Διεθνή
Η αφύσικη συνεργασία της Ελλάδας με την Τουρκία στον ΟΑΣΕ
Παρά φύσιν συνεργασία
του Λεωνίδα Κουμάκη*
Όπως είναι γνωστό, ο ιδρυθείς από το 1975 Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) είναι ο μεγαλύτερος διακρατικός οργανισμός για τη διαφύλαξη της ασφάλειας στον πλανήτη μας, με πεδίο ευθύνης τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία του τύπου, την δίκαιη και ελεύθερη διεξαγωγή εκλογών καθώς και τον έλεγχο της διάδοσης όπλων.
Η Τουρκία και στους τέσερις παραπάνω τομείς αρμοδιότητας του ΟΑΣΕ είναι βουτηγμένη σε πολύ σοβαρές παραβάσεις μέχρι το λαιμό:
(α) Η προκλητική περιφρόνηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την σημερινή Τουρκία, μεταξύ των οποίων ο στραγγαλισμός των θρησκευτικών και εκπαιδευτικών ελευθεριών, αποδεικνύεται από την φυλάκιση χιλιάδων ανθρώπων (πολιτικών, επιχειρηματιών, δικηγόρων, απλών πολιτών και καλλιτεχνών) όχι για τις πράξεις που πραγματικά έκαναν αλλά για τις ιδέες τους, είτε με αυθαίρετες συλλήψεις, είτε με τις τυποποιημένες, ασαφείς κατηγορίες περί «τρομοκρατίας» καθώς και από την περιφρόνηση εφαρμογής εκατοντάδων αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για αδικαιολόγητες φυλακίσεις ή «καταδίκες». Αποτελεί πάγια τουρκική πολιτική η χώρα να επικαλείται φορτικά τα ανθρώπινα δικαιώματα όπου πιστεύει ότι την συμφέρουν, αλλά να τα περιφρονεί η ίδια προκλητικά μέσα στην Τουρκία!
(β) Η ελευθερία του Τύπου στην Τουρκία κυριολεκτικά δεινοπαθεί, αφού η χώρα βρίσκεται μονίμως στις κορυφαίες θέσεις των ετήσιων εκθέσεων της οργάνωσης «Δημοσιογράφοι χωρίς Σύνορα (RSF)» με τους περισσότερους φυλακισμένους δημοσιογράφους στον κόσμο. Η συστηματική λογοκρισία επιβάλλεται με διάφορους νόμους και προεδρικά διατάγματα, ενώ ο έλεγχος των ΜΜΕ στην Τουρκία από το καθεστώς που ελέγχει την εξουσία, ανέρχεται σε ποσοστό 95%, με το υπόλοιπο 5% να διώκεται με πρωτοφανή μανία και σκληρότητα.
(γ) Η δίκαιη και ελεύθερη διεξαγωγή εκλογών στην Τουρκία, ιδίως μετά το αυτο-πραξικόπημα του 2016, είναι απλά ανύπαρκτη. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο των τελευταίων βουλευτικών εκλογών Μαΐου 2023: Σε βαριά πληγείσες και ερημωμένες από τον φονικό σεισμό του Φεβρουαρίου 2023 περιοχές (Καχραμανμαράς, Μαλάτια κ.α.), τα κόμματα των κυβερνητικών εταίρων Ερντογάν και Μπαχτσελή συγκέντρωσαν περισσότερους ψήφους από όσους είχαν συγκεντρώσει στις εκλογές που έγιναν πριν από τον φονικό σεισμό, φθάνοντας σε ποσοστά κοντά ή πλέον του 70%! Όπως είναι γνωστό, τα εκλογικά αποτελέσματα στην Τουρκία μεταδίδονται πλέον από ειδική υπηρεσία του κυβερνώντος κόμματος ΑΚΡ προς το (ελεγχόμενο) Ανώτατο Εκλογικό Συμβούλιο το οποίο και τα ανακοινώνει!
(δ) Το παράνομο εμπόριο όπλων κυριολεκτικά οργιάζει, με την επίσημη μάλιστα ανάμειξη του τουρκικού κράτους και της «Φαμίλιας Ερντογάν». Η απόδειξη, το 2015, του παράνομου εμπορίου και με οπτικό υλικό από τον δημοσιογράφο της εφημερίδας Cumhuriyet Τζαν Ντουντάρ (παράδοση όπλων από την ΜΙΤ σε ισλαμιστικές οργανώσεις της Συρίας μεταξύ των οποίων Αλ Κάιντα και Ισλαμικό Κράτος), του στοίχισε εσπευσμένη διαφυγή στην Γερμανία προκειμένου να γλυτώσει φυλάκιση 27 ετών για «αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών, υποστήριξη τρομοκρατικής οργάνωσης και κατασκοπεία»!
Η Τουρκία το έτος 2017 προκάλεσε ένα μεγάλο σκάνδαλο στον ΟΑΣΕ τον οποίο κατηγόρησε για… «προδοσία», επειδή έκανε το «έγκλημα» να εγγράψει στον κατάλογο των ομιλητών της συνέλευσης 11-22 Σεπτεμβρίου 2017 δύο ΜΚΟ (Journalists και Writer’s Foundation) οι οποίες δεν ήταν καθόλου αρεστές στην Τουρκία!
Ο τότε μόνιμος αντιπρόσωπος της Τουρκίας στον ΟΑΣΕ Rauf Engin Soysal κατέθεσε μια δήλωση διαμαρτυρίας αλλά και αποχώρησης σύσσωμης της Τουρκικής αντιπροσωπείας από τον Οργανισμό. Φρόντισε βέβαια να παραμείνουν οι διάφορες οργανώσεις – σφραγίδες που δημιούργησε η ΜΙΤ με τον φερετζέ Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και βαρύγδουπα ονόματα στην Ελληνική Θράκη, τα Δωδεκάνησα, την Αγγλία, την Σουηδία, την Γερμανία, την Αυστρία κ.α. προκειμένου, σαν πραγματικός περιοδεύον θίασος με πλουσιοπάροχα αμειβόμενους ηθοποιούς, να χύνουν ποταμούς από κροκοδείλια δάκρυα σε κάθε ξεχωριστή συνεδρίαση του ΟΑΣΕ στην οποία έχουν δικαίωμα παρέμβασης.
Το μόνιμο θέμα του θιάσου -τι άλλο;- η δήθεν καταπίεση που ασκεί η Ελλάδα σε Έλληνες πολίτες, μουσουλμάνους το θρήσκευμα στην Ελληνική Θράκη, τα Δωδεκάνησα και αλλού, τους οποίους η Τουρκική προπαγάνδα αποκαλεί «Τουρκική μειονότητα», με εξωφρενικές και ανύπαρκτες «κατηγορίες», οι οποίες μάλιστα επεκτάθηκαν πρόσφατα και προς την Κύπρο για δήθεν καταπίεση τουρκοκυπρίων από την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία για λόγους προπαγανδιστικούς αποκαλείται συστηματικά σαν «Νότια Κύπρος» προσβάλλοντας όλες ανεξαιρέτως τις υπόλοιπες χώρες-μέλη του ΟΑΣΕ που αναγνωρίζουν ολόκληρη την Κύπρο σαν Κυπριακή Δημοκρατία!
Έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω δεδομένα, μαθαίνουμε έκπληκτοι πως Ελλάδα και Τουρκία το 2024 κατέρχονται με κοινό ψηφοδέλτιο για τις δυο από τις τέσσερις θεσμικές θέσεις του ΟΑΣΕ στις επικείμενες εκλογές, διεξάγοντας κοινή προεκλογική εκστρατεία και προσπαθώντας να εξασφαλίσουν στήριξη από τα άλλα κράτη και στους δύο υποψήφιους!
Όσον αφορά την Τουρκία η επιλογή της για κοινή υποψηφιότητα με την Ελλάδα είναι απόλυτα κατανοητή, διότι στην προσπάθεια της να «επανέλθει» και πάλι στον ΟΑΣΕ, όπου με τα καμώματα της κατέστρεψε την οποια αξιοπιστία της, χρησιμοποιεί ανέξοδα την Ευρωπαϊκή φήμη, την αξιοπρέπεια και την συμπάθεια που διαθέτει η Ελλάδα στα υπόλοιπα 55 κράτη-μέλη του ΟΑΣΕ προς «ίδιον όφελος».
Η Ελλάδα όμως; Η χώρα που δέχεται πρόστυχη επίθεση με πλήθος ψεύτικων καταγγελιών από στρατιά πληρωμένων υπαλλήλων της ΜΙΤ εδώ και (τουλάχιστον) μια εικοσαετία, τι λόγους έχει να υποστηρίξει την υποψηφιότητα, για την θέση του Γενικού Γραμματέα του ΟΑΣΕ, του αξιότιμου κυρίου Φεριντούν Σινιρλίογλου, διάσημου για την συστηματική προσπάθεια της Άγκυρας όχι μόνο να δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις για την Ελλάδα, αλλά και να εξασφαλίσει «νομιμοποίηση» στα Ηνωμένα Έθνη για τις απαράδεκτες, κατάφωρα παράνομες θέσεις και δραστηριότητες της Τουρκίας σε θαλάσσιες ζώνες;
Σ υ μ π ε ρ ά σ μ α τ α: Δεν χωράει αμφιβολία πως η Τουρκία είναι εντελώς ακατάλληλη χώρα για να καταλάβει την κρίσιμη θέση του Γενικού Γραμματέα του ΟΑΣΕ για πολλούς και απόλυτα τεκμηριωμένους λόγους.
Μια χώρα χωρίς καμιά αλλοίωση στις νεο-οθωμανικές της φαντασιώσεις από τότε που ιδρύθηκε το 1923 μέχρι και σήμερα, με μια μεσαιωνική νοοτροπία απέναντι στους πολίτες και απέναντι στις μειονοτητες της, όπως αυτή εκφράστηκε ήδη από τις 30 Σεπτεμβρίου 1930 με την δήλωση του τότε Τούρκου υπουργού Δικαιοσύνης και δημοσιεύτηκε στην τουρκική εφημερίδα Milliyet («Οι Τούρκοι είναι οι μόνοι κυρίαρχοι σε αυτή τη χώρα. Όσοι δεν είναι γνήσιοι Τούρκοι δεν έχουν δικαιώματα, παρά μόνο το δικαίωμα να είναι υπηρέτες και το δικαίωμα να είναι σκλάβοι»),
Μια χώρα που έχει ήδη εισβάλλει η απειλεί να εισβάλλει σε ξένες χώρες,
Μια χώρα που κατέχει αυθαίρετα, παραβιάζοντας διεθνή δικαιώματα και διεθνείς νόμους, ξένα εδάφη στην Κύπρο, στην Συρία, στο Ιράκ, στην εμπόλεμη Λιβύη με εξαγορασμένους πολιτικούς, έχοντας βάλει πόδι και στην Αρμενία με «κάλυμμα» τον δικτάτορα του Αζερμπαϊτζάν Αλίεφ,
Μια χώρα που σφαγιάζει ή επιτίθεται βίαια στις μειονότητες της με πογκρόμ και απελάσεις, μια χώρα που επιβάλλει ελεύθερη κυκλοφορία βαρυποινιτών σε νησιά με 92% μειονοτικό πληθυσμό, επιβάλει έκτακτο φόρο περιουσίας σε μειονότητες για την αρπαγή του πλούτου τους, στέλνει αναγκαστικά νέους μειονοτικούς σε καταναγκαστικά έργα, αλλά ταυτόχρονα δεν διστάζει να αυτό-ανακηρύσσεται σε «προστάτη» άλλων μειονοτήτων σε ξένες χώρες προκειμένου να δημιουργεί «φύλλα συκής» για μελλοντικές, αυθαίρετες επεμβάσεις,
Μια χώρα που συστηματικά απολύει εκλεγμένους δημάρχους στην Νοτιοανατολική Τουρκία διορίζοντας ελεγχόμενους «διαχειριστές», με κορυφαίο το 2014 (απόλυση 95 εκλεγμένων Κούρδων δημάρχων με την νεφελώδη και αόριστη κατηγορία της «τρομοκρατίας») και τελευταίο την σύλληψη του Κούρδου συνδημάρχου Mehmet Sıddık Akış στο Χακκάρι και τον διορισμό «διαχειριστού» από το Τουρκικό υπουργείο Εσωτερικών, γεγονός που προκάλεσε σάλο και διαδηλώσεις που ακόμα συνεχίζονται (Ιουνιος 2024),
Μια χώρα που καταστρέφει Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, μετατρέποντας συστηματικά χριστιανικές εκκλησίες σε τεμένη με κορυφαίο παράδειγμα την εκκλησία της Αγίας του Θεού Σοφίας η οποία λειτούργησε δέκα περίπου αιώνες πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Μογγόλους Τούρκους,
Μια χώρα που αρνείται να χορηγήσει διαπίστευση σε πολλούς «ανεπιθύμητους» παρατηρητές του ΟΑΣΕ στις εκλογές που διεξάγει,
Μια χώρα που δεν αναγνωρίζει κράτος-μέλος του ΟΑΣΕ (δηλαδή την Κυπριακή Δημοκρατία) με συνεχείς και αλλεπάλληλες δηλώσεις – μόνη μεταξύ όλων των άλλων χωρών του ΟΑΣΕ,
Μια χώρα που δεν δίνει καμιά σημασία στις αλλεπάλληλες εκκλήσεις Ευρωπαίων και άλλων ηγετών να «σταματήσει παράνομες ενέργειες στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο», να «σεβαστεί το κυρίαρχο δικαίωμα της Κύπρου να εξερευνήσει και να εκμεταλλευτεί τις φυσικές πηγές σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και το διεθνές Δίκαιο»,
Μια χώρα η οποία τελικά παραβιάζει συστηματικά και διαχρονικά όλες ανεξαιρέτως τις περιοχές ευθύνης του ΟΑΣΕ σίγουρα δεν έχει τα προσόντα και τις προϋποθέσεις να καταλάβει την κρίσιμη θέση του Γενικού Γραμματέα επιχειρώντας να μεταμορφωθεί από λύκος σε άκακο αρνάκι.
Αν η Ελλάδα δεν θέλει η δεν μπορεί να αντικρίσει την πραγματικότητα αυτή, ας ελπίσουμε να την δουν και να την αξιολογήσουν σωστά τα υπόλοιπα 55 κράτη-μέλη του ΟΑΣΕ που θα ψηφίσουν τελικά τα πρόσωπα τα οποία θα καταλάβουν τα αξιώματα αυτά…
____________________________________________________
* Λεωνίδας Κουμάκης: Νομικός, Συγγραφέας, Αρθρογράφος-Αναλυτής, μέλος του International Hellenic Association. Το αυτοβιογραφικό, διαχρονικό βιβλίο του «Το Θαύμα-Μια πραγματική ιστορία», το οποίο αναφέρεται στην μεθοδική εξολόθρευση του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης από το τουρκικό κράτος, υπάρχει εντελώς δωρεάν στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη του ΙΗΑ, τόσο στην Ελληνική όσο και στην Αγγλική γλώσσα. Στις 29/1/2024 στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη του ΙΗΑ προστέθηκε και το βιβλίο «ΕΡΝΤΟΓΑΝΙΣΤΑΝ» το οποίο βοηθάει στην καλύτερη κατανόηση της σημερινής Τουρκίας και το οποίο είναι επίσης διαθέσιμο εντελώς δωρεάν.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
