, οι περιφερειακές διασυνδέσεις και η συνεργασία για την αντιμετώπιση κοινών απειλών.

Ο Αμερικανός υπουργός χαρακτήρισε την Ελλάδα ισχυρό και υποδειγματικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ, αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά της στην περιφερειακή ασφάλεια.

Οι δημόσιες αυτές τοποθετήσεις συνυπάρχουν με την αμερικανική επιδίωξη διατήρησης διαύλων επικοινωνίας με την Τουρκία.

Η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει τις σχέσεις της με Αθήνα και Άγκυρα ως δύο υποχρεωτικά αλληλοαποκλειόμενες επιλογές.

Το καλώδιο και η αμερικανική στάση στην Ανατολική Μεσόγειο

Ένα ακόμη πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται η ερμηνεία της Hürriyet είναι το Great Sea Interconnector.

Ο Ρούμπιο επανέλαβε την αμερικανική στήριξη στις ενεργειακές διασυνδέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, υπογραμμίζοντας παράλληλα την ανάγκη αντιμετώπισης ευαίσθητων ζητημάτων μέσω της διπλωματίας.

Η τοποθέτηση αυτή ερμηνεύτηκε διαφορετικά από Αθήνα και Άγκυρα.

Η ελληνική πλευρά την αντιμετωπίζει ως επιβεβαίωση της αμερικανικής υποστήριξης σε ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό έργο.

Η τουρκική πλευρά, αντίθετα, δίνει έμφαση στη διακριτική διπλωματία και στην ανάγκη συνεννόησης με τρίτες χώρες.

Ωστόσο, ο Ρούμπιο δεν ανακοίνωσε ότι η Τουρκία αποκτά δικαίωμα έγκρισης των εργασιών του καλωδίου, ούτε παρουσίασε συγκεκριμένο μηχανισμό που να επιλύει τα πρακτικά εμπόδια στην επανέναρξη των ερευνών.

Η αμερικανική στήριξη στο έργο παραμένει δεδομένη σε επίπεδο δημόσιας διπλωματικής τοποθέτησης, ενώ η επιχειρησιακή της εφαρμογή εξακολουθεί να αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα.

Η γεωπολιτική ανάγνωση της Hürriyet

Το δημοσίευμα της τουρκικής εφημερίδας είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο μέρος του Τύπου της γειτονικής χώρας επιχειρεί να ερμηνεύσει τη σχέση Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Hürriyet προβάλλει τρία βασικά επιχειρήματα: ότι ο Ρούμπιο δεν υιοθέτησε δημόσια τις ελληνικές θέσεις απέναντι στην Άγκυρα, ότι άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο μελλοντικής παράδοσης F-35 στην Τουρκία και ότι η Ελλάδα ανέλαβε μεγάλες εξοπλιστικές δεσμεύσεις χωρίς να εξασφαλίσει αντίστοιχες πολιτικές εγγυήσεις.

Αυτή είναι η ερμηνεία της τουρκικής εφημερίδας και όχι ένα συμπέρασμα που προκύπτει αυτομάτως από τις επίσημες δηλώσεις.

Από την άλλη πλευρά, η Αθήνα προβάλλει ως αποτελέσματα της επίσκεψης τη διεύρυνση της αμυντικής συνεργασίας, τη στήριξη της ενεργειακής της στρατηγικής και την αναγνώριση της γεωπολιτικής της σημασίας από την Ουάσιγκτον.

Το στοιχείο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η επιμονή της Hürriyet να παρουσιάζει ως τουρκικό διπλωματικό κέρδος τη διατήρηση του ενδεχομένου μελλοντικής επιστροφής στα F-35, παρά το γεγονός ότι οι υφιστάμενοι αμερικανικοί περιορισμοί δεν έχουν αρθεί.

Η επίσκεψη Ρούμπιο δεν έκλεισε όλα τα ανοικτά ζητήματα των ελληνοαμερικανικών σχέσεων ούτε επέλυσε τις διαφορές Ελλάδας–Τουρκίας. Ανέδειξε, όμως, την πρόθεση της αμερικανικής κυβέρνησης να ενισχύσει τη στρατηγική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, διατηρώντας ταυτόχρονα σχέσεις και με τους δύο συμμάχους της στο ΝΑΤΟ.

Η διαφορά μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής ανάγνωσης έγκειται στο ποια στοιχεία της επίσκεψης επιλέγει να αναδείξει κάθε πλευρά.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η τουρκική νομοθεσία του 1986 εκθέτει τη σημερινή στάση της Τουρκίας για τον Great Sea Interconnector

Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποκτά σήμερα ιδιαίτερη νομική και γεωπολιτική σημασία, καθώς η Άγκυρα αξιώνει προηγούμενο συντονισμό και αδειοδότηση για δραστηριότητες πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και συναφείς έρευνες σε περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, τις οποίες θεωρεί τμήμα της υφαλοκρηπίδας της.

Δημοσιεύτηκε

στις

Του Νικόδημου Καλλιντέρη

Η Τουρκία, ήδη από το 1986, είχε αναγνωρίσει ρητώς, με δική της κανονιστική πράξη (υπ’ αριθ. 86/11264 της 17ης Δεκεμβρίου 1986), την ελευθερία τρίτων κρατών να ποντίζουν υποβρύχια καλώδια ακόμη και εντός της τουρκικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) στη Μαύρη Θάλασσα.

Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποκτά σήμερα ιδιαίτερη νομική και γεωπολιτική σημασία, καθώς η Άγκυρα αξιώνει προηγούμενο συντονισμό και αδειοδότηση για δραστηριότητες πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και συναφείς έρευνες σε περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, τις οποίες θεωρεί τμήμα της υφαλοκρηπίδας της.

Όπως επεσήμανε χθες (8/10) ο Νομικός και Διεθνολόγος Θεόδωρος Κατσούρφος στη ραδιοφωνική εκπομπή του Λάμπρου Καλαρρύτη, το άρθρο 3 της εν λόγω κανονιστικής πράξης προβλέπει ότι «τα άλλα κράτη μπορούν να απολαύουν της ελευθερίας πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών στην εν λόγω Ζώνη».

Η τουρκική ρύθμιση του 1986 συμβαδίζει, στον βασικό πυρήνα της, με την ελευθερία που κατοχυρώνεται στο άρθρο 79 της UNCLOS και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την τουρκική θέση ότι κάθε δραστηριότητα πόντισης καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα της Τουρκίας πρέπει να συντονίζεται προηγουμένως με την Άγκυρα.

Συνεπώς, ακόμη όμως και αν υποθέταμε, για τις ανάγκες του νομικού συλλογισμού, ότι η επίμαχη διαδρομή του GSI διέρχονταν από τουρκική υφαλοκρηπίδα, αυτό δεν θα σήμαινε αυτομάτως ότι η Τουρκία διαθέτει γενικό δικαίωμα απαγόρευσης της πόντισης του καλωδίου.

Η προγενέστερη τουρκική κανονιστική πράξη αποτελεί, επομένως, ένα σημαντικό τεκμήριο κρατικής πρακτικής, το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί κατά την εξέταση της διεθνούς νομιμότητας των σημερινών τουρκικών αξιώσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Τουρκικός συναγερμός για το καλώδιο! Η Milliyet βλέπει ελληνικό σχέδιο εμπλοκής της Γαλλίας σε κρίση με την Άγκυρα

Σενάρια ελληνικής διπλωματικής παγίδας με στόχο την πρόκληση κρίσης μεταξύ Τουρκίας και Γαλλίας προβάλλει ο αρθρογράφος της Milliyet, Οζάι Σεντίρ, με αφορμή την επανεκκίνηση των εργασιών για το Great Sea Interconnector. Ο Τούρκος δημοσιογράφος υποστηρίζει ότι η Αθήνα ενδέχεται να επιδιώκει μια τουρκική στρατιωτική παρέμβαση εναντίον γαλλικών πλοίων, προκειμένου να μεταφέρει την αντιπαράθεση πρώτα στο Παρίσι και στη συνέχεια στις Βρυξέλλες. Παράλληλα, η Άγκυρα θέτει ζήτημα προηγούμενης διπλωματικής συνεννόησης με τη Γαλλία για τις έρευνες ανατολικά της Κάσου και της Καρπάθου, επιχειρώντας να παρακάμψει την Ελλάδα ως άμεσα ενδιαφερόμενο κράτος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια αποκαλυπτική για τον τρόπο σκέψης της τουρκικής πλευράς ανάλυση δημοσιεύει την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 η εφημερίδα Milliyet, με την υπογραφή του γνωστού αρθρογράφου Οζάι Σεντίρ.

Στο άρθρο του, με τίτλο «Η διπλωματία του να χτυπάς τον αμπελουργό αντί να τρως τα σταφύλια» (Bağcıyı dövme, üzüm yeme diplomasisi), ο Σεντίρ περιγράφει μια σύνθετη γεωπολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στην Αθήνα, την Άγκυρα και το Παρίσι, με επίκεντρο τις εργασίες πόντισης του υποθαλάσσιου ηλεκτρικού καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.

Ο Τούρκος δημοσιογράφος υποστηρίζει ότι πίσω από τις κινήσεις της Αθήνας βρίσκεται μια ευρύτερη στρατηγική επιδίωξη: η αξιοποίηση της γαλλικής εμπλοκής στο Great Sea Interconnector ώστε ενδεχόμενη νέα τουρκική παρέμβαση να μετατραπεί σε κρίση όχι μόνο με την Ελλάδα, αλλά και με τη Γαλλία και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

«Η Ελλάδα θέλει το καλώδιο ή μια κρίση Τουρκίας–Γαλλίας;»

Ο Σεντίρ ξεκινά την ανάλυσή του παρουσιάζοντας τις τρεις πρωτεύουσες ως πρωταγωνιστές μιας μεγάλης παρτίδας διπλωματικού σκακιού.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κινήσεις γύρω από το καλώδιο δεν περιορίζονται στην ενεργειακή διασύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, αλλά συνδέονται με έναν ευρύτερο σχεδιασμό μεταβολής των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η βασική του υπόθεση είναι ότι η Αθήνα ενδέχεται να επιδιώκει την εμπλοκή γαλλικών πλοίων σε περιοχές όπου η Τουρκία προβάλλει θαλάσσιες διεκδικήσεις, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για απευθείας αντιπαράθεση μεταξύ Άγκυρας και Παρισιού.

«Είναι προτεραιότητα για την Ελλάδα η τοποθέτηση καλωδίων ηλεκτρικής ενέργειας ή μήπως η πιθανότητα σοβαρής κρίσης μεταξύ Παρισιού και Άγκυρας, και στη συνέχεια μεταξύ Βρυξελλών και Άγκυρας;», διερωτάται.

Και συνεχίζει, διατυπώνοντας μια ακόμη πιο χαρακτηριστική εκτίμηση:

«Για την Αθήνα, η ανάπτυξη της Γαλλίας εναντίον της Τουρκίας, μιας χώρας που δεν μπορεί να υπερνικήσει στρατιωτικά ή διπλωματικά, δεν είναι στην πραγματικότητα κακή ιδέα».

Πρόκειται για την πολιτική ερμηνεία του Τούρκου αρθρογράφου και όχι για τεκμηριωμένη αποκάλυψη συγκεκριμένου ελληνικού σχεδίου.

Ωστόσο, η αναφορά αυτή αποτυπώνει την ανησυχία ότι η αυξανόμενη γαλλική συμμετοχή στο έργο περιορίζει τις δυνατότητες της Άγκυρας να αντιμετωπίζει το ζήτημα αποκλειστικά ως ελληνοτουρκική διαφορά.

Η αφορμή: Ερωτήσεις για τα γαλλικά πλοία και το τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αφετηρία της συλλογιστικής του Σεντίρ.

Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, Έλληνας δημοσιογράφος τού απηύθυνε σειρά ερωτήσεων σχετικά με τις απαιτήσεις της Τουρκίας για την πόντιση του καλωδίου.

Μία από αυτές αφορούσε το κατά πόσο θα ήταν αρκετή μια απευθείας επικοινωνία των γαλλικών εταιρειών Meridiam και Nexans με την Άγκυρα.

Άλλη ερώτηση αφορούσε το ενδεχόμενο η Τουρκία να στείλει πολεμικά πλοία για να εμποδίσει γαλλικά σκάφη που θα επιχειρούσαν στην περιοχή.

Σύμφωνα με τον Σεντίρ, οι συγκεκριμένες ερωτήσεις τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η Αθήνα ενδέχεται να εξετάζει μια στρατηγική κατά την οποία η Γαλλία θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή μιας μελλοντικής κρίσης.

Ο αρθρογράφος χρησιμοποιεί την τουρκική παροιμία για τον αμπελουργό και τα σταφύλια, υπονοώντας ότι η ελληνική πλευρά ίσως ενδιαφέρεται περισσότερο για την πρόκληση διπλωματικού κόστους στην Τουρκία παρά για την ίδια την ολοκλήρωση του έργου.

Η συλλογιστική αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μετατρέπει μια συζήτηση για την ασφάλεια των εργασιών σε υπόθεση περί ευρύτερων ελληνικών προθέσεων.

Η τουρκική απαίτηση: Πρώτα συνεννόηση Άγκυρας–Παρισιού

Στη συνέχεια, ο Σεντίρ επιχειρεί να παρουσιάσει την τουρκική στάση ως συμβατή με το διεθνές δίκαιο.

Υποστηρίζει ότι η Τουρκία δεν αντιτίθεται γενικά στην ανάπτυξη υποθαλάσσιων καλωδίων και διεθνών υποδομών επικοινωνίας.

Κατά τον ίδιο, η Άγκυρα ζητεί προηγούμενη διπλωματική επικοινωνία όταν ξένα πλοία προγραμματίζουν έρευνες ή πόντιση καλωδίων σε θαλάσσιες περιοχές τις οποίες θεωρεί ότι εμπίπτουν στη δική της δικαιοδοσία.

Η τουρκική θέση είναι ότι η σχετική συνεννόηση πρέπει να πραγματοποιείται μεταξύ των κρατών των οποίων τη σημαία φέρουν τα ερευνητικά πλοία.

Στην περίπτωση του Great Sea Interconnector, ο Τούρκος αρθρογράφος επιμένει ότι ο αρμόδιος συνομιλητής της Άγκυρας πρέπει να είναι το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών.

«Τα κράτη συνάπτουν σχέσεις με άλλα κράτη, όχι με εταιρείες», υποστηρίζει.

Σύμφωνα με τη συλλογιστική του, η γαλλική εταιρεία που θα πραγματοποιήσει τις εργασίες οφείλει να απευθυνθεί στο γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο με τη σειρά του θα επικοινωνήσει με την τουρκική διπλωματία.

Ο Σεντίρ επιχειρεί μάλιστα να αιτιολογήσει γιατί δεν θεωρεί τις ιδιωτικές εταιρείες κατάλληλους συνομιλητές, επικαλούμενος την υπόθεση της γαλλικής Lafarge και τις παλαιότερες πληρωμές της προς το Ισλαμικό Κράτος στη Συρία.

Το επιχείρημά του είναι ότι οι εμπορικές δραστηριότητες των εταιρειών δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά με την εξωτερική πολιτική των κρατών τους.

«Η Ελλάδα δεν είναι άμεσα εμπλεκόμενη»

Το πλέον χαρακτηριστικό σημείο του άρθρου αφορά την προσπάθεια αποκλεισμού της Αθήνας από το διπλωματικό σκέλος των συνεννοήσεων.

Ο Σεντίρ υποστηρίζει ότι, εφόσον τα πλοία που θα πραγματοποιήσουν τις έρευνες φέρουν γαλλική σημαία, η υπόθεση πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά μεταξύ Άγκυρας και Παρισιού.

«Το θέμα αυτό θα συζητηθεί μεταξύ Άγκυρας και Παρισιού. Η Ελλάδα δεν εμπλέκεται άμεσα σε αυτό το ζήτημα», αναφέρει.

Η συγκεκριμένη διατύπωση έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Ο Τούρκος αρθρογράφος αντιμετωπίζει τη σημαία του ερευνητικού πλοίου ως το κριτήριο που καθορίζει ποιο κράτος πρέπει να διαπραγματευτεί με την Τουρκία.

Ωστόσο, το Great Sea Interconnector αποτελεί έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης της Ελλάδας με την Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ η διαδρομή του περνά από περιοχές όπου η Αθήνα υποστηρίζει ότι ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα.

Η εθνικότητα των εταιρειών και η σημαία των πλοίων δεν αναιρούν αυτομάτως τον ρόλο των παράκτιων κρατών ούτε καθορίζουν από μόνες τους ποιο κράτος έχει δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα.

Επομένως, η θέση του Σεντίρ αποτελεί έκφραση της τουρκικής διπλωματικής προσέγγισης και όχι αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα του διεθνούς δικαίου.

Το προηγούμενο Blue-Raman και η Ιταλία

Για να στηρίξει το επιχείρημά του, ο αρθρογράφος της Milliyet επικαλείται το έργο υποθαλάσσιων οπτικών ινών Blue-Raman.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ιταλία είχε προηγουμένως εξασφαλίσει συνεννόηση με την Τουρκία μέσω διπλωματικών διαύλων, επιτρέποντας την απρόσκοπτη υλοποίηση του έργου.

Ο Σεντίρ τοποθετεί το συγκεκριμένο περιστατικό στο 2023, ενώ η αναφορά στο εξεταζόμενο στάδιο του έργου αφορά το 2024.

Πέρα από τη χρονολογική ανακρίβεια, το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι ο αρθρογράφος παρουσιάζει την υπόθεση ως προηγούμενο που θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην περίπτωση του Great Sea Interconnector.

Δεν παραθέτει, όμως, επίσημα διπλωματικά έγγραφα που να αποδεικνύουν την ακριβή φύση της συνεννόησης Ιταλίας–Τουρκίας ή ότι είχε ζητηθεί και δοθεί άδεια για δραστηριότητες σε αμφισβητούμενη θαλάσσια περιοχή.

Η διάκριση μεταξύ ενημέρωσης, τεχνικού συντονισμού και προηγούμενης έγκρισης είναι κρίσιμη, επειδή κάθε διαδικασία δημιουργεί διαφορετικές νομικές και πολιτικές συνέπειες.

Η πραγματική διαφορά: Ενημέρωση ή τουρκική άδεια;

Το βασικό σημείο αντιπαράθεσης αφορά την ερμηνεία του δικαιώματος πόντισης υποθαλάσσιων καλωδίων σε περιοχές εκτός των χωρικών υδάτων.

Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι η εγκατάσταση των υποθαλάσσιων καλωδίων πραγματοποιείται σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν απαιτεί προηγούμενη τουρκική έγκριση για τις περιοχές στις οποίες η Άγκυρα προβάλλει μη αναγνωριζόμενες από την Αθήνα διεκδικήσεις.

Η τουρκική πλευρά, αντίθετα, επιχειρεί να συνδέσει τις εργασίες με προηγούμενη διακρατική συνεννόηση.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της διάκρισης που προβλέπει το διεθνές δίκαιο ανάμεσα στο δικαίωμα πόντισης υποθαλάσσιων καλωδίων και στις επιμέρους δραστηριότητες έρευνας, οι οποίες μπορεί να υπάγονται σε διαφορετικούς κανόνες ανάλογα με τον χαρακτήρα τους και τη θαλάσσια περιοχή.

Η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει, στο άρθρο 79, το δικαίωμα όλων των κρατών να τοποθετούν υποθαλάσσια καλώδια στην υφαλοκρηπίδα, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

Δεν θεσπίζει γενικό δικαίωμα του παράκτιου κράτους να απαγορεύει την πόντιση κάθε καλωδίου που διέρχεται από την υφαλοκρηπίδα του.

Από την άλλη πλευρά, οι ειδικές τεχνικές και ερευνητικές δραστηριότητες πρέπει να εξετάζονται με βάση το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο και τις πραγματικές συνθήκες.

Η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης, γεγονός που περιπλέκει περαιτέρω τις διαφορετικές νομικές προσεγγίσεις.

Η Γαλλία μπαίνει στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης

Το δημοσίευμα της Milliyet έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το Παρίσι αποκτά αυξημένο ρόλο στην υλοποίηση του Great Sea Interconnector.

Η συμμετοχή του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam, σε συνδυασμό με τον τεχνικό ρόλο της Nexans, προσδίδει στο έργο σημαντικό γαλλικό οικονομικό και επιχειρησιακό αποτύπωμα.

Ήδη από τον Σεπτέμβριο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Εμανουέλ Μακρόν είχαν συζητήσει τα επόμενα βήματα για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα της Καθημερινής, οι δύο πλευρές επεξεργάζονται τρόπους επανεκκίνησης των εργασιών, ενώ η 26η Οκτωβρίου έχει αναφερθεί ως πιθανή ημερομηνία έναρξης νέων ερευνών ανατολικά της Κάσου και της Καρπάθου.

Η ημερομηνία αυτή αποτελεί στόχο σχεδιασμού και όχι οριστικά επιβεβαιωμένη ημερομηνία πραγματοποίησης των εργασιών.

Το γεγονός ότι γαλλικά επιχειρηματικά συμφέροντα αποκτούν κεντρικό ρόλο στο έργο μεταβάλλει τη διπλωματική διάσταση μιας πιθανής τουρκικής παρέμβασης.

Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η παρεμπόδιση γαλλικού πλοίου θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις από το Παρίσι, ακόμη και εάν η διαφορά αφορά πρωτίστως τις ελληνοτουρκικές θαλάσσιες διεκδικήσεις.

Αυτό ακριβώς είναι το ενδεχόμενο που ο Σεντίρ παρουσιάζει ως πιθανό ελληνικό σχεδιασμό.

Αιχμές για τις ελληνικές διαπραγματεύσεις με Αίγυπτο, Λιβύη και Αλβανία

Στο τελευταίο μέρος του άρθρου του, ο Τούρκος δημοσιογράφος στρέφει τα πυρά του στην ελληνική διπλωματία.

Υποστηρίζει ότι η Άγκυρα παραμένει ανοικτή στον διάλογο με την Αθήνα για όλα τα διμερή ζητήματα.

Κατηγορεί, ωστόσο, την ελληνική πλευρά ότι επιδιώκει διαπραγματεύσεις για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών με την Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Αλβανία, αποφεύγοντας αντίστοιχες συνομιλίες με την Τουρκία.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση παραβλέπει ότι Ελλάδα και Τουρκία διατηρούν διαφορετικές θέσεις για το αντικείμενο των διμερών διαφορών.

Η Αθήνα αναγνωρίζει ως βασική διαφορά προς διευθέτηση την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, ενώ η τουρκική πλευρά θέτει ένα ευρύτερο σύνολο ζητημάτων, συμπεριλαμβανομένων διεκδικήσεων που η Ελλάδα απορρίπτει.

Η διαφωνία αυτή εξακολουθεί να αποτελεί ουσιαστικό εμπόδιο στην πρόοδο των ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων.

Το γεωπολιτικό μήνυμα της Milliyet

Η ανάλυση του Οζάι Σεντίρ έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή δείχνει πώς ένα τμήμα του τουρκικού δημόσιου διαλόγου αντιλαμβάνεται τη νέα γαλλική εμπλοκή στο Great Sea Interconnector.

Στην πραγματικότητα, το άρθρο κινείται σε δύο παράλληλους άξονες.

Ο πρώτος είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί η Τουρκία ως χώρα που δεν αντιτίθεται στην ενεργειακή διασυνδεσιμότητα, αλλά ζητεί διπλωματική συνεννόηση για την ασφάλεια των εργασιών.

Ο δεύτερος είναι η απόδοση στην Ελλάδα ενός υποτιθέμενου σχεδίου διεθνοποίησης της κρίσης, με στόχο να βρεθεί η Άγκυρα αντιμέτωπη με το Παρίσι και τις Βρυξέλλες.

Η τουρκική συλλογιστική αναδεικνύει τον φόβο ότι μια επόμενη κρίση στην περιοχή της Κάσου δεν θα έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τις προηγούμενες.

Αυτή τη φορά, η παρουσία γαλλικών πλοίων και γαλλικών επενδυτικών συμφερόντων θα μπορούσε να διευρύνει τον αριθμό των άμεσα ενδιαφερόμενων κρατών.

Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν η Τουρκία θα επιχειρήσει να παρέμβει στις έρευνες, αλλά και πώς θα αντιδράσει η Γαλλία σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Η Αθήνα επιμένει ότι το έργο πρέπει να υλοποιηθεί χωρίς εκπτώσεις στα κυριαρχικά δικαιώματα, ενώ η Άγκυρα επιχειρεί να κατοχυρώσει ρόλο στις διαδικασίες που προηγούνται των εργασιών.

Το επόμενο κεφάλαιο της αντιπαράθεσης θα κριθεί στην πράξη, όταν επιχειρηθεί η επανέναρξη των ερευνών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 λεπτά πριν

Hürriyet: «Διπλωματική απογοήτευση για την Αθήνα» – Η τουρκική ανάγνωση της επίσκεψης Ρούμπιο και τα μηνύματα για τα F-35

Ως διπλωματική απογοήτευση για την Ελλάδα επιχειρεί να παρουσιάσει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο...

GEOPOLITICO37 λεπτά πριν

Η τουρκική νομοθεσία του 1986 εκθέτει τη σημερινή στάση της Τουρκίας για τον Great Sea Interconnector

Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποκτά σήμερα ιδιαίτερη νομική και γεωπολιτική σημασία, καθώς η Άγκυρα αξιώνει προηγούμενο συντονισμό και αδειοδότηση για δραστηριότητες...

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 ώρες πριν

Ρωγμές στη συμμαχία Ερντογάν–Αλίγεφ: Η ισλαμική μαντίλα και το Ισραήλ δοκιμάζουν τις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν

Το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη», πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι στενές σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, βρίσκεται αντιμέτωπο με νέες...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Τουρκικός συναγερμός για το καλώδιο! Η Milliyet βλέπει ελληνικό σχέδιο εμπλοκής της Γαλλίας σε κρίση με την Άγκυρα

Σενάρια ελληνικής διπλωματικής παγίδας με στόχο την πρόκληση κρίσης μεταξύ Τουρκίας και Γαλλίας προβάλλει ο αρθρογράφος της Milliyet, Οζάι Σεντίρ,...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Μαυρίδης: Ο Ερντογάν προστάτης των φονιάδων «Χαμάς» και «Αδελφών Μουσουλμάνων»

«Γνωρίζουμε ποιος στηρίζει και προωθεί τη Χαμάς και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα», ανέφερε με νόημα στην ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου ο Κύπριος...

Δημοφιλή