Διεθνή
Η σιωπή των Ελλήνων ποιμένων
Απηνείς διωγμοί των Ορθοδόξων Χριστιανών στην Ουκρανία
Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
Αυτές τις ημέρες άρχισαν και εξελίσσονται εντονότερα οι απηνείς διωγμοί των Ορθοδόξων Χριστιανών στην Ουκρανία, μετά την ψήφιση του Νόμου 8371/24.8.2024 από την Βουλή της εν λόγω χώρας, που κηρύσσει παράνομη την κανονική Ορθόδοξη Εκκλησία των περίπου 15 εκατομμυρίων πιστών. Ο εν λόγω Νόμος ετέθη σε εφαρμογή μετά την υπογραφή του από τον πρόεδρο Ζελένσκι. Έγραψε σε ανακοίνωσή της (27 Αυγούστου 2024) η Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας:
«Διώξεις, φυλακίσεις, ιεροσυλίες τόπων λατρείας, δημεύσεις περιουσιών και ιερών μονών αποτελούν βάναυσες ενέργειες. Γίνονται στυγερότερες, όταν τις επιβάλλουν Νομοθετικά Σώματα δημοκρατικών χωρών. Ο πρόσφατος νόμος 8371/24.8.2024 του Κοινοβουλίου της Ουκρανίας εμφανώς αποσκοπεί στην κατάργηση της κανονικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας. Με αυτόν τον τρόπο διώκονται εκατομμύρια Ουκρανοί ορθόδοξοι πιστοί, πολυάριθμοι επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί και μοναχές, υπό την ηγεσία του μητροπολίτη Ονουφρίου, όλοι μέλη της “Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας”».
Αντιδράσεις για τους απάνθρωπους διωγμούς που υφίστανται οι Ορθόδοξοι χριστιανοί στην Ουκρανία εξέφρασαν και τα Ελληνορθόδοξα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Ο Πατριάρχης Σερβίας Πορφύριος σε δήλωσή του, στις 23 Αυγούστου 2024, τονίζει, μεταξύ άλλων: « Είναι σαφές ότι η απαγόρευση της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας νομιμοποιεί την ήδη συνεχή δίωξη, σύλληψη, παρενόχληση της Ιεραρχίας και του πιστού λαού της, επιτρέπει την περαιτέρω κατάσχεση της περιουσίας της, ή ακριβέστερα επαναλαμβάνει έναν Γολγοθά και τη σταυρώνει. Έτσι η ουκρανική κοινωνία στο σύνολό της επιστρέφει στην εποχή των ρωμαϊκών διωγμών της Εκκλησίας του Χριστού».
Ο νεοεκλεγείς Πατριάρχης Βουλγαρίας Δανιήλ σε απάντηση ερώτησης δημοσιογράφων για τους διωγμούς των Ορθοδόξων Χριστιανών στην Ουκρανία είπε μεταξύ άλλων: « Το ουκρανικό κοινοβούλιο ψήφισε νόμο που προβλέπει το κλείσιμο της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία είναι η μόνη κανονική Ορθόδοξη Εκκλησία. Όπως γνωρίζετε 11 από τις 15 τοπικές ορθόδοξες εκκλησίες δεν έχουν αναγνωρίσει αυτή την εκκλησιαστική δομή, η οποία συστάθηκε το 2019, τη λεγόμενη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, δηλαδή μια μη κανονική εκκλησία. Όταν το κράτος ψηφίζει νόμο για να κλείσει την κανονική τους εκκλησία τότε τί μας απομένει;».
Στην Ορθόδοξη Γεωργία ο Μητροπολίτης Γκόρι Ανδρέας σε επιστολή του προς τον Ουκρανό Μητροπολίτη Ζαπορόζιε Λουκά γράφει μεταξύ άλλων: «Προς μεγάλη μας λύπη, η κατάσταση των εκατομμυρίων τέκνων και ποιμνίου της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας επιδεινώνεται από τις φοβερές δοκιμασίες που υφίσταται η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία. Πολλοί πιστοί προχωρούν σε παραλληλισμό με τις διώξεις κατά της Εκκλησίας με την εποχή των μπολσεβίκων…».
Ο Ορθόδοξος Προκαθήμενος της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Πολωνίας Σάββας τον Μάρτιο του 2024 είχε πει: «Στην όμορη προς την Πολωνία Ουκρανία η συνεχιζόμενη ένοπλη σύγκρουση επεκτάθηκε και στο θρησκευτικό έδαφος, επήλθε διαίρεση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, συνεχίζονται οι διώξεις των πιστών χριστιανών, αρπάζονται με τη βία ιερά σεβάσματα, επικρατεί στη γειτονική χώρα αταξία…».
Στους απηνείς και απάνθρωπους αυτούς διωγμούς περίπου 15 εκατομμυρίων Ορθοδόξων Χριστιανών στην Ουκρανία, οι ποιμένες των διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) ομοδόξων τους, των δέκα (Σημ. Έντεκα ανέφερε ο Πατριάρχης Βουλγαρίας γιατί θεωρεί Αυτοκέφαλη και την Εκκλησία των Σκοπίων, που αναγνωρίστηκε μεν από το Πατρ. της Σερβίας και το Οικ. Πατριαρχείο, αλλά δεν έχει λήξει ακόμη το θέμα του ονόματος της) Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, εκφράζουν βαθύ παράπονο και έντονη πικρία και διαμαρτυρία προς τους ποιμένες ( Πατριάρχες, Αρχιεπισκόπους, Μητροπολίτες) των 15.000.000 περίπου Ορθοδόξων των τεσσάρων Ελληνικών Εκκλησιών (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Ελλάδος και Κύπρου) γιατί σιωπούν στους διωγμούς που γίνονται στην Ουκρανία σε βάρος Ορθοδόξων, των οποίων το μόνο τους «έγκλημα» είναι ότι μένουν σταθεροί στην Πίστη, που παρέλαβαν από τους προγόνους τους και αντιστέκονται στο να Την χάσουν, αφού είναι γι’ αυτούς στοιχείο της ύπαρξής τους. Το χειρότερο για τους Έλληνες εκκλησιαστικούς ηγέτες είναι ότι Ορθόδοξοι ποιμένες θεωρούν ηθικό αυτουργό των διωγμών στην Ουκρανία τον Οικ. Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίο!
Η χρησιμοποίηση του Φαναρίου για τα γεωπολιτικά σχέδια των ΗΠΑ και των Συμμάχων τους στην Ουκρανία είναι στην Παγκόσμια Ιστορία μία ακόμη ενεργή ανάμιξη των κοσμικών αρχόντων στη ζωή της Εκκλησίας. Ιδιαίτερα η Ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι γεμάτη από απηνείς διωγμούς και παρεμβάσεις στο έργο Της. Είναι όμως από τις λίγες φορές που Ορθόδοξος Χριστιανός εκκλησιαστικός ηγέτης κατηγορείται ότι ευλογεί τους διωγμούς σε βάρος ομοδόξων του.
Στο πέρασμα των αιώνων οι Ορθόδοξοι πέρασαν διωγμούς επί Ρωμαιοκρατίας, Εικονομαχίας, Ενετοκρατίας, Τουρκοκρατίας, με την Ουνία, επί Πολωνοκρατίας και Λιθουανοκρατίας, επί Σταλινισμού, Ναζισμού, Ολοκληρωτισμού με τις «Προστάτιδες» Μεγάλες Δυνάμεις … Τώρα είναι η σειρά των με ολοκληρωτική νοοτροπία «προοδευτικών» δεξιών και αριστερών πολιτικών εξουσιών να διώξουν τα μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που δεν εξυπηρετούν την ιδεολογία και τα γεωπολιτικά συμφέροντά τους. Αυτή τη φορά χωρίς επαναστατική περίοδο τρομοκρατίας, χωρίς πογκρόμ, χωρίς ολοκαύτωμα, χωρίς Κα Γκε Μπε και Γκουλάγκ, αλλά με «Δημοκρατικούς Νόμους», που αντιμετωπίζουν τους απλούς πιστούς ως «ύποπτους προδοσίας» και «συνεργαζόμενους με τον εχθρό»….
Σημειώνεται ότι οι πιέσεις προς τους Ορθόδοξους πιστούς να αποκοπούν από τις παραδοσιακές τους ρίζες πνεύματος και αίματος που έχουν με τη Ρωσική Εκκλησία δεν περιορίζονται στην Ουκρανία. Διευρύνεται σε πρώην κομμουνιστικές χώρες, που οι κυβερνήσεις τους μισούν τη Ρωσία. Ήδη στην Εσθονία, μικρή σε πληθυσμό χώρα, που το πλείστο των εκεί Ορθοδόξων είναι ρωσικής καταγωγής, η εκεί Αυτόνομη, υπό το Ρωσικό Πατριαρχείο, Ορθόδοξη Εκκλησία, υπό την πίεση του Κράτους, «αποφάσισε» να τροποποιήσει το Καταστατικό της, «ώστε να έχει μεγαλύτερη διοικητική ανεξαρτησία από το Πατριαρχείο της Μόσχας». Προηγουμένως, τον Φεβρουάριο του 2024, απελάθηκε από την Εσθονία ο Ορθόδοξος Προκαθήμενος της Ευγένιος, αφού από τις εσθονικές αρχές θεωρήθηκε «απειλή για την εθνική ασφάλεια» και δεν ανανεώθηκε η άδεια παραμονής του, που είχε ως Ρώσος πολίτης.
Στην Τσεχία η Γερουσία της χώρας εντείνει τις πιέσεις προς την Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία Τσεχίας και Σλοβακίας, ζητώντας έρευνα «για τυχόν επιρροή της Μόσχας σε Αυτήν»… Η εν λόγω τοπική Εκκλησία δεν έχει αναγνωρίσει τους υποστηριζόμενους από το Ουκρανικό Κράτος, τις ΗΠΑ, τις χώρες συμμάχους τους και το Φανάρι σχισματικούς της Ουκρανίας.
Δραστηριότητα επιδεικνύει και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, προκειμένου να επιτύχει να υποκύψει στην απόφασή του ο κανονικός Μητροπολίτης Ουκρανίας Ονούφριος, υπό το βάρος των διωγμών που υφίσταται η κανονική Εκκλησία της οποίας προΐσταται. Αντιπροσωπεία του Φαναρίου τον επισκέφθηκε και προσεπάθησε να τον πείσει ότι είναι κακό να διχάζονται οι χριστιανοί… Σε αυτό ο Μητροπολίτης Ονούφριος δεν είχε αντίρρηση αλλά σημείωσε στην Romfea.gr: «Ναι, ωραία, να λυθεί το θέμα της ενότητας, αλλά δεν μας λένε πώς! Οι ίδιοι έλεγαν ότι έδωσαν την Αυτοκεφαλία και λύθηκε το σχίσμα, τώρα λες και είμαστε στο νηπιαγωγείο και μας λένε για ενότητα…». Πληροφορίες της Romfea.gr αναφέρουν ότι ο Μητροπολίτης Ονούφριος κατά τη συνάντηση με την αντιπροσωπεία του Φαναρίου φέρεται να ανέφερε ότι επιθυμεί διάλογο και όχι μονόλογο υπό την υπαγόρευση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ως προϋπόθεση του διαλόγου έθεσε το Φανάρι να καταδικάσει τους διωγμούς σε βάρος των Ορθοδόξων Χριστιανών στην Ουκρανία.
Το Οικ. Πατριαρχείο επιχειρεί επίσης, να αυξήσει την αποδοχή των σχισματικών Ουκρανών μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Στην Πολωνία Μητροπολίτης του Φαναρίου απεστάλη από τον κ. Βαρθολομαίο στον επικεφαλής της Πολωνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, για προφανείς λόγους. Μέχρι τώρα χωρίς επιτυχία. Η αρχική αισιοδοξία, όπως είχε εκφραστεί στον γράφοντα από τον αείμνηστο Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη, πως «σε έξι μήνες έως ένα χρόνο θα υποχρεωθούν όλοι να αποδεχθούν την απόφαση του Οικ. Πατριάρχου για την Ουκρανία» αποδείχθηκε μη πραγματική.
Επίσης ο Οικ. Πατριάρχης μεταβάς στη Σόφια για την ενθρόνιση του Πατριάρχου Βουλγαρίας βρήκε εκκλησιαστικά παγερή ατμόσφαιρα, αλλά δεν έχασε την ευκαιρία να προσεγγίσει την πολιτική ηγεσία της χώρας. Επισκέφθηκε την Πρόεδρο του Κοινοβουλίου Ράνια Ναζαριάν και τον πρ. πρωθυπουργό Μπόικο Μπορίσοφ και επικεφαλής του Κόμματος GERB, τον οποίο τίμησε με τον Σταυρό της Παμμακαρίστου «για τη στήριξή του προς τη Μητέρα Εκκλησία».
Η σιωπή των Ελλήνων ποιμένων των τεσσάρων τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών – Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Κύπρου και Ελλάδος – στους διωγμούς που υφίστανται οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί στην Ουκρανία, είναι εντυπωσιακή. Έχει χαρακτήρα είτε σιωπηλής αποδοχής, είτε φόβου μήπως ενοχληθούν ο Οικ. Πατριάρχης και οι ΗΠΑ με τους Ευρωπαίους συμμάχους τους, που συνεργάζονται με τον κ. Βαρθολομαίο στο Ουκρανικό. Είναι ενδεικτικό πως στις 26 και στις 27 Αυγούστου συνεδρίασε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά δηλαδή την ψήφιση του Νόμου στην Ουκρανική Βουλή για τον διωγμό σε βάρος των Ορθοδόξων στην χώρα. Μέλη της ΔΙΣ και πολιοί Μητροπολίτες. Στο Δελτίο Τύπου που εκδόθηκε ουδέν αναφέρεται για την Ουκρανία. Ως συνήθως σε αυτό γράφονται σχόλια, δευτερεύουσες πληροφορίες, φιλοφρονήσεις – τί καλά τα έκανε όλα ο Αρχιεπίσκοπος – και πότε θα είναι οι επόμενες συνεδρίες, υπό τη νέα σύνθεση της ΔΙΣ…
Είναι πολύ δυσάρεστο πως επί των ημερών του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, προκλήθηκε σχίσμα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, το πρώτο μετά από 1000 χρόνια, όταν έγινε το σχίσμα με την παπική Εκκλησία. Επίσης γίνονται με την ευλογία ή ανοχή του όλοι αυτοί οι διωγμοί σε βάρος Ορθοδόξων Χριστιανών στην Ουκρανία. Επειδή στο τρέχον σχίσμα δεν υπάρχουν δογματικές διαφορές, αλλά ενεργή ανάμιξη της εκκοσμίκευσης στη ζωή της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, κατά απομίμηση της Παπικής Εκκλησίας, πιστεύεται ότι στο μέλλον θα βρεθεί τρόπος να επουλωθεί το τραύμα στην Ορθοδοξία και να μην μονιμοποιηθεί. Είναι θετικό πως και οι δέκα Εκκλησίες έναντι της Αλήθειας και της εφαρμογής των Ιερών Κανόνων είναι σταθερές και ανυποχώρητες, παρά τις πιέσεις που δέχονται από το Φανάρι, τις ΗΠΑ, και τις κυβερνήσεις των χωρών τους.-
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
