Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Ο Σπύρος Κυπριανού υποστήριζε ένταξη στο ΝΑΤΟ και ΕΟΚ

Δημοσιεύτηκε στις

γράφει η Φανούλα Αργυρού*

Σήμερα, υπενθυμίζουμε περιληπτικά,  τι ζητούσε από τους Βρετανούς ο μ. Σπύρος Κυπριανού σε αντίθεση με τι προσέφεραν μετά από αυτόν ο Γ. Βασιλείου μέχρι Νίκος Χριστοδουλίδης. 

Στις 30 και 31 Δεκεμβρίου 2014 δημοσιεύσαμε στη ‘Σημερινή’ τι είχαν αποδεσμεύσει στο Βρετανικό Εθνικό Αρχείο για την προεδρία Σπ. Κυπριανού για τα έτη 1985-86 μέσω δύο  πρωθυπουργικών φακέλων (όχι του Φόρειν ΄Οφις),  και οι οποίοι κάλυπταν διαδοχικές συναντήσεις του με την τότε Πρωθυπουργό μ. Μάργκαρετ Θάτσερ. 

Στη συνάντησή τους στις  14 Ιανουαρίου 1985, στην πρωθυπουργική κατοικία, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Σπύρος Κυπριανού ζήτησε την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα ( όπως ήταν αρχικά γνωστή η σημερινή ΕΕ).  Γνώριζε ότι η πρότασή του (προσωπική μεν αλλά επαναλαμβανόταν στις συναντήσεις του) δεν φαινόταν ρεαλιστική, όμως ήταν πεπεισμένος ότι πρόσφερε την καλύτερη μακροπρόσθεσμη ελπίδα για διαρκή λύση του Κυπριακού.

 Ο τότε Υπ. Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας Τζέφρι Χάου, που παρευρέθηκε στη συνάντηση, είπε ότι τέτοιες ιδέες εμπεριείχαν τον κίνδυνο δημιουργίας νέων περιπλοκών στο Κυπριακό. Η Τουρκία οπωσδήποτε θα επέμενε να παραμείνει εγγυήτρια δύναμη και η Πρωθυπουργός συμφώνησε ότι θα ήταν δύσκολο να εγκαταλειφθούν οι υφιστάμενες διευθετήσεις εγγυήσεων.

Ο Πρόεδρος Κυπριανού, όμως, επέμενε στην ανάγκη αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων και των εποίκων, και διαφωνούσε με τη βρετανική προτροπή να μην επιμένει στην αποχώρησή τους προτού επιτευχθεί συμφωνία στο εδαφικό και συνταγματικό. 

Αντίθετα, ο Κυπριανού το εύρισκε μη ρεαλιστικό για την κυπριακή κυβέρνηση να εγκαταλείψει την εξουσία της προτού αποχωρήσουν τα κατοχικά στρατεύματα.

Οι εγγυήσεις

Εξηγώντας αναλυτικά την κατάσταση στην κ. Θάτσερ, ο κ. Κυπριανού είπε πως οι Τουρκοκύπριοι είχαν αποσύρει (τότε) το αίτημά τους για εκ περιτροπής προεδρία, είχαν συμφωνήσει το Εκτελεστικό να παρέμενε στο σύστημα του 1960, όμως ήθελαν βέτο σε όλες τις αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας και απαιτούσαν ο Υπουργός Εξωτερικών να ήταν πάντα Τουρκοκύπριος. Η κύρια ανησυχία του Σπύρου Κυπριανού ήταν ότι θα συναντούσε σοβαρές δυσκολίες με τον Ρ. Ντενκτάς στην αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, στις εγγυήσεις και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. 

Ο Ντενκτάς την ίδια μέρα είχε επαναλάβει από την Άγκυρα ότι δεν υπήρχε θέμα συμφωνίας, εκτός και αν η Τουρκία παρέμενε εγγυήτρια δύναμη και πως αν οι Ελληνοκύπριοι πίστευαν ότι θα κατάφερναν πλήρη ελευθερία διακίνησης και εγκατάστασης, ζούσαν σε ψευδαισθήσεις.

Ο Πρόεδρος Κυπριανού ζήτησε από την κ. Θάτσερ να μελετήσει την πρόταση για ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και ΝΑΤΟ, γιατί πίστευε ότι θα ήταν η καλύτερη εγγύηση για ενότητα στην Κύπρο και αποφυγή της ανάγκης των εγγυήσεων. 

Τα έγγραφα επιβεβαιώνουν ότι ο  Πρόεδρος Σπύρος Κυπριανού, σε όλες του τις συναντήσεις με την Πρωθυπουργό Μάργκαρετ Θάτσερ, υποστήριζε την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ και στην επαναφορά στην κατάσταση του 1960.

Το χειρόγραφο έγγραφο των Βρετανών για τη πληροφορία  από τα «χείλη του Μακαρίου» ότι η κυβέρνησή του θα δεχόταν μια βάση του ΝΑΤΟ όπου θα στάθμευαν οποιαδήποτε στρατεύματα εκτός Τουρκικών. 

Συνδιαβούλευση

Ο Σπύρος Κυπριανού ήθελε, επίσης, να επαναφέρει την ιδέα συνδιαβούλευσης (που είχε εκφράσει σε προηγούμενα χρόνια) με τις εγγυήτριες δυνάμεις, αλλά τον αποθάρρυνε η κ. Θάτσερ πως δεν ήταν ο κατάλληλος χρόνος. Προτεραιότητα, του έλεγε, ήταν η πρόοδος στις εκ του σύνεγγυς συνομιλίες. Αρνητική στη συνδιαβούλευση με τις εγγυήτριες δυνάμεις ήταν -σύμφωνα με τα έγγραφα- και η θέση της Αθήνας.

Και ο Μακάριος υπέρ ένταξης στο ΝΑΤΟ…

Από προηγούμενα βρετανικά έγγραφα σημειώνω ότι και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ήταν υπέρ του ΝΑΤΟ από το 1966. Σε εμπιστευτικότατο έγγραφο ημερ. 15 Δεκεμβρίου 1966, οι Βρετανοί είχαν την πληροφορία απευθείας από τον ίδιο τον Μακάριο ότι «η κυβέρνησή του θα παραχωρούσε μία βάση στο ΝΑΤΟ, για στάθμευση στρατευμάτων, εκτός από τουρκικά».

Σταδιακή αποστρατιωτικοποίηση

Με τηλεγράφημα από Ουάσιγκτον προς το Φόρεϊν Όφις, ημερ. 10 Ιανουαρίου 1984, οι Βρετανοί έδιδαν λεπτομέρειες για τις προτάσεις Σπ. Κυπριανού για λύση. Βασική προϋπόθεση για λύση, η αποστρατιωρικοποίηση. Σε πρώτο στάδιο, αποχώρηση όλων των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων μαζί με τους εισαγόμενους εποίκους από την Τουρκία. Αργότερα, αποχώρηση των ελληνικών και τουρκικών στρατευμάτων, που βρίσκονται στην Κύπρο βάσει της Συνθήκης Συμμαχίας, και διάλυση της Εθνικής Φρουράς και των ούτω καλούμενων σωμάτων ασφαλείας των Τουρκοκυπρίων. Ακολούθως, διεθνής δύναμη των Ηνωμένων Εθνών, αποτελούμενη από χώρες που δεν είχαν άμεση ανάμιξη με την Κύπρο. Η Κυπριακή Δημοκρατία να γίνει ομόσπονδο κράτος.

Μέχρι και 25%

Σε ξεχωριστό έγγραφο, ημερ. 11 Ιανουαρίου 1984, με τίτλο «Περίγραμμα για συνολική λύση του κυπριακού προβλήματος», καταγράφονται οι προτάσεις Σπ. Κυπριανού . «…Οι Τουρκοκύπριοι αποτελούν το 18% του πληθυσμού και οι έποικοι από την Τουρκία κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες δεν μπορούν να θεωρούνται Κύπριοι. Παρόλο που οι Τ/κ είναι το 18%, όπως λέχθηκε και στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ στις 30 Σεπτεμβρίου 1983, η ελληνοκυπριακή πλευρά προτείνει διαπραγμάτευση στη βάση του 23% για την περιοχή κάτω από τουρκοκυπριακή διοίκηση. Όμως, αν είναι να εξασφαλιστεί γρήγορα μια συνολική λύση, θα είναι δυνατόν να συμφωνήσει στο 25% στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, νοουμένου ότι περιοχές όπως η Αμμόχωστος και Μόρφου, που ήταν πλειοψηφικά κατοικημένες από Ελληνοκυπρίους πριν τον ξεριζωμό τους με την εισβολή, θα τεθούν υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση.
Στο Συνταγματικό πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι κάτω από ένα ομοσπονδιακό σύστημα οι περιοχές (regions) ή επαρχίες (provinces) θα έχουν αρκετή αυτονομία και εξουσίες, αλλά δεν θα επεμβαίνουν στις λειτουργίες της ομόσπονδης κυβέρνησης, αλλιώς το κράτος θα κινδυνεύει με διάλυση. Στο Εκτελεστικό, το προεδρικό σύστημα του 1960 θεωρείται κατάλληλο. Στο Νομοθετικό, ο κ. Κυπριανού υποστηρίζει «unicameral system» ως πιο κατάλληλο και εναλλακτικά ένα «bi-cameral system», αποτελούμενο από μία κάτω βουλή και μία άνω βουλή… Τα ανθρώπινα δικαιώματα και θεμελιώδεις ελευθερίες, περιλαμβανομένων και των τριών ελευθεριών διακίνησης, εγκατάστασης και δικαιώματος ιδιοκτησίας, πρέπει να εξασφαλίζονται τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και περιφερειακό επίπεδο, και θα πρέπει να αποτελούν μέρος του ομοσπονδιακού συντάγματος…»


Η λέξη «unitary» ενόχλησε τους Τούρκους και το δέχθηκε το Φ.Ο!!!

Στο ανακοινωθέν της πρωθυπουργικής κατοικίας, που ακολούθησε τη συνάντηση του Προέδρου Κυπριανού με την Πρωθυπουργό Θάτσερ στις 14 Ιανουαρίου 1985, γράφτηκε ότι «η Πρωθυπουργός επανέλαβε την υποστήριξή της σε μια ενιαία Κύπρο…» και η λέξη που χρησιμοποιήθηκε ήταν «unitary» (ενιαία). Αυτή ενόχλησε αμφότερους Τούρκους και Τουρκοκυπρίους. Γι’ αυτό και προέβησαν σε παραστάσεις προς το Φόρεϊν Όφις, καθώς επιστολή από το Φ.Ο. προς τον Γραμματέα της κ. Θάτσερ ημερ. 31 Ιανουαρίου 1985 έγραφε:
«… Η λέξη «unitary» (ενιαία) παρόλο που όσον αφορά το αγγλικό λεξικό θεωρείται συνώνυμη της unified (ενοποιημένη), φαίνεται ότι ενόχλησε τους Τούρκους και τους Τουρκοκυπρίους. Το ερμηνεύουν ότι υπονοεί ακριβώς το αντίθετο της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, όπως προτάθηκε στο έγγραφο της συμφωνίας Υψηλού Επιπέδου του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ… Εξ όσων γνωρίζουμε, η πρώτη φορά που η λέξη «ενιαία» χρησιμοποιήθηκε σε σχέση με τις προσδοκίες μας για την Κύπρο ήταν από την Πρωθυπουργό κατά τη διάρκεια ερωτήσεων/απαντήσεων στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 12 Ιουνίου 1984. Έκτοτε υιοθετήσαμε τη λέξη στις επαφές μας με το Κοινοβούλιο και τον Τύπο. Όμως, ενόψει των τουρκικών και τουρκοκυπριακών ευαισθησιών στην Κύπρο, πιστεύουμε ότι θα ήταν πιο σωστό να αντικαταστήσουμε τη λέξη «ενιαία» με τη λέξη «ενοποιημένη» σε όλες τις μελλοντικές ανακοινώσεις μας».
Στη δε επιστολή  του ημερομηνίας 5 Δεκεμβρίου 1984 προς την Πρωθυπουργό Θάτσερ, ο Πρόεδρος Κυπριανού την ευχαριστούσε για τη βοήθειά της, γιατί πίστευε ότι η βελτίωση της τουρκικής στάσης είχε πολύ να κάνει με τις δικές της προσπάθειες. Όμως, από μόνη της αυτή η βελτίωση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως σπάσιμο του αδιεξόδου. Οι συνταγματικές διευθετήσεις έπρεπε να στοχεύουν στη σταθερότητα, της έγραψε, κατονομάζοντας τις δυσκολίες…
Οι Τουρκοκύπριοι επέμεναν σε βέτο σε όλες τις αποφάσεις του ομοσπονδιακού εκτελεστικού και του ομοσπονδιακού νομοθετικού. Αυτά, εκτός του ότι δεν θα τα δεχόταν η πλειοψηφία των πολιτών, οπωσδήποτε θα μετέτρεπαν το σύστημα σε μη λειτουργικό, θα δημιουργούσαν αστάθεια, με καταστροφικά αποτελέσματα. Όσον αφορά το εδαφικό, επέμενε στην ανάγκη οι περιοχές που θα «επιστρέφονταν» να περιλάμβαναν περιοχές με μεγάλο αριθμό κατοίκων κάτω από ελληνοκυπριακή διοίκηση. «Μπορείτε να φανταστείτε την πικρία όλων εκείνων των συμπατριωτών μας που δεν θα μπορέσουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους κάτω από τη δική μας διοίκηση…», έγραφε τότε μεταξύ άλλων  ο κ. Κυπριανού και ολοκλήρωσε:

«…Πιστεύουμε ότι η ομόσπονδη διευθέτηση πρέπει να εγγυάται τις θεμελιώδεις ελευθερίες όλων των πολιτών, περιλαμβανομένων της ελευθερίας διακίνησης, εγκατάστασης και δικαιώματος περιουσίας. Πιστεύω ακράδαντα ότι μια συνάντηση υψηλού επιπέδου πρέπει να έχει επιτυχή αποτελέσματα. Αποτυχία μιας τέτοιας συνάντησης θα είναι πολύ επικίνδυνο…»

Τη συνάντηση υψηλού επιπέδου προωθούσε ο τότε ΓΓ του ΟΗΕ. 

(Σημ. Φ.Α.   Δεν υπήρξε «έγγραφο» «συμφωνίας Υψηλού Επιπέδου» του ΓΓ του ΟΗΕ, για δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία, η αναφορά είναι για την ΑΠΑΤΗ που αναπτύχθηκε σταδιακά  με τις 4 κατευθυντήριες γραμμές στη συνάντηση 12.2.1977 που ήταν απλά οδηγίες προς τους διαπραγματευτές για επανέναρξη του διαλόγου.  Γράψαμε γι΄αυτό και θα επανέλθω στο επόμενο). 

Στις 6 Δεκεμβρίου 1984, ανώτερος αξιωματούχος του Φόρεϊν Όφις, με επιστολή του προς τον Ιδιαίτερο Γραμματέα της Πρωθυπουργού Θάτσερ, εξηγούσε πώς να απαντηθεί η επιστολή Κυπριανού και ουσιαστικά εισηγείτο:
«Να στείλουμε μια γρήγορη απάντηση… που να του δίνει  μια γενική ενθάρρυνση να συνεχίσει τη διαδικασία…»

Οι δύο φάκελοι περιλάμβαναν  και πρακτικά της συνάντησης που είχε ο Πρόεδρος Κυπριανού στο Λονδίνο με την Πρωθυπουργό Μάργκαρετ Θάτσερ στις 17 Νοεμβρίου 1983 (δύο μέρες μετά τη μονομερή ανακήρυξη του Ρ. Ντενκτάς). Ήθελε να της εξηγήσει με πλήρη εμπιστευτικότητα ορισμένα πράγματα. Έπρεπε να εξασφαλιζόταν ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας καταδικάζοντας την ενέργεια των Τουρκοκυπρίων και ζητώντας την αντιστροφή της απόφασης. Μόλις είχε επισκεφθεί την Αθήνα, όπου είχε δει τον Πρόεδρο και τον Πρωθυπουργό. Ήταν σοκαρισμένοι και ένιωθαν εξαπατημένοι από την Τουρκία. Υπήρχε έντονο το αίσθημα στην Ελλάδα πως, μετά από την ανεπαρκή ανταπόκριση στα γεγονότα του 1974, απραξία ή αδιαφορία από μέρους της ελληνικής κυβέρνησης δεν θα γινόντουσαν ανεκτές από την κοινή γνώμη.

Επισημαίνεται ότι αν δεν υπήρχε άμεση επέμβαση και επιβολή της πολιτικής του Φόρεϊν Όφις, η πολιτική της Πρωθυπουργού Θάτσερ έναντι του Κυπριακού θα ήταν πολύ διαφορετική, καθώς φαίνεται ότι ο Πρόεδρος Κυπριανού μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί της και να γίνει κατανοητός ως προς τα αιτήματά του για το συμφέρον της Κύπρου.

Από τα λίγα έγγραφα που μας αποδέσμευσαν, συμπεραίνεται ότι και στο θέμα της Κύπρου η Πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ είχε κάποιες διαφωνίες (όπως και σε άλλα θέματα άσχετα με το Κυπριακό) με την πολιτική των μανδαρίνων του Φόρεϊν Όφις. Ενδεικτικές οι υποδείξεις στο θέμα της λέξης «ενιαία» και πως το Φ.Ο. υπέκυψε, δίχως δεύτερη σκέψη στις τουρκικές παραστάσεις και επέβαλε τη θέση του και στο γραφείο της Πρωθυπουργού.
Γενικά η προσέγγιση του Φόρεϊν Όφις για το Κυπριακό ήταν να καθησυχάζει την κυπριακή κυβέρνηση, να εισηγείται κατευναστικές ενέργειες έναντι των τουρκικών απαιτήσεων, για να αποφεύγει η κυπριακή κυβέρνηση δυναμικές ενέργειες εις βάρος της Τουρκίας και συνέχιση του ενδοκοινοτικού διαλόγου. Τίποτα δεν άλλαξε μέχρι σήμερα. 

 Σημειώνεται, επίσης, ότι αμφότερα τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας 541 του 1983 και 550 του 1984 γράφτηκαν από τους Βρετανούς και ψηφίστηκαν επί πρωθυπουργίας Μάργκαρετ Θάτσερ.

Ο Κυπριανού ήθελε ένταξη στο ΝΑΤΟ 

Μέρος Α’  Σημερινή 30.12.2014

https://simerini.sigmalive.com/media/documents/simerini/simerini_30122014.pdf 

Αλλα η Θάτσερ άλλα το Φόρειν ΄Οφις..

Μέρος Β’ Σημερινή 31.12.2014 

https://simerini.sigmalive.com/media/documents/simerini/simerini31122014.pdf 

*Ερευνήτρια/δημοσιογράφος 

ΠΗΓΗ:ΣΗΜΕΡΙΝΗ 3/11/2024

 

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

GEOPOLITICO

Δεν αρκεί απλά να περάσει το καλώδιο – Τι διακυβεύεται στο Αιγαίο

Ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών προειδοποιεί για την τουρκική επιδίωξη αλλαγής συνόρων και ζητά εθνικό σχέδιο, ουσιαστικά ευρωπαϊκά αντίμετρα και έμπρακτη αξιοποίηση των θαλάσσιων συμφωνιών.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα έργο που αρκεί απλώς να προχωρήσει, εάν ο τρόπος υλοποίησής του αφήνει περιθώρια στην Τουρκία να εμφανίζεται ότι επιβάλλει τις διεκδικήσεις της. Αυτό ήταν ένα από τα κεντρικά μηνύματα του Ιωάννη Βαληνάκη στη συνέντευξή του στον Σάββα Καλεντερίδη, στην εκπομπή «Geopolitics» της «Ναυτεμπορικής».

Ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών έθεσε ως προτεραιότητα την έμπρακτη υπεράσπιση της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας στην περιοχή όπου οι τουρκικές αξιώσεις, μέσω του τουρκολιβυκού μνημονίου, επικαλύπτονται με την οριοθέτηση Ελλάδας–Αιγύπτου. Υποστήριξε ότι η Αθήνα χρειάζεται συνολική στρατηγική, αποτρεπτική ισχύ και συμμαχίες που θα υπηρετούν συγκεκριμένους εθνικούς στόχους.

«Δεν αρκεί το διεθνές δίκαιο», σημείωσε, εξηγώντας ότι αποτελεί ισχυρή αφετηρία για την Ελλάδα, αλλά χρειάζεται πρακτική αξιοποίηση. Η επίκληση των κανόνων, κατά την ανάλυσή του, δεν υποκαθιστά τη δυνατότητα υπεράσπισης των δικαιωμάτων απέναντι σε μια χώρα που εμφανίζεται διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η κρίση της Κάσου. Ο Σάββας Καλεντερίδης επανέφερε τα γεγονότα του Ιουλίου του 2024 και την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων κατά τις έρευνες για το καλώδιο, θέτοντας το ερώτημα εάν η εμπλοκή της Γαλλίας αρκεί για να αποτρέψει νέα τουρκική παρεμπόδιση.

Ο Βαληνάκης εξέφρασε τον φόβο ότι έχει υπάρξει αντιστροφή προτεραιοτήτων: αντί να επιδιώκεται πρωτίστως η κατοχύρωση στην πράξη των ελληνικών θέσεων, αναζητείται τρόπος να προχωρήσει το έργο. Εκτίμησε ότι Ελλάδα και Γαλλία ενδέχεται να αναζητούν μια διευθέτηση που θα επιτρέψει την πόντιση, αφήνοντας όμως ασάφεια ως προς τις αντικρουόμενες διεκδικήσεις.

Το ερώτημα που έθεσε είναι ουσιαστικό: μπορεί η ολοκλήρωση του καλωδίου να παρουσιαστεί ως επιτυχία, εάν συνοδεύεται από υποχώρηση στις ελληνικές θέσεις; Για τον πρώην υφυπουργό, η περιοχή μεταξύ Κρήτης και Ρόδου αποτελεί δοκιμασία αποφασιστικότητας, με συνέπειες που υπερβαίνουν το συγκεκριμένο ενεργειακό έργο.

Στην ίδια κατεύθυνση, επέκρινε την έλλειψη ενεργειών για την αξιοποίηση της συμφωνίας με την Αίγυπτο. Υποστήριξε ότι η Ελλάδα δεν έχει προχωρήσει στην οριοθετημένη περιοχή σε πρακτικές κινήσεις αντίστοιχες με την παραχώρηση θαλάσσιων οικοπέδων νότια της Κρήτης. Κατά την άποψή του, μια συμφωνία αποκτά στρατηγικό βάρος όταν συνοδεύεται από άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπει.

Έκανε επίσης λόγο για χαμένες ευκαιρίες στην επέκταση των χωρικών υδάτων και στην αξιοποίηση της ΑΟΖ. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην οριοθέτηση με γειτονικά κράτη, εξηγώντας ότι η ανακήρυξη από μόνη της δεν επιλύει τις επικαλυπτόμενες αξιώσεις και πρέπει να συνοδεύεται από προετοιμασία για τις αντιδράσεις που μπορεί να προκαλέσει.

Αναφερόμενος στην Αλβανία, υπερασπίστηκε τη συμφωνία οριοθέτησης του 2009 και επέκρινε την ελληνική στάση μετά τη μη εφαρμογή της. Υποστήριξε ότι η ευρωπαϊκή προοπτική των Τιράνων αποτελεί σημαντικό διπλωματικό εργαλείο, το οποίο η Αθήνα οφείλει να συνδέσει με την οριστική επίλυση της εκκρεμότητας των θαλάσσιων ζωνών.

Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν για τις επιδιώξεις της Άγκυρας. «Δεν είναι η Ιταλία. Είναι μια χώρα που θέλει να αλλάξει τα σύνορα», ανέφερε, απορρίπτοντας την προσδοκία ότι η Τουρκία θα εγκαταλείψει τις υπόλοιπες διεκδικήσεις της και θα δεχθεί δικαστική επίλυση αποκλειστικά για την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας.

Στην ανάλυσή του, η Τουρκία χρησιμοποιεί την ένταση ως εργαλείο προώθησης των θέσεών της. Προειδοποίησε ότι ελληνικές πρωτοβουλίες που ανακόπτονται μετά από τουρκικές αντιδράσεις μπορούν να ενισχύσουν στην Άγκυρα την πεποίθηση ότι η πίεση αποδίδει και ότι η Ελλάδα θα υποχωρεί ξανά.

Για τα νησιά, ξεχώρισε δύο άξονες της τουρκικής πολιτικής: τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» και την προσπάθεια σύνδεσης της ελληνικής κυριαρχίας με την αποστρατιωτικοποίηση. Απέρριψε ως εξωφρενική τη θέση ότι οι σχετικές αναφορές των συνθηκών συνεπάγονται απώλεια της ελληνικής κυριαρχίας. Παράλληλα, τόνισε την ανάγκη συστηματικής διεθνούς προβολής της τουρκικής στρατιωτικής απειλής απέναντι από τα νησιά και της ελληνικής ανάγκης αυτοάμυνας.

Η συζήτηση επεκτάθηκε στο σχεδιαζόμενο, όπως παρουσιάζεται στη συνέντευξη, νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα». Ο Βαληνάκης επισήμανε ότι, εφόσον περιλάβει ελληνικά νησιά στις τουρκικές διεκδικήσεις, η Ελλάδα πρέπει να έχει προειδοποιήσει εγκαίρως για συγκεκριμένες συνέπειες.

Πρότεινε να αξιοποιηθούν ως μοχλοί πίεσης η αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης ΕΕ–Τουρκίας, η βίζα, η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα και άλλες ευρωπαϊκές παροχές. Το ζητούμενο είναι να δημιουργείται πραγματικό κόστος για την Άγκυρα, υποστήριξε, αντί η αντίδραση να εξαντλείται σε δηλώσεις αποδοκιμασίας.

Για την οριοθέτηση Ελλάδας–Κύπρου, παρουσίασε την πρόταση του Κατσούφρου για προσφυγή των δύο κρατών στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αντικείμενο τα μεταξύ τους θαλάσσια όρια. Την περιέγραψε ως μια ιδέα που αξίζει να εξεταστεί, ώστε να αξιοποιηθεί το ευρωπαϊκό πλαίσιο και να ενισχυθεί η σύνδεση των ελληνικών και κυπριακών θέσεων με τα συμφέροντα της ΕΕ.

Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης, στάθηκε στη συνεργασία με το Ισραήλ. Αναγνώρισε ότι ένας ισχυρός και αποφασιστικός σύμμαχος μπορεί να ενισχύσει την ελληνική αποτροπή και να περιπλέξει τους τουρκικούς σχεδιασμούς. Τόνισε, όμως, ότι πρέπει να είναι σαφές τι προσφέρει κάθε εταίρος, πώς καλύπτονται οι ελληνικές ανάγκες —μεταξύ άλλων στα πυρομαχικά— και ποια σενάρια εμπλοκής μπορεί να προκύψουν.

Κατά την εκτίμησή του, η γραμμή Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ έχει ιδιαίτερη στρατηγική αξία για την ασφάλεια και τον ανεφοδιασμό του Ισραήλ, γεγονός που εξηγεί το ενδιαφέρον του για την τουρκική παρουσία στη Λιβύη και το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Υπογράμμισε ότι η Ελλάδα χρειάζεται ρεαλιστικό σχεδιασμό και δεν πρέπει να θεωρεί δεδομένο ότι ένας σύμμαχος θα αναλάβει για λογαριασμό της την αντιμετώπιση της Τουρκίας.

Ο Βαληνάκης τάχθηκε υπέρ κινήσεων που θα προλαμβάνουν τα τετελεσμένα και θα αυξάνουν το κόστος των τουρκικών διεκδικήσεων, αποφεύγοντας παράλληλα μια στρατιωτική κλιμάκωση που, όπως υποστήριξε, ευνοεί την πλευρά που επιδιώκει αλλαγή συνόρων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Άμυνα

Ελλάδα–Ινδία: Ανοίγει ο δρόμος για αμυντική συνεργασία και ναυπηγεία – Η στρατηγική σημασία του IMEC

Στο επίκεντρο της συνάντησης του Έλληνα υφυπουργού Ναυτιλίας Στέφανου Γκίκα με τον γραμματέα Άμυνας της Ινδίας Rajesh Kumar Singh βρέθηκαν η ναυτική συνεργασία, η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και η ναυπηγική βιομηχανία. Οι συνομιλίες στο Νέο Δελχί αναδεικνύουν τη διεύρυνση των ελληνοϊνδικών σχέσεων σε τομείς στρατηγικής σημασίας, την ώρα που Αθήνα και Νέο Δελχί εξετάζουν τις προοπτικές συνεργασίας τους στον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC).

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ένα ακόμη βήμα στην ανάπτυξη των στρατηγικών σχέσεων Ελλάδας και Ινδίας πραγματοποιήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2026, με τη συνάντηση του γραμματέα Άμυνας της Ινδίας Rajesh Kumar Singh και του υφυπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής Στέφανου Γκίκα στο Νέο Δελχί.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ινδικού υπουργείου Άμυνας, οι δύο πλευρές εξέτασαν τις δυνατότητες ενίσχυσης της αμυντικής και στρατηγικής συνεργασίας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη θαλάσσια ασφάλεια, στην προστασία των ακτών και στη ναυπηγική βιομηχανία.

Η ινδική πλευρά υπογράμμισε ότι Ελλάδα και Ινδία, ως δύο χώρες με ισχυρή ναυτική παράδοση και σημαντικά συμφέροντα στις θαλάσσιες μεταφορές, έχουν κοινό ενδιαφέρον για την ασφάλεια των ναυτικών και τη διατήρηση ασφαλών θαλάσσιων διαδρομών.

Η ναυτική διάσταση της στρατηγικής συνεργασίας

Το ενδιαφέρον της συνάντησης δεν περιορίζεται στη ναυτιλία. Η συμμετοχή του ανώτατου υπηρεσιακού αξιωματούχου του ινδικού υπουργείου Άμυνας καταδεικνύει ότι η συνεργασία εξετάζεται και μέσα από το πρίσμα της περιφερειακής ασφάλειας.

Για την Ινδία, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα και η προστασία των θαλάσσιων εμπορικών διαδρόμων αποτελούν ζωτικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα. Η Ελλάδα διαθέτει σημαντική εμπορική ναυτιλία, υποδομές λιμένων και ναυπηγικές εγκαταστάσεις, στοιχεία που μπορούν να δημιουργήσουν περιθώρια συνεργασίας με το Νέο Δελχί.

Στο επίπεδο της αμυντικής βιομηχανίας, η αναφορά στα ναυπηγεία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία για διερεύνηση κοινών τεχνικών προγραμμάτων, συνεργασίας σε επισκευές πλοίων, θαλάσσια επιτήρηση και τεχνολογίες ναυτικής ασφάλειας.

Προς το παρόν, πάντως, δεν έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένη σύμβαση ή συμφωνία συμπαραγωγής.

Στο βάθος ο οικονομικός διάδρομος IMEC

Η επίσκεψη του Στέφανου Γκίκα στην Ινδία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του διεθνούς φόρουμ «Sagarmanthan: The Great Oceans Dialogue 2026».

Στις επαφές του τέθηκαν επίσης οι προοπτικές ελληνικής συμμετοχής στον οικονομικό διάδρομο IMEC, ο οποίος σχεδιάζεται να συνδέσει την Ινδία με την Ευρώπη μέσω της Μέσης Ανατολής.

Για την Αθήνα, η συμμετοχή σε αυτή τη γεωοικονομική πρωτοβουλία θα μπορούσε να αναβαθμίσει τον ρόλο ελληνικών λιμένων ως κόμβων διακίνησης αγαθών και να ενισχύσει τη θέση της χώρας στις εμπορικές συνδέσεις Ασίας και Ευρώπης.

Ωστόσο, η υλοποίηση του IMEC εξαρτάται από επενδύσεις, διακρατικές συμφωνίες και τις συνθήκες ασφαλείας στη Μέση Ανατολή.

Η γεωπολιτική παράμετρος

Η αναβάθμιση των ελληνοϊνδικών σχέσεων αποκτά πρόσθετη σημασία στο περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου και του Ινδικού Ωκεανού.

Η Ελλάδα αναζητεί δυνατότητες διεύρυνσης των στρατηγικών της συνεργασιών πέρα από το παραδοσιακό ευρωατλαντικό πλαίσιο, ενώ η Ινδία επιδιώκει μεγαλύτερη παρουσία στις εμπορικές και ενεργειακές διαδρομές προς την Ευρώπη.

Σε αυτή την εξίσωση πρέπει να συνεκτιμηθούν και οι στενές αμυντικές σχέσεις Τουρκίας–Πακιστάν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ελληνοϊνδική προσέγγιση αποτελεί επίσημα αντίβαρο σε αυτές.

Το ουσιαστικό ζητούμενο για την Αθήνα είναι να μετατραπεί η πολιτική σύγκλιση σε συγκεκριμένα προγράμματα οικονομικής, τεχνολογικής και αμυντικής συνεργασίας.

Η συνάντηση στο Νέο Δελχί δείχνει ότι υπάρχουν πεδία κοινού ενδιαφέροντος. Το επόμενο βήμα θα είναι η διαμόρφωση συμφωνιών με μετρήσιμα αποτελέσματα.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ψευδαίσθηση οι εγγυήσεις από τις ΗΠΑ – Η αποτροπή απαιτεί αποφασιστικότητα

Ο αντιστράτηγος ε.α., μιλώντας στον Θήτα FM και τη Βασιλική Πολίτου, απορρίπτει τις θριαμβολογίες για την επίσκεψη Ρούμπιο, προειδοποιεί για τη στάση της Ουάσιγκτον στο καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και αναδεικνύει τα προβλήματα στελέχωσης των Ενόπλων Δυνάμεων.

Δημοσιεύτηκε

στις

Σαφείς αποστάσεις από τις θριαμβολογίες που συνόδευσαν την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα κράτησε ο αντιστράτηγος ε.α. και γεωστρατηγικός αναλυτής Λάμπρος Τζούμης. Στην παρέμβασή του στον Θήτα FM, στη συζήτηση με τη Βασιλική Πολίτου, υποστήριξε ότι η Ελλάδα οφείλει να στηρίξει την ασφάλειά της στην ισχύ και την αποφασιστικότητά της, χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι η Ουάσιγκτον θα αντιμετωπίσει τις τουρκικές διεκδικήσεις με τον τρόπο που επιθυμεί η Αθήνα.

«Αν περιμέναμε ότι θα πάρουμε εγγυήσεις ασφαλείας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, νομίζω θα ήταν μια ψευδαίσθηση», ανέφερε χαρακτηριστικά. Αναγνώρισε τη σημασία της επίσκεψης του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών και χαρακτήρισε εξαιρετική την ομιλία του στην Πνύκα. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η επίσκεψη «δεν προσφέρεται για χειροκροτήματα και για θριαμβολογίες».

Το καλώδιο και τα περιθώρια που βλέπει να αφήνονται στην Τουρκία

Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε για την αμερικανική στάση στο ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης. Σχολιάζοντας την απάντηση Ρούμπιο, όπως αυτή συζητήθηκε στην εκπομπή, επισήμανε ότι δεν υπήρξε ρητή δημόσια δέσμευση πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποτρέψουν τουρκική παρεμπόδιση του έργου.

Κατά την εκτίμησή του, η αναφορά σε λεπτές ισορροπίες και διπλωματικές συνεννοήσεις αφήνει χώρο στην Άγκυρα να συνεχίσει τις πιέσεις της.

«Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήθελαν να πάρουν μια στάση υπέρ της Αθήνας, θα μπορούσε να πει ότι δεν θα επιτρέψουμε στην Τουρκία να δημιουργήσει πρόβλημα στην ηλεκτρική διασύνδεση. Δεν είπε κάτι τέτοιο», σημείωσε.

Ο κ. Τζούμης διατύπωσε την πρόβλεψη ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να προστατεύσει τις ενεργειακές έρευνες νότια και νοτιοδυτικά της Κρήτης, λόγω των αμερικανικών επιχειρηματικών συμφερόντων, χωρίς να επιδείξει αντίστοιχη στάση ανατολικότερα.

Εστιάζοντας στην περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού και στο σύμπλεγμα της Μεγίστης, εξέφρασε την ανησυχία ότι θα παραμείνουν περιθώρια για τουρκικές προκλήσεις. Με αυτή την εκτίμηση εξήγησε γιατί δεν συμμερίζεται την αισιοδοξία για την αμερικανική στάση στο καλώδιο.

Η Ουάσιγκτον χρειάζεται και την Τουρκία

Στον πυρήνα της ανάλυσής του βρίσκεται η θέση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν Ελλάδα και Τουρκία ως δύο γεωπολιτικούς πόλους που χρειάζονται ταυτόχρονα.

Όπως υποστήριξε, η γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας και η στρατιωτική της χρησιμότητα καθιστούν μη ρεαλιστική την προσδοκία ότι η Ουάσιγκτον θα την εγκαταλείψει, ακόμη και όταν η Άγκυρα απομακρύνεται από δυτικές επιλογές.

Στο ίδιο πλαίσιο, σχολίασε ότι η αμερικανική επιθυμία να αποφευχθεί μια ελληνοτουρκική σύγκρουση δεν απαντά στο κρίσιμο ερώτημα: με ποιους όρους θα επιτευχθεί η αποκλιμάκωση και τι θα σημαίνει για τα ελληνικά συμφέροντα.

Επικαλέστηκε την κρίση των Ιμίων το 1996, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική παρέμβαση, μολονότι συνέβαλε στη λήξη της κρίσης, δεν ικανοποίησε την ελληνική πλευρά και ευνόησε, κατά την ανάγνωσή του, την τουρκική αμφισβήτηση. Με αυτή την ιστορική αναφορά αιτιολόγησε την επιφύλαξή του απέναντι στις προσδοκίες μιας παρέμβασης αποκλειστικά υπέρ της Αθήνας.

«Αυτά τα όπλα κάποιος πρέπει να τα υπηρετήσει»

Ο αντιστράτηγος ε.α. τάχθηκε υπέρ της ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων, επισημαίνοντας ότι «η ελευθερία πληρώνεται ακριβά». Υπογράμμισε, παράλληλα, την ανάγκη αποφυγής σπατάλης, καθώς οι αμυντικές δαπάνες προέρχονται από το υστέρημα του ελληνικού λαού.

Για τα F-35, ανέφερε ότι η εξασφάλιση των κατάλληλων όπλων αέρος–εδάφους θα έπρεπε να έχει προηγηθεί νέων οικονομικών δεσμεύσεων. Διευκρίνισε, πάντως, ότι δεν γνώριζε εάν αυτά περιλαμβάνονταν στο πρόσθετο εξοπλιστικό πακέτο που τέθηκε στη συζήτηση.

Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο προσωπικό, αναφερόμενος σε παραιτήσεις, μειωμένη προσέλευση υποψηφίων στις στρατιωτικές σχολές και χαμηλή στελέχωση μονάδων.

«Αυτά τα όπλα κάποιος πρέπει να τα υπηρετήσει», τόνισε, ζητώντας να δοθεί βάρος στον ανθρώπινο παράγοντα.

Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι οι αγορές οπλικών συστημάτων δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους αποτροπή. Απαιτείται να πείθεται η άλλη πλευρά ότι υπάρχει πρόθεση αξιοποίησης των Ενόπλων Δυνάμεων για την υπεράσπιση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η Κάσος και το μήνυμα προς την Άγκυρα

Σχολιάζοντας τις εξελίξεις στην Κάσο και τη δραστηριότητα του Oruç Reis κοντά στο Καστελλόριζο, ο κ. Τζούμης υποστήριξε ότι οι ελληνικές αντιδράσεις έστειλαν μήνυμα περιορισμένης βούλησης χρήσης της στρατιωτικής ισχύος.

Επισήμανε ότι η απαίτηση για αποφασιστικότητα δεν ισοδυναμεί με επιδίωξη πολέμου.

«Κανένας δεν θέλει τον πόλεμο. Κανείς δεν θέλει τη σύγκρουση», ανέφερε, εξηγώντας ότι η αξιόπιστη ετοιμότητα αποτελεί στοιχείο της αποτροπής. Κατά την ανάλυσή του, όταν η Τουρκία διαπιστώνει απροθυμία αντίδρασης, αποκτά περιθώρια να αυξάνει την πίεση και να επιδιώκει διαπραγμάτευση επί ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Το μάθημα του 1987

Ως παραδείγματα αποτελεσματικής ελληνικής αντίδρασης παρουσίασε την αντιμετώπιση της τουρκικής NOTAM το 1974 και την κρίση του 1987.

Για τη δεύτερη περίπτωση, στάθηκε στον συνδυασμό διπλωματικών κινήσεων και στρατιωτικής προετοιμασίας. Μετέφερε, μάλιστα, την προσωπική του εμπειρία από τη Ρόδο, όπου υπηρετούσε τότε, περιγράφοντας την άφιξη επιστράτων και την ανάπτυξη ναρκοπεδίων ως ενδείξεις πραγματικής ετοιμότητας.

Κατά την εκτίμησή του, η Τουρκία αναδιπλώθηκε όταν αντιμετώπισε αποφασιστική αντίδραση και συγκεκριμένο κόστος. Αναφέρθηκε, ωστόσο, και στις μεταγενέστερες εξελίξεις στο Νταβός, αναδεικνύοντας ότι η διαχείριση των ελληνοτουρκικών δεν εξαντλείται στη στιγμή μιας κρίσης.

Κλείνοντας, απέδωσε το πρόβλημα σε μια διαχρονική πολιτική φοβικότητας, υποχωρητικότητας και κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία. Διευκρίνισε ότι η κριτική του αφορά περισσότερες από μία κυβερνήσεις. Το μήνυμά του προς την Αθήνα ήταν σαφές: ενίσχυση της άμυνας, μέριμνα για το προσωπικό και αποφασιστικότητα που να φαίνεται στην πράξη.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 λεπτά πριν

Δεν αρκεί απλά να περάσει το καλώδιο – Τι διακυβεύεται στο Αιγαίο

Ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών προειδοποιεί για την τουρκική επιδίωξη αλλαγής συνόρων και ζητά εθνικό σχέδιο, ουσιαστικά ευρωπαϊκά αντίμετρα και έμπρακτη...

Άμυνα38 λεπτά πριν

Ελλάδα–Ινδία: Ανοίγει ο δρόμος για αμυντική συνεργασία και ναυπηγεία – Η στρατηγική σημασία του IMEC

Στο επίκεντρο της συνάντησης του Έλληνα υφυπουργού Ναυτιλίας Στέφανου Γκίκα με τον γραμματέα Άμυνας της Ινδίας Rajesh Kumar Singh βρέθηκαν...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Ψευδαίσθηση οι εγγυήσεις από τις ΗΠΑ – Η αποτροπή απαιτεί αποφασιστικότητα

Ο αντιστράτηγος ε.α., μιλώντας στον Θήτα FM και τη Βασιλική Πολίτου, απορρίπτει τις θριαμβολογίες για την επίσκεψη Ρούμπιο, προειδοποιεί για...

Απόψεις2 ώρες πριν

Η επανάσταση των νέων στην Ευρώπη, όταν οι ηγεσίες δεν ακούν, τότε οι δρόμοι γεμίζουν

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που οι πολιτικές της ηγεσίες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν. Από τα σχολεία της Γαλλίας...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Κυριάκος Μητσοτάκης σε μοναστήρια: Πολιτική συνέπεια ή μια νέα Βαβέλ της εποχής μας;

Χριστιανική γραμματεία, ιεροί κανόνες, κανονικό δίκαιο, γεωπολιτική και βιο-ηθική. Άρθρο γνώμης του Δρ. Αλέξιου Παναγόπουλου.

Δημοφιλή